Γιάννη Γιαννή κ.α. ν. Παναγιώτη Παπαδόπουλου κ.α., Αίτηση Αρ.: Κ42/16, 1/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2017:29 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ/ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Κ42/16 Μεταξύ:
- Γιάννη Γιαννή
- Μαρίας Γιάννη Αιτητών -και-
- Παναγιώτη Παπαδόπουλου
- Ουρανίας Παπαδόπουλου
- Ανδρέα Παπαδόπουλου Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για την εκδίκαση προδικαστικής ένστασης και την απόρριψη της κυρίως Αίτησης 1.12.2017 Για τους Αιτητές - Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 στην κυρίως Αίτηση: κ. Π.Μ. Πετράκης Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Αιτητές 1 και 2 στην κυρίως Αίτηση: κα. Ελ. Αρότη για κ.κ. Σπύρος Αρότης - Έλενα Αρότη & Συνεργάτες Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 30.6.2017, οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «οι Καθ' ων η Αίτηση»), εξαιτούνται ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου δια την απόρριψη της αίτησης των Αιτητών καθότι: (α) Με βάση το περιεχόμενο της αίτησης των αιτητών και την κατατεθήσα από τους αιτητές έγγραφο μαρτυρία που θα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο η αξίωση των αιτητών δεν φαίνεται να εμπίπτει μέσα σε καμία περίπτωση του άρθρου 11 των Περί Ενοικιοστασίου Νόμων 1983 εως 1999 και/ή (β) Εάν η αξίωση των αιτητών εμπίπτει σε οιανδήποτε περίπτωση του άρθρου 11 των εν λόγω Νόμων η αίτηση των αιτητών δεν περιέχει τες προϋποθέσεις εκείνες στη βάση των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να επιληφθεί της αξίωσης των αιτητών. Β. Τα έξοδα της αιτήσεως.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.2, Δ.27 θθ.1 & 2 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Με την υπό εξέταση αίτηση προβάλλονται ουσιαστικά οι δικογραφημένες στις παραγράφους 1(α) και (β) της Απάντησης, θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση και γίνεται αναφορά ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση - Αιτητών 1 και 2 στην κυρίως Αίτηση (στην παρούσα αναφερόμενοι ως «οι Αιτητές»), καταχωρήθηκε την 10.10.2017 και αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 θθ.1, 2 και 3, Δ.48 θθ.1-4, 9, στις Γενικές Αρχές του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, την Πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση είναι λανθασμένη και/ ή παράτυπη και/ ή άκυρη και/ ή πρόωρη.
- Η αίτηση είναι λανθασμένη και/ ή άκυρη και/ ή παράτυπη και/ή πρόωρη και/ ή αντιφατική, εφόσον στην αίτηση των Αιτητών/ Καθ' ων η Αίτηση γίνεται αναφορά στην παράγραφο Α (α) της αίτησης τους στην «έγγραφη μαρτυρία που θα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο» οι Αιτητές της κυρίως αίτησης, η οποία όμως δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο στάδιο αυτό μέσω της αίτησης αυτής και των γραπτών αγορεύσεων που θα επακολουθήσουν, αλλά πρέπει να γίνει μέσω ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως αίτησης.
- Ουδεμία νομική βάση και/ ή βάση αίτησης υπάρχει, εφόσον όπως φαίνεται και από την παράγραφο Α(α) και (β) της παρούσας αίτησης δεν είναι καθαρά νομικά τα σημεία που εγείρονται προς εκδίκαση με την παρούσα αίτηση των Αιτητών/ Καθ' ων η Αίτηση, αλλά θα γίνει χρήση έγγραφης μαρτυρίας, επομένως πραγματικής μαρτυρίας, καθιστώντας απορριπτέα την παρούσα αίτηση.
- Η παρούσα αίτηση είναι λανθασμένη και/ ή παράτυπη και/ ή άκυρη εφόσον ενώ η βάση της αίτησης είναι η Δ.48 Θ.2, και Δ.27 Θ.Θ. 1 και 2, δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση.
- Η παρούσα αίτηση είναι λανθασμένη και/ ή παράτυπη και/ ή άκυρη εφόσον ενώ η βάση της αίτησης είναι η Δ.48 Θ.2, και Δ.27 Θ.Θ. 1 και 2 και ενώ καταγράφεται ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση και μέσω των παραγράφων Α(α) και (β) δεν είναι κατατεθειμένα στο φάκελο, εφόσον πρόκειται για πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και/ ή θα κατατεθούν κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης.
- Η παρούσα αίτηση είναι παράνομη και/ ή άκυρη εφόσον οι Αιτητές/ Καθ' ων η Αίτηση αιτούνται σε πρόωρο στάδιο απόρριψη της αίτησης και όχι εκδίκαση προδικαστικών σημείων, κατά παράβαση της Δ.27 1 και 2 την οποία χρησιμοποιούν ως βάση της αίτησης τους.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Γιάννη Γιαννή. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Αιτητής 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στη δήλωση του. Μετά από απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.9.2016, διακόπηκε η Αγωγή αρ. 1134/14 και παραπέμφθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Με την υπό εξέταση, οι Καθ' ων η Αίτηση αιτούνται απόφασης του Δικαστηρίου για την απόρριψη της κυρίως Αίτησης και το στηρίζουν στο ότι, δήθεν: «Με βάση το περιεχόμενο της αίτησης η αξίωση των αιτητών δεν φαίνεται να εμπίπτει μέσα σε καμία περίπτωση του άρθρου 11 των Περί Ενοικιοστασίου Νόμων 1983 έως 1999 και/ ή (β) Εάν η αξίωση των αιτητών εμπίπτει σε οιανδήποτε περίπτωση του άρθρου 11 των εν λόγω Νόμων η αίτηση των αιτητών δεν περιέχει τις προϋποθέσεις εκείνες στη βάση των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να επιληφθεί της αξίωσης των αιτητών» (παράγραφος Α (α) και (β) της αίτησης). Ο κ. Γιαννή επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προσθέτει ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση αιτούνται απόρριψης της κυρίως Αίτησης στη βάση της μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 11 του Ν.23/83, χωρίς όμως να λάβουν υπόψη τους ότι το συγκεκριμένο άρθρο θέτει προϋποθέσεις για σκοπούς ανάκτησης κατοχής όταν δεν καταβάλλονται εντός της προθεσμίας οφειλόμενα ενοίκια. Οι Αιτητές αιτούνται καταβολής οφειλομένων ενοικίων, τα οποία εκκρεμούν μετά την παράδοση του υποστατικού. Ουδέποτε τέθηκε θέμα ανάκτησης του υποστατικού. Συνεπώς, πρέπει να ακουστεί η κυρίως Αίτηση και τα πραγματικά γεγονότα που τη συνθέτουν σε συνδυασμό με τα νομικά ζητήματα. Ως εκ τούτου, η υπό εξέταση αίτηση είναι πρόωρη και/ή άκυρη και/ή καταχρηστική και/ή λανθασμένη και/ή παράτυπη, εφόσον ζητείται από το Δικαστήριο να μην δικάσει την κυρίως Αίτηση και να λάβει απόφαση, χωρίς να ακούσει και τα πραγματικά και τα νομικά ζητήματα. Είναι δίκαιο και ορθό όπως το αιτούμενο διάταγμα απορριφθεί στην βάση των προαναφερθέντων και επιδικασθούν έξοδα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Ιστορικό και Δικόγραφα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρίστηκε την 16.11.2016, με βάση οδηγίες του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, μετά την παραπομπή στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων της Αγωγής Αρ. 1134/14, για σκοπούς εκδίκασης της. Μ' αυτήν οι Αιτητές 1 και 2 εξαιτούνται ως ακολούθως: «(α) Το ποσό των €16,117.33 ως συσσωρευμένο ποσό δυνάμει οφειλής ενοικίων και/ή δυνάμει παραβίασης σύμβασης ενοικίασης ημερ. 08/06/07 και της ανανέωσης της μέχρι και τη λήξη της στις 30/09/
- (β) Νόμιμο τόκο επί κάθε οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία που κατέστη τούτο οφειλόμενο και/ή απαιτητό και/ή προπληρωτέο. (γ) Οιαδήποτε άλλη θεραπεία πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. (δ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.» Οι Αιτητές ενάγουν ως οι ιδιοκτήτες υποστατικού / καταστήματος υπ' αρ. 30C στην οδό Λυκαβηττού, στην Έγκωμη, αρ. 28-
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ενάγεται ως ο θέσμιος ενοικιαστής του υποστατικού και οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ως τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν τη συμμόρφωση του στα συμφωνηθέντα. Στη δεύτερη παράγραφο Γ
(1)της Αίτησης δικογραφείται ότι: «Η σύμβαση προνοούσε έναρξη της ενοικίασης στις 1208/07 και τη λήξη στις 11/08/09, αλλά ο Καθ' ου η Αίτηση 1 συνέχισε να παραμένει στο υποστατικό και συνέχισε να το χρησιμοποιεί μαζί με τους εγγυητές οι οποίοι εργάζονταν μαζί του και επωφελούνταν της επιχείρησης που διεξάγετο μέσα στο υποστατικό. Η ενοικίαση τερματίστηκε στις 30/09/12 με παράδοση του υποστατικού από τους Εναγομένους 1 και/ή 2 και/ή
- Από τις 12/08/07 μέχρι και τις 11/08/09 το μηνιαίο ποσό της ενοικίασης ανερχόταν στα €386,46 (Λ.Κ.220) μηνιαίως και έπειτα αυξήθηκε στο ποσό των €400 μέχρι και τον τερματισμό της ενοικίασης. Τα κοινόχρηστα ανέρχονταν στα €6 μηνιαίως επιπλέον.» Οι Καθ' ων η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1, 2 και 3 καταχώρισαν Απάντηση την 29.11.2016 και με την παράγραφο 1 αυτής εγείρονται τα ζητήματα που αφορά η υπό εξέταση αίτηση. Δικογραφούν επίσης ως ακολούθως (παράγραφοι 3 και 4): «3(α) Ειδικότερα οι Καθ' ων η Αίτηση 2 & 3 αρνούνται ότι υπέγραψαν σύμβαση ενοικίασης του επίδικου υποστατικού και ούτε είχαν ποτέ γνώση του επίδικου ενοικιαστηρίου. (β) Τα ονόματα που φαίνονται κάτω από την επικεφαλίδα ΕΓΓΥΗΤΕΣ του Επίδικου Ενοικιαστηρίου εγράφησαν από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 τη προτροπή των αιτητών με την προοπτική όπως οι Καθ' ων η Αίτηση 2 & 3 να θέσουν την υπογραφή των πράγμα που δεν έγινε. (γ) Εν πάση περιπτώσει η ισχυριζόμενη εγγύηση είναι άκυρη καθότι το επίδικο ενοικιαστήριο δεν υπογράφεται από δύο μάρτυρες.
- Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση 1 παραδέχεται ότι μέχρι τον Αύγουστο του 2012 περίπου αυτός ήταν ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού. Επειδή, όμως, οι αιτητές επιέζοντο να πάρουν κατοχή του επίδικου υποστατικού και επειδή ο Καθ' ου η Αίτηση εχρωστούσε ορισμένα ενοίκια στους αιτητές οι αιτητές και ο Καθ' ου η αίτηση 1 συμφώνησαν όπως με αντάλλαγμα όπως ο Καθ' ου η αίτηση παραδώσει στους αιτητές κατοχή του επίδικου υποστατικού χωρίς οιανδήποτε αποζημίωση και την χρονοβόρα διαδικασία του δικαστηρίου οι αιτητές θα θεωρήσουν όλα τα καθυστερημένα ενοίκια και όλα τα κοινόχρηστα έξοδα ως εξοφληθέντα όπερ και εγένετο.» Επειδή η υπό εξέταση αίτηση δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, αλλά πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση πριν την εκδίκαση της ουσίας, ερμηνεύοντας τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν. 23/83όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και τους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν ήταν αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική και Δικονομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Προδικαστικές ενστάσεις: Διαταγή 27 θεσμοί 1 και 2: Στις περιπτώσεις αιτημάτων ως το υπό εξέταση, το Δικαστήριο πρώτα μεν εξετάζει εάν το νομικό σημείο δύναται να ακουστεί προδικαστικά, αλλά εάν ούτως αποφασίσει, οι διάδικοι δε θέτουν τίποτε άλλο ενώπιον του, παρά μόνο προχωρεί επί των θέσεων των πλευρών και της ενώπιον του μαρτυρίας. Ο βασικός κανόνας ο αφορών τις προδικαστικές ενστάσεις απαντάται στη Δ.27 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και προστάζει τα ακόλουθα: «Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.» Η αντίστοιχη παλαιά Αγγλική πρόνοια είναι η Order 25 rule 2, της οποίας το λεκτικό είναι παρόμοιο. Σχετικές είναι οι αυθεντίες Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 548, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370, Grindlays Bank v. Demetriades & Co.
(1987)1 C.L.R. 461, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 και Κ.Ο.Τ. v. Philippa Estates Ltd κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1431. Ουσιαστικό και το λεκτικό του θεσμού 2 της Διαταγής 27 [2]. Υπό το φως των προνοιών της Διαταγής 48 θεσμοί 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αίτηση για την εκδίκαση προδικαστικής ένστασης δέον όπως καταχωρείται δια κλήσεως και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό εξέταση αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στην παράγραφο Α(α) της αίτησης, ότι το αίτημα των Καθ' ων η Αίτηση βασίζεται στο περιεχόμενο της Αίτησης των Αιτητών και την κατατεθείσα έγγραφη μαρτυρία την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση θα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Συνεπώς, η μαρτυρία αυτή δεν είναι τώρα ενώπιον του Δικαστηρίου για να ληφθεί υπόψην. Σε αιτήσεις αυτή της φύσεως, πρώτον, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει κατά πόσον δύναται ευχερώς να αποφασιστεί προδικαστικά ένα νομικό σημείο το οποίο εγείρεται στα δικόγραφα, και στη συνέχεια να αποφασίσει προδικαστικά το εν λόγω νομικό σημείο. Δεύτερον, όσον αφορά το χρόνο εξέτασης προδικαστικής ένστασης, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να της επιληφθεί όποτε κρίνει πρόσφορο και βολικό. Τρίτον, όπου δεν πρόκειται για καθαρά νομικό θέμα και όπου υπάρχουν γεγονότα σε αμφισβήτηση, η καλύτερη οδός είναι να προχωρήσει η ακροαματική διαδικασία σύμφωνα με τη Δ.33 και να αποφασιστεί η προδικαστική ένσταση με την ακρόαση της ουσίας. Για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Malachtou, εάν το σημείο που εγείρεται δεν είναι καθαρά ή αμιγώς νομικό, το πραγματικό υπόβαθρο (factual substratum) αμφισβητείται και το Δικαστήριο το ακούσει και το αποφασίσει προδικαστικά, απλά θα κάμει ένα declaration in abstracto και/ή θα αποφανθεί επί ακαδημαϊκών ερωτημάτων, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Στην αυθεντία Χ''Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949, στη σελίδα 956, ο έντιμος Δικαστής κ. Χρυσοστομής είπε: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Penelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Είναι η κρίση μου ότι, το σημείο το οποίο εγείρεται στην παράγραφο 1 της Απάντησης των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, δεν είναι καθαρά νομικό θέμα, υπάρχουν γεγονότα σε αμφισβήτηση, το πραγματικό υπόβαθρο (factual substratum) αμφισβητείται, και ότι εάν το αποφασίσω προδικαστικά, θα προβώ σε declarations in abstracto. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είναι ούτε αδιαμφισβήτητα ούτε παραδεκτά. Διαγραφή δικογράφου: Διαταγή 27 θεσμός 3: Πέραν των πιο πάνω, η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται μεν στους θεσμούς 1 και 2 της Διαταγής 27, αλλά ουσιαστικά θα έπρεπε να εδράζεται και στο θεσμό 3 της εν λόγω Διαταγής, εφόσον ζητείται η απόρριψη της εναρκτήριας, κυρίως Αίτησης. Η υπό εξέταση αίτηση δεν βασίζεται στο συγκεκριμένο θεσμό. Η παράλειψη αυτή και μόνο, είναι αρκετή για να απορριφθεί η υπό εξέταση αίτηση. Ακολουθώ την αυθεντία Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366, όπου αποφασίστηκε ότι είναι όρος απαράβατος της εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου η αναφορά στο άρθρο και το θεσμό που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, ως υποστήριξη της πιο πάνω θέσης. Λαμβάνω επίσης υπόψη την αυθεντία Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965. Θα προχωρήσω όμως στην εξέταση της αίτησης υπό το φως και του θεσμού 3, για σκοπούς ολοκλήρωσης της κρίσης του Δικαστηρίου. Ο θεσμός 3 της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Τι σημαίνει 'frivolous or vexatious'; Στο Αγγλικό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 145: "a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense. Thus, a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possibly succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or when it can really lead to no possible good." Ο αντίστοιχος παλαιός Αγγλικός Θεσμός είναι το Order 25 rule 4, το οποίο είναι πανομοιότυπο με τον θεσμό 3. Παραπέμπω στις διαφωτιστικές υποσημειώσεις για το rule 4, από το Annual Practice 1958, σελίδα 574 έως 576 και κρίνω ότι: πρώτον [3] το rule 4, και κατ' αναλογίαν, ο θεσμός 3 της Διαταγής 27, εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που καμία τροποποίηση δε σώζει το δικόγραφο, το περιεχόμενο του είναι πέραν πάσης δικονομικής θεραπείας, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Σε σχέση με το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην υποσημείωση που παραθέτω, και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της, σημειώνω ότι, στο 'Άριστον Αγγλοελληνικόν Λεξικόν' των Γιαννακόπουλου και Σιαρένου, στη λέξη 'demurrable' δίδεται η ερμηνεία 'που υπόκειται εις ένστασιν'. Στρεφόμενη στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή, ως ήταν τότε, κ. Πική στην αυθεντία In re Pelmako Development Ltd.,
(1991)Α.Α.Δ. 246, στη σελίδα 253: «. η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. η επίκληση της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς». Από τη σελίδα 255 της ιδίας αυθεντίας: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο». Βλέπετε ακόμα σχετικά τις αυθεντίες Δημοκρατία v. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704 και Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.S. κ.ά. v. Πλοίου Marwa M κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1159. Δεύτερον, η διαπίστωση της ύπαρξης λόγων για διαγραφή δικογράφου ανάγεται κατά κύριο λόγο, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε σχετικά την In re Pelmako Development Ltd., πιο πάνω, στη σελίδα 257). Τρίτον [4], το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου αντί της έκδοσης απόφασης χωρίς να ακούσει μαρτυρία εκατέρωθεν, όπου φαίνεται ότι στοιχειοθετείται η θέση πως το δικόγραφο είναι επιπόλαιο και δεν αποκαλύπτει υπεράσπιση. Μνεία στην ευχέρεια αυτή, γίνεται στην αυθεντία Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, στη σελίδα 1327. Ακόμα, στη σελίδα 1326: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής, που όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Στην Αγγλική αυθεντία Steeds and Another v. Steeds and Another, 22 Q.B.D. 537, στα πλαίσια αίτησης για τη διαγραφή δικογράφου ως μη συνιστών υπεράσπιση, το Δικαστήριο διέταξε την τροποποίηση του. Το ίδιο διετάχθη και στην αυθεντία Griffiths v. London and St. Katharine Docks Company, 13 Q.B.D.
- Στη σελίδα 542 της απόφασης του Δικαστή Wills από την πρώτη αυθεντία πιο πάνω: "We think, therefore, that we cannot strike out this defence as we are invited to do. It seems to us that it must be good for a part of the claim at all events. But we think the statement of defence defective, and that Mr. Bullen ought to amend by a further statement of the material facts, and our order is that the statement of defence be amended accordingly, and if that be not done within ten days, the plaintiff be at liberty to sign judgment for half the amount claimed." Είναι η κρίση μου ότι, ούτε με βάση το θεσμό 3 δυνατόν να επιτύχει η υπό εξέταση αίτηση. Απόφαση: Η υπό εξέταση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Αιτητών 1 και 2 στην κυρίως Αίτηση και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 στην κυρίως Αίτηση, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €10.000 - €50.
- (Υπ.) Λ.Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such order therein as may be just.» [3] "Scope of this Rule. It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule . If there is a point of law which requires serious discussion, an objection should be taken on the pleadings, and the point set down for argument under r. 2... The powers conferred by r. 4 will only be exercised where the case is beyond doubt. A pleading will not be struck out under this Rule 'unless it is not only demurrable but something worse than demurrable' i.e., such that no legitimate amendment can save it from being demurrable (per Chitty, J., in Rep. Of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. 496; and see Dadwell v. Jacobs, 34 Ch. D. 278; Worthington v. Belton, 18 T.L. R. 438)." [4] White Book, σελίδα 576: "Amendment.- The Court will generally give leave to amend a defect in pleading rather than give judgment in ignorance of facts which ought to be known before rights are definitely decided (Steeds v. S., 22 Q.B.D. p. 542; and see Reid v. Hooley, 13 T.L.R. 398; Edwards v. Pneumatic Tyre Co., 16 T.L.R. 309; Thornhill v. Weeks, [1913] 1 Ch. 438). Leave was given to amend after an argument under this Rule in Griffiths v. London and St. K. Docks Co., 13 Q. B. D. p. 261, n.
(2). But unless there is reason to suppose that the case can be improved by amendment, leave will not be given (Hubbuck v. Wilkinson, [1899] 1 Q.B. p. 94, C.A.)". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο