ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ/Ή ΜΕΣΩ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1258/2011, 5/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D399 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1258/2011 5 Αυγούστου, 2016 [Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 146 ΚΑΙ 169 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αιτήτρια, -ΚΑΙ- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ/Ή ΜΕΣΩ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. ---------------------- Ευστάθιος Ευσταθίου, για την Αιτήτρια. Κυριακή Κορίνα Κλεάνθους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. ---------------------- A Π Ο Φ Α Σ Η Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ.:- Οι αιτητές, ο Παγκύπριος Οργανισμός Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ, είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη από το 2004 στην Κυπριακή Δημοκρατία και απαριθμεί 180 μέλη, τα οποία είναι παραγωγοί βοείου κρέατος και αγελαδινού γάλακτος. Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλουν τη νομιμότητα της απόφασης του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, η οποία τους κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 8.7.2011, σύμφωνα με την οποία η προμήθεια των ενωτίων των βοοειδών θα επιβαρύνει τους αγελαδοτρόφους και όχι, όπως ίσχυε προηγουμένως, την αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1760/2000 για την θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και τη σήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, και τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 21/2004 για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του Κανονισμού Αρ. (ΕΚ)1782/2003 και των Οδηγιών 92/102/ΕΟΚ και 64/432/ΕΟΚ, καθώς και στη βάση του περί Υγείας των Ζωών Νόμου Ν.109(Ι)/2001, τοποθετούνταν τόσο στα βοοειδή όσο και στα αιγοπρόβατα ειδικά μέσα αναγνώρισης (σήμανση), τα οποία παρέχονταν και τοποθετούνταν δωρεάν από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων (στο εξής «Ο Έφορος») με επιστολή του ημερομηνίας 1.7.2010, ζήτησε από το Διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών (στο εξής «ο Διευθυντής») να τον ενημερώσει κατά πόσο οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες καλύπτουν το κόστος για την αγορά βόλων και ενωτίων που χρησιμοποιούνται για την ηλεκτρονική σήμανση των αιγοπροβάτων, η οποία καθίσταται υποχρεωτική, και κατά πόσο η τοποθέτηση τους γίνεται από το προσωπικό του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Επεσήμανε δε, με αναφορά στο άρθρο 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ΣΛΕΕ»), ότι η εφαρμογή σήμανσης με επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού συνιστά, εκ πρώτης όψεως, κρατική ενίσχυση. Με μεταγενέστερη επιστολή του ημερομηνίας 28.7.2010 προς το Διευθυντή, ο Έφορος επανέλαβε τη θέση του αυτή, επισημαίνοντας ότι νομική κάλυψη για τη συνέχιση της χορήγησης κρατικής ενίσχυσης για την εφαρμογή του συστήματος αναγνώρισης στα αιγοπρόβατα και στα βοοειδή μπορεί να παρασχεθεί μόνο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί παρενθετικά, ότι ο Έφορος διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου για τις κρατικές ενισχύσεις στη Δημοκρατία. Συγκεντρώνει, επεξεργάζεται, και παρακολουθεί όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με κρατικές ενισχύσεις, ενώ του παρέχεται από το Νόμο η εξουσία, σε περίπτωση που μέτρο κρατικής ενίσχυσης έχει τεθεί σε ισχύ στη Δημοκρατία χωρίς την έγκρισή του ή χωρίς να έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έγκριση, με Απόφασή του, να διατάξει την αναστολή εφαρμογής του μέτρου, την άρση της παρανομίας και την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού έχει ληφθεί κατά παράβαση του Νόμου. Έχει επίσης τον εποπτικό έλεγχο για την αποτελεσματική εφαρμογή σε περίπτωση απόφασης της Επιτροπής με την οποία διατάσσεται η Δημοκρατία να ανακτήσει παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Μετά την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του Εφόρου και των καθ' ων η αίτηση και την υποβολή σημειώματος του Αν. Προϊσταμένου του Τομέα Υγείας και Ευημερίας Ζώων προς το Διευθυντή, αναφορικά με την εξέλιξη της υπόθεσης για τη σήμανση των ζώων, και αφού η εν λόγω ενίσχυση είχε τεθεί σε εφαρμογή χωρίς να κοινοποιηθεί προηγουμένως στον Έφορο ή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έγκριση, αποφασίστηκε η αποστολή των νενομισμένων εντύπων κοινοποίησης των δυο προγραμμάτων (σύστημα αναγνώρισης των αιγοπροβάτων και των βοοειδών) προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έκδοση εγκριτικής απόφασης. Επειδή έγινε προσπάθεια σύνδεσης της αναγκαιότητας της σήμανσης με την καταπολέμηση της τρομώδους νόσου, οι κοινοποιήσεις θα έπρεπε να συνοδεύονται με αναλυτικό σημείωμα επιχειρηματολογίας σε σχέση με αυτή την αναγκαιότητα. Στα σχετικά έντυπα που απεστάλησαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έγινε προσπάθεια σύνδεσης της σήμανσης των αιγοπροβάτων με τα Σχέδια Δράσης για την καταπολέμηση της τρομώδους νόσου και των βοοειδών με το πρόγραμμα επιτήρησης για τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες, τα οποία ήταν ήδη εγκεκριμένα. Τα έντυπα κοινοποίησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που αφορούσαν την ενίσχυση με τίτλο «Σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση της τρομώδους νόσου των αιγοπροβάτων» απεστάλησαν μέσω του Εφόρου - δεν υπήρχε αντίστοιχο πρόγραμμα για τα βοοειδή - και ακολούθησε αλληλογραφία για διευκρινήσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με επιστολή ημερομηνίας 23.3.2011 προς τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Γεωργίας, ο Διευθυντής ζήτησε τη θέση του Υπουργείου αναφορικά με εισήγηση του Τμήματος του, όπως η προμήθεια νέων ενωτίων και ενωτίων αντικατάστασης γίνει από τους αγελαδοτρόφους και συγκεκριμένα με προσφορές από τις οργανώσεις τους και όπως το απόθεμα των ενωτίων που ήδη υπήρχε διανεμηθεί δωρεάν ή πωληθεί στους αγελαδοτρόφους ή στις οργανώσεις τους απευθείας. Η εισήγηση αναφορικά με την προμήθεια νέων ενωτίων και ενωτίων αντικατάστασης έγινε δεκτή από το Υπουργείο, το οποίο αποφάσισε και τη δωρεάν παραχώρηση των ενωτίων που ήδη υπήρχαν ως απόθεμα, απόφαση που κοινοποιήθηκε στον Διευθυντή στις 11.4.
- Με επιστολή του ημερομηνίας 19.5.2011 ο Διευθυντής ενημέρωσε τους αιτητές για τη γνωμοδότηση του Εφόρου ότι η κάλυψη της δαπάνης για τη σήμανση των βοοειδών αποτελεί κρατική ενίσχυση και επισύναψε σημείωμα για την προετοιμασία των αιτητών για την επικείμενη συνάντηση τους με λειτουργούς των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών σχετικά με διευθετήσεις που θα έπρεπε να γίνουν για την διαδικασία σήμανσης των βοοειδών. Το περιεχόμενο της επιστολής παρατίθεται αυτούσιο: «Θέμα: Σύστημα Αναγνώρισης και Καταγραφής των Βοοειδών Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και σε συνέχεια της σύσκεψης που έγινε 15/4/2011 έχει ετοιμαστεί σημείωμα σχετικά με τις διευθετήσεις που πρέπει να γίνουν και αφορούν διαδικασίες της σήμανσης βοοειδών. Μετά την αναφορά του Έφορου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων ότι η σήμανση των ζώων εφόσον εφαρμόζεται από το κράτος θεωρείται κρατική ενίσχυση οι διαδικασίες αναγκαστικά πρέπει να αλλάξουν. Επισυνάπτεται το σημείωμα για ενημέρωση και προετοιμασία σας για τη σύσκεψη που θα έχουμε στις 26/5/2011 η ώρα 10:30 οπότε θα συζητηθεί το θέμα.» Ακολούθησε σύσκεψη στις 3.6.2011 μεταξύ αρμοδίων λειτουργών των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και των αιτητών με σκοπό την ενημέρωση τους για την αλλαγή στον τρόπο κάλυψης της δαπάνης σήμανσης των βοοειδών. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το πρακτικό που αφορά στη σύσκεψη δεν επισυνάφθηκε στην ένσταση, ούτε αποτελεί μέρος του διοικητικού φακέλου. Με επιστολή τους ημερομηνίας 14.6.2011 προς τους καθ' ων η αίτηση, οι αιτητές αναφέρουν ότι σε συνέχεια των συναντήσεων τους με το Διευθυντή και λειτουργούς των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, δεν φέρουν ένσταση στην ανάληψη από τους ίδιους της συνέχισης του έργου των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών σήμανσης των ζώων, υπό την προϋπόθεση όπως συνεχιστεί η χορηγία ύψους €100.000 που τους διδόταν ως ομάδα παραγωγών στα πλαίσια του προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης 2007/2013, Μέτρο 1.9, εκφράζοντας την άποψη ότι στα πλαίσια συζητήσεων στις Βρυξέλλες σχετικά με τη στήριξη Ομάδων Παραγωγής Αγελαδινού Γάλακτος θα μπορούσε να συνεχιστεί η ετήσια επιδότηση. Στις 30.6.2011 απεστάλη ενημερωτικό σημείωμα από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες προς το Υπουργείο σχετικά με την αλλαγή στη διαχείριση της διαδικασίας προμήθειας ενωτίων από τους αγελαδοτρόφους. Ακολούθησε η επίδικη επιστολή ημερομηνίας 8.7.2011, με την οποία ο Αν. Διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ενημερώνει τους αιτητές ως ακολούθως: «Θέμα: Διαδικασία προμήθειας ενωτίων αντικατάστασης Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα, και σας αποστέλλω σημείωμα σχετικά με τις διαδικασίες που θα εφαρμόζονται για την προμήθεια των ενωτίων αντικατάστασης, έτσι ώστε να υπάρξει σωστή συνεργασία μεταξύ των Οργανώσεων και των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και σωστή διαχείριση του όλου θέματος. Επίσης σας αναφέρω ότι θα πρέπει άμεσα να ξεκινήσετε την διαδικασία συνεργασίας με εταιρεία προμήθειας ενωτίων αντικατάστασης, για το λόγο ότι η προμήθεια ενωτίων αντικατάστασης από το Τμήμα μας θα σταματήσει.» Οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής δεν φέρει τα χαρακτηριστικά εκτελεστής διοικητικής πράξης, αφού η επίδικη είναι βεβαιωτική της απόφασης ημερομηνίας 19.5.2011, με την οποία ήδη οι καθ' ων η αίτηση ξεκαθάρισαν ότι θα διακόψουν τη χορηγία της σήμανσης των βοοειδών. Στην μεν πρώτη επιστολή οι καθ' ων η αίτηση τόνισαν ότι οι διαδικασίες πρέπει να αλλάξουν επικαλούμενοι τη σχετική απόφαση του Εφόρου περί κρατικής ενίσχυσης, ενώ με την δεύτερη εξειδικεύονται απλά οι λεπτομέρειες εφαρμογής της νέας διαδικασίας. Οι αιτητές αντιτάσσουν ότι η επιστολή ημερομηνίας 19.5.2011 δεν περιείχε οποιαδήποτε οριστική απόφαση, αφού συνοδεύεται από σημείωμα για ενημέρωση των εκπρόσωπων των αιτητών και θα ακολουθούσε σύσκεψη που ως θέμα θα είχε την «Εισήγηση αναφορικά με τα ενώτια». Συνεπώς, θεωρούν ότι με την επιστολή αυτή απλά κοινοποιείται η σχετική αναφορά του Εφόρου ότι η σήμανση των ζώων από το κράτος θεωρείται κρατική ενίσχυση, ο οποίος όμως δεν ήταν αρμόδιος για να λάβει οποιαδήποτε οριστική απόφαση. Στη βάση αυτής της αναφοράς του Εφόρου θα συζητείτο το θέμα «Εισήγηση αναφορικά με τα ενώτια» και καλούνταν οι αιτητές να τοποθετηθούν. Μέχρι την λήψη της επίδικης επιστολής δεν είχε κοινοποιηθεί στους αιτητές οποιαδήποτε τελική απόφαση των καθ' ων η αίτηση η οποία να μετέβαλλε το νομικό και πραγματικό καθεστώς. Η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί. Καταρχάς η επιστολή ημερομηνίας 19.5.2011 εκφράζει την υπό συζήτηση πρόθεση των καθ' ων η αίτηση να αλλάξει η διαδικασία αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών λόγω της αναφοράς του Εφόρου ότι εφόσον εφαρμόζεται από το κράτος, αποτελεί κρατική ενίσχυση. Επρόκειτο για υφιστάμενη μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση, εφόσον η σήμανση των βοοειδών εφαρμοζόταν από τα τέλη του 2001 χωρίς να κοινοποιηθεί είτε στον Έφορο είτε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έγκριση, κατά παράβαση του άρθρου 108, παρ.3 ΣΛΕΕ. Η εκ των υστέρων κοινοποίηση και έντυπα κοινοποίησης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφορούσαν το «Σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση της τρομώδους νόσου των αιγοπροβάτων», σύμφωνα με το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιλέξιμη η δαπάνη για τη σήμανση των αιγοπροβάτων. Για τα βοοειδή, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έγινε αρχικά προσπάθεια κάλυψης και σύνδεσης της σήμανσης τους με την καταπολέμηση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (Βλ. Παράρτημα 5 στην ένσταση) με την ανεπίσημη προώθηση των σχετικών ερωτηματολογίων μέσω του Εφόρου προς τον αρμόδιο λειτουργό της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προσπάθεια που δεν ευδοκίμησε περαιτέρω. Η τελική απόφαση του Εφόρου (Αρ.325) σε ό,τι αφορά το μέρος της ενίσχυσης που αφορούσε στα αιγοπρόβατα, εκδόθηκε στις 8.11.2010 (επισυνημμένο 3 στη γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση). Σε ό,τι αφορά όμως τα βοοειδή, η διαδικασία εξέτασης με βάση τον περί Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων Νόμο του 2001 έως 108(Ι)/09, που ξεκίνησε με την επιστολή του Εφόρου ημερομηνίας 1.7.2010 δεν φαίνεται να κατέληξε σε οποιαδήποτε επίσημη απόφαση δυνάμει του άρθρου
- Φαίνεται ότι έγιναν συσκέψεις για το θέμα, τόσο στις 15.4.2011 όσον και στις 3.6.2011, τα πρακτικά των οποίων, όμως, δεν υπάρχουν στον προσωρινό διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Ωστόσο, ενόψει της πραγματοποίησης σύσκεψης μεταγενέστερα της επιστολής ημερομηνίας 19.5.2011, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην επιστολή, να συζητηθεί το θέμα των αναγκαίων αλλαγών στις διαδικασίες, καθώς και της επιστολής των αιτητών ημερομηνίας 14.6.2011 στην οποία έθεταν ουσιαστικά ως προϋπόθεση για την ανάληψη από τους ίδιους του καθήκοντος σήμανσης, τη συνέχιση της χορηγίας στα πλαίσια Αγροτικής Ανάπτυξης, θεωρώ ότι η λήψη σαφούς και οριστικής απόφασης κοινοποιήθηκε στους αιτητές με την επίδικη επιστολή. Εξάλλου, με αυτή ανακοινώνεται για πρώτη φορά με σαφήνεια ότι η προμήθεια ενωτίων αντικατάστασης θα σταματήσει (ενώ στην προηγούμενη επιστολή η διατύπωση δεν είναι ξεκάθαρη «οι διαδικασίες αναγκαστικά πρέπει να αλλάξουν ... οπότε θα συζητηθεί το θέμα»). Η γνώση που εκκινεί την προθεσμία προσφυγής πρέπει να είναι πλήρης. Εν προκειμένω, η γνώση που απέκτησαν οι αιτητές με την επιστολή ημερομηνίας 19.5.2011 δεν ήταν πλήρης αφού με αυτή κοινοποιείται η διοικητική τεχνική διαδικασία, χωρίς όμως να οριστικοποιείται το κρίσιμο θέμα του κόστους της διαδικασίας για τους αιτητές, δεδομένου του αιτήματος τους για συνέχιση της παραπάνω χορηγίας. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν και δεύτερη προδικαστική ένσταση. θεωρούν ότι οι αιτητές στερούνται εννόμου συμφέροντος να προσβάλουν απόφαση με την οποία είχαν συμφωνήσει. Επικαλούνται το ακόλουθο απόσπασμα από την επιστολή των αιτητών ημερομηνίας 14.6.2011 (Παράρτημα 10 στην ένσταση): «Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και μετά από σειρά συναντήσεων με τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες προεδρεύοντος του Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, ο οργανισμός μας δεν φέρει ένσταση να αναλάβει και να συνεχίσει το έργο των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Η ανάληψη της υπηρεσίας αυτής αντιλαμβάνεστε ότι θα πρέπει να γίνει πάνω σε υπεύθυνη και επαγγελματική βάση που εξυπακούει κόστος για τον Οργανισμό μας .» Οι αιτητές επισημάνουν ότι η αποδοχή δεν έγινε ανεπιφύλαχτα αλλά, όπως φαίνεται με τη συνέχεια της ως άνω επιστολής, υπό τον όρο της θετικής αντιμετώπισης του αιτήματος τους για συνέχεια της οικονομικής χορηγίας ύψους €100.000 ετησίως. Η ελεύθερη και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας διοικητικής πράξης ή απόφασης, στερεί από τον ενδιαφερόμενο το έννομο συμφέρον, που προβλέπεται από το Άρθρο 146.2 του Συντάγματος, να καταχωρίσει προσφυγή για την ακύρωσή της (Βλ. Πασχάλη ν. Δημοκρατίας
(1966)3 Α.Α.Δ. 593, 603-604, Περικλέους ν. Δημοκρατίας
(1971)3 Α.Α.Δ. 141, Τόμπολη ν. Α.ΤΗ.Κ.
(1982)3 Α.Α.Δ. 149, Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1988)3 Α.Α.Δ. 2338). Στο Σύγγραμμα Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», 14η Έκδοση, Τόμος 2, σελ. 84, παράγραφος 458 αναφέρεται ότι η αποδοχή πρέπει να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη. Για να θεωρηθεί ότι, η αποδοχή της πράξης εξαλείφει το έννομο συμφέρον, θα πρέπει να έχει γίνει, έχοντας πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη (Παπαδόπουλος κ.ά. ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 1, 11). Στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ούτε η δεύτερη προδικαστική ένσταση ευσταθεί. Οι αιτητές θέτουν ως πρώτο λόγο ακύρωσης την πλάνη ως προς τη φύση της χορηγίας από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες που λανθασμένα θεωρήθηκε ως κρατική ενίσχυση. Επικαλούνται τα άρθρα 3, 4 και 9 του Κανονσιμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας) και τον ορισμό της «αρμόδιας αρχής» στο ερμηνευτικό άρθρο 2[1], για να υποστηρίξουν ότι υπεύθυνη αρχή για την τοποθέτηση των ενωτίων είναι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Κύπρου (και όχι οι ίδιοι) που ως αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα να επιβαρύνει ή όχι τους παραγωγούς με τα έξοδα που προκύπτουν από την διαδικασία, πρακτική που νόμιμα ακολουθείτο. Το γεγονός ότι η δωρεάν χορήγηση ενωτίων και ειδικών μέσων αναγνώρισης αποτελούσε υφιστάμενη πρακτική στα πλαίσια, μεταξύ άλλων, της εξυπηρέτησης και χορηγίας δημοσίου συμφέροντος, δεν αποκλείει άνευ ετέρου το χαρακτηρισμό της ως κρατική ενίσχυση. Ο Κανονισμός 1760/00 δεν θεσπίζει οποιαδήποτε υποχρέωση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους για κάλυψη των εξόδων για σήμανση των βοοειδών, πέραν των υποχρεώσεων της για ορισμό και έλεγχο της ορθής διαδικασίας σήμανσης και της χορήγησης των ενωτίων. Αντιθέτως, το άρθρο 9 του εν λόγω Κανονισμού προνοεί ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να επιβαρύνουν τους κατόχους με τα έξοδα που προκύπτουν από τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3 και από τους ελέγχους που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Συνεπώς η οικονομική επιβάρυνση για τα συστήματα ελέγχου είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του κράτους μέλους. Η όλη διαδικασία δυνάμει του εν λόγω Κανονισμού και των σχετικών ευρωπαϊκών Οδηγιών, ασφαλώς θα πρέπει να είναι συμβατή και σύμφωνη με το περιεχόμενο του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου και των κανόνων της εσωτερικής αγοράς. Εν προκειμένω, ο Κανονισμός θα πρέπει να ερμηνευτεί και να εφαρμοστεί υπό το πρίσμα των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Κοινότητας) που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις καθώς και της πλούσιας νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ΔΕΕ») για το τι συνιστά άμεση ή έμμεση κρατική ενίσχυση. Υπενθυμίζεται, ότι πρόκειται για έννοια του ενωσιακού δικαίου και επομένως το παρόν Δικαστήριο είναι δεσμευμένο από την αυθεντική ερμηνεία του ΔΕΕ. Το άρθρο 107 της ΣΛΕΕ, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, προνοεί: «
- Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως.
- Συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά: α) Οι ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρος προς μεμονωμένους καταναλωτές, υπό τον όρο ότι χορηγούνται χωρίς διάκριση προελεύσεως των προϊόντων? β) οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, γ) οι ενισχύσεις προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της Γερμανίας, κατά το μέτρο που είναι αναγκαίες για την αντιστάθμιση των οικονομικών μειονεκτημάτων που προκαλούνται από τη διαίρεση αυτή. Μετά την παρέλευση πενταετίας από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, δύναται να εκδώσει απόφαση για την κατάργηση του παρόντος σημείου.
- Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά: α) οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και των περιοχών που αναφέρονται στο άρθρο 349 λαμβάνοντας υπόψη τη διαρθρωτική οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση. β) οι ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους? γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον? .» Περαιτέρω το Άρθρο 108 παρ. 3 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι: « [..]
- Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, κατά τα άρθρο 107, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση .». Για την έννοια της κρατικής ενίσχυσης, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του ΔΕΚ στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-341/06 και 342/06 Chronopost SA, LaPoste κ.α. v. UFEX κ.ά, ημερομηνίας 1.7.2008 και ιδιαίτερα στα ακόλουθα αποσπάσματα: «121 Πρέπει, προκαταρκτικώς, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο χαρακτηρισμός της «ενίσχυσης», κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, απαιτεί τη συνδρομή όλων των προβλεπομένων στη διάταξη αυτή προϋποθέσεων (βλ. αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, αποκαλούμενη «Tubemeuse», Συλλογή 1990, σ. Ι-959, σκέψη 25, της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-278/92 έως C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4103, σκέψη 20, της 16ης Μαΐου 2002, C-482/99, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-4397, σκέψη 68, και της 24ης Ιουλίου 2003, C-280/00, Altmark Trans και Regierungspr?sidium Magdeburg, Συλλογή 2003, σ. Ι-7747, σκέψη 74). 122 Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για παρέμβαση από το κράτος ή μέσω κρατικών πόρων. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών εμπορικές συναλλαγές. Τρίτον, πρέπει να χορηγεί πλεονέκτημα στον εξ αυτής ωφελούμενο. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2006, C?451/03, Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti, Συλλογή 2006, σ. I?2941, σκέψη 56). 123 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, γίνεται δεκτό ότι τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα μπορούν να προκύψουν όχι μόνον από θετικές παροχές, όπως είναι οι επιδοτήσεις, τα δάνεια ή η απόκτηση μεριδίων συμμετοχής στο κεφάλαιο επιχειρήσεων, αλλά και από παρεμβάσεις οι οποίες, υπό διάφορες μορφές, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης και οι οποίες, ως εκ τούτου, χωρίς να αποτελούν επιδοτήσεις υπό στενή έννοια, είναι της ίδιας φύσης και έχουν τα ίδια αποτελέσματα. Στο πλαίσιο των έμμεσων πλεονεκτημάτων που έχουν τα ίδια αποτελέσματα όπως εκείνα των επιδοτήσεων, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι περιλαμβάνεται η παράδοση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών με προτιμησιακούς όρους (βλ. σχετικώς, μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, C-126/01, GEMO, Συλλογή 2003, σ. I?13769, σκέψεις 28 και 29).» Οι κρατικές ενισχύσεις δεν περιορίζονται μόνο στην άμεση καταβολή χρημάτων προς επιχειρήσεις αλλά μπορεί να έχουν και έμμεση μορφή. Το ΔΕΕ ανέφερε χαρακτηριστικά στην C-559/12 Γαλλική Δημοκρατίας ν. Ευρ. Επιτροπή, ημερομηνίας 3.4.2014 (σκέψη 94): «Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η έννοια της ενισχύσεως περιλαμβάνει όχι μόνο θετικές παροχές, αλλά και τις παρεμβάσεις εκείνες οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, ελαφρύνουν τις δαπάνες που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και οι οποίες, κατά συνέπεια, χωρίς να είναι επιδοτήσεις υπό τη στενή έννοια του όρου, είναι της ιδίας φύσεως ή έχουν τα ίδια αποτελέσματα (προαναφερθείσα απόφαση Bouygues και Bouygues T?l?com κατά Επιτροπής κ.λπ. και Επιτροπή κατά Γαλλίας κ.λπ., σκέψη 101 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, θεωρούνται ως κρατικές ενισχύσεις κρατικές παρεμβάσεις οι οποίες, υπό οποιαδήποτε μορφή, είναι ικανές να ευνοήσουν άμεσα ή έμμεσα επιχειρήσεις ή που πρέπει να θεωρούνται οικονομικό πλεονέκτημα του οποίου δεν θα απέλαυε η ωφελούμενη επιχείρηση υπό τις συνήθεις συνθήκες αγοράς (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, C?280/00, Altmark Trans και Regierungspr?sidium Magdeburg, Συλλογή 2003, σ. I?7747, σκέψη 84, καθώς και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, C?279/08 P, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2011, σ. I?7671, σκέψη 87)». (Βλ. επίσης C-431/14 Ελληνική Δημοκρατίας ν. Ευρ. Επιτροπή ημερομηνίας 8/03/16 και C-262/12 Association Vent De Col?re! F?d?ration nationale κ.α. v. Ministre de l'?cologie, du d?veloppement durable, des transports et du logement κ.ά, ημερομηνίας 19.12.2013 (απόφαση του Δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως για την έννοια «παρέμβαση του κράτους» ή «παρέμβαση με κρατικούς πόρους»)). Υπό το φως των πιο πάνω, ο Έφορος και οι καθ' ων η αίτηση, μετά τις εξηγήσεις που έδωσαν οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, ορθά θεώρησαν ότι η κάλυψη της δαπάνης αγοράς των βώλων και των ενωτίων που χρησιμοποιούνται για την ηλεκτρονική σήμανση των βοοειδών, τις οποίες κανονικά θα έπρεπε να επωμίζονται οι κτηνοτρόφοι, συνιστά κρατική ενίσχυση στον τομέα της κτηνοτροφίας και συνεπώς εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των περί Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων Νόμους του 2001 έως 2009, Ν.108(Ι)/09 (στο εξής «ο Νόμος»). Οι πιο κάτω αναφορές του Εφόρου στην επιστολή του ημερομηνίας 1.7.2010 συνιστούν, κατά την άποψη μου, ικανοποιητική αιτιολογία: «Συμπερασματικά, η μόνη υποχρέωση του κράτους είναι η ενημέρωση των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με την αναγνώριση των ζώων και η διοργάνωση μαθημάτων κατάρτισης και οπωσδήποτε ο προειρηθείς Κανονισμός δεν επιβάλλει την κάλυψη του κόστους της εφαρμογής του συστήματος αναγνώρισης από κρατικούς πόρους. Ως εκ τούτου, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι η εφαρμογή του συστήματος ηλεκτρονικής αναγνώρισης με επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού συνιστά κρατική ενίσχυση [..] Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18 των περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων Νόμων του 2001 μέχρι 2009, η εφαρμογή μέτρου κρατικής ενίσχυσης χωρίς την έγκριση ή γνωμοδότηση του Εφόρου ή χωρίς τούτο να έχει κοινοποιηθεί και να εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνιστά παράβαση για την οποία δύναται να εκδοθεί από τον Έφορο απόφαση, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, με την οποία διατάσσεται η αναστολή εφαρμογής μέτρου κρατικής ενίσχυσης, ο τερματισμός της παρανομίας και η ανάκτηση οποιουδήποτε ποσού έχει ληφθεί παράνομα.» Στη συνέχεια, οι αιτητές προβάλλουν ως λόγο ακύρωσης ότι αναιτιολόγητα ο Έφορος θεώρησε ότι η συγκεκριμένη «χορηγία» επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό και κατ' επέκταση ότι συνιστά κρατική ενίσχυση. Υιοθετούν τη σχετική επισήμανση του Διευθυντή στην επιστολή ημερομηνίας 16.7.2010 (Παράρτημα 2 στην ένσταση) ότι «το όλο ποσό καλύπτεται από χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» και δεν διατίθενται χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι αυτή η αναφορά φαίνεται να αφορά στο κόστος αγοράς βόλων και ενωτίων για την ηλεκτρονική σήμανση των αιγών και προβάτων και όχι των βοοειδών. Ακόμη και στην περίπτωση που η συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχύει και στην περίπτωση των βοοειδών, αυτό δεν συνιστά πλάνη ως προς την αξιολόγηση του θέματος της κρατικής ενίσχυσης, εφόσον όπως ορθά παρατηρεί ο Έφορος στην επιστολή ημερομηνίας 28.7.2010 (Παράρτημα 3 στην ένσταση): «.έχει επιβεβαιωθεί πλέον από τη γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι τα μέτρα τα οποία χορηγούν κρατικές ενισχύσεις σε γεωργούς, ανεξάρτητα από το αν θα τύχουν συγχρηματοδότησης ή όχι, εμπίπτουν στους κανόνες των κρατικών ενισχύσεων και ως εκ τούτου πριν τεθούν σε εφαρμογή θα πρέπει να κοινοποιούνται απαρεκκλίτως στον Έφορο για αξιολόγηση. Η διαδικασία που ακολουθείται για την εξασφάλιση της συγχρηματοδότησης σε καμία περίπτωση δε σας απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις σας με βάση τους κανόνες των κρατικών ενισχύσεων και δε σας παρέχει καμία κάλυψη σε περίπτωση καταγγελίας στον Έφορο ή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι η Υπηρεσία σας έθεσε παράνομα σε εφαρμογή μέτρο κρατικής ενίσχυσης.» Ο επόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται από τους αιτητές είναι η παραβίαση της αρχής ίσης μεταχείρισης, αφού η περίπτωση της σήμανσης των αιγοπροβάτων, εντάχθηκε στο πλαίσιο προγράμματος για έλεγχο και καταπολέμηση της τρομώδους νόσου, χωρίς οι κτηνοτρόφοι να καταβάλουν οποιοδήποτε κόστος, ενώ για τους αγελαδοτρόφους δεν ίσχυσε το ίδιο. Εφόσον, όπως υποστηρίζουν οι αιτητές, και στις δυο περιπτώσεις το ζητούμενο ήταν η καταπολέμηση των νόσων - η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια (βοοειδή) και η τρομώδης νόσος (αιγοπρόβατα) - υπήρχαν διαδικασίες που είχαν υποδειχθεί από τον Έφορο οι οποίες, αν ακολουθούνταν, θα επέτρεπαν την έγκριση των προγραμμάτων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την δωρεάν τοποθέτηση της σήμανσης και στα βοοειδή. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Καταρχάς, η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών, στη γραπτή αγόρευση της, αναφέρεται σε άνιση διάκριση, υποστηρίζοντας πεπλανημένα ότι, μόνο η περίπτωση των βοοειδών θεωρήθηκε κρατική ενίσχυση και όχι των υπολοίπων ζώων. Είναι φανερό τόσο από τις επιστολές του Εφόρου, όσο και από την αλληλογραφία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την τελική απόφαση της (Επισυνημμένο 2 στην αγόρευση της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, παρ. 11-15 και παρ. 25-27), ότι σε κάθε περίπτωση η σήμανση των ζώων με κρατικό κόστος αποτελούσε και αξιολογήθηκε ως μέτρο κρατικής ενίσχυσης που δεν κοινοποιήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Παρόλα αυτά, στην περίπτωση της τρομώδους νόσου των αιγοπροβάτων, η ενίσχυση συνδυάστηκε με την εφαρμογή προγράμματος για τον έλεγχο της νόσου κατά την περίοδο 2007-2010, σύμφωνα με τον ΕΚ999/2001 και τελικά κρίθηκε κατ΄ εξαίρεση ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3(γ) της ΣΛΕΕ. Για τις δυο κατηγορίες ζώων, η εξέταση περί κρατικών ενισχύσεων διαφοροποιήθηκε και πήρε διαφορετική πορεία. Αυτό επισημαίνεται και στο σημείωμα του Αν. Προϊσταμένου τομέα Υγείας και Ευημερίας Ζώων ημερομηνίας 22.10.2010, ο οποίος αναφέρει τα εξής: «Νέα εξέλιξη επί του θέματος με τον Έφορο Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων είναι ότι μας ζήτησε και έχουμε υποβάλει όλα τα σχετικά στοιχεία που αφορούν τη σήμανση των ζώων, τα οποία μας πληροφόρησε ότι τα απόστειλε στις Βρυξέλες. Κατ' αρχάς η θέση των Βρυξελών ήταν αρνητική και ορίστηκε συνάντηση στο γραφείο του Εφόρου την Δευτέρα 11/10/2010 για συζήτηση και χειρισμό του θέματος. Στην συνάντηση στο γραφείο του Εφόρου δόθηκαν εξηγήσεις και απαντήθηκαν ερωτήματα που σχετίζονται με τη σήμανση των ζώων. Για μεν τα βοοειδή, θεωρεί ότι το κόστος αγοράς του ζεύγους ενωτίων η αξία των οποίων ανέρχεται στα 0.60 ευρώ, πρέπει να καταβάλλεται από τους αγελαδοτρόφους. Το ίδιο και η αξία του/ων ενωτίου/ων αντικατάστασης. [.] Επιστρέφοντας στο γραφείο ετοίμασα το σημείωμα το οποίο στάληκε στο κ. Βιρβίλη από το γραφείο του Εφόρου Κρατικών Ενισχύσεων (επισυναπτόμενο 1). Την επόμενη είχαμε γραπτή απάντηση από το γραφείο του Εφόρου, ότι οι Βρυξέλλες έκαμαν δεκτό το αίτημα μας και να ενσωματωθούν οι δαπάνες σήμανσης και δειγματοληψίας για γονοτυπικές εξετάσεις στο πρόγραμμα ελέγχου της Τροωμόδους Νόσου. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να αναθεωρηθούν από το 2007 και μετά και να γίνει ανάλογη αναπροσαρμογή στο πρόγραμμα που υποβάλαμε για το 2011.» Μελετώντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, φαίνεται ότι ενώ αρχικά ο Διευθυντής απέστειλε στον Έφορο ερωτηματολόγια για κοινοποίηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των προγραμμάτων σήμανσης τόσο των αιγοπροβάτων όσο και των βοοειδών και μάλιστα έγινε προσπάθεια σύνδεσης των προγραμμάτων που αφορούσαν τα βοοειδή με την καταπολέμηση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (Παράρτημα 5 στην ένσταση), τελικά η επίσημη κοινοποίηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η αλληλογραφία των διευκρινίσεων αφορούσε μόνο την ενίσχυση με τίτλο «Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση της τρομώδους νόσου των αιγοπροβάτων» (Παράρτημα 6 στην ένσταση) διότι αντίστοιχο πρόγραμμα για τα βοοειδή δεν υπήρχε. Εξ' ου και ο Διευθυντής με την επιστολή του ημερομηνίας 23.3.2011 ενημέρωσε τη Γενική Διευθύντρια των καθ' ων η αίτηση σχετικά με την ακολουθητέα διαδικασία σήμανσης των βοοειδών. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια την αιτιολογία που παραθέτει η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση σχετικά με την εύλογη αυτή διαφοροποίηση, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη από τους αιτητές: «Επισημαίνεται επίσης, ότι υπήρχε ήδη εγκριμένο πρόγραμμα για τα αιγοπρόβατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις δαπάνες σχετικά με την καταπολέμηση της τρομώδους νόσου, εντός του οποίου εντάχθηκαν και οι δαπάνες της σήμανσης για τα αιγοπρόβατα, μετά από προσπάθεια που κατέβαλαν οι Καθ΄ ων η αίτηση. Το είδος των ενωτίων που τοποθετούνται στα αιγοπρόβατα δεν εξυπηρετούν μόνο τους σκοπούς της ταυτότητας των ζώων, όπως ισχύει για τα βοοειδή. Τα ενώτια που τοποθετούνται στα αιγοπρόβατα επιτρέπουν τη λήψη δείγματος για γονοτυπική ανάλυση, η οποία εξυπηρετεί τον εντοπισμό και την πρόληψη της τρομώδους νόσου. Αντίθετα τα ενώτια των βοοειδών δεν συμβάλλουν με οποιοδήποτε τρόπο στον εντοπισμό ασθενειών αλλά εξυπηρετούν αποκλειστικά την ταυτοποίηση του ζώου. Η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια στα βοοειδή δεν εντοπίζεται μέσω γονοτυπικής ανάλυσης και συνεπώς, τα ενώτια στα βοοειδή δεν θα μπορούσαν εξυπηρετήσουν ένα τέτοιο σκοπό. Ως εκ τούτου, η περίπτωση των δαπανών της σήμανσης των αιγοπροβάτων της σήμανσης των βοοειδών δεν ήταν η ίδια και συνεπώς, δεν τίθεται θέμα διακριτικής μεταχείρισης. Στην περίπτωση των αιγοπροβάτων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι η δαπάνη αυτή είναι επιλέξιμη ενώ στην περίπτωση των βοοειδών διατήρησε από την αρχή μέχρι το τέλος των ανεπίσημων επαφών μια αρνητική στάση. Οι Καθ΄ ων η αίτηση σε αυτή την περίπτωση είχαν υποχρέωση να ακολουθήσουν τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να διακόψουν τη χορήγηση μιας παράνομης κρατικής ενίσχυσης.» Σε ό,τι αφορά, τέλος, τον ισχυρισμό για έλλειψη αιτιολογίας, ορθά απαντά η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ότι εφόσον η σήμανση των ζώων θεωρήθηκε τόσο από τον Έφορο όσο και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως κρατική ενίσχυση, οι καθ΄ ων η αίτηση όφειλαν να τη διακόψουν. Από την κατ΄ αρχήν απόφαση του Εφόρου, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου (Παράρτημα 3 στην ένσταση) και την τελική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η κάλυψη εξόδων για τα βοοειδή, όπως και για τα αιγοπρόβατα, ήταν μέτρο κρατικής ενίσχυσης το οποίο, μάλιστα, τέθηκε σε ισχύ κατά παράβαση της προβλεπόμενης διαδικασίας κοινοποίησης (άρθρο 108, παρ.3) και έπρεπε άμεσα να ανασταλεί/διακοπεί. Συνεπώς οι καθ' ων η αίτηση δεν είχαν διακριτική ευχέρεια αλλά έλαβαν την επίδικη απόφαση δέσμια. Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. /ΣΓεωργίου [1] «αρμόδια αρχή»: η κεντρική αρχή ή αρχές κράτους μέλους που είναι υπεύθυνες ή επιφορτισμένες με τη διενέργεια των κτηνιατρικών ελέγχων και την εφαρμογή του παρόντος τίτλου ή, για τον έλεγχο των πριμοδοτήσεων, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εκτέλεση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3508/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο