ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, ως νόμιμου πληρεξούσιου αντιπρόσωπου του Αλέξη Δημήτρη Γαβριηλίδη ν. Α.Μ.Ν. So Delicious Ltd κ.α., Αρ. Αίτησης: Ε74/2013, 9/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2017:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αρ. Αίτησης: Ε74/2013 Μεταξύ: ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, ως νόμιμου πληρεξούσιου αντιπρόσωπου της Έλλης Π. Γεωργιάδου και ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Αλεξάνδρας Γεωργιάδου. Αιτητή και
- Α.Μ.Ν. So Delicious Ltd
- ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΝΙΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΜΕΛΙΣΣΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.2.2016 Μεταξύ: ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, ως νόμιμου πληρεξούσιου αντιπρόσωπου του Αλέξη Δημήτρη Γαβριηλίδη Αιτητή και
- Α.Μ.Ν. So Delicious Ltd
- ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΝΙΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΜΕΛΙΣΣΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για τη διαγραφή της τροποποιημένης κυρίως Αίτησης 9.1.2017 Για τους Αιτητές 1, 2 και 3 / Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 στην κυρίως Αίτηση: κ. Στ. Τσιναρέλης για κ.κ. Ν. Ροτσίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητή στην κυρίως Αίτηση: κα. Α. Χρίστου για κ.κ. Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 15.4.2016 οι Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «οι Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4») εξαιτούνται ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και / ή να παραμερίζεται η Τροποποιημένη Κυρίως Αίτηση που καταχωρίστηκε από τον Αιτητή την ημ.26/2/2016, δυνάμει διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου, ημ. 10/2/2016, το οποίο προνοούσε για την τροποποίηση του τίτλου της Κυρίως Αίτησης, καθότι εμπεριέχει τροποποιήσεις που έγιναν κατά παράβαση του διατάγματος, ημ. 10/2/2016 και / ή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και / ή καθ' υπέρβαση της εξουσιοδότησης που παρείχε το διάταγμα ημ. 10/2/2016 στον Αιτητή και / ή άνευ της λήψης εκ των προτέρων άδειας του Σεβαστού Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και / ή να παραμερίζεται η τροποποίηση της παραγράφου Α, που έγινε από τον Αιτητή με την καταχώριση της Τροποποιημένης Κυρίως Αίτησης, ημερομηνίας 26/2/2016, καθότι έγινε αυθαίρετα και / ή χωρίς τη λήψη εκ των προτέρων άδειας του Δικαστηρίου και / ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και / ή του διατάγματος τροποποίησης του Σεβαστού Δικαστηρίου, ημ.10/2/2016, το οποίο προνοούσε μόνο για την τροποποίηση του τίτλου, τροποποίηση που έγινε ως ακολούθως: Η παράγραφος Α στην Κυρίως Αίτηση, ημ.8/4/2013: «Α. ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΑΙΤΗΤΗ Ο Αιτητής καταχωρεί την παρούσα υπό την ιδιότητα του νόμιμου πληρεξούσιου εκπροσώπου της Έλλης Π. Γεωρνιάδου και του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσας Αλεξάνδρας Γεωργιάδου οι οποίες τυγχάνουν εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες δύο
(2)καταστημάτων υπ' αρ. 3 & 4 στο Ισόγειο επί του ακινήτου στην Λεωφόρο Ευαγόρου 23 στη Λευκωσία (στο εξής θα αναφέρονται ως τα («Καταστήματα»).» Η παράγραφος Α στην Τροποποιημένη Κυρίως Αίτηση ημ.26/2/2016: «Α. ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΑΙΤΗΤΗ Ο Αιτητής καταχωρεί την παρούσα υπό την ιδιότητα του νόμιμου πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Αλέξη Δημήτρη Γαβριηλίδη ο οποίος τυγχάνει εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης δύο
(2)καταστημάτων υπ' αρ. 3 & 4 στο Ισόγειο επί του ακινήτου στην Λεωφόρο Ευαγόρου 23 στη Λευκωσία (στο εξής θα αναφέρονται ως τα («Καταστήματα»). Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και / ή να παραμερίζεται η τροποποίηση που έγινε από τον Αιτητή της παραγράφου Γ
(1)με την καταχώριση της Τροποποιημένης Αίτησης, ημερομηνίας 26/2/2016, καθότι έγινε αυθαίρετα από τον Αιτητή και / ή χωρίς τη λήψη εκ των προτέρων άδειας του Δικαστηρίου και / ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και / ή κατά παράβαση του διατάγματος τροποποίησης του Σεβαστού Δικαστηρίου, ημ. 10/2/2016, το οποίο προνοούσε μόνο για την τροποποίηση του τίτλου, τροποποίηση που έγινε ως ακολούθως: Η παράγραφος Γ
(1)στην Κυρίως Αίτηση, ημ.8/4/2013: «Γ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΣ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ
(1)Ο Αιτητής τυγχάνει νόμιμος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Έλλης Π. Γεωργιάδου και διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας της Αλεξάνδρας Γεωργιάδου δυνάμει σχετικού Διατάγματος ημερομηνίας 22.9.2008 το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της αίτησης Διαχείρισης υπ' αριθμόν 60/1987 και καταχωρεί την παρούσα αίτηση υπό αυτές του τις ιδιότητες «στο εξής και για τους σκοπούς της παρούσας θα αναφέρονται ως («οι Ιδιοκτήτριες). Οι ως άνω Ιδιοκτήτριες, Έλλη Π. Γεωργιάδου και η Αλεξάνδρα Γεωργιάδου είναι οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες δύο καταστημάτων υπ' αριθμόν 3 & 4 εις το Ισόγειο επί του ακινήτου στην Λεωφόρο Ευαγόρου 23 στην Λευκωσία (στο εξής και για τους σκοπούς της παρούσας θα αναφέρονται ως («τα Καταστήματα»). Η παράγραφος Γ
(1)στην Τροποποιημένη Κυρίως Αίτηση ηυ.26/2/2016: «Γ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΣ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ
(1)Ο Αιτητής τυγχάνει νόμιμος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Αλέξη Δημήτρη Γαβριηλίδη δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου ημερομηνίας 25.02.2010 και καταχωρεί την παρούσα αίτηση υπό αυτήν του την ιδιότητα «στο εξής και για τους σκοπούς της παρούσας θα αναφέρονται ως («ο Ιδιοκτήτης»). Ο ως άνω Ιδιοκτήτης Αλέξης Δημήτρη Γαβριηλίδης είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης δύο καταστημάτων υπ' αριθμόν 3 & 4 εις το Ισόγειο επί του ακινήτου στην Λεωφόρο Ευαγόρου 23 στη Λευκωσία (στο εξής και για τους σκοπούς της παρούσας θα αναφέρονται ως («τα Καταστήματα»). Δ. Οποιαδήποτε άλλη και / ή περαιτέρω θεραπεία το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και / ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α (αρ. μητρώου 102884478J), πλέον έξοδα επιδόσεων.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 1983, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 1 - 5, 9, 11, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.14, Δ.25, Δ.48 θθ.1-3, 8 και 9, στο Annual Practice 1958, στη σχετική νομολογία, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της κας. Αίγλης Χατζηδημητρίου από τη Λευκωσία, της ιδίας ημερομηνίας. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 στην κυρίως Αίτηση. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα από προσωπική μελέτη του φακέλου και των γεγονότων της υπόθεσης και από έγγραφα και πληροφορίες που έχει συλλέξει από τους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 να προβεί στη δήλωση της, καθότι εκείνοι βρίσκονται στο εξωτερικό για προσωπικούς λόγους και για λόγους υγείας. Περαιτέρω, η υπό εξέταση αίτηση εστιάζεται σε νομικά θέματα. Με την υπό εξέταση αίτηση, οι Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και να παραμερίζεται το δικόγραφο της τροποποιημένης κυρίως Αίτησης που καταχωρίστηκε την 26.2.2016, κατόπιν Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.2.2016, καθώς οι τροποποιήσεις που έγιναν από τον Αιτητή, έγιναν κατά παράβαση του εν λόγω Διατάγματος. Την 10.2.2016, το Δικαστήριο διέταξε την τροποποίηση του τίτλου της κυρίως Αίτησης, με τη διαγραφή του ονόματος του Αιτητή και την αντικατάσταση του. Το Δικαστήριο διέταξε επίσης τη συνέχιση της κυρίως Αίτησης μεταξύ του Αιτητή υπό τη νέα ιδιότητα του και των Καθ' ων η Αίτηση. Μετά τη λήψη της τροποποιημένης κυρίως Αίτησης από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4, και μετά από μελέτη, προέκυψε ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης από το Δικαστήριο πριν την καταχώριση από τους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 της τροποποιημένης Απάντησης τους. Συγκεκριμένα, παρά τις σαφείς οδηγίες του Διατάγματος του Δικαστηρίου, ο Αιτητής τροποποίησε, πέραν του τίτλου, και τις παραγράφους Α και Γ
(1), χωρίς να ζητήσει και να λάβει την εκ των προτέρων άδεια από το Δικαστήριο γι' αυτές τις τροποποιήσεις. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι, από μία απλή ανάγνωση των παραγράφων προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Αιτητής προέβη σε αυθαίρετες τροποποιήσεις της κυρίως Αίτησης του, διαγράφοντας κατ' επιλογήν προτάσεις και προσθέτοντας επίσης κατ' επιλογήν, νέα γεγονότα, χωρίς την απαραίτητη άδεια του Δικαστηρίου, στις παραγράφους Α και Γ
(1). Οι τροποποιήσεις αυτές δεν συνάδουν με το Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο επέτρεψε την τροποποίηση μόνο του τίτλου της κυρίως Αίτησης. Η τροποποίηση δικογράφων επιτρέπεται μόνο μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου. Οι τροποποιήσεις τις οποίες έκαμε ο Αιτητής, είναι εκτός των ορίων της εξουσιοδότησης του διατάγματος και το να επιτραπεί στον Αιτητή η άνευ αδείας τροποποίηση της κυρίως Αίτησης, θα ήταν πλήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης και στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 σε δίκαιη δίκη. Ο Αιτητής είχε δικαίωμα να ζητήσει άδεια από το Δικαστήριο να τροποποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε την κυρίως Αίτηση. Αντίθετα, επέλεξε να προβεί σε αυθαίρετη τροποποίηση η οποία αποτελεί κατάχρηση και περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, με σκοπό, ενδεχομένως, να διορθώσει δικά του λάθη και παραλείψεις. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους του Αιτητή στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «ο Αιτητής») καταχωρίστηκε την 22.6.2016 και αυτή βασίζεται στο άρθρο 30
(1)του Συντάγματος, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 1983, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 1 - 5, 9, 11, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θθ.1, 4, 13, 19, 22 και 26, Δ.27, Δ.48 θθ.1-9 και Δ.64, στις γενικές αρχές της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία, στις εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- «Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση είναι εσφαλμένο ή ελλιπές και ως εκ τούτου δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν το δικαιολογημένο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος καθότι στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν προκύπτει ούτε τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο η αναγκαιότητα έκδοσης του και/ή δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να αποδεικνύει ότι οι προς διαγραφή παράγραφοι είναι ανυπόστατοι και/ή σκανδαλώδεις και/ή θα περιπλέξουν την διαδικασία.
- Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί προς όφελος των Αιτητών για τροποποιήσεις αναγκαίες και παρεπόμενες της τροποποίησης των τίτλων.
- Η παρούσα Αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή ατεκμηρίωτη και/ή δεν επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
- Οι επιζητούμενες διαγραφές δεν δικαιολογούνται επί των τροποποιήσεων αφού αυτές κρίνονται ουσιαστικές και όχι αναντίλεκτα ανυπόστατες.
- Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές αποσκοπούν αποκλειστικά στην καθυστέρηση της διαδικασίας.
- Το περιεχόμενο των παραγράφων των οποίων ζητείται η διαγραφή σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και/ή είναι αναγκαίες (consequential) για να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση.
- Οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή δεν είναι ούτε ενοχλητικές ούτε σκανδαλώδεις ούτε τείνουν να καθυστερήσουν την εκδίκαση και δεν τίθενται με σκοπό σύγχυσης.
- Η διαγραφή ολόκληρης της τροποποιημένης κυρίως αίτησης είναι μέτρο ιδιαίτερα επαχθές για τροποποίηση απλά στο όνομα του αιτητή.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Θεόδουλου Δημητρίου, της ιδίας ημερομηνίας. Ο κ. Δημητρίου λέγει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τον Αιτητή στην κυρίως Αίτηση. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από πληροφορίες που συγκέντρωσε, από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβεί στη δήλωση του. Είναι η θέση του κ. Δημητρίου, ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν είναι δικαιολογημένη και πρέπει να απορριφθεί. Την 10.2.2016 το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα με το οποίο διέταξε την τροποποίηση του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος με τη διαγραφή του ονόματος του Αιτητή και την αντικατάσταση του με το όνομα του νυν ιδιοκτήτη των υποστατικών στην οδό Ευαγόρου. Ο Αιτητής, την 26.2.2016, καταχώρισε τροποποιημένο δικόγραφο, με το οποίο αντικαθιστούσε το όνομα του Αιτητή και επίσης αντικαθιστούσε το όνομα αυτού στο σώμα του κλητηρίου εντάλματος. Η τροποποίηση του ονόματος στον τίτλο κρίθηκε αναγκαία από το Δικαστήριο και επομένως, η ίδια τροποποίηση του σώματος του κλητηρίου εντάλματος, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ανυπόστατη. Η τροποποίηση στο σώμα της Αίτησης είναι επακόλουθη του τίτλου της Αίτησης (consequential), αφού δεν δύναται άλλο όνομα να είναι στον τίτλο και άλλο στο σώμα της κυρίως Αίτησης. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι, η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στη Διάταξη 19 θεσμός 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει ότι κανένα δικόγραφο, εκτός κατόπιν άδειας τροποποίησης, δεν πρέπει να εγείρει νέα βάση απαίτησης ή να περιέχει οποιοδήποτε ισχυρισμό γεγονότος, σύμφωνα με τα προηγούμενα δικόγραφα του διαδίκου που υποβάλλει το δικόγραφο. Στην παρούσα υπόθεση, κανένα νέο ισχυρισμό προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση στην τροποποιημένη κυρίως Αίτηση, απλά αντικαθιστά το όνομα του Αιτητή στο σώμα της κυρίως Αίτησης, η οποία είναι επακόλουθη του τίτλου και οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή, σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και είναι αναγκαίες για να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Η υπό εξέταση αίτηση δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο πραγματικό και νομικό υπόβαθρο. Εξουσία διαγραφής μέρους δικογράφου παραχωρείται από τη Δ.19 θ.26, η οποία δίδει το δικαίωμα διαγραφής οποιουδήποτε θέματος σε οποιοδήποτε δικόγραφο το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο, σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει ή ενοχλήσει ή καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι, η Δ.19 θ.26, μετά από φιλελεύθερη ερμηνεία της από σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ώστε να συνάδει με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα το άρθρο 30
(1), προβλέπει ότι το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πως ένα αίτημα δυνάμει της ως άνω διάταξης, αφορά δικόγραφο με ισχυρισμούς που τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία και να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής, αφού πρώτα εξετάσει αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η έγκριση της, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Εν τούτοις, η ενόρκως δηλούσα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δεν φαίνεται να έχει προσκομίσει αλλά ούτε επαρκώς επεξηγήσει πως και σε ποιο βαθμό έχει επηρεαστεί ή τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τους Αιτητές, ούτε έχει προβάλει λόγους για τους οποίους η συμπερίληψη των παραγράφων των οποίων επιδιώκεται η διαγραφή, θα καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη. Η Διάταξη 27 θεσμός 3 και η πάγια νομολογία, επιτάσσουν ότι η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Δεν έχουν καταδειχθεί λόγοι οι οποίοι να δικαιολογούν τη διαγραφή της τροποποιημένης κυρίως Αίτησης. Στις επίμαχες παραγράφους, ο Αιτητής δεν επιδιώκει να προσθέσει νέους ισχυρισμούς που περιπλέκουν τη διαδικασία ή που να προκαλούν αμηχανία στους Καθ' ων η Αίτηση ή να καθυστερούν τη διαδικασία. Ιστορικό: Δεν υπήρξε αντεξέταση ενόρκως δηλούντων, το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαίδευτους συνηγόρους σε αγορεύσεις την 25.11.2016 και επιφύλαξε την απόφαση του για να εκδοθεί σήμερα. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Από το φάκελο της υπόθεσης, φαίνεται ότι το Δικαστήριο την 10.2.2016 είχε εκδώσει Διάταγμα τροποποίησης της κυρίως Αίτησης, όπως αυτό προδιαγράφεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Νομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Διαταγή 19: Σχετική είναι η Διαταγή 19 θεσμός 26 [2] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Η υπό εξέταση αίτηση δεν βασίζεται στο συγκεκριμένο θεσμό αλλά στο θεσμό 14 της Διαταγής 19. Η παράλειψη αυτή και μόνο, είναι αρκετή για να απορριφθεί η υπό εξέταση αίτηση. Ο θεσμός 14 [3] δεν είναι σχετικός με το αίτημα των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 στο βαθμό που να αποτελεί δικονομική βάση του αιτήματος τους. Η παράγραφος (Δ) της υπό εξέταση αίτησης, δηλαδή: «Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή και/ή περαιτέρω θεραπεία το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις», υπό το φως της απουσίας μνείας σε όλες τις αναγκαίες δικονομικές διατάξεις, δεν είναι αρκετή για να αποδώσει το Δικαστήριο θεραπεία. Ακολουθώ την αυθεντία Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366, όπου αποφασίστηκε ότι είναι όρος απαράβατος της εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου η αναφορά στο άρθρο και το θεσμό που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, ως υποστήριξη της πιο πάνω θέσης. Λαμβάνω επίσης υπόψη την αυθεντία Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Θα προχωρήσω όμως στην εξέταση της αίτησης και επί της ουσίας, για σκοπούς ολοκλήρωσης της κρίσης του Δικαστηρίου. Η αντίστοιχη με τη Διαταγή 19 θεσμός 26, παλαιά Αγγλική πρόνοια είναι το Order 19 rule 27, που είναι πανομοιότυπο. Καθοδηγητικές οι υποσημειώσεις στις σελίδες 477 - 479 του Annual Practice 1958, κάτω από το εν λόγω θεσμό. Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα [4]. Ο Αιτητής όντως προχώρησε σε τροποποίηση πέραν του Διατάγματος του Δικαστηρίου, σχετική όμως με το Διάταγμα. Αυτό από μόνο του, δεν δικαιολογεί αίτημα για τη διαγραφή του δικογράφου. Διαταγή 25: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται επίσης στη Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτή είχε πριν την τροποποίηση της από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014 και τους (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2015 (Αρ.1) και (Αρ.2). Σχετικός είναι ο θεσμός
- [5] Διαταγή 27: Οι θεσμοί 1 και 3 της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προνοούν ως ακολούθως: «
(1)Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.» «
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Τι σημαίνει 'frivolous or vexatious'; Στο Αγγλικό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 145: "a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense. Thus, a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possibly succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or when it can really lead to no possible good." Οι αντίστοιχοι παλαιοί Αγγλικοί Θεσμοί είναι οι Order 25 rule 2 και Order 25 rule
- Το rule 2 είναι παρόμοιο με τον θεσμό 1 και το rule 4 είναι πανομοιότυπο με τον θεσμό
- Παραπέμπω στις διαφωτιστικές υποσημειώσεις για το rule 4, από το Annual Practice 1958, σελίδα 574 έως 576 και κρίνω ότι: πρώτον [6], στην υπό εξέταση αίτηση, γίνεται επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, αλλά, όπως φαίνεται από το σχετικό απόσπασμα, η επίκληση δεν είναι απαραίτητη για να εφαρμοστεί η εξουσία αυτή, στην παρούσα περίπτωση. Δεύτερον [7] το rule 4, και κατ' αναλογίαν, ο θεσμός 3 της Διαταγής 27, εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που καμία τροποποίηση δε σώζει το δικόγραφο, το περιεχόμενο του είναι πέραν πάσης δικονομικής θεραπείας, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Σε σχέση με το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην υποσημείωση που παραθέτω, και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της, σημειώνω ότι, στο 'Άριστον Αγγλοελληνικόν Λεξικόν' των Γιαννακόπουλου και Σιαρένου, στη λέξη 'demurrable' δίδεται η ερμηνεία 'που υπόκειται εις ένστασιν'. Στρεφόμενη στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή, ως ήταν τότε, κ. Πική στην αυθεντία In re Pelmako Development Ltd.,
(1991)Α.Α.Δ. 246, στη σελίδα 253: «. η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. η επίκληση της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς». Από τη σελίδα 255 της ιδίας αυθεντίας: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο». Βλέπετε ακόμα σχετικά Δημοκρατία v. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704 και Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.S. κ.ά. v. Πλοίου Marwa M κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1159. Τρίτον, η διαπίστωση της ύπαρξης λόγων για διαγραφή δικογράφου ανάγεται κατά κύριο λόγο, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε σχετικά την In re Pelmako Development Ltd., πιο πάνω, στη σελίδα 257). Τέταρτον [8], το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου αντί της έκδοσης απόφασης χωρίς να ακούσει μαρτυρία εκατέρωθεν, όπου φαίνεται ότι στοιχειοθετείται η θέση πως το δικόγραφο είναι επιπόλαιο και δεν αποκαλύπτει υπεράσπιση. Μνεία στην ευχέρεια αυτή, γίνεται στην αυθεντία Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, στη σελίδα 1327. Ακόμα, στη σελίδα 1326: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής, που όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Στην Αγγλική αυθεντία Steeds and Another v. Steeds and Another, 22 Q.B.D. 537, στα πλαίσια αίτησης για τη διαγραφή δικογράφου ως μη συνιστών υπεράσπιση, το Δικαστήριο διέταξε την τροποποίηση του. Το ίδιο διετάχθη και στην αυθεντία Griffiths v. London and St. Katharine Docks Company, 13 Q.B.D. 259. Στη σελίδα 542 της απόφασης του Δικαστή Wills από την πρώτη αυθεντία πιο πάνω: "We think, therefore, that we cannot strike out this defence as we are invited to do. It seems to us that it must be good for a part of the claim at all events. But we think the statement of defence defective, and that Mr. Bullen ought to amend by a further statement of the material facts, and our order is that the statement of defence be amended accordingly, and if that be not done within ten days, the plaintiff be at liberty to sign judgment for half the amount claimed." Είναι η κρίση μου πως αυτά ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση. Οι επιπλέον τροποποιήσεις της κυρίως Αίτησης στις οποίες προέβη ο Αιτητής, στις παραγράφους (Α) και (Γ)
(1), αποτελούν απόρροια της τροποποίησης του τίτλου της κυρίως Αίτησης και θα έπρεπε να τις είχε αιτηθεί στα πλαίσια της αίτησης για τροποποίησης, με βάση την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 10.2.2016. Όμως, υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης καλυπτικού διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να εγκρίνονται οι προαναφερόμενες τροποποιήσεις, εφόσον δεν αλλάζει η προδιαγραφόμενη γραμμή της υπόθεσης του Αιτητή. Δεν πρόκειται για δικόγραφο που κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο και δικόγραφο που συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Συμφυής εξουσίας του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction): Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφορά τη συμφυή εξουσία (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου. Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [9]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ.
- Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 222, που έχει χαρακτηρισθεί ως αποκαλυπτικό της φύσης και προσδιοριστικό των παραμέτρων της δικαιοδοσίας [10]. Κρίση: Υπό το φως της Διαταγής 25 θεσμός 5, της Διαταγής 19 θεσμός 26, της Διαταγής 27, της σχετικής νομολογίας και με βάση τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια και εκδίδω Διάταγμα με το οποίο εγκρίνεται η τροποποίηση της κυρίως Αίτησης ως αυτή διαμορφώθηκε στο δικόγραφο που καταχωρίστηκε την 26.2.
- Απόφαση: Εκδίδεται Διάταγμα ως ανωτέρω και η υπό εξέταση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο η κάθε πλευρά να καταβάλει τα δικά της έξοδα και αυτή είναι η απόφαση μου. (Υπ.) Λ.Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» [3] "
- No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same." [4] "Generally.- This is a general provision for enforcing the preceding Rules. Its language is wide, but its operation has been, to some extent, limited by the decisions given on it. Under O. 25, r. 4, any pleading may be struck out which discloses no reasonable cause of action or answer, or only a frivolous or vexatious cause of action or defence. A counterclaim which cannot be conveniently disposed of in the pending action, or which ought not to be allowed, may be struck out under either O. 19, r. 3, or O. 21, r. 15, or hereunder. Where a pleading is too general in its terms, and thus deprives the opponent of information to which he is entitled, and without which he cannot properly prepare for trial, he should apply for particulars under O. 19, r.
- ...... Grounds for Granting or Refusing.- "The rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass, and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right" (Bowen, L.J., Knowles v. Roberts, 38 Ch. D. p. 270). A reasonable latitude must be given, for this Rule was not intended to enable litigants to bring forward special demurrers in a new shape (Tomkinson v. S. E. Ry. 57 L.T. 358; Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45). Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity. Still, "the defendant may claim ex debito justicae to have the plaintiff's case presented in an intelligible form, so that he may not be embarrassed in meeting it" (per James, L.J., in Davy v. Garrett, 7 Ch. D. p.486). [δική μου υπογράμμιση] "Unnecessary."- The mere fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for an application under this Rule. A statement will not be struck out merely because it is unnecessary, so long as it is otherwise harmless (per Chitty, J., in Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45; see the remarks of Kay, J., in Tomkinson v. S. E. Ry., 57 L.T. p. 360, and Hocking & Co. v. Hocking, 3 R.P.C. 291). Thus, if material facts be pleaded at unnecessary length or with unnecessary detail, the pleading will not be struck out; such prolixity will be left for the taxing master to deal with as a question of costs (Weymouth v. Rich, 1 T.L.R. 609; Heap v. Marris, 2 Q.B.D. 630). ..... ....... "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." - The Court is "disposed to give a liberal interpretation" to these words (Berdan v. Greenwood, 3 Ex. D. p. 256). At the same time parties must not be too ready to find themselves embarrassed. If the defendant does not make it clear how much of the statement of claim he admits and how much he denies, his pleading is embarrassing (British and Colonial Land Association v. Foster, 4 T.L.R. 574; and see Stokes v. Grant, 4 C.P.D. 25)..... But mere prolixity is not of itself embarrassing. Nor will a statement be struck out as embarrassing merely because the other party declares that it is untrue (per Bramwell. L.J., in Turquand v. Fearon, 40 L.T. p. 544). The mere fact that a statement of claim embraces several causes of action is not embarrassing, if they are distinctly pleaded (O. 20, r. 7). A claim for alternative relief is not embarrassing (Bagot v. Easton, 7 Ch. D. p. 8); and see O. 19, r.
- Similarly with inconsistent defences (see Re Morgan, 35 Ch. D. 492, and supra, p. 338). ..... A pleading is not embarrassing because the law stated or reason alleged may be bad (London Corporation v. Horner, 111 L.T. 512). Unless it is clear on the face of allegations that they are irrelevant, they will not be struck out on that ground." [5] «
- The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings.» [6] "Striking Out. - The Court or a Judge has also power under O. 19, r. 27, to strike out a pleading that is 'unnecessary or scandalous', or which tends to 'prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action'. The Court has, moreover, inherent jurisdiction to stay or dismiss actions, and to strike out pleadings which are vexatious or frivolous, or in any way an abuse of the process of the Court, under which it would deal with all the cases included in r.
- ... The principal distinction between the inherent jurisdiction and that under this Rule seems to be that when the Court is acting under its inherent jurisdiction evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the Court; whereas under this Rule the nature of the action or the defect in pleading must appear by the pleadings or particulars (Davey v. Bentinck, [1893] 1 Q. B. p. 188), and no affidavit is admissible; 'that is plain from the terms of the Rule itself' (Republic of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. p. 498; and see the remark of A.L. Smith L.J., in A. - G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry., [1892] 3 Ch. D. p.
- ... In Vinson v. The Prior Fibres Consolidated, Ltd., [1906] W. N. 209, Kekewich J., said 'that it was not necessary to put into the notice the words 'under the inherent jurisdiction of the Court', as if it was a properly drawn application it would invoke the inherent jurisdiction of the Court as well as that given by O.25 r. 4'." [7] "Scope of this Rule. It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule . If there is a point of law which requires serious discussion, an objection should be taken on the pleadings, and the point set down for argument under r. 2... The powers conferred by r. 4 will only be exercised where the case is beyond doubt. A pleading will not be struck out under this Rule 'unless it is not only demurrable but something worse than demurrable' i.e., such that no legitimate amendment can save it from being demurrable (per Chitty, J., in Rep. Of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. 496; and see Dadwell v. Jacobs, 34 Ch. D. 278; Worthington v. Belton, 18 T.L. R. 438)." [8] White Book, σελίδα 576: "Amendment.- The Court will generally give leave to amend a defect in pleading rather than give judgment in ignorance of facts which ought to be known before rights are definitely decided (Steeds v. S., 22 Q.B.D. p. 542; and see Reid v. Hooley, 13 T.L.R. 398; Edwards v. Pneumatic Tyre Co., 16 T.L.R. 309; Thornhill v. Weeks, [1913] 1 Ch. 438). Leave was given to amend after an argument under this Rule in Griffiths v. London and St. K. Docks Co., 13 Q. B. D. p. 261, n.
(2). But unless there is reason to suppose that the case can be improved by amendment, leave will not be given (Hubbuck v. Wilkinson, [1899] 1 Q.B. p. 94, C.A.)". [9] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may be exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In summary, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." [10] «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο