← Κύπρος

Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΚΟΚΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Αίτηση αρ.: Ε 66/2010, 17/1/2011

Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΚΟΚΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Αίτηση αρ.: Ε 66/2010, 17/1/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2011:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση αρ.: Ε 66/2010 Μεταξύ:- Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Αιτητών Και ΚΟΚΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, εκ Λεμεσού Καθ' ου η Αίτηση ------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 5/10/2010 17/1/2011 Για τους Αιτητές: Κα Μ. Χατζηλευτέρη για Γεώργιος Λ. Σαββίδης & Σία Για τον Καθ' ου η αίτηση: Κος Π. Κονταξής για κ. Σ. Σωφρονίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κυρίως αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό που καταχώρησαν στις 5/5/2010, οι Αιτητές, αξιώνουν την έξωση του Καθ' ου η αίτηση από το κατάστημα που ενοικιάζει στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας των Αιτητών και βασίζονται στην κατ' ισχυρισμό πρόθεση τους να κατεδαφίσουν και επανοικοδομήσουν το επίδικο ακίνητο. Ο Καθ' ου η αίτηση, στην Απάντηση που καταχώρησε στις 8.6.2010 προβάλλει, μεταξύ άλλων, προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία ισχυρίζεται ότι: «Η Αίτηση των Αιτητών είναι λανθασμένη και/ή απαράδεκτη και/ή δεν ακολουθεί τους τύπους ως αυτοί καθορίζονται στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο, ήτοι δεν θέτουν/αναφέρουν στην Αίτηση τους θέμα αποζημιώσεων προς τον Καθ' ου η Αίτηση, ως έδει βάσει του Νόμου και ως εκ τούτου η Αίτηση είναι εξ υπαρχής απορριπτέα και αβάσιμη. Ο δε Καθ' ου η Αίτηση αιτείται την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα και τον Φ.Π.Α. επ' αυτών εις βάρος των Αιτητών.» Καταχώρισε δε στις 14.6.10 ο Καθ' ου η αίτηση και ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητά την προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που προβάλλει στην Απάντηση του. Αυτές τις ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης από την Αιτήτρια με την οποία ζητά να της επιτραπεί η τροποποίηση της κυρίως αίτησης της με την προσθήκη της ακόλουθης νέας παραγράφου: «3. Οι Αιτητές πρότειναν πολλές φορές στον Καθ' ου η Αίτηση όπως καταβάλουν σ' αυτόν το ποσό των €5.526, ποσό που ισοδυναμεί με 18 μηνιαία ενοίκια αλλά δεν έλαβαν απάντηση από τον Καθ' ου η Αίτηση. Οι Αιτητές είναι έτοιμοι να πληρώσουν το ποσόν αυτό οποιαδήποτε στιγμή.» Η αίτηση βασίζεται «στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1, Δ.48 θ.1-3, 8

(1)ν και επί της εν γένει πρακτικής και εξουσίας του Δικαστηρίου στο Περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 και στο Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983» και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Έλενας Περικλέους, δικηγορικής υπαλλήλου των δικηγόρων της Αιτήτριας η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η εν λόγω παράγραφος εκ παραδρομής δεν περιλήφθηκε στο δικόγραφο της Αιτήτριας λόγω «παραδρομής αβλεψίας και/ή σύγχυσης» και ζητά την έγκριση του αιτήματος της για τροποποίηση. Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην οποία προβάλλει ως λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:
  1. Η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της Δ.25, θ.1 -
  2. Το αίτημα προβάλλεται με καθυστέρηση και δη μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και τη συζήτηση της υπόθεσης.
  3. Τυχόν έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση της Κυρίως Αίτησης θα καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση ημερ. 5.11.10 όπου ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και αξιώνεται η απόρριψη της αίτησης. Εφόσον το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου αποτελεί καθαρά νομικό ζήτημα, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι δύο δικηγόροι προχώρησαν σε αγορεύσεις παραθέτοντας και την σχετική επί του θέματος νομολογία. Νομική Πτυχή: Το αίτημα για τροποποίηση δικογράφου αποτελεί ενδιάμεσο ζήτημα και ως τέτοιο διέπεται από τους Κανονισμούς 3, 9 και 12 των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. Πέρα από τα πιο πάνω, το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει των Κανονισμών 2(β) και 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών
  4. Η Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «
  5. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
  6. The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may thing just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings." Η νομολογία έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με αιτήματα για τροποποίηση δικογράφων. Η αντιμετώπιση ποικίλει, αναλόγως του σταδίου στο οποίο υποβάλλεται ένα τέτοιο αίτημα. Παραθέτω, πιο κάτω, αποσπάσματα από τη σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Courtis a.o. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, αναφέρθηκε (σελ. 182): «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or. 19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails." Στην υπόθεση Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167 στη σελ. 169 αναφέρονται τα εξής: «The guiding consideration for the trial Judge in making up his mind whether or not he should exercise his discretion one way or the other is the need to ensure that the triable issues be properly and sufficiently defined before he pronounces final judgment in the case and such leave to amend may be granted in a proper case even during the trial." Και πιο κάτω, στην ίδια σελίδα, αναφέρει: "..... no real injustice has been done thereby to the claimant once he has been awarded the appropriate costs." Στην υπόθεση Andreas Evripidou & Another v. Panayiota M. Kannaourou
(1985)2 C.L.R., p. 24, αναφέρονται: "It is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs;" Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(E) C.L.R. 33, διατυπώθηκαν αναλυτικά από τον έντιμο Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, (στη σελ. 36 της απόφασης): "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 C.L.R., σελ. 934, αναφέρονται στη σελ. 938 από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοϊζου, τα εξής: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." Η ελεύθερη απόδοση του πιο πάνω στα Ελληνικά είναι η πιο κάτω: «Ξεκινώ με την αρχή, την καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, εάν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, μια και οποιαδήποτε δυσχέρεια προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ.» Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ., 704, ο έντιμος Δικαστής Νικήτας αναφέρει στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd. [1988] 1 All E. R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Ειδικά για το θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης αναφέρομαι στην απόφαση SABA & CO (Βλ. πιο κάτω) όπου λέχθηκε ότι: «Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν πρέπει να απορρίπτεται επειδή [.] η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Τελευταία αναφορά κάνω στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(A) C.L.R., 223, όπου στη σελ. 228 αναφέρονται τα εξής: «Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 A.A.Δ. 726." Συνοψίζοντας την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία καταλήγω ότι κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράγοντες: · Η τροποποίηση δικογράφων είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς των διαδίκων εκτός όπου αυτή θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή όπου υπάρχει εμφανής κακή πίστη από πλευράς Αιτητή. · Η έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν περιλαμβάνει τη ζημιά που μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. · Η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας λαμβανομένου υπόψη του παράγοντα της ζημιάς που θα προκληθεί στον αντίδικο καθώς και της καθυστέρησης που τυχόν παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση. · Κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση της Αίτησης υποβλήθηκε αμέσως μετά την προβολή της ένστασης από πλευράς Καθ' ου η αίτηση αναφορικά με την παράλειψη των Αιτητών να αναφερθούν (στην Αίτηση τους) στο ζήτημα της αποζημίωσης του Καθ' ου η αίτηση. Εξετάζοντας προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις σε συνδυασμό με την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία, κρίνω ότι, δεν παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 5.10.10 δηλαδή 4 μήνες μετά την καταχώριση της Απάντησης, στην οποία περίοδο περιλαμβάνεται και η περίοδος των καλοκαιρινών δικαστικών διακοπών. Το Δικαστήριο δεν είχε ακόμα επιληφθεί της κυρίως αίτησης αφού εκκρεμούσε η εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης του Καθ' ου η αίτηση για εκδίκαση προδικαστικά των ενστάσεων που προβάλλονται στην Απάντηση. Σημειώνω περαιτέρω ότι η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν έρχεται αντιμέτωπη με νέο ζήτημα αφού η δυνατότητα αποζημίωσης είναι ζήτημα που η ίδια η νομοθεσία επιβάλλει να δικογραφείται4. Η παράλειψη υποβολής αιτήματος για τροποποίηση πιθανόν να συνεπαγόταν τον αποκλεισμό μαρτυρίας για το ζήτημα αυτό, με δυσμενείς συνέπειες για τους Αιτητές. Δεν διαπιστώνω κακοπιστία από πλευράς Αιτητών αφού, η νομολογία όσον αφορά την απαγόρευση παρουσίασης μαρτυρίας για τεκμηρίωση ισχυρισμών που δεν είναι δικογραφημένοι, είναι πάγια και γνωστή (βλ. Παπαδόπουλος κ.ά. ν. CYP-CANA ALARMS LTD, Πολ. Έφεση 339/06, ημερομηνίας 19.6.2009). Πέραν των πιο πάνω, δεν έχω πειστεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση, ούτε ότι θα υποστεί ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του. Στη βάση των ανωτέρω, καταλήγω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των Αιτητών και ως εκ τούτου, εγκρίνω το αίτημα για τροποποίηση της Αίτησης. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Κυρίως Αίτησης ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Η τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί σε δέκα ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η Απάντηση στην τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης Αίτησης. Τα τέλη για την έκδοση του διατάγματος να καταβληθούν εντός τριών ημερών από σήμερα. Τα αρχικά έξοδα της αίτησης για τροποποίηση καθώς και τα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Τα έξοδα της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης για τροποποίηση, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΧΡ/ΑΓ Subject: Rent Control/Interim Αναφορά: Aίτηση για τροποποίηση της κυρίως αίτησης 4 Ο Κανονισμός 7(ε) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού προνοεί ότι: «Όταν η ανάκτηση κατοχής ακινήτου συνεπάγεται την πληρωμή αποζημιώσεων, ο αιτητής δηλώνει κατά πόσο είναι έτοιμος να πληρώσει την αποζημίωση που ορίζει ο Νόμος» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.