← Κύπρος

ΑΒΡΑΑΜ ΔΙΣΠΥΡΟΥ ν. IOANNIS N. PATSALIDES GENERAL ENTERPRISES LTD, Αίτηση Αρ. Κ1/2017, 5/12/2017

ΑΒΡΑΑΜ ΔΙΣΠΥΡΟΥ ν. IOANNIS N. PATSALIDES GENERAL ENTERPRISES LTD, Αίτηση Αρ. Κ1/2017, 5/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2017:9 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ1/2017 Μεταξύ׃ ΑΒΡΑΑΜ ΔΙΣΠΥΡΟΥ, από τη Ξυλοφάγου Αιτητή -και- IOANNIS N. PATSALIDES GENERAL ENTERPRISES LTD, από την Αγία Νάπα Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 26/09/2017 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 05.12.2017 Για τους Αιτητές: κ. Γ. Χατζηπέτρου μαζί με κα Χ. Χριστοφή Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κος Χ. Κυριακίδης μαζί με κα Χ. Θεοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η I. Η ΑΙΤΗΣΗ Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 26/09/2017, η οποία στην πορεία κατέστη δια κλήσεως, ο Αιτητής αξιώνει, επί λέξη, τα πιο κάτω προσωρινά διατάγματα: «

  1. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την καθ΄ης η αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και/ή αρχή από του να προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή μετατροπές και/ή τροποποιήσεις και/ή από του να ανεγείρει και/ή να κατεδαφίσει και/ή να επηρεάσει την προτέρα κατάσταση (status quo) του εστιατορίου και/ή υποστατικού επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/4733, σχέδιο 2-287-373 τμήμα 5, τεμάχιο 466, τμήμα 5, στην Αγία Νάπα, μέχρι την τελική εκδίκαση της ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  2. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την καθ΄ ης η αίτηση Εταιρεία και/ή τους αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους της και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο από του να μεταβιβάσει και/ή πωλήσει και/ή ενοικιάσει και/ή εκχωρήσει το εστιατόριο και/ή υποστατικό επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/4733, σχέδιο 2-287-373, τμήμα 5, τεμάχιο 466, τμήμα 5, στην Αγία Νάπα, σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και/ή πρόσωπα και/ή αρχές και/ή διάταγμα που να κηρύττει άκυρη την οποιαδήποτε πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή ενοικίαση και/ή εκχώρηση του ως άνω εστιατορίου και/ή υποστατικού επί του ως άνω ακινήτου, μέχρι την τελική εκδίκαση της ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  3. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την καθ΄ ης η αίτηση Εταιρεία και/ή τους αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους της και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο από του να δημοσιεύει και/ή κοινοποιεί και/ή να αναρτά τις οποιεσδήποτε προσφορές και/ή διαφημίσεις και/ή πινακίδες και/ή αγγελίες για σκοπούς πώλησης και/ή ενοικίασης και/ή εκχώρησης και/ή μεταβίβασης του εστιατορίου και/ή υποστατικού επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/4733, σχέδιο 2-287-373 τμήμα 5, τεμάχιο 466, τμήμα 5, στην Αγία Νάπα, μέχρι την τελική εκδίκαση της ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. » Η νομική βάση της αίτησής του εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.40 θ.11, 15 Δ.42 Δ.39, Δ.48 θ. 1-9, Δ.64 των Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, στα άρθρα 31, 32, και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ως επίσης και στον κανονισμό 7 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του
  4. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό αναφορά αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Αντώνη Δίσπυρου. Το απαύγασμα των ισχυρισμών του εν λόγω ενόρκως δηλούντα εντοπίζεται κυρίως στις παρ. 7, 8, 9, 15, 19 έως 21 της ένορκης δήλωσής του. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, με ιδιαίτερη αναφορά στην «πρωτάκουστη αμέλεια» που επέδειξαν οι προηγούμενοι δικηγόροι του πατέρα του, οι οποίοι δεν καταχώρησαν εμπρόθεσμα Απάντηση με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον του πατέρα του. Αναφέρει ακόμα ότι η απόφαση έχει εκδοθεί συνεπεία ψευδών παραστάσεων των Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής: «οι Καθ' ων»). Ως προς την επιδιωκόμενη προσωρινή προστασία που αναζητεί, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο έχει διατεθεί προς πώληση, γεγονός που πιθανόν να προκαλέσει την κατεδάφισή του, και ότι είναι απολύτως αναγκαίο όπως διατηρηθεί το «status quo» που υπήρχε πριν την ανάκτηση της κατοχής που έγινε από τους Καθ' ων. Το γεγονός ότι η κατοχή έχει ήδη απωλεσθεί από τον Αιτητή, προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής του. Όσον αφορά το χρόνο υποβολής του παρόντος αιτήματος, σχετική είναι η παρ. 7 της ένορκης δήλωσής του η οποία, αναφέρει ότι: « πριν 3 μέρες στενό έμπιστο συγγενικό μας πρόσωπο με πληροφόρησε ότι το ακίνητο επί του οποίου ευρίσκεται το εστιατόριο έχει προσφερθεί προς πώληση [...] » II. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Οι Καθ' ων ενίστανται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και προς τούτο καταχώρησαν σχετική Ένσταση ημερομηνίας 23/10/2017 προβάλλοντας 18 λόγους Ένστασης. Επίκεντρο της Ένστασης είναι η μη αποκάλυψη καλής βάσης και/ή πιθανότητας επιτυχίας της Κυρίως Αίτησης (4ος Λόγος Ένστασης), η μη ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημίας ( 5,ος 6ος και 7ος Λόγος Ένστασης), η απόκρυψη από το Δικαστήριο ουσιωδών γεγονότων (8ος Λόγος Ένστασης) ως επίσης τίθενται και δικονομικά ζητήματα που σχετίζονται με την πληρότητα και την εγκυρότητα της επίδικης αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Η Ένταση υποστηρίζεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών των Καθ' ων κ. Κορνήλιου Νικόλα, ο οποίος αρνείται τις αιτούμενες θεραπείες και αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης όπως το κατανοεί, αντικρούει την ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Δίσπυρου και προβαίνει σε εισηγήσεις σχετικές με τα όσα αναγράφονται στους λόγους ένστασης υποστηρίζοντας, εν ολίγοις, ότι δεν υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης, ούτε ανεπανόρθωτη ζημιά για τον Αιτητή. Αντιθέτως, όπως ισχυρίζεται, υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση και κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του Αιτητή. Αναφέρει ακόμα ότι η κατοχή του επίδικου υποστατικού έχει ανακτηθεί από τους Καθ' ων και ότι ο Αιτητής δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Σε πιο αναλυτικό σχολιασμό των εκατέρωθεν θέσεων, εφόσον κρίνω σκόπιμο, θα προβώ στη συνέχεια. Προέχει, για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης, η παράθεση ενός σύντομου ιστορικού, το οποίο προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, ως επίσης, και από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα με βάση τις προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. III. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Στις 19/6/2016, οι Καθ' ων στην παρούσα Αίτηση καταχώρησαν την Αίτηση αρ. Ε8/16 εναντίον του Αιτητή, αξιώνοντας ανάκτηση κατοχής και δεδουλευμένα ενοίκια €99.098,80 πλέον ενδιάμεσα οφέλη εκ €3.471,20 μηνιαίως, πλέον διάταγμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού, το οποίο είναι ένα εστιατόριο που βρίσκεται στην Αγία Νάπα. Στις 13/09/2016, ο Αιτητής, μέσω των προηγούμενων δικηγόρων του, καταχώρησε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου επιστολή με την οποία εξέφραζε την πρόθεσή του να εμφανιστεί στη διαδικασία, πλην όμως, δεν καταχώρησε την προβλεπόμενη Απάντηση εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των 14 ημερών, που καθορίζεται στον κανονισμό 8 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. Στις 20/10/2016, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των Καθ' ων στην παρούσα Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, διατάσσοντας την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού, πλέον το ποσό των €92.264,40 για ενοίκια για την περίοδο από Αύγουστο 2014 έως Οκτώβριο 2016, πλέον νόμιμο τόκο προς 4% ετησίως από 19/08/2016, πλέον το ποσό των €3.417.20 μηνιαίως ως αποζημιώσεις ή/και ενδιάμεσα οφέλη από την 01/09/2016 μέχρι εκκενώσεως και παραδόσεως κενής και ελεύθερης κατοχής του Υποστατικού. Στις 28/11/2016, εκδόθηκε διάταγμα Ανάκτησης Κατοχής του επίδικου υποστατικού. Την ίδια μέρα, ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης με αρ. Κ10/
  5. Επίσης, καταχώρησε μονομερή αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης παραμερισμού Κ10/16, η οποία στην πορεία κατέστη δια κλήσεως. Στις 19/12/2016, ο Αιτητής με νέα μονομερή αίτηση ζήτησε από το Δικαστήριο την αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής που είχε εκδοθεί στις 28/11/2016, μέχρι την εκδίκαση της αναφερόμενης αίτησης παραμερισμού Κ10/
  6. Στις 26/01/2017, οι υφιστάμενοι δικηγόροι του Αιτητή, μετά από άδεια του Δικαστήριου απέσυραν άνευ βλάβης τόσο την κυρίως αίτηση αρ. Κ10/16 ημερομηνίας 28/11/2016, όσο και τις δύο μονομερείς αιτήσεις ημερομηνίας 28/11/2016 και 19/12/
  7. Στις 02/02/2017, καταχωρήθηκε η παρούσα κυρίως Αίτηση παραμερισμού. Επιχειρήθηκε εκ νέου μονομερώς και ανεπιτυχώς η αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής και η αναστολή της εκτέλεσης της Απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού. Η απόφαση του Δικαστηρίου να διατάξει την επίδοση της μονομερούς αίτησης, ήταν ζήτημα που απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην προνομιακή του Δικαιοδοσία, επικροτώντας την πρωτόδικη προσέγγιση. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 02/02/2017, εκτελέστηκε το διάταγμα ανάκτησης της κατοχής του υποστατικού και οι Καθ' ων ανέκτησαν την κατοχή αυτού. Στις 03/03/2017, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής εκτέλεσης ημερ. 02/02/
  8. Στις 23/09/2017, ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία, κατόπιν σχετικών οδηγιών, επιδόθηκε στην άλλη πλευρά. ΙV. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έλαβαν χώρα την 03/11/2017, οπότε το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Είχα σχετικά την ευκαιρία να αναγνώσω τα εμπεριστατωμένα γραπτά κείμενα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, ως επίσης, έχω ακούσει με προσοχή τους ευπαίδευτους συνηγόρους κατά τις επιπρόσθετες προφορικές τους αγορεύσεις. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. V. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει διηνεκή και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/16).[1] Όπως προκύπτει από το υπό αναφορά άρθρο θα πρέπει σωρευτικά, να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  9. Να υπάρχει σοβαρό προς εκδίκαση ζήτημα.
  10. Ο Αιτών το προσωρινό διάταγμα να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη κυρίως διαδικασία.
  11. Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης[2] (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει συναφώς να καταδειχθεί, μικρή έστω, πλην όμως ορατή, πιθανότητα επιτυχίας στη κυρίως διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού.[3] Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτών το προσωρινό διάταγμα και, σε περίπτωση έγερσης από την άλλη πλευρά αντίθετων ισχυρισμών, για να το αποσείσει οφείλει να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης.[4] Στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[5] Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, χωρίς όμως να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και αποφεύγοντας τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της κυρίως δίκης. Δεν χρειάζεται δηλαδή η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του.[6] Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται προς την αγωγή δεν αποκλείεται,[7] παρόλο που τούτο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου, είναι ανεπαρκής.[8] Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει αποφασιστεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[9] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Ακόμα και αν πληρούνται οι τρείς προπαρατεθείσες θεσμικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια,[10] συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στους διαδίκους και σε τρίτα πρόσωπα, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τη καθυστέρηση, και τη διαφύλαξη του «status quo ante», δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου ξεκινούσε τις ενέργειες για τις οποίες παραπονείται ο αιτών. Όσον αφορά ιδιαίτερα το παρόν Δικαστήριο, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καθ' ύλην αρμοδιότητα[11], ενώ επιπροσθέτως, έγκριση διατάγματος τέτοιου είδους θα πρέπει να μην υπερβαίνει τη δικαιοδοσία[12] του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ενδεικτικά παραδείγματα διαταγμάτων που μπορούν να διαταχθούν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι τα ακόλουθα:[13] · διατάγματα που προβλέπονται στο Νόμο, ιδιαίτερα τα διηνεκή, · που υποχρεώνουν τον ενοικιαστή να τηρεί τους όρους του συμβολαίου του, όπως για παράδειγμα την παρεμπόδιση παράνομης υπενοικίασης, · που υποχρεώνουν ενοικιαστή να επιτρέψει στον ιδιοκτήτη να ασκήσει το δικαίωμα εισόδου για να επιδιορθώσει σοβαρή ζημιά. VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(1)Η 1η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα πληρούται. Με βάση το ενώπιον μου υλικό, το πρώτο συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι ότι η προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, πληρούται. Η παρούσα Αίτηση, σε συνάρτηση με τα όσα δικογραφούνται στην Κυρίως Αίτηση, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση, υπό την έννοια ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι επιπόλαιη και ενοχλητική.[14]
(2)Δεν πληρούται η 2η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο όσον αφορά το ζήτημα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (α) Το νομικό εμπόδιο Αποτελεί μη αμφισβητήσιμο γεγονός ότι, η κατοχή του επίδικου υποστατικού έχει ήδη ανακτηθεί από τους Καθ' ων. Δεδομένης αυτής της εξέλιξης, θα πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί, κατά πόσον σε τούτο το στάδιο που ήδη έχει ανακτηθεί η κατοχή, το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, σε συνάρτηση με το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου επί του οποίου εδράζεται η Κυρίως Αίτηση Παραμερισμού. Διότι, εάν ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται πλέον να αναζητεί την επιστροφή της κατοχής, κατά μείζονα λόγο, δεν δικαιούται προσωρινή προστασία που να απαγορεύει στους Καθ' ων να εκμεταλλευθούν, με όποιον τρόπο επιθυμούν, την περιουσία τους. Με άλλα λόγια, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου παρέχει νομιμοποιητικό έρεισμα στον Αιτητή να αξιώνει την επιστροφή σε αυτόν της κατοχής, όταν στο μεσοδιάστημα την έχει απωλέσει. Η απάντηση είναι ξεκάθαρα αρνητική. Το εν λόγω άρθρο 6 αφορά τις περιπτώσεις που αξιώνεται αναθεώρηση ή ακύρωση του διατάγματος πριν την απώλεια της κατοχής του υποστατικού από τον θέσμιο ενοικιαστή. Εφόσον επισυμβεί η υλοποίηση της έξωσης με βάση τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, το μόνο δικαίωμα που παραμένει στον πρώην ενοικιαστή, είναι το δικαίωμα σε αποζημιώσεις, με βάση το άρθρο 15. Η αυθεντία Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679 δεν αφήνει περιθώρια για οποιανδήποτε διαφορετική ερμηνεία. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Η απόφαση αυτή που ακύρωσε το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής, είναι το αντικείμενο της παρούσας έφεσης. Το άρθρο 6(β) του Ν. 23/83, πάνω στο οποίο βασίστηκε η αίτηση του εφεσίβλητου για ακύρωση του Διατάγματος ανάκτησης κατοχής, αναφέρει τα ακόλουθα: [...] Το άρθρο αυτό καλύπτει την περίπτωση που επιζητείται αναθεώρηση ή τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής ενώ ακόμα ο ενοικιαστής κατέχει το μίσθιο, οπότε ακυρωνόμενο το διάταγμα δεν υπάρχει πρόνοια για πληρωμή αποζημιώσεων, γιατί ο ενοικιαστής βρίσκεται ακόμα στο μίσθιο. Όταν όμως υλοποιηθεί η έξωση και επιδιώκεται αποζημίωση για ζημιά που υπέστη ο ενοικιαστής λόγω της έξωσης, τότε πρέπει να γίνει επίκληση του άρθρου 15, » Είχα την ευκαιρία κατά την ακροαματική διαδικασία που προηγήθηκε να συζητήσω ακριβώς τούτο το σημείο με τους δικηγόρους του Αιτητή, ζητώντας όπως με καθοδηγήσουν με νομολογία που να έχει επιτρέψει την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, όταν έχει ανακτηθεί η κατοχή του υποστατικού από τους ιδιοκτήτες. Επ' αυτού με παρέπεμψαν στην απόφαση του Δ. Ε. Ε. Λεμεσού στη Αίτηση αρ. Κ33/2012 ημερ. 25/05/2012, η οποία, όμως, διαπιστώνω πως διαφέρει ουσιωδώς από την παρούσα υπόθεση διότι σε εκείνη την υπόθεση ο ενοικιαστής διατηρούσε ακόμα την κατοχή του μισθίου και ως εκ τούτου μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 6 του Νόμου. (β) Το ουσιαστικό εμπόδιο (η αμέλεια των προηγούμενων δικηγόρων και οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις) Πέραν όμως των πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι η θεμελίωση της κυρίως Αίτησης στηρίζεται σε ουσιαστικό υπόβαθρο το οποίο δεν με έχει ικανοποιήσει ότι έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας. (ι) Η επικαλούμενη αμέλεια των προηγούμενων δικηγόρων Η επικαλούμενη αμέλεια των προηγούμενων δικηγόρων ήταν το δεύτερο ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Δηλαδή το κατά πόσο η περιγραφόμενη στην κυρίως Αίτηση «πρωτάκουστη αμέλεια» που επέδειξαν οι προηγούμενοι δικηγόροι του Αιτητή (οι οποίοι κατηγορούνται ότι δεν καταχώρησαν εμπρόθεσμα Απάντηση με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον του) συνιστά λόγο παραμερισμού της δικαστικής απόφασης. Ο κ. Χατζηπέτρου δεν διαφώνησε με τον προβληματισμό του Δικαστηρίου, εντούτοις, εισηγήθηκε ότι, το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπισθεί σφαιρικά σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους λόγους που προβάλλονται στην Κυρίως Αίτηση Παραμερισμού που σχετίζονται με τον τερματισμό της ενοικίασης και σε ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις της πλευράς των ιδιοκτητών. Ως προς το πρώτο ζήτημα της αμέλειας του προηγούμενου δικηγόρου, σημειώνω τα εξής. Ο δικηγόρος, εκ της φύσεως του επαγγέλματος του, ταυτίζεται με τον πελάτη του, αφού ενεργεί ως αντιπρόσωπός[15] του. Η έκταση της εξουσίας ενός δικηγόρου είναι αρκετά ευρεία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας όχι μόνο να προβαίνει σε δηλώσεις, στο πλαίσιο της δίκης που δεσμεύουν τον πελάτη του,[16] αλλά ακόμα και να συμβιβάζει την υπόθεση του εντολέα του.[17] Επιπροσθέτως, οι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει μέσω του δικηγόρου του προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορούν να οδηγήσουν μέχρι και στη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος[18] εναντίον του. Με βάση τις αναφερόμενες επί του θέματος αρχές, δεν έχω πεισθεί ότι υφίσταται νομικό υπόβαθρο επί το οποίου μπορεί να θεμελιωθεί ο διαχωρισμός του διαδίκου από τον ίδιο τον δικηγόρο του, με τρόπο μάλιστα που να απαλλάσσεται ολωσδιόλου ο διάδικος από τις πράξεις και παραλείψεις του δικηγόρου του και να δικαιολογείται ο παραμερισμός μιας δικαστικής απόφασης με βάση το άρθρο 6(δ) του Νόμου, το οποίο προϋποθέτει για την αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος όπως η μη εμφάνιση του καθ' ου η αίτηση να μην οφείλεται «εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλεια εκ μέρους του». Εξάλλου, η έννοια της «έκδηλα ανίκανης δικηγορίας»[19] (fragrantly incompentent advocacy), αποτελεί λόγο έφεσης που αφορά ποινικές υποθέσεις και όχι λόγο παραμερισμού εντός του σαφώς προσδιορισμένου πλαισίου που πραγματεύεται το εν λόγω άρθρο. Τούτο το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ούτε ως Εφετείο του εαυτού του, ούτε βεβαίως να ασχοληθεί με διαφορές που σχετίζονται με τυχόν επαγγελματική αμέλεια μεταξύ δικηγόρου - πελάτη.[20] (ii) Οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις εις βάρος του Καθ' ου και τα εγειρόμενα ζητήματα ως προς τον τερματισμό της ενοικίασης. Ως προς το δεύτερο ζήτημα, δηλαδή των ζητημάτων που σχετίζονται με τον τερματισμό της ενοικίασης και τις ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις της πλευράς των ιδιοκτητών, παρατηρώ ότι και επ' αυτών των θεμάτων που ισχυρίζεται ο Αιτητής, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, στέρεο υπόβαθρο γεγονότων και τεκμηρίων που να μου επιτρέπουν να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, δεδομένου ότι, έχω από την αντίθετη πλευρά μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Κατ' αρχάς, όσον αφορά τα ζητήματα που πραγματεύονται τον τερματισμό της ενοικίασης, πρώτον, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Αιτητής είναι θέσμιος ενοικιαστής. Δεύτερον, δεν έχει αποδείξει ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου κατά την έκδοση της εναντίον του απόφασης. Ως εκ τούτου, το όλο θέμα τελειώνει εδώ. Σημειώνω ότι, όμοιο ζήτημα είχε τεθεί και στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομ. 02/02/2017 για αναστολή εκτέλεσης, δίχως να πεισθεί τότε το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα μονομερώς. Σχετικές είναι οι σελ. 2 και 3 του πρακτικού του Δικαστηρίου ίδιας ημερομηνίας (επισυνάπτεται και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 στην ένσταση των Καθ' ων). Όσον αφορά δε τους ισχυρισμούς περί ψευδών παραστάσεων, στο μέτρο που αυτοί σχετίζονται με την επικαλούμενη παραπλάνηση του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση υπέρ των Καθ' ων για ποσό πολύ μεγαλύτερο από το πραγματικά οφειλόμενο, παρατηρώ ότι, όσα διατείνεται ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 19(iii) της ένορκης του δήλωσης εξαντλούνται σε γενικότητες και δεν ενισχύονται από οποιανδήποτε τεκμήρια, όπως για παράδειγμα αποδείξεις πληρωμής. Με δεδομένο ότι η πλευρά των Καθ' ων αμφισβητεί εντόνως τούτους τους ισχυρισμούς (πχ. παρ. 20.10. 2 και 20.10.3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση) κρίνω ότι, δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε ενδείξεις που να μου επιτρέπουν να προβώ σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα υπέρ της θέσης του Αιτητή, ο οποίος έφερε το αντίστοιχο βάρος απόδειξης, καθότι η προβολή ενός ισχυρισμού δεν είναι αρκετή για την επιβεβαίωσή του. Κατά συνέπεια, είναι διαπίστωσή μου ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος που του αναλογεί ως προς την παροχή επαρκών ενδείξεων προς στοιχειοθέτηση του αιτήματός του.
(2)Δεν πληρούται ούτε η 3η προϋπόθεση Επί τούτου του ζητήματος, οι δικηγόροι του Αιτητή επικέντρωσαν την επιχειρηματολογία τους στην επικείμενη πώληση και κατεδάφιση του κτηρίου, γεγονός που θα καταστήσει το όλο ζήτημα της επιστροφής της κατοχής στον ενοικιαστή, άνευ αντικειμένου. Έχω προηγουