← Κύπρος

KUTBETTIN AKSU κ.α. ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 991/2011, 15/6/2016

KUTBETTIN AKSU κ.α. ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 991/2011, 15/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D283 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Αρ. Υπόθεσης: 991/2011) 15 Ιουνίου, 2016 [Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 1Α, 8, 15, 28, 30, 33, 35 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΑΡΘΡΑ 3, 10 ΚΑΙ 14 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ ΤΟΥ 1951 "GENEVA CONVENTION RELATING TO THE STATUS OF REFUGEES".

  1. KUTBETTIN AKSU,
  2. NASMIYE AKSU, Αιτητές, - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΜΕΣΩ
  3. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
  4. ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Καθ΄ ων η αίτηση. ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20/12/2011
  5. KUTBETTIN AKSU,
  6. NASMIYE AKSU, Αιτητές, - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΜΕΣΩ
  7. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
  8. ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ,
  9. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ΄ων η αίτηση. --------- Γ. Πολυχρόνης με Μ. Χριστοδούλου, για τους αιτητές. Β. Καρλεττίδου (κα), δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ΄ ων η αίτηση. --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.: Ο αιτητής 1, Τούρκος υπήκοος κουρδικής καταγωγής, γεννήθηκε την 1.1.1975 στο Diyarbakir της Τουρκίας. Αφίχθηκε στην Κύπρο παρανόμως μέσω των κατεχομένων στις 15.12.2005 και υπέβαλε αίτημα για παραχώρηση ασύλου στις 29.12.2005, ως πολιτικός πρόσφυγας ή και δυνάμει συμπληρωματικής ή και διεθνούς προστασίας. Ο αιτητής υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω φόβου δίωξης εξαιτίας των πολιτικών του δραστηριοτήτων και εξαιτίας της άρνησης του να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Η σύζυγος του, αιτήτρια 2 αφίχθηκε στην Κύπρο επίσης παρανόμως μέσω των κατεχομένων στις 8.9.2008, υπέβαλε αίτημα για άσυλο στις 16.9.
  10. Η αίτηση της τελευταίας στηρίχθηκε στο γεγονός ότι αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα της λόγω των πολιτικών δραστηριοτήτων του συζύγου της. Οι αιτήσεις τους εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν από τον προϊστάμενο Υπηρεσίας Ασύλου στις 6.8.
  11. Εναντίον της εν λόγω απόφασης καταχωρήθηκε στις 2.9.2009 διοικητική προσφυγή η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 22.6.2011 από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Είναι την πράξη αυτή την οποία προσβάλλουν οι αιτητές. Με δεδομένο ότι η προσφυγή αποσύρθηκε εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 κατόπιν προβολής σχετικής προδικαστικής ενστάσεως εκ μέρους της Δημοκρατίας, το ζήτημα θα επικεντρωθεί στα ουσιώδη γεγονότα τα οποία αφορούν τους αιτητές και τους καθ΄ ων η αίτηση 3, των οποίων η τελική απόφαση απορρόφησε τις προηγούμενες αποφάσεις που είχαν ληφθεί, από τους καθ΄ ων η αίτηση. Προβάλλεται σωρεία νομικών λόγων ακυρότητας οι οποίοι και περιορίστηκαν αναλόγως με τη γραπτή αγόρευση του αιτητή:
  12. Η απόφαση στηρίχθηκε σε προηγούμενη πάσχουσα απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με τις ακόλουθες επιμέρους αιτιάσεις: (α) Ανυπαρξία απόφασης. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου δεν υπογράφεται από αρμόδιο όργανο ή δεν είναι δυνατή η διαπίστωση του οργάνου το οποίο έλαβε την επίδικη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος. Παραπέμπει ο συνήγορος στο άρθρο 13, παράγρ. 2 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 και στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, όπου ερμηνεύεται η λέξη «προϊστάμενος», για να εισηγηθεί, ότι λόγω της αδυναμίας διαπίστωσης του οργάνου που υπογράφει την απόφαση, προκύπτουν ερωτήματα που δεν είναι δυνατόν να αναπληρωθούν από τα στοιχεία του φακέλου, Α. Χρίστου ν. Υπουργείου Εργασίας, Υποθ. Αρ. 339/07, 24.7.
  13. Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω κατατεθέντα και επισυνημμένα έγγραφα και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, η επιστολή η οποία απεστάλη στους αιτητές και στην οποία εμπεριέχεται η επίδικη απόφαση, υπογράφεται από τη λειτουργό ασύλου για τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στην Εισήγηση, παράρτημα 10, ερυθρό 77, και το έντυπο καταχωρίσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, ερυθρό 84, ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου μελέτησε την εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού και αποφάσισε, υπογράφοντας ταυτοχρόνως τόσο στην πρώτη σελίδα της εισήγησης, όσο και στο έντυπο καταχωρίσεων της Υπηρεσίας Ασύλου. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος των αιτητών, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 9/05, 13.2.2006, Μαριέττα Τριανταφυλλίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 548/04, 17.4.2006, Παναγιώτης Παπαναγιώτου ν. Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας

(1990)3 Α.Α.Δ. 571 και την τελευταία Ιωάννη Αδάμου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 54/14 κ.α., 25.6.2015. Δεν έχουμε την περίπτωση όπως στη Fereos Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 647/04, 7.11.2008, όπου υπήρχε απουσία έγγραφης καταχώρισης που να επιβεβαιώνει ότι η απόφαση είχε ληφθεί από το όργανο στο οποίο ο Νόμος είχε εναποθέσει τη σχετική αρμοδιότητα, ώστε να ικανοποιείται το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων. Στην περίπτωση εδώ η χειρόγραφη σημείωση δεν περιορίζεται σε μια μονογραφή αλλά καταγράφει «Κυρία Ανδρέου, η αίτηση απορρίπτεται, αφού μελέτησα την εισήγηση σας». Τούτων δοθέντων προκύπτει εκ των ανωτέρω, ότι αφής στιγμής δεν αμφισβητείται η αρμοδιότητα του οργάνου το οποίο έλαβε την επίδικη απόφαση, το οποίο εξήσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που εμπεριέχονταν στην εισήγηση της λειτουργού ασύλου, ούτε και υπεισέρχονται ζητήματα εκχώρησης αρμοδιότητας, το ζήτημα δεν επιδέχεται περαιτέρω συζήτησης. (β) Παράβαση κατ΄ ουσίαν διάταξης Νόμου. Άρθρο 15
(3)του Νόμου. Ο ως άνω λόγος ακυρότητας συνδέεται άμεσα με άλλο λόγο ακυρότητας: ότι η απόφαση του καθ΄ ου η αίτηση είναι αναιτιολόγητη εφόσον στην έκθεση της αρμόδιας λειτουργού δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα ευρήματα της Μονάδας Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων (ΜΑΘΒ), οπότε το ζήτημα θα εξεταστεί ενιαία. Με παραπομπή στη Frangou v. Republic
(1982)3 C.L.R. 53, 57, ο συνήγορος των αιτητών εισηγείται, ότι η παράβαση της ακολουθητέας εκ του Νόμου διαδικασίας, συνιστά αυτοτελή λόγο ακύρωσης ως παράβαση ουσιώδους τύπου για την παραγωγή της πράξης. Ο αιτητής 1 είχε ισχυριστεί κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ότι είχε υποβληθεί σε ηλεκτροσόκ στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του και στα γεννητικά όργανα, ενώ του είχαν αφαιρέσει όλα τα ρούχα σε φυλακές της Τουρκίας στις οποίες κρατήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρά το ότι όσα είχαν προταχθεί, στοιχειοθετούσαν ενδείξεις σοβαρής μορφής βασανιστηρίων η λειτουργός δεν διέκοψε, ως όφειλε τη συνέντευξη για να παραπέμψει πάραυτα τον αιτητή 1 σε ιατρό, άρθρο 15
(3)ανωτέρω, αλλά συνέχισε και ολοκλήρωσε τη συνέντευξη. Το άρθρο 15 έχει ως ακολούθως: «15.-
(1)Αιτητής, ο οποίος ισχυρίζεται, κατά το χρόνο εκδήλωσης της υποβολής αίτησης για αναγνώριση του ως πρόσφυγα ή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του από τον αρμόδιο λειτουργό, ότι υπέστη βασανιστήρια στη χώρα ιθαγένειας του, παραπέμπεται για εξέταση από ιατρό. Σε περίπτωση άρνησης του αιτητή να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση, ο ισχυρισμός του θα αγνοείται, εκτός αν δοθούν ικανοποιητικές εξηγήσεις για τους λόγους της άρνησης του.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία ο αρμόδιος λειτουργός, στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για αναγνώριση προσώπου ως πρόσφυγα, υποψιάζεται ότι ο αιτητής έχει υποστεί βασανιστήρια στη χώρα ιθαγένειας του, παραπέμπει τον αιτητή για εξέταση από ιατρό.
(3)Σε περίπτωση ύπαρξης ενδείξεων σοβαρής μορφής βασανιστηρίων, ο αρμόδιος λειτουργός πραγματοποιεί τη συνέντευξη του αιτητή ύστερα από συνεννόηση και σε συνεργασία με ιατρό.» Η Δημοκρατία προβάλλει τη θέση ότι από τα πρακτικά της συνέντευξης και τους ισχυρισμούς του αιτητή 1, πουθενά δεν καταδεικνύεται ότι υπήρξαν ενδείξεις σοβαρής μορφής βασανιστηρίων πέραν των ισχυρισμών του αιτητή, γι΄ αυτό το λόγο ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται στο Νόμο, εδάφιο
(1)του άρθρου 15 ανωτέρω: διευθέτησε την εξέταση του αιτητή μετά το πέρας της συνέντευξης, αφού άκουσε πρώτα τα όσα πρόβαλε περί βασανιστηρίων στη χώρα καταγωγής του. Δεν κρίνεται απαραίτητο, εισηγείται, να διακοπεί η συζήτηση και να παραπεμφθεί αμέσως ο αιτητής σε ιατρό για εξέταση αφού η Υπηρεσία Ασύλου έχει τη διακριτική ευχέρεια, μετά τη λήψη του ιατρικού πορίσματος, να προχωρήσει και σε δεύτερη συμπληρωματική συνέντευξη. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν προέκυψε εφόσον δεν κρίθηκε σκόπιμο, λόγω των αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε ο αιτητής, γεγονός που έπληξε την αξιοπιστία του. Δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή. Τα εδάφια
(1),
(2),
(3)ρυθμίζουν διαφορετικές περιπτώσεις όπως με σαφήνεια καταγράφεται στο λεκτικό εκάστου εξ αυτών. Προκύπτει από τα όσα καταγράφονται και τα όσα ισχυρίστηκε ο αιτητής σε σχέση με τα βασανιστήρια που υπέστη, ότι η περίπτωση του εμπίπτει στο εδάφιο
(1)του άρθρου 15, ή ενδεχομένως στο εδάφιο
(2), σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο εδάφιο
(3): ύπαρξη ενδείξεων σοβαρής μορφής βασανιστηρίων. Η γραμματική ερμηνεία της λέξης παραπέμπει σε οτιδήποτε είναι δυνατόν να διαπιστωθεί δια γυμνού οφθαλμού ή δια της παρατήρησης. Οι ισχυρισμοί του αιτητή για ηλεκτροσόκ δεν ήταν δυνατόν εκ των πραγμάτων να διαπιστωθούν με απλή εξωτερική παρατήρηση. Η Υπηρεσία Ασύλου, καταλήγω, νομίμως διενήργησε και ολοκλήρωσε τη συνέντευξη και ορθά τον απέστειλε μετά το πέρας της συνέντευξης για εξέταση (άρθρο 15
(1)) ώστε να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί του. Υπό τις περιστάσεις εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της Αρχής να αποφασίσει πότε θα παρέπεμπε τον αιτητή για εξέταση. Οι δύο ούλες διαστάσεων 1.5 εκ. και 3 Χ 2 εκ., όπως περιγράφονται στην έκθεση της ΜΑΘΒ (παράρτημα 8 στην ένσταση), θεωρώ ότι δεν ήταν δυνατόν λογικά να εκληφθούν ως ενδείξεις: τα εν λόγω τραύματα, μικρής έκτασης, ευλόγως και εκ πρώτης όψεως, μπορούσαν να θεωρηθούν ότι προέρχονταν και από οποιαδήποτε άλλη αιτία.
  1. Αναιτιολόγητη η απόφαση των καθ΄ ων. Οι καθ΄ ων προβάλλουν ότι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης έλαβαν υπόψη τα συμπεράσματα της ΜΑΘΒ και αιτιολόγησαν τη διαφοροποίηση τους από τα συμπεράσματα της εν λόγω Μονάδας. Σχολιάστηκαν οι αντιφάσεις μεταξύ των όσων ο αιτητής 1 δήλωσε στη συνέντευξη ενώπιον της λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και των όσων δηλώθηκαν στη ΜΑΘΒ. Το ζήτημα κρίθηκε ουσιαστικά και πάλι στην αναξιοπιστία του αιτητή. Στην παρούσα υπόθεση όμως, τα πράγματα δεν είναι όπως επιθυμεί να τα παρουσιάσει η Δημοκρατία. Το ιατρικό πιστοποιητικό της ΜΑΘΒ η οποία καταγράφει τα της εξέτασης του αιτητή που γίνεται σύμφωνα με τις καθοδηγήσεις του Πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης (Istanbul Protocol), επισήμου εγχειριδίου του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για την αποτελεσματική διερεύνηση και τεκμηρίωση βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης και ατιμωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και άρθρο 15 του Νόμου, αποβλέπει στη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη βασανιστηρίων. Προκύπτει από την ιατρική εξέταση ότι από τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβληθεί ο αιτητής, κατά τις πρώτες οκτώ μέρες της κράτησης του, μετά από τη σύλληψη του το 1992, υπέστη τα ακόλουθα: «Κατά τις πρώτες 8 μέρες της κράτησης του υπέστη τα εξής: του έδεναν τα μάτια και τον χτυπούσαν με τα χέρια τους, τα πόδια του, γκλοπς καθώς επίσης του έκαναν ηλεκτροσόκ στα γεννητικά του όργανα. Κάποιες φορές του έκαναν σύσφιξη των όρχεων και χτυπήματα στους όρχεις. Τον ξεγύμνωσαν αφήνοντας τον μόνο με τα εσώρουχα και τον υποχρέωναν να τρέχει συνεχώς στο διάδρομο μαζί με άλλους κρατούμενους γιατί παραπονέθηκαν ότι πρήστηκαν τα πόδια τους αφού κάθονταν συνεχώς. Επίσης, καθώς τους μετέφεραν από τα δικαστήρια στη φυλακή μέσα σε μεγάλα λεωφορεία τους χτυπούσαν βάναυσα. Ο κ. Aksu μόλις είχε αποφυλακιστεί είχε οίδημα με αιμάτωμα στο δεξιό ημιόσχεο από τα πολλαπλά χτυπήματα στους όρχεις. Ακολουθήθηκε συντηρητική θεραπεία αλλά σήμερα ο όρχις έχει απορροφηθεί και δεν ψηλαφάται στη θέση του. Μετά από τον παρακλινικό έλεγχο που έγινε από τη Μονάδα μας διαπιστώθηκε απουσία του δεξιού όρχεος, κατάσταση η οποία είναι μόνιμη. Επίσης φέρει γραμμοειδή ουλή 1.5 εκ. στη μετωπιαία χώρα. Τέλος υπάρχει ελλειψοειδής ουλή στο δεξιό αντιβράχιο (3 Χ 2 εκ.) η οποία δεν προήλθε από τα βασανιστήρια.» To συμπέρασμα της επιτροπής ήταν ότι υπάρχει σύμπτωση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που περιγράφονται ανωτέρω, σωματικά και ψυχολογικά ευρήματα, γνώση των τοπικών πρακτικών που αφορά στα βασανιστήρια και ιστορικών στοιχείων με τη μαρτυρία του ιδίου, ότι τα συμπτώματα του αιτητή είναι αποτέλεσμα των περιγραφομένων βασανιστηρίων τα οποία υπέστη. Το γεγονός ότι δεν επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η παρατήρηση του ιατρικού διευθυντή της Μονάδας για την ενδεχόμενη διακινδύνευση σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα προέλευσης του, δεν μπορεί να διαγράψει ή να ανατρέψει συγκεκριμένα ευρήματα ως προς το βασανισμό που έχει υποστεί και επιβεβαιώθηκε κατόπιν ιατρικού ελέγχου στον οποίο υπεβλήθη. Το γεγονός επίσης ότι στην επιτροπή δόθηκαν από τον αιτητή περισσότερες λεπτομέρειες από όσες δόθηκαν κατά τη συνέντευξη του προς την αρμόδια λειτουργό, δεν αναιρεί το πυρήνα του επιχειρήματος του: χτυπήθηκε με ρόπαλα και υποβλήθηκε σε ηλεκτροσόκ στο μεγάλο του δάκτυλο και στα γεννητικά του όργανα. Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκαν οι αναφορές του, προς τη ΜΑΘΒ, με περισσότερες ίσως λεπτομέρειες απ΄ ότι δόθηκαν στην αρμόδια λειτουργό. Θα συμφωνήσω στην έκταση που αφορά η Seyed Mahdi Rashidi Azar v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Υποθ. Αρ. 392/11, 4.3.2013, ότι ο ρόλος της Μονάδας είναι γνωμοδοτικός και η έκθεση της δεν αποσκοπεί στο να υποκαταστήσει το ρόλο της Υπηρεσίας Ασύλου ή της Αναθεωρητικής Αρχής ο οποίες είναι επιφορτισμένες δια Νόμου με το καθήκον να κρίνουν αιτήσεις ασύλου. Ο τρόπος και η διαδικασία έρευνας που θα ακολουθηθεί ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης, όπως επανειλημμένα έχει νομολογιακά εκφραστεί. Το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε οποιαδήποτε από τις υποθέσεις όταν η έρευνα της διοίκησης αποδεικνύεται επαρκής. Δεν μπορώ όμως να συμφωνήσω με τη θέση της Δημοκρατίας ότι η απόφαση των καθ΄ ων αιτιολογείται πλήρως και συνιστά προϊόν δέουσας έρευνας. Από τη στιγμή που εκφράστηκε η αντίληψη του γνωμοδοτικού οργάνου, ΜΑΘΒ, ώστε να παρασχεθεί τεχνική αντίληψη ως προς το βασανισμό του αιτητή, ακόμη και αν κριθεί ότι πρόκειται περί απλής ή συμβουλευτικής γνωμοδότησης η διοίκηση, αν και δεν οφείλει να συμμορφωθεί προς αυτήν (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-1959, σ. 196, Φρινικς Λτδ ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 102/98, 103/98 και 104/98, 29.11.1999), εν τούτοις έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόκλιση. Η έκθεση της λειτουργού δεν αξιολογεί το πόρισμα της ΜΑΘΒ, ότι ο αιτητής όντως υπήρξε θύμα βασανισμού κατά τη διάρκεια έστω της χρονικά απομακρυσμένης κράτησης του, αλλά αντιθέτως εξάντλησε το θέμα στην αναξιοπιστία του. Ως εκ τούτου βρίσκουν έρεισμα οι αιτιάσεις του συνηγόρου του αιτητή ότι δεν δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις για την απόκλιση της διοίκησης από το ιατρικό πόρισμα, τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά τη δευτεροβάθμια εξέταση του αιτήματος του αιτητή
  2. Πλάνη του καθ΄ ου η αίτηση αναφορικά με το θέμα της λιποταξίας/ή ανυποταξίας του αιτητή και το αναιτιολόγητο του ευρήματος ότι ο αιτητής ήταν αναξιόπιστος. Κατά τη δευτεροβάθμια εξέταση ο αιτητής είχε προβάλει ως λόγο της λιποταξίας του ότι δεν επιθυμούσε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία: ο αδελφός του ήταν μέλος του PKK και αντάρτης στα βουνά και δεν επιθυμούσε να πολεμήσει εναντίον των ομοϊδεατών ή του ιδίου του αδελφού. Εισηγείται ο συνήγορος του αιτητή ότι η συμμετοχή του αιτητή σε στρατιωτική δράση αντίθετη, με τις πολιτικές, ηθικές και συνειδησιακές του πεποιθήσεις, είναι δυνατόν να αποτελέσει λόγο ώστε να αιτηθεί να του παραχωρηθεί το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα. Στοιχείο που από μόνο του ικανοποιεί τον βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους που προβάλλει ο αιτητής, πολιτικούς και ιδεολογικούς και απαιτεί εφαρμογή του άρθρου 170 του εγχειριδίου του ΟΗΕ για τα κριτήρια και τις διαδικασίες του καθορισμού των προσφύγων. Άρα, κατά πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα οδηγήθηκαν οι καθ΄ ων στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Και επ΄ αυτού η Δημοκρατία παραμένει σταθερή: ο αιτητής 1 δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει πολιτικό προφίλ τέτοιας βαρύτητας το οποίο θα προκαλούσε το δυσμενές ενδιαφέρον των Τουρκικών αρχών ως προς το άτομο του, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται περαιτέρω αμφιβολίες ως προς τους ισχυρισμούς τους και να πλήττεται η αξιοπιστία του. Με παραπομπή δε στην παράγραφο 171 του ιδίου εγχειριδίου υποστηρίζει ότι δεν συνιστά κάθε πεποίθηση ανεξάρτητα από τη γνησιότητα της, επαρκή λόγο για να ζητηθεί αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα λόγω λιποταξίας ή ανυποταξίας. Συνεπώς με δεδομένο πλέον την αναξιοπιστία του αιτητή 1 όσον αφορά τους ισχυρισμούς του, και το γεγονός ότι εγκατέλειψε την Τουρκία νομίμως και χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, δημιουργούνται ερωτηματικά κατά πόσο ο αιτητής αντιμετώπισε βάσιμο φόβο δίωξης λόγω της ισχυριζόμενης λιποταξίας του. Ο φόβος ποινικής δίωξης και τιμωρίας για λιποταξία και ανυποταξία δεν στοιχειοθετεί, αυτοτελώς κρινόμενος, δικαιολογημένο φόβο δίωξης. Η διοίκηση, θεωρεί η Δημοκρατία, εκτίμησε διάφορα και αντιφατικά στοιχεία με αποτέλεσμα να ήταν δυνατό να οδηγηθεί και στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, κατά τρόπο που να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί η εν λόγω στάθμιση κατά την ακυρωτική δίκη. Στον αδελφό του αιτητή είναι παραδεκτό ότι του έχει αναγνωριστεί η ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα λόγω της ανάμιξης του στο Κουρδικό κίνημα ΡΚΚ και του έχει παραχωρηθεί πολιτικό άσυλο στην Κύπρο, ως μέλος του PKK και βετεράνος ανάπηρος από το αντάρτικο του Κουρδικού κινήματος, ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον αιτητή και βρισκόταν ενώπιον της αρμόδιας αρχής κατά τον ουσιώδη χρόνο, παράρτημα 4 στην ένσταση. Ως εκ τούτου έχουν πλανηθεί οι καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος συνειδησιακά αρνείται να καταταχθεί στον Τουρκικό στρατό, λόγοι για τους οποίους ενδέχεται να διωχθεί αν επιστραφεί στην Τουρκία. Δυνάμει της παραγράφου 196 του εγχειριδίου ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται αρχικά στους ώμους του αιτητή, στη συνέχεια εναπόκειται στον εξεταστή της υπόθεσης ως αρμόδιο όργανο να καθορίσει το προσφυγικό καθεστώς του αιτητή, να εκτιμήσει την εγκυρότητα των αποδεικτικών μέσων και τέλος την αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτούντος. Είναι, όπως αναφέρεται στο εν λόγω εγχειρίδιο, δύσκολο για τους αιτητές να προσκομίσουν και δεν απαιτείται ως εκ του λόγου αυτού, να φέρουν συγκεκριμένες αποδείξεις. Απαιτείται τις πλείστες όσες φορές κάποιες από τις δηλώσεις του αιτούντος να αποδειχθούν από τον ίδιο τον εξεταστή με κάθε πρόσφορο μέσο. Αν μια τέτοια ανεξάρτητη έρευνα δεν επιτύχει ή πρόκειται για δηλώσεις που δεν επιδέχονται απόδειξης, και βεβαίως υπό τον όρο ότι η θέση του αιτητή εμφανίζεται γενικά αξιόπιστη, τότε θα πρέπει να του αποδοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Με δεδομένα ότι τα όσα αφορούν στον αδελφό του αιτητή είναι αναντίλεκτα, εναπόκειτο θεωρώ στον εξεταστή της υπόθεσης να διερευνήσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς του αιτητή, προκειμένου να διαπιστώσει το λογικοφανές των φόβων του και σε ποιο βαθμό θα κινδύνευε να διωχθεί ο ίδιος και η οικογένεια του σε ενδεχόμενη επιστροφή τους στην Τουρκία. Υπενθυμίζεται ότι κατά την εξέταση των αιτημάτων ασύλου ο αρμόδιος λειτουργός οφείλει να ενεργεί στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου για τους πρόσφυγες, Οδηγία 2004/83/ΕΚ, Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για το χαρακτηρισμό και το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ως προσφύγων ή προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους. Οleksiy Νovikov κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 681/08, 23.10.
  3. Στην παρούσα περίπτωση ο αρμόδιος λειτουργός δεν προχώρησε σε δεύτερη συνέντευξη για να διευκρινίσει τις ανακολουθίες του αιτητή για να άρει οποιεσδήποτε αντιφάσεις και τέλος να βρει την εξήγηση για ότι θεωρεί ως παραποίηση ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Όπως καταγράφεται στην παράγραφο 199 του ανωτέρω εγχειριδίου: «...Οι αναληθείς ισχυρισμοί καθαυτοί δεν συνιστούν λόγο για την άρνηση του καθεστώτος του πρόσφυγα και ανήκει στην ευθύνη του εξεταστή να αξιολογήσει αυτούς τους ισχυρισμούς ενόψει όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης.» Συνοψίζοντας θεωρώ ότι σημαντικά στοιχεία του φακέλου του αιτητή που δεν αμφισβητήθηκαν από τους καθ΄ ων η αίτηση αγνοήθηκαν ή δεν εντάχθηκαν στη συνολική εικόνα, με αποτέλεσμα να μην αξιολογηθούν ώστε να τους δοθεί η ανάλογη βαρύτητα και οι καθ΄ ων να οδηγηθούν σε πεπλανημένη απόφαση: (α) Η καταγωγή του αιτητή από την επαρχία «Diyarbakir-Dibek» στην Τουρκία. Ως ιστορικό γεγονός η εν λόγω επαρχία ενώ κατοικείτο από Κούρδους κάηκε ή/και καταστράφηκε ολοσχερώς ή/και καταλείφθηκε από τον Τουρκικό στρατό, αυθαίρετα, κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου, χωρίς οποτεδήποτε να δοθεί δίκαιη ή/και εύλογη αποζημίωση στους κατοίκους της. (β) Ότι ο αδελφός του αιτητή και η οικογένεια του ήταν αναμιγμένοι στο Κουρδικό κίνημα και η ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα και η παραχώρηση πολιτικού ασύλου από τη Δημοκρατία στον αδελφό του ως μέλους του ΡΚΚ. (γ) Ότι ο αιτητής φυλακίστηκε και τέθηκε υπό κράτηση όπου και βασανίστηκε, ισχυρισμοί που υποστηρίζονται από τα ιατρικά ευρήματα της ΜΑΘΒ. (δ) Η κατάταξη του στον Τουρκικό στρατό ερχόταν σε αντίθεση με τις πολιτικές, ηθικές και συνειδησιακές του πεποιθήσεις. Η αίτηση γίνεται δεκτή. Η απόφαση ακυρώνεται με €1.200 έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση, πλέον ΦΠΑ αν επιβάλλεται. Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ. /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.