Γιώργου Γεωργίου ν. Ευθύμιου Ιωσήφ, Αίτηση Αρ.: Ε157/2010, 29/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2013:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Ε157/2010 Μεταξύ: Γιώργου Γεωργίου, εκ Λεμεσού Αιτητού Και Ευθύμιου Ιωσήφ, εκ Λευκωσίας Καθ' ου η αίτηση --------------------------------------- Αίτηση ημερ. 3/12/2012 29/1/2013 Για τον Αιτητή/Καθ' ου η αίτηση στην Κυρίως Αίτηση: Κος Χρ. Καμπούρης (Για την απαγγελία της απόφασης η κα Χρ. Συμεού) Για την Καθ' ης η αίτηση/Αιτήτρια στην Κυρίως Αίτηση: Κος Χρ. Τιμοθέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αφορά αίτημα του ιδιοκτήτη του επίδικου υποστατικού για έξωση του ενοικιαστή. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και στη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του Καθ' ου η αίτηση (στην κυρίως αίτηση) (Μ.Κ.1), καταχωρήθηκε από τον τελευταίο, στις 3.12.2012 η παρούσα ενδιάμεση αίτηση για τροποποίηση της Απάντησης. Με την παρούσα αίτηση του (στο εξής η «αίτηση για τροποποίηση»), ο Καθ' ου η αίτηση, επιδιώκει να τροποποιήσει διάφορες παραγράφους της Απάντησης του: (α) Προσθέτοντας ισχυρισμούς που αφορούν: Την παράδοση του μισθίου κατά τον Ιανουάριο του 2010 στους δικηγόρους του Αιτητή. Τη σύναψη μιας συμφωνίας ενοικίασης του μισθίου μεταξύ του Αιτητή και τρίτου προσώπου τον Οκτώβριο του 2009. (β) Ανακαλώντας την παραδοχή των παραγράφων Γ
(3)και Γ
(4)της Αίτησης, που αφορούν το ύψος του τελευταίου ενοικίου και ότι το μίσθιο κατέχεται μέχρι σήμερα από τον Καθ' ου η Αίτηση ως θέσμιου ενοικιαστή. Η αίτηση βασίζεται «στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983, στον Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, Δ.2, Δ.8 και Δ.9 στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.25 θ.θ.1, 2, 3, 4 και 5, Δ.48 θ.θ.1, 2 και 9 ως επίσης και στη συμφυή εξουσία και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.». Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία ο Καθ' ου η αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι:
- Στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας διαπιστώθηκε ότι γεγονότα που σχετίζονταν με την Απάντηση δεν ήταν δικογραφημένα και για το λόγο αυτό δεν επιτράπηκε η παρουσίαση μαρτυρίας επ' αυτών.
- Περαιτέρω, παραθέτει ο ενόρκως δηλών αυτούσια τη μαρτυρία που προτίθεται να καταθέσει και ισχυρίζεται ότι με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα καταστεί δυνατή η παρουσίαση στο δικαστήριο της πραγματικής υπεράσπισης του και του πραγματικού πλαισίου των σχέσεων των διαδίκων.
- Αναφέρθηκε επίσης στην έγκαιρη καταχώρηση της παρούσας αίτησης και στην μη πρόκληση αδικίας σε βάρος του Αιτητή, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Η πλευρά του Αιτητή κατέθεσε ένσταση στο αίτημα για τροποποίηση, προβάλλοντας ως λόγους ένστασης τα πιο κάτω: «(α) Τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν με την τροποποίηση ήταν γνωστά στον Καθ' ου η αίτηση πριν από την καταχώριση της Απάντησης και καμία δικαιολογία δίδεται για τη μη αρχική συμπερίληψη τους στην Απάντηση. (β) Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και δη κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πλευράς του Αιτητή. (γ) Ουδεμία εξήγηση και δικαιολογία δίδεται για την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για τροποποίηση. (δ) Τυχόν έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ταλαιπωρία στον Εναγόμενο αφού θα τον έθετε αντιμέτωπο με άλλη υπόθεση από αυτήν που αρχικά αντιμετώπιζε και μάλιστα τώρα που ολοκλήρωσε η πλευρά του την υπόθεση της. (ε) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις έρχονται σε αντίφαση με την δοθείσα μαρτυρία. (στ) Τυχόν έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση θα εκτροχίαζε την πορεία της δίκης κατά παράβαση του δικαιώματος του Αιτητή για διεξαγωγή της εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. (ζ) Ο Αιτητής στην παρούσα αίτηση υπέβαλε προφορικά αίτημα για παρόμοια τροποποίηση της Απάντησης του στις 5/10/2012, αίτημα το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο.» Ακροαματική διαδικασία: Εφόσον το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου αποτελεί καθαρά νομικό ζήτημα, το Δικαστήριο συνεδρίασε με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι δύο δικηγόροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Υποστηρίζοντας το αίτημα για τροποποίηση, ο δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: 1) Τα γεγονότα που δικαιολογούν την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης στο στάδιο αυτό προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. 2) Τα γεγονότα αυτά έχουν προκύψει από την ακροαματική διαδικασία και όχι πριν από αυτήν. 3) Αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία και κάλεσε το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος για τροποποίηση. Ο δικηγόρος του Αιτητή διαφώνησε με τις τοποθετήσεις αυτές και ανέπτυξε τους λόγους ένστασης, καλώντας το δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση για τροποποίηση. Νομική Πτυχή: Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από τη Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας2 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
- The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may thing just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings." Η νομολογία έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με αιτήματα για τροποποίηση δικογράφων. Η αντιμετώπιση ποικίλει, αναλόγως του σταδίου στο οποίο υποβάλλεται ένα τέτοιο αίτημα. H παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε δύο έτη μετά την καταχώρηση της Απάντησης και δύο μήνες μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού έκλεισε την υπόθεση του ο Αιτητής. Παραθέτω, πιο κάτω, αποσπάσματα από τη σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Courtis a.o. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, αναφέρθηκε (σελ. 182): "If in the course of the trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails." (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην υπόθεση Andreas Evripidou & Another v. Panayiota M. Kannaourou
(1985)2 C.L.R., p. 24, αναφέρονται: "It is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs;" (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην καθοδηγητική απόφαση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(E) C.L.R. 33, διατυπώθηκαν αναλυτικά από τον έντιμο Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, (στη σελ. 36 της απόφασης): "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ., 704, ο έντιμος Δικαστής Νικήτας αναφέρει στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd. [1988] 1 All E. R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence."" (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Τελευταία αναφορά κάνω στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(A) C.L.R., 223, όπου στη σελ. 228 αναφέρονται τα εξής: "Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. Ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 A.A.Δ. 726." (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην παρούσα υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση της Απάντησης υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης και αφού ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσης του ο Αιτητής. Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, θα πρέπει να εξεταστεί από το δικαστήριο, εκτός από το ζήτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, η γνησιότητα των προθέσεων του Καθ' ου η αίτηση και η αναγκαιότητα και ο βαθμός της χρησιμότητας της τροποποίησης. Από την ανάγνωση του αιτητικού της παρούσας αίτησης, διαπιστώνω ότι όλοι οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να προστεθούν στην Απάντηση αφορούν γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, πριν την καταχώριση της Κυρίως Αίτησης και προφανώς ήταν σε γνώση του Καθ' ου η αίτηση κατά την καταχώρηση της Απάντησης του. Διαπιστώνω περαιτέρω, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση προβάλλεται νέα υπεράσπιση από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση, ότι δηλαδή έχει συναφθεί από τον Οκτώβριο του έτους 2009 νέα ενοικίαση του επίδικου καταστήματος μεταξύ του Αιτητή και τρίτου προσώπου (το οποίο είχε εκφράσει την επιθυμία να αγοράσει την επιχείρηση του Καθ' ου η αίτηση που στεγαζόταν στο εν λόγω ακίνητο). Καμία αιτιολογία, ή έστω δικαιολογία, προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση για την παράληψη περίληψης αυτών των ισχυρισμών στο δικόγραφο του. Επίσης, με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται η ανάκληση της παραδοχής που περιέχεται στην Απάντηση του αναφορικά με το ύψος του καταβλητέου ενοικίου του επίδικου καταστήματος. Σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά, πιο πάνω) δεν είναι επιτρεπτό να αφεθεί ο Καθ' ου η αίτηση, αφού παρατέθηκε ολόκληρη η μαρτυρία του αντίδικου του, να αλλάξει τη βάση της Υπεράσπισης του σε αυτό το στάδιο, φέρνοντας την αντίδικη πλευρά προ εκπλήξεως. Δεν βοηθά τον Αιτητή η επίκληση του γεγονότος ότι έχει επιτραπεί από το δικαστήριο στον αντίδικο του να παρουσιάσει μαρτυρία για ισχυρισμούς που δεν είναι δικογραφημένοι[1]. Εάν κάτι τέτοιο έλαβε χώρα, θα μπορεί το ζήτημα αυτό να προβληθεί στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ώστε να ληφθεί από το δικαστήριο υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αιτιολογηθεί η καθυστέρηση στην υποβολή του παρόντος αιτήματος. Επαναλαμβάνω ότι τα γεγονότα που θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά στον Καθ' ου η αίτηση (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη & Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 607) και ότι ούτε η παραμικρή εξήγηση έχει δοθεί για το ζήτημα αυτό. Όσον αφορά την ανάκληση της παραδοχής σημειώνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, εάν από μια παραδοχή που γίνεται από δικηγόρο εκ μέρους πελάτη του, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις λειτουργίας της αρχής του δικαιϊκού κωλύματος (equitable estoppel) τότε δεν θα επιτραπεί η ανάκληση της παραδοχής. Σχετική είναι η απόφαση Cybarco Ltd κ.ά. ν. Rawnsello Trading Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 726 στην οποία αναφέρονται τα εξής: «. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τις αρχές που διέπουν την ανάκληση δήλωσης με την οποία γίνονται παραδεχτά γεγονότα κατά τη δίκη. Διαφαίνεται από τη νομολογία στην οποία γίνεται παραπομπή ότι είναι παραδεκτή η ανάκληση εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά. (Βλ. H. Clark (Dancaster) Ltd v. Wilkinson
(1965)1 All E.R. 934, 936˙ Strauss v. Francis
(1866)LR 1, QB 379˙ Waugh and Others v. HB Clifford & Sons Ltd and Others
(1982)1 All E.R. 1095˙ Langdale v. Danby
(1982)3 All E.R. 129˙ W.J. Alan & Co Ltd. v. El Nasr Export & Import Co.
(1972)2 All E.R. 127, 140, στις οποίες γίνεται αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση, όπως και στα συγγράμματα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed. Vol. 15, para. 547˙ Phipson on Evidence, 11th Ed. Para. 738˙ The Law Relating to Estoppel by Representations, 3rd Ed. των Spencer Bower and Turner, στα οποία απηχούνται οι αρχές της νομολογίας.) Η ίδια αρχή αντανακλάται και στην Κυπριακή νομολογία. Δύο είναι οι αποφάσεις οι οποίες πραγματεύονται άμεσα το θέμα, η Γεν. Εισαγγελέας ν. Ετ. Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 94 και η Σοφοκλέους ν. Λαϊκή Σπορτ. Κλαπ κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 69, στις οποίες επίσης αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Εφόσο στοιχειοθετείται δικαϊκό κώλυμα, (equitable estoppel), δεν επιτρέπεται η ανάκληση της παραδοχής˙ τέτοια ενέργεια θεωρείται άδικη. Οποτεδήποτε ο αντίδικος βασίζεται στην παραδοχή και αναπροσαρμόζει ανάλογα τη θέση του σε βαθμό που θα ήταν άδικο να επανέλθει στην προτεραία του θέση, δεν επιτρέπεται η ανάκληση.» Η ίδια αρχή εφαρμόζεται αναλογικά και στην παρούσα περίπτωση όπου η παραδοχή δεν έγινε κατά τη δίκη αλλά πολύ νωρίτερα (από την σύνταξη της Απάντησης). Στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής παρουσίασε τη μαρτυρία του βασιζόμενος προφανώς στο παραδεκτό γεγονός του ύψους του καταβλητέου ενοικίου, αφού παρέλειψε να παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Εάν επιτραπεί η ανάκληση της παραδοχής τότε θα παραστεί ανάγκη παρουσίασης επιπλέον μαρτυρίας, με πιθανή επανακλήτευση μαρτύρων. Εφαρμόζοντας την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ότι η διακριτική μου ευχέρεια δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ του Καθ' ου η αίτηση, αφού τυχούσα έγκριση της αίτησης για τροποποίηση θα προκαλέσει τον εκτροχιασμό της δίκης και θα έχει αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του Αιτητή. Συνεπώς η παρούσα αίτηση για τροποποίηση κρίνεται αδικαιολόγητη και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, κρίνω ότι θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης για τροποποίηση επιδικάζονται σε βάρος του Καθ' ου η αίτηση (στην κυρίως αίτηση), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΧΡ/ΑΓ Subject: Rent Control/Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση της Απάντησης 2 Οι οποίοι τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής στις υποθέσεις Ενοικιοστασίου (δυνάμει του Κανονισμού 12 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών) και εφόσον δεν υπάρχει άλλη ειδική πρόνοια στους Κανονισμούς αυτούς. [1] Χωρίς, σημειωτέον, να καθορίζει ποια ήταν αυτή η μαρτυρία και εάν υπήρξε ένσταση από πλευράς του ιδίου στην παρουσίαση της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο