Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Αρ. Κ17/2002, 10/6/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2009:5 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου και Φρ. Βλαδιμήρου και Βρ. Γεωργίου, Παρέδρων Συνενωμένες Αιτήσεις: Αρ. Κ17/2002 Μεταξύ: Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, από Λευκωσία Αιτήτριας Και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, από Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------- Αρ. Κ28/2003 Μεταξύ: Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, από Λευκωσία Αιτήτριας Και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, από Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------------------------------- 10/6/2009 Για την Αιτήτρια: Κα Αλ. Παπακόκκινου (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Μιτίδης) Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Κα Αγγ. Χριστοδούλου για Τάσσος Παπαδόπουλος και Σία (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Ελ. Μιχαήλ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υποθέσεις με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό έχουν ένα μακρύ ιστορικό το οποίο βρίσκω σκόπιμο να παραθέσω για την ευκολότερη κατανόηση της παρούσας απόφασης. Ιστορικό Αναφορικά με την επίδικη ενοικίαση, οι πιο πάνω αναφερόμενοι διάδικοι έχουν ξανασυναντηθεί στο παρόν δικαστήριο. Των παρουσών υποθέσεων έχει προηγηθεί η καταχώριση, από την Αιτήτρια, της αίτησης Κ6/01 στην οποία εκδόθηκε τελική απόφαση στις 16.9.
- Είχαν αποφασιστεί τότε, τα εξής: Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση σταμάτησαν να χρησιμοποιούν το γωνιαίο κατάστημα στην οδό Νικολάου Έλληνα 23, στην Πάφο, ως υποκατάστημα τους από το Δεκέμβριο του
- Ότι το εν λόγω κατάστημα ήταν ελεύθερο κατοχής τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του
- Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν την πρόθεση και προσφέρθηκαν να παραδώσουν το εν λόγω κατάστημα στην Αιτήτρια, η οποία μετά την 31.12.1999 δεν το παραλάμβανε. Ότι η απαίτηση της Αιτήτριας για απόδοση ενοικίων μετά τον Ιανουάριο του 2000 ήταν αβάσιμη και απορριπτέα. Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε από την Αιτήτρια, με την Πολιτική Έφεση 319/2005 στην οποία εκδόθηκε απόφαση, επικυρωτική της πρωτόδικης, στις 20.12.
- Το δικαστήριο, εν τω μεταξύ, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στην Κ6/01 και πριν το πέρας της Πολιτικής Έφεσης 319/2005, απέρριψε με απόφαση του στις 4.11.05 τις παρούσες συνενωμένες αιτήσεις. Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε, επίσης από την Αιτήτρια, με την Πολιτική Έφεση 357/2005, στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 19.1.
- Δυνάμει της απόφασης αυτής, οι παρούσες αιτήσεις επαναφέρθηκαν για να εκδικαστούν όμως μετά το πέρας της Πολιτικής Έφεσης 319/
- Το σχετικό απόσπασμα αναφέρει: "Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και οι δύο αιτήσεις επαναφέρονται για να εκδικαστούν από άλλο Δικαστή μετά την διεκπεραίωση της έφεσης. Εννοείται πως οι διάδικοι θα έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν εκ νέου τις αντίστοιχες θέσεις τους κατά την εκδίκαση των δύο αιτήσεων." Έτσι, οι παρούσες αιτήσεις επαναφέρθηκαν και ορίστηκαν αρχικά στις 4.5.
- Κατά την ημερομηνία αυτή το δικαστήριο ζήτησε από τους συνηγόρους και των δύο πλευρών όπως τοποθετηθούν αναφορικά με τον τυχόν επηρεασμό των παρουσών αιτήσεων από το αποτέλεσμα στην Πολιτική Έφεση 319/
- Οι δύο πλευρές είχαν διιστάμενες απόψεις και οι αιτήσεις ορίστηκαν για αγορεύσεις στις 25.5.
- Παραδεκτό γεγονός Είναι φανερό από το φάκελο των υποθέσεων αλλά αποτελεί και παραδεκτό γεγονός ότι οι παρούσες αιτήσεις αφορούν την ίδια ενοικίαση για την οποία εκδόθηκε και η απόφαση στην αίτηση Κ6/01 και προφανώς τους ίδιους διάδικους. Αξιώσεις Αιτήτριας Ουσιαστικά, οι παρούσες αιτήσεις αποτελούν "συνέχεια" της αίτησης Κ6/01, διότι με αυτές η Αιτήτρια αξιώνει τα πιο κάτω: Στην μεν αίτηση Κ17/02: "
- ΔΙΑΤΑΓΜΑ του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να Διατάττωνται οι Καθ' ων η Αίτηση να καταβάλουν στην Αιτήτρια το ποσόν των £4.860.- Λ.Κ. Καθυστερημένα και Οφειλόμενα Ενοίκια περιόδου από 11/7/2001 - 10/7/2002 και/ή το αυτό ποσόν Αποζημιώσεις διά την ως άνω περίοδον διά Παράβασην Συμβολαίου Ενοικιάσεως, σε σχέσει με το Γωνιαίον Κατάστημα στην οδόν Νικολάου Έλληνα αρ. 23 στην Πάφον." Σημειώνουμε, στο σημείο αυτό, ότι η απαίτηση της Αιτήτριας στην αίτηση Κ6/01 αφορούσε και πάλι οφειλόμενα ενοίκια για την ίδια ενοικίαση, αλλά μόνο μέχρι τις 10.6.
- Είναι, φυσικά, η θέση της Αιτήτριας ότι υπάρχει ουσιαστική διάκριση μεταξύ των απαιτήσεων στις αιτήσεις Κ6/01 και Κ17/
- Όλες οι θέσεις των δύο συνηγόρων παρατίθενται πιο κάτω[1]. Στην δε αίτηση Κ28/03 η Αιτήτρια αξιώνει τα εξής: "Το Ποσόν των £6.425.- λιρών Κύπρου ως Αποζημιώσεις διά προκληθείσας ζημίας και/ή βλάβες και/ή ελλείψεις και/ή παραλήψεις και/ή μετατροπές και/ή τροποποιήσεις και/ή άλλως πως στο ενοικιαζόμενον κατάστημα προκληθείσας υπό των Καθ' ων η Αίτηση και/ή των υπαλλήλων και/ή των υπηρετών και/ή των εκπροσώπων και/ή των αντιπροσώπων των και/ή παραβίασ και/ή διάρρηξη ουσιωδών όρων της Σύμβασης Ενοικιάσεως ημ. 5 Οκτωβρίου 1988 υπό των ως άνω προσώπων ήτοι ως ακολούθως κατωτέρω εν λεπτομερεία εκτίθενται.-" Οι παρούσες αιτήσεις συνενώθηκαν μετά από αίτημα της Αιτήτριας στις 16.12.2004 και έχουν παραμείνει μέχρι σήμερα συνενωμένες. Σύνθεση του δικαστηρίου Στις 18.5.09 και πριν την έναρξη των αγορεύσεων η συνήγορος της Αιτήτριας υπέβαλε αίτημα για εξαίρεση του ενός εκ των Παρέδρων, καθ' ότι είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου κατά την προηγούμενη εκδίκαση των παρουσών αιτήσεων. Μετά από μικρή διακοπή και αφού εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση, οι αγορεύεις τελικά ακούστηκαν ενώπιον της παρούσας σύνθεσης του δικαστηρίου. Αγορεύσεις Η κα Παπακόκκινου στη μακρά αγόρευση της αναφέρθηκε αρχικά στην αίτηση Κ17/02, η οποία, κατά την άποψη της, διακρίνεται από την αίτηση Κ6/01 για τους εξής λόγους: (α) Στην αίτηση Κ6/01 εξετάστηκε το ζήτημα των οφειλομένων ενοικίων ενώ στην αίτηση Κ17/02 δεν αξιώνονται ενοίκια, αλλά αποζημιώσεις για τη μη εκμετάλλευση του ακινήτου από την Αιτήτρια στην περίοδο που αναφέρεται στην Αίτηση. (β) Στην αίτηση Κ17/02 θα εξεταστεί το ζήτημα της απώλειας της χρήσης και της εκμετάλλευσης του επίδικου ακινήτου, καθώς και της απώλειας των εισοδημάτων της Αιτήτριας. (γ) Θα τεθεί εκ νέου, κατά την εκδίκαση των παρουσών αιτήσεων, το ζήτημα του τερματισμού της επίδικης ενοικίασης. (δ) Η απόφαση στην αίτηση Κ6/01 δεν είναι δεσμευτική, ούτε ως προς το ζήτημα αυτών καθ' εαυτών των ενοικίων, διότι τα δικόγραφα (οι Απαντήσεις) είναι διαφορετικά στις δύο υποθέσεις, αφού σ' αυτά γίνεται αναφορά σε διαφορετική ημερομηνία τερματισμού της επίδικης ενοικίασης. Διευκρινίζει, η ευπαίδευτη συνήγορος, ότι ενώ στην αίτηση Κ6/01 η ημερομηνία του τερματισμού της ενοικίασης διορθώθηκε, μετά από αίτημα για τροποποίηση, δεν έχει γίνει το ίδιο στην αίτηση Κ17/
