← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΗΣ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚΑΛΛΗ κ.α., Αίτηση αρ.: Κ55/2012, 19/3/2013

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΗΣ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚΑΛΛΗ κ.α., Αίτηση αρ.: Κ55/2012, 19/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2013:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση αρ.: Κ55/2012 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΗΣ, εκ Λεμεσού Αιτητής Και

  1. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚΑΛΛΗ, εκ Λεμεσού
  2. ΕΛΕΝΙΤΣΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, εκ Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 23.10.12 19/3/2013 Για τον Αιτητή: Κος Κ. Καρατσής για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης και Συνεταίροι (κα Γ. Δήμου στην απαγγελία της απόφασης) Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Κος Σ. Σωφρονίου (κος Π. Κονταξής στην απαγγελία της απόφασης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά απαίτηση για καθορισμό του ενοικίου των καταστημάτων 3 και 4 στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου 131, στη Λεμεσό (στο εξής "το μίσθιο") και καταχωρήθηκε στις 25.9.
  3. Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση, που καταχώρισε στις 23.10.12, ο Αιτητής αξιώνει: Α) Διάταγμα με το οποίο να προστίθενται στον τίτλο της Κυρίως Αίτησης ως Αιτητές 2, 3 και 4 οι κάτωθι:
  4. ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΡΑΤΖΗ, εκ Λεμεσού
  5. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΑΤΖΗΣ, εκ Λεμεσού
  6. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΡΑΤΖΗΣ, εκ Λεμεσού Β) Τροποποίηση του κειμένου της Αίτησης ώστε να συνάδει με τον νέο τίτλο και Γ) Διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρισης της Ανταπάντησης και Απάντησης στην Ανταξίωση. Η αίτηση βασίζεται "στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 θ.10, Δ.21 θ.θ. 14

(1)και 15, Δ.25 θ.θ. 1, 3, 4, 5 και 6 και Δ.48 θ.θ. 1, 2
(1), 3, 8(qq), Δ.57 θ.2, Δ.63 θ. 2, Δ.64" και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Πέρσας Κυριακίδου, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: Είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή και είναι εξουσιοδοτημένη από τον τελευταίο να προβεί στην ένορκη δήλωση, ενώ γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει λάβει και νομική συμβουλή από τον δικηγόρο που χειρίζεται την Αίτηση. Από παραδρομή και/ή λάθος και/ή παράλειψη κατά τη δακτυλογράφηση της Αίτησης δεν περιλήφθηκαν στον τίτλο της τα ονόματα όλων των ιδιοκτητών. Ως αποτέλεσμα αυτού του λάθους, δεν περιλαμβάνονται στον τίτλο της Αίτησης όλα τα εμπλεκόμενα διάδικα μέρη. Περαιτέρω, τα πιο πάνω γεγονότα κατέστησαν αδύνατη την καταχώριση της Ανταπάντησης και Απάντησης στην Ανταξίωση εντός της προβλεπόμενης από τους Κανονισμούς προθεσμίας. Ένσταση Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν στις 17.12.12 ένσταση με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: "
  1. Η επίδικη αίτηση δεν βασίζεται στα σωστά άρθρα του Νόμου και ούτω είναι Νόμω αβάσιμη.
  2. Η επίδικη αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.25, θ.1-
  3. Τυχόν τροποποίηση της Αίτησης στο παρόν στάδιο θα μετατοπίσει σε ακόμη μεταγενέστερο χρόνο την εκδίκαση της υπόθεσης, προσβάλλοντας το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση για διεξαγωγή δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο.
  4. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση γίνεται από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τα γεγονότα και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά.
  5. Με τη θεραπεία που ζητείται εισέρχονται αντικανονικά και αντινομικά νέοι διάδικοι.
  6. Δεν δικαιολογείται το αίτημα του Αιτητή καθ' ότι αυτός εγνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει και/ή με μια απλή έρευνα ή μια ματιά στον τίτλον ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου θα διαπίστωνε το θέμα των συνιδιοκτητών και αυτών των νέων Αιτητών. Ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν ενεργεί καλόπιστα.
  7. Δεν είναι από νεώτερες πληροφορίες ή εκ παραδρομής ή άλλως πως που περιήλθε εις γνώση του Αιτητή το ιδιοκτησιακό καθεστώς και το σύνολο των ιδιοκτητών, αλλά από σοβαρή αμέλεια του που δεν μπορεί να διορθωθεί με το παρόν διαδικαστικό διάβημα.
  8. Ο Αιτητής δεν δικαιούται και νομικά δεν νομιμοποιείται ο ίδιος να ζητήσει τη προσθήκη άλλων ή νέων συν-Αιτητών του, χωρίς οι ίδιοι να το ζητήσουν δια της νόμιμης και κανονικής οδού." Υποστηρίζεται η ένσταση από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, στην οποία επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Διαδικασία: Εφόσον το ζήτημα είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τη θέση τους, παραπέμποντας το δικαστήριο στη σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή: Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του
  9. Η Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: "
  10. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
  11. The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may thing just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings." Η νομολογία έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με αιτήματα για τροποποίηση δικογράφων. Η αντιμετώπιση ποικίλει, αναλόγως του σταδίου στο οποίο υποβάλλεται ένα τέτοιο αίτημα. Παραθέτω, πιο κάτω, αποσπάσματα από τη σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Courtis a.o. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, αναφέρθηκε (σελ. 182): "If in the course of the trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails." Στην υπόθεση Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167 στη σελ. 169 αναφέρονται τα εξής: «The guiding consideration for the trial Judge in making up his mind whether or not he should exercise his discretion one way or the other is the need to ensure that the triable issues be properly and sufficiently defined before he pronounces final judgment in the case and such leave to amend may be granted in a proper case even during the trial." Και πιο κάτω, στην ίδια σελίδα, αναφέρει: "..... no real injustice has been done thereby to the claimant once he has been awarded the appropriate costs." Στην υπόθεση Andreas Evripidou & Another v. Panayiota M. Kannaourou
(1985)2 C.L.R., p. 24, αναφέρονται: "It is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs;" Στην καθοδηγητική απόφαση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(E) C.L.R. 33, διατυπώθηκαν αναλυτικά από τον έντιμο Πική Δ. (όπως ήταν τότε) οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, (στη σελ. 36 της απόφασης): "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ., 704, ο έντιμος Δικαστής Νικήτας αναφέρει στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd. [1988] 1 All E. R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence."" Ειδικά για το θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης αναφέρομαι στην απόφαση SABA & CO (πιο κάτω) όπου λέχθηκε ότι: «Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν πρέπει να απορρίπτεται επειδή [.] η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Τελευταία αναφορά κάνω στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(A) C.L.R., 223, όπου στη σελ. 228 αναφέρονται τα εξής: "Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. Ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 A.A.Δ. 726." Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός από το ζήτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, τόσο η γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή όσο και η αναγκαιότητα και ο βαθμός της χρησιμότητας της τροποποίησης. Συνοψίζοντας την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία καταλήγω ότι κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράγοντες: · Η τροποποίηση δικογράφων είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς των διαδίκων εκτός όπου αυτή θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή όπου υπάρχει εμφανής κακή πίστη από πλευράς Αιτητή. · Η έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν περιλαμβάνει τη ζημιά που μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. · Η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη του παράγοντα της ζημιάς που θα προκληθεί στον αντίδικο καθώς και της καθυστέρησης που τυχόν παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση. · Κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθώ επιγραμματικά στην κυρίως Aίτηση. Με αυτή αξιώνεται από το Δικαστήριο ο καθορισμός του ενοικίου του μισθίου, ενώ προκύπτει από το περιεχόμενο της ότι ο Αιτητής είναι ένας από τους συνιδιοκτήτες του μισθίου. Εξετάζοντας προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις σε συνδυασμό με την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία, κρίνω ότι, δεν παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 23.10.2012 δηλαδή ένα μόλις μήνα μετά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης και οκτώ ημέρες μετά την καταχώρηση της Απάντησης των Καθ' ων η Αίτηση. Η παράλειψη αναφοράς των ονομάτων των υπόλοιπων ιδιοκτητών στην κυρίως αίτηση, δικαιολογήθηκε επαρκώς, με την αναφορά σε λάθος και παραδρομή. Κανένας εκτροχιασμός της δίκης από την πορεία της θα παρατηρηθεί, εάν εγκριθεί η τροποποίηση, ενώ σημειώνω περαιτέρω ότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν έρχεται αντιμέτωπη με νέο ζήτημα αφού τα επίδικα θέματα και τα γεγονότα που στηρίζουν την απαίτηση παραμένουν τα ίδια. Δεν διαπιστώνω κακοπιστία από πλευράς Αιτητή, ούτε έχω πειστεί ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση, ή ότι θα υποστούν ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Απομένει να εξεταστεί και το κατά πόσο δικαιολογείται η προσθήκη διαδίκων στην Αίτηση. Συνένωση διαδίκων: Το νομικό ζήτημα της συνένωσης διαδίκων σε μια υπόθεση διέπεται από την Δ.
  1. Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι, όπως αναφέρω και στη σελίδα 3 πιο πάνω, τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής από το παρόν δικαστήριο δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του
  2. Ο θεσμός 10 της Δ.9 προνοεί τα κάτωθι: "No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non- joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice." Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η συνένωση διαδίκων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκείται με γνώμονα την αποτελεσματική εκδίκαση των ζητημάτων που εκκρεμούν ενώπιον του. Είναι πλούσια η σχετική με το ζήτημα αυτό νομολογία. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1333, όπου αναφέρονται τα εξής από τον έντιμο Ερωτοκρίτου Δ.: "Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772)." (Δική μου υπογράμμιση) Στην απόφαση Mepa Underwriting Management (πιο πάνω) ο έντιμος Καλλής Δ. ανέφερε τα εξής: "Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. ΄Οπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society
(1890)44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co
(1895)2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co
(1896)2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards
(1927)1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "΄Ενας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328, 332). . . . Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος." Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας αίτησης σημειώνω ότι η κυρίως Αίτηση αφορά συμφέρον σε περιουσία, όπου όλοι οι νόμιμοι ιδιόκτητες της περιουσίας θα πρέπει να εκπροσωπούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Εφαρμόζοντας την προαναφερόμενη νομολογία στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, βρίσκω ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί ίσως την καταλληλότερη περίπτωση έγκρισης αιτήματος για προσθήκη διάδικου, αφού οι συνιδιοκτήτες του μισθίου αποτελούν αναγκαίους διάδικους. Ασκώ λοιπόν την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για συνένωση των συνιδιοκτητών του μισθίου στον τίτλο της αίτησης. Στη βάση των ανωτέρω, καταλήγω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του Αιτητή και ως εκ τούτου, εγκρίνω το αίτημα για τροποποίηση της Αίτησης. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Αίτησης, ως η παρούσα ενδιάμεση αίτηση. Η τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί σε δέκα ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τα τέλη για την έκδοση του παρόντος διατάγματος να καταβληθούν εντός πέντε ημερών από σήμερα. Η Απάντηση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης Αίτησης. Η Ανταπάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση, να καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από την καταχώριση της Απάντησης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης για τροποποίηση καθώς και τα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΧΡ/ΑΓ Subject: Rent Control/Interim Αναφορά: Τροποποίηση -προσθήκη Αιτητών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.