← Κύπρος

Σπύρου Παπά ν. Michail Ebanoitze, Αίτηση αρ.: K37/11, 1/7/2014

Σπύρου Παπά ν. Michail Ebanoitze, Αίτηση αρ.: K37/11, 1/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2014:24 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση αρ.: K*37/11 Μεταξύ: Σπύρου Παπά, από τη Λεμεσό Αιτητή και Michail Ebanoitze, από τη Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση ----------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 7.2.2014 1/7/14 Για τον Αιτητή: κα Στ. Μαργώνη Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Μ. Δαμιανού (κα Μ. Περικλέους στην απαγγελία της απόφασης) Ενδιάμεση Απόφαση Ο Αιτητής με την Αίτηση που καταχώρησε στις 10.6.2011, αξιώνει, υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη του επίδικου υποστατικού (στο εξής θα αναφέρεται ως "το μίσθιο"), από τον Καθ' ου η αίτηση δεδουλευμένα ενοίκια, ενδιάμεσα οφέλη καθώς και αποχετευτικά τέλη, τέλη κατανάλωσης νερού και κοινόχρηστα. Υποστηρίζει ο Αιτητής ότι ο Καθ' ου η αίτηση υπήρξε εγγυητής στην συμφωνία για ενοικίαση του επίδικου υποστατικού, αλλά παράλληλα ήταν και συνιδιοκτήτης της επιχείρησης που διεξαγόταν στο μίσθιο. Σύμφωνα με όσα περιέχονται στην κυρίως αίτηση, ο Αιτητής αποδίδει στον Καθ' ου η αίτηση την ευθύνη της καθυστέρησης στην παράδοση του μισθίου και αξιώνει από τον τελευταίο το συνολικό ποσό των €71.250,61. Στην Απάντηση του ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι υπήρξε εγγυητής στην συμφωνία ενοικίασης του μισθίου, αλλά αρνείται την ευθύνη που του αποδίδει ο Αιτητής καθώς και την απαίτηση του Αιτητή στο σύνολο της. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και ενώ επιφυλάχθηκε η τελική απόφαση στην παρούσα υπόθεση, υποβλήθηκε η παρούσα ενδιάμεση αίτηση, με την οποία ο Αιτητής ζητά από το Δικαστήριο τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η έκδοση κλήσης «Subpoena Duces Tecum» προς τον Σπύρο Παπά για παρουσίαση των πιο κάτω εγγράφων άνευ όρκου: 1. Αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Πιστοποιητικό Εγκρίσεως» με αριθμό Νο 0219, ημερομηνίας 07/09/1998 από τον Δήμο Γερμασόγειας. 2. Αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Πιστοποιητικό Εγκρίσεως» με αριθμό Νο 0163, ημερομηνίας 19/09/1997 από τον Δήμο Γερμασόγειας. 3. Πρωτότυπο έγγραφο με τίτλο «Βεβαίωση» ημερομηνίας 17/01/2014 από τον Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου Γερμασόγειας κον Γιώργο Αθάνατο. Β. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο». Αίτηση: Η Αίτηση βασίζεται "στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32 Θ.3, Δ.28 Θ.1, Δ.33 Θ.7 και 9, Δ.48 Θ.1-9 και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου." Υποστηρίζεται δε η αίτηση αυτή από ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία προβάλλονται, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω ισχυρισμοί: (α) Εντόπισε για πρώτη φορά στην τελική αγόρευση του Καθ' ου η αίτηση, τον ισχυρισμό για την παράλειψη προσκόμισης μαρτυρίας από μέρους του Αιτητή αναφορικά με την ημερομηνία συμπλήρωσης του υποστατικού και κατ' επέκταση την αδυναμία διακρίβωσης της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου. (β) Παρά το ότι μπορεί να εξαχθεί από το δικαστήριο έμμεσα συμπέρασμα αναφορικά με την ημερομηνία αυτή, ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την παρουσίαση της περαιτέρω μαρτυρίας. (γ) Καταλήφθηκε εξ' απήνης η πλευρά του Αιτητή όταν ο ισχυρισμός αυτός τέθηκε σε τόσο προχωρημένο στάδιο. (δ) Τα έγγραφα που επιδιώκει να παρουσιάσει στο δικαστήριο είναι τελείως τυπικά και δεν θα επηρεάσουν τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση με οποιοδήποτε τρόπο. Ένσταση: Με την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρισε στις 28.3.2014, ο Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει ως λόγους ένστασης τα πιο κάτω: "1) Δεν πληρούνται οι πρόνοιες που απαιτούνται προς έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. 2) Ο Αιτητής προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο. 3) Η νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 7/2/2014 είναι ελλιπής και/ή λανθασμένη και/ή αντινομική και/ή πάσχει νομικά και/ή είναι ελαττωματική. 4) Ο Αιτητής εμφανίζεται στο Δικαστήριο με κακήν πίστην και/ή έχει ακατάλληλο κίνητρο. 5) Η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική αφού γίνεται σε καθυστερημένο στάδιο με μοναδικό σκοπό την ταλαιπωρία των Καθ' ων η αίτηση και την κατάχρηση του χρόνου του Δικαστηρίου." Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο Καθ' ου η αίτηση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αναφέρει περαιτέρω ότι: · Με την παρούσα αίτηση, ο Αιτητής επιδιώκει την διόρθωση προηγούμενων λαθών του, ήτοι την παράλειψη απόδειξής της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και την παρουσίαση μαρτυρίας που εν πάση περιπτώσει δεν δικογραφείται. · Το σφάλμα της μη δικογράφησης του ζητήματος της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου δεν αίρεται, ενώ αυτό που ζητεί ο Αιτητής θα μπορούσε να το πράξει στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι δύο πλευρές παρουσίασαν τις αγορεύσεις τους στο Δικαστήριο. Αγορεύσεις Στις εκατέρωθεν αγορεύσεις τους οι δύο πλευρές υποστήριξαν την έγκριση και απόρριψη της παρούσας αίτησης, αντίστοιχα, αναφερόμενοι στις αρχές που διέπουν το επίδικο ζήτημα και τη σχετική νομολογία. Επανακλήτευση μάρτυρα - προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας (evidence in reply): Το νομικό αυτό ζήτημα διέπεται από την Δ.33 Θ.7 (
  2. ii)(
  3. b)των Θεσμών Πολίτικης Δικονομίας, οι οποίοι τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής από το παρόν δικαστήριο δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. Το γεγονός ότι ο Αιτητής ζητεί να παρουσιάσει την περαιτέρω μαρτυρία του με περιορισμένο σκοπό την παρουσίαση των εγγράφων που περιγράφονται στο αιτητικό της παρούσας αίτησης, δεν διαφοροποιεί τις αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό. Στην απόφαση Tsiartas and Another v. Taliotis

(1989)1 C.L.R. 216, λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό: "The principles emanating from the above authorities with particular reference to them appear in a summary form in Phipson on Evidence, 13th Edition, under the heading «Evidence in Rebuttal» at pages 824 and 825 under paragraph 33 - 92 where we read the following: '33-92 Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant's case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ........................... With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal with generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise.'» Περαιτέρω στην πρόσφατη απόφαση Αττεσλή ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Πολ. Εφ. 231/2009, ημερομηνίας 25/10/2013), λέχθηκαν τα εξής από τον Έντιμο Λιάτσο, Δ.: «Στα πλαίσια της διαδικασίας που διέπει, τόσο ποινικές όσο και πολιτικές υποθέσεις, ο κάθε διάδικος βαρύνεται με την υποχρέωση να παρουσιάσει, ολοκληρωμένα, την υπόθεσή του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και ανάλογα να προετοιμάσει τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως εντοπίζεται και στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μία πρακτική προσέγγιση)», Τάκη Ηλιάδη, σελ. 238-240, παρατηρείται το φαινόμενο η ακροαματική διαδικασία να ξεφεύγει από τα όρια που είχαν προβλεφθεί από τους αντιδίκους, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνονται τελευταίοι ή ένας από τους αντιδίκους αυτούς εξ απροόπτου. Σε κάποιες υποθέσεις και στα πλαίσια της ακροαματικής τους διαδικασίας, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί το κάθε στοιχείο μαρτυρίας, ακριβώς διότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η ίδια η φύση των διαδικαστικών διαδικασιών ακολουθεί πορεία που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ανατροπές και εκπλήξεις, με αποτέλεσμα, προκειμένου να διαφυλαχθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο να δίνει άδεια για παρουσίαση μαρτυρίας εκ μέρους του διαδίκου, ο οποίος βρέθηκε προ εκπλήξεως. Υπό το πρίσμα αυτό, και προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, τα Δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να αποδέχονται μαρτυρία σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί. Επισκόπηση της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπεται από τις ακόλουθες αρχές: Η απαντητική μαρτυρία πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση της αντίδικης πλευράς και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του διαδίκου που την παρουσιάζει. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας Εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος, η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα, όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Γενικά, αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου (Andreas Tsiartas and others v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, 228-229) " Ειδικά στις υποθέσεις ενοικιοστασίου, το δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ζήτημα μέσα από το εξεταστικό σύστημα της δίκης όπως αυτό περιγράφεται στον κανονισμό 4(γ) του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού: "Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να υποβάλει ερωτήσεις σε μάρτυρες προς διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας για επίλυση της διαφοράς. Το δικαστήριο έχει επίσης δικαίωμα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να καλέσει ή επανακαλέσει μάρτυρα προς διευκόλυνση και συμπλήρωση της έρευνας". Οι πρόνοιες του προαναφερόμενου κανονισμού εξετάστηκαν στα πλαίσια της απόφασης Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)Α.Α.Δ. 162, όπου λέχθηκαν τα εξής: "Το στοιχείο της αντιπαράθεσης που αποτελεί τον άξονα της διαδικασίας στην πολιτική δίκη δεν είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. [.] το άρθρο 5 του Νόμου καθορίζει ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου θα είναι συνοπτική και θα διεξάγεται χωρίς δέσμευση από τους κανόνες της απόδειξης. Και οι δικονομικοί θεσμοί που ρυθμίζουν την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι κατ' εξοχή προσαρμοσμένοι στο εξεταστικό σύστημα της δίκης. . . . . Ο εξεταστικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας μεταβάλλει τα κριτήρια βάσει των οποίων ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να επιτρέψει απόκλιση από την προκαθορισμένη πορεία της δίκης. Η ολοκλήρωση της έρευνας το συντομότερο είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Συνεπώς η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου βασίστηκε σε εσφαλμένα κριτήρια. Η αποδοχή του αιτήματος για την συμπλήρωση της μαρτυρίας θα ολοκλήρωνε την έρευνα. Ούτε υπήρχε ορατός κίνδυνος δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων του ενοικιαστή. [.] Ο αποκλεισμός της μαρτυρίας οδήγησε στο τέλος στην απόρριψη της αίτησης χωρίς ουσιαστική εξέταση της διαφοράς προς το σκοπό επίλυσής της όπως καθορίζει το άρθρο 4 του Νόμου. Και βάσει των διατάξεων της Πολιτικής Δικονομίας θα δικαιολογείτο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου υπέρ των εφεσειόντων λαμβανομένης υπόψη της φύσης της μαρτυρίας που θα εδίδετο και της διορθώσεως ενός λάθους και της παροχής ευκαιρίας στους εφεσείοντες να πληρώσουν το κενό που δημιουργήθηκε. Συνεπώς συνέτρεχαν οι ειδικοί λόγοι που καθορίζει η νομολογία για την επανακλήτευση μάρτυρα στο στάδιο των αγορεύσεων. (Βλ. ΚαΥα Djafer ν. Rayker ΚαΥα, 4 C.L.R. 63, The Electricity Authority ΟΙ Cyprus ν. Kipparis, 24 C.L.R. 126 και Saνoullas ν. Louca
(1979)1 C.L.R. 336)." (Δική μου υπογράμμιση) Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα αίτηση παρατηρώ τα εξής: (α) Ανατρέχοντας στις τελικές αγορεύσεις του Καθ' ου η αίτηση διαπιστώνω ότι πράγματι εγείρει σε αυτές για πρώτη φορά το ζήτημα της Καθ' ύλη αρμοδιότητας του παρόντος δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, με ειδική αναφορά στην παράλειψη του Αιτητή "να παρουσιάσει θετική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι το ακίνητο συμπληρώθηκε πριν την 31 Δεκεμβρίου 1999, με αποτέλεσμα οι προϋποθέσεις να μην συντρέχουν και η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να μην αποδεικνύεται". (β) Το κατά πόσο το γεγονός αυτό έχει ή όχι δικογραφηθεί στην κυρίως Αίτηση ελάχιστη σημασία έχει, αφού το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορεί να εξεταστεί οποτεδήποτε από το Δικαστήριο αλλά και να εγερθεί αυτεπάγγελτα από αυτό. Η νομολογία επίσης καθορίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα της ύπαρξης δικαιοδοσίας ακόμα και στην περίπτωση που το ζήτημα αυτό αποτελούσε παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων[1]. (γ) Η παρουσίαση της μαρτυρίας του Αιτητή αναφορικά με τον χρόνο συμπλήρωσης του μισθίου θα ολοκληρώσει την έρευνα με την οποία το Δικαστήριο αυτό είναι εντεταλμένο. (δ) Βρίσκω περαιτέρω ότι η προβολή των ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση περί παράλειψης απόδειξης της ύπαρξης δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, κατέλαβε εξ' απροόπτου τον Αιτητή ο οποίος δεν είχε άλλο τρόπο αντίδρασης από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Δεν διαπιστώνω επίσης να υπάρχει ορατός κίνδυνος δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων του Καθ' ου η αίτηση (ούτε προβάλλει εξάλλου τέτοιο ισχυρισμό ο Καθ' ου η αίτηση). Κλήση subpoena duces tecum Η διαδικασία αυτή ρυθμίζεται από τη Δ.32 Θ.3, 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίοι προνοούν ότι ένα πρόσωπο, ανεξάρτητα αν είναι διάδικος ή όχι, μπορεί να κληθεί να παρουσιάσει ένα έγγραφο χωρίς να κληθεί να δώσει μαρτυρία, ως επίσης ότι ένα πρόσωπο το οποίο κλήθηκε να παρουσιάσει ένα έγγραφο θα θεωρείται ότι έχει συμμορφωθεί με την κλήση αν μεριμνήσει ούτως ώστε να παρουσιαστεί (στο Δικαστήριο) το έγγραφο που κλήθηκε να παρουσιάσει, αντί να παρουσιαστεί το ίδιο προσωπικά για να το παρουσιάσει. Από την ανάγνωση των εν λόγω θεσμών προκύπτει αβίαστα ότι η αναφορά σε κλήση διαδίκου αφορά τις περιπτώσεις όπου αυτός καλείται από τον αντίδικο του, να παρουσιάσει έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του. Στην παρούσα περίπτωση, αυτός που κατέχει τα έγγραφα είναι ο ίδιος ο Αιτητής και δεν νοείται η έκδοση κλήσης προς τον εαυτό του. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι αυτό που ουσιαστικά ζητά από το δικαστήριο ο Αιτητής είναι όπως του επιτραπεί να παρουσιάσει στο δικαστήριο μαρτυρία υπό τη μορφή των εγγράφων που περιγράφονται στο αιτητικό της παρούσας αίτησης. Κατάληξη: Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω πιο πάνω, κρίνω ότι το αίτημα για παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει δεκτό, ώστε να τεθεί ενώπιον μου η μαρτυρία που θα συμπληρώνει την έρευνα με την οποία θα συμπληρώνει την έρευνα του δικαστηρίου αναφορικά με το χρόνο συμπλήρωσης του μισθίου και κατ' επέκταση την καθ' ύλη του αρμοδιότητα. Από την άλλη όμως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η παρουσίαση της περαιτέρω μαρτυρίας, εφόσον αυτή θα γίνει από τον ίδιο τον Αιτητή, δεν μπορεί να γίνει με την κλήση subpoena duces tecum. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας και συγκεκριμένα των εγγράφων που περιγράφονται στην παράγραφο Α της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) .............. Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας Subject: Rent Control/Interim Αναφορά: Evidence in reply-subpoena duces tecum [1] Τουμάζος Τουμάζου ν. S.P.S. Restaurants Ltd, Πολ. Εφ. 229/2008, 230/2008 και 231/2008, ημερομηνίας 8.4.2011. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.