- Ειδικά όσον αφορά το τελευταίο αυτό ζήτημα, έχω να παρατηρήσω ότι σύμφωνα με την απόφαση στην αίτηση Κ6/01, στην επίδικη ενοικίαση δεν εξετάζεται θέμα τερματισμού εφόσον είχε προηγηθεί η λήξη της συμφωνίας ενοικίασης και η μετατροπή της συμβατικής ενοικίασης σε θέσμια. Η κα Παπακόκκινου έδωσε μεγάλη έμφαση και έκανε εκτενή αναφορά στα γεγονότα των παρουσών υποθέσεων. Είναι η θέση της ότι η Αιτήτρια απώλεσε μεγάλα ποσά λόγω του γεγονότος ότι το επίδικο κατάστημα ήταν για αρκετό καιρό κλειστό και η Αιτήτρια δεν είχε το κλειδί για να εισέλθει σ' αυτό. Πρέπει να ακουστεί, λέει, η Αιτήτρια διότι διαφορετικά θα υποστεί μεγάλη αδικία. Αναφορικά με την Κ28/03 η κα Παπακόκκινου ανέφερε τα εξής: (α) Είναι προφανές ότι η απαίτηση για ζημιές που προκλήθηκαν στο επίδικο κατάστημα δεν εξετάστηκαν στην αίτηση Κ6/
- (β) Δεν μπορούσε η απαίτηση αυτή να περιληφθεί στην αίτηση Κ6/01 διότι η Αιτήτρια δεν είχε την ευχέρεια να επιθεωρήσει το επίδικο κατάστημα και τις ισχυριζόμενες ζημιές προτού της παραδοθεί το κλειδί του υποστατικού, ούτε να ετοιμαστεί η απαραίτητη έκθεση του εμπειρογνώμονα. Δεν παρατέθηκε νομολογία από την κα Παπακόκκινου για το νομικό θέμα της ύπαρξης ή μη δεδικασμένου. Περιορίστηκε στην επίκληση του Supreme Court Practice, 1977, όπου στην παράγραφο 854 γίνεται αναφορά στο ζήτημα της επανεκδίκασης. Εισηγήθηκε, η κα Παπακόκκινου, ότι το δικαστήριο εμποδίζεται να προβεί σ' αυτό το στάδιο σε κρίση περί του δεδικασμένου η οποία να οδηγήσει σε απόρριψη των αιτήσεων διότι οι οδηγίες που δόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 357/05 ήταν όπως οι παρούσες αιτήσεις "επανεκδικαστούν". Με τη λέξη "επανεκδικαστούν", είναι η εισήγηση της κας Παπακόκκινου ότι, οι οδηγίες προς το πρωτόδικο δικαστήριο είναι όπως ακούσει, οπωσδήποτε, μαρτυρία και επομένως εμποδίζεται να εξετάσει τη βασιμότητα των αιτήσεων προδικαστικά. Αυτή η εισήγηση, της κας Παπακόκκινου, δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνη. Η ερμηνεία που δίδει στο λεκτικό της Πολιτικής Έφεσης 357/05 δεν εδράζεται σε οποιοδήποτε κανόνα δικαίου αλλά ούτε και στην ερμηνεία της λέξης "εκδίκαση". Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, του Γ.Δ. Μπαμπινιώτη, η ερμηνεία της "εκδίκαση" έχει ως εξής: "εκδίκαση (η) [μτγν.] (κ. εκδικάσ-εως, -εις, -εων) η διεξαγωγή δίκης, η συζήτηση (υποθέσεως) ενώπιον δικαστηρίου για την έκδοση αποφάσεως." Η εκδίκαση των αιτήσεων δεν συνεπάγεται την υποχρεωτική παρουσίαση μαρτυρίας. Εξ άλλου, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στην απόφαση του και το προφανές. Ότι, κατά την επανεκδίκαση των αιτήσεων, έχουν οι διάδικοι τη δυνατότητα να προβάλουν εκ νέου τις θέσεις τους, εννοώντας, φυσικά, το εξετασθέν ζήτημα του δεδικασμένου. Αγορεύσεις Καθ' ων η Αίτηση Στην εμπεριστατωμένη αγόρευση για τους Καθ' ων η Αίτηση, η κα Χριστοδούλου παρέθεσε νομολογία και υποστήριξε τα πιο κάτω επιχειρήματα. Αναφορικά με την αίτηση Κ17/02 (α) Τα ουσιώδη γεγονότα και ισχυρισμοί που προβάλλονται στην αίτηση αυτή είναι ταυτόσημα με τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν στην αίτηση Κ6/01, με μόνη διαφορά την περίοδο για την οποία αξιώνονται οφειλόμενα ενοίκια. (β) Οι διάδικοι στις αιτήσεις Κ6/01 και Κ17/02 είναι ίδιοι, όπως ίδιο είναι και το αντικείμενο των αιτήσεων. Ίδια είναι η συμφωνία ενοικίασης και ίδιο το επίδικο υποστατικό. (γ) Τα γεγονότα τα οποία καλείται να εξετάσει το δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης Κ17/02 έχουν εξεταστεί οριστικά και τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 319/05 και καλύπτονται από δεδικασμένο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξεταστούν ξανά. (δ) Η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση διότι στο πλαίσιο της αίτησης Κ6/01 το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε την ουσία της αίτησης. Ως εκ τούτου, υπάρχει τελεσιδικία, ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα διαφοράς. Αναφορικά με την αίτηση Κ28/03 (α) Μεγάλο μέρος των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση Κ28/03 είναι ίδια με τα γεγονότα της αίτησης Κ6/
- (β) Η αρχή του δεδικασμένου δεν καλύπτει μόνο τα γεγονότα που προβλήθηκαν στην προηγούμενη αίτηση αλλά και όσα θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί και παραλήφθηκαν. Είναι εισήγηση της κας Χριστοδούλου ότι με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν να είχαν προστεθεί στην αίτηση Κ6/01 και οι θεραπείες που ζητούνται με την αίτηση Κ28/
- Η κα Χριστοδούλου εισηγήθηκε όπως η παρούσες συνενωμένες αιτήσεις απορριφθούν, στο σύνολο τους. Δεδικασμένο Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη βιβλιογραφία και στη νομολογία, η αρχή του δεδικασμένου (res judicata) υφίσταται με στόχο την αποτροπή του φαινομένου να υποχρεωθεί ένας διάδικος να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές για το ίδιο θέμα (βλ. Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττας) ν. Σ.Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703). Οι παρούσες δύο αιτήσεις αφορούν την ίδια ενοικίαση και είχε ζητηθεί από την Αιτήτρια η συνένωση τους στη βάση των πολλών κοινών πραγματικών και νομικών ζητημάτων που περιέχουν. Αυτά ανέφερε η Αιτήτρια στην αίτηση της για συνένωση ημερομηνίας 22.11.04. Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να ανατρέχει στο περιεχόμενο του φακέλου που βρίσκεται ενώπιον του και να λαμβάνει υπόψη όλα τα έγγραφα που βρίσκονται κατατεθειμένα σ' αυτόν (βλ. Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938) Θα εξετάσω το ζήτημα της ύπαρξης ή μη του κωλύματος της αρχής του δεδικασμένου σε κάθε μία από τις συνενωμένες αιτήσεις, χωριστά. Αίτηση Κ17/02 Η αίτηση αυτή έχει τους ιδίους διαδίκους και αφορά την ίδια ενοικίαση που αφορούσε και η αίτηση Κ6/
- Διαπιστώνω ότι το ίδιο ακριβώς λεκτικό της αιτούμενης θεραπείας χρησιμοποιήθηκε και στην αίτηση Κ6/01, με μόνη διαφορά την περίοδο των οφειλομένων ενοικίων και το αξιούμενο ποσό[2]. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι στο πλαίσιο της Πολ. Έφεσης 319/05 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε μόνο επί του θέματος των οφειλομένων ενοικίων και όχι για το κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις για την περίοδο που δεν κατείχε το υποστατικό της λόγω "κατακράτησης των κλειδιών από τους Καθ' ων η Αίτηση", οι οποίες αποτελούν τη σημερινή αξίωσή της. Είναι αδικία, εισηγείται περαιτέρω, να έχει χάσει ενοίκια τόσων μηνών και να μην αποζημιωθεί από κάπου. Θα πρέπει, στο σημείο αυτό, να ανατρέξουμε στην Πολιτική Έφεση 319/05, η οποία επικύρωσε την απόφαση στην αίτηση Κ6/01 και στα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης, για να διαπιστωθεί η βασιμότητα, ή μη, του ισχυρισμού της Αιτήτριας. "[Το πρωτόδικο δικαστήριο] απέρριψε ως αναιτιολόγητη την άρνηση της εφεσείουσας να παραλάβει το κατάστημα μετά την 31.12.1999 και την εμμονή της στη συνέχιση μιας ενοικίασης η οποία πρακτικά δεν υφίστατο πλέον, ενώ οι ενοικιαστές είχαν ήδη δηλώσει την πρόθεση τους να την τερματίσουν. Τελικά η παράδοση των κλειδιών του καταστήματος έγινε στο δικαστήριο στις 25.4.2002 και όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, βοήθησε στη λήξη μιας παράδοξης και άνευ λόγου καθυστέρησης στην απόδοση των κλειδιών στην ιδιοκτήτρια, παράδοση η οποία δεν χρωματίζει τη νομική όψη των γεγονότων. Το δικαστήριο περαιτέρω ανέφερε ότι η άρνηση της εφεσείουσας να παραλάβει τα κλειδιά από τις 31.12.1999 που έληξε κανονικά η ενοικίαση και η απόφαση της να δεχτεί να τα παραλάβει από το δικαστήριο στις 25.4.2002 δεν επιβάλλει ή υπονοεί ότι η ενοικίαση συνεχίστηκε και μετά το Γενάρη του 2000." Από το πιο πάνω απόσπασμα, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα: Έχει κριθεί τελεσίδικα ότι η επίδικη ενοικίαση έχει λήξει την 31.12.
- Το πότε παραδόθηκαν τα κλειδιά του επίδικου υποστατικού στην Αιτήτρια δεν αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την κρίση για τη λήξη της επίδικης μίσθωσης. Η απαίτηση της Αιτήτριας στην αίτηση Κ6/01 για καταβολή ενοικίων για την περίοδο από τις 11.1.00 και μετά, απορρίφθηκε διότι κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε όφελος από την λήξη της μίσθωσης και μετά. (Χρονικά η λήξη της μίσθωσης τοποθετείται στις 31.12.99). Διαπιστώνω ότι, διαφεύγει της Αιτήτριας, ότι, σύμφωνα πάντα με την απόφαση στην αίτηση Κ6/01 και στην επικυρωτική αυτής Πολιτική Έφεση, το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν είχε την κατοχή του επίδικου υποστατικού από την 31.12.99 μέχρι την 25.4.02 οφείλεται αποκλειστικά στην Αιτήτρια η οποία "εκμεταλλευόμενη λεπτομέρειες, προσπάθησε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ενοικίαση δεν είχε τερματιστεί, με σκοπό να συνεχίσει να καρπώνεται ενοίκια από ένα υποστατικό του οποίου η κατοχή είχε εγκαταλειφθεί από τους ενοικιαστές". Η επίκληση από την Αιτήτρια της θέσης ότι στην αίτηση Κ17/02 θα υποστηρίξει την διαζευκτική θεραπεία των αποζημιώσεων, για την μη κατοχή από την ίδια του υποστατικού, δεν διαφοροποιεί το ζήτημα. Έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα ότι μετά την λήξη της επίδικης μίσθωσης η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε όφελος σε σχέση με την κατοχή του υποστατικού. Ο διαφορετικός χαρακτηρισμός, από την Αιτήτρια, του οφέλους αυτού ουδόλως επηρεάζει την πιο πάνω τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου. Στην απόφαση Ανδρέας Γιαννή Γαβριήλ κ.ά. ν. Γεώργιου Αγαπίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868, λέχθηκε ότι: "Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Αγώγιμο δικαίωμα θεωρείται ως δεδικασμένο εφόσον τα επίδικα θέματα της πρώτης και της δεύτερης αγωγής είναι ταυτόσημα (Βλ. Buehler v. Chronos Richardson [1998] 2 All E.R. 960 (C.A.).) ................................Στην Pieris v. Republic
(1983)3 C.L.R. 1054 (Ολομέλεια), είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τη συνισταμένη του δεδικασμένου και να αναφερθούμε στις παραμέτρους της εφαρμογής του. Εξίσου διαφωτιστικές, για τον προσδιορισμό και παραμέτρους του δεδικασμένου είναι και οι αποφάσεις του Εφετείου στη Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296, και Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ.
- " Συνεπώς, εμποδίζονται οι διάδικοι από το να εγείρουν εκ νέου ζητήματα επί των οποίων το δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed., volume 15 αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 359: "
- [.] In all cases where the cause of action is really the same (h), and has been determined on he merits (i), [.] the plea of res judicata would succeed. The doctrine applies to all matters which existed at the time of the giving of the judgment, and which the party had an opportunity of bringing before the court". Στην προκείμενη περίπτωση, το αγώγιμο δικαίωμα είναι ταυτόσημο. Αφορά την ισχυριζόμενη παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης, και συγκεκριμένα του όρου για απόδοση των ενοικίων και/ή αποζημίωση για περίοδο που έπεται της 19.1.2000 δηλ. της λήξης της μίσθωσης. Ως εκ των ανωτέρω, βρίσκω ότι, όσον αφορά την αίτηση Κ17/02 ισχύει η αρχή του δεδικασμένου η οποία κωλύει την Αιτήτρια να προβάλει την αξίωση που δικογραφείται στην εν λόγω αίτηση, η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί. Αίτηση Κ28/03 Είναι προφανές από το αιτητικό στην αίτηση αυτή ότι οι αιτούμενες θεραπείες στις δύο αιτήσεις (Κ6/01 και Κ28/03) είναι διαφορετικές. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής η αρχή σύμφωνα με την οποία "το δεδικασμένο εφαρμόζεται και σε όλα τα ζητήματα που υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης και ο διάδικος είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει στο δικαστήριο"[3]. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται, μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου της, ότι αυτό δεν ήταν δυνατό αφού δεν είχε κατοχή του επίδικου ακινήτου, ώστε να μπορεί να το επιθεωρήσει και να διορίσει εμπειρογνώμονα για να εκτιμήσει το ύψος των ζημιών που έγιναν σε αυτό. Αντίθετη είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια είχε την ευκαιρία και όφειλε να περιλάβει στην αίτηση Κ6/01 την όποια απαίτηση της για ζημιές στο μίσθιο. Θα προτιμήσω να μην προβώ στο στάδιο αυτό σε οποιαδήποτε σχόλια. Θα αρκεστώ να αναφέρω ότι σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58): "Η νομική φύση του δεδικασμένου απασχόλησε επανειλημμένα. Το υπό κρίση είναι από τα θέματα που έχει φωτίσει αρκούντως η νομολογία. Στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ.
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι: ". δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί." Είμαι της άποψης ότι το ζήτημα της ύπαρξης ή μη δεδικασμένου αναφορικά με την αίτηση Κ28/03, δεν μπορεί να κριθεί σε αυτό το στάδιο. θα πρέπει να παρουσιαστεί στο δικαστήριο μαρτυρία ώστε να μπορούμε να προβούμε σε εύρημα, αρχικά σε σχέση με την ύπαρξη κωλύματος δεδικασμένου και στη συνέχεια αναφορικά με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων (για την παράκαμψη του κωλύματος αυτού). Η προβολή γεγονότων κατά το στάδιο αγορεύσεων, χωρίς να έχει προηγηθεί μαρτυρία, καθιστά αδύνατη την εξέταση των ισχυρισμών αυτών. Κατάληξη Εφόσον έχει ήδη κριθεί ότι υφίσταται δεδικασμένο αναφορικά με την αίτηση Κ17/02, εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των παρουσών αιτήσεων και η αίτηση Κ17/02 απορρίπτεται, με την σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων, δεν διαπιστώνω να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης και ως εκ τούτου τα έξοδα της αίτησης Κ17/02, με την σύμφωνη και πάλι γνώμη των Παρέδρων, επιδικάζονται σε βάρος της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ................ Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΧΡ/ΑΓ [1] Στις σελ. 4 - 8. [2] Στην αίτηση Κ6/01 η αιτούμενη θεραπεία αφορούσε το ποσό των £7.290 και την περίοδο από 1.1.2000 μέχρι 10.6.2001. [3] Βλ. Halsbury's (πιο πάνω). Η μετάφραση είναι ελεύθερη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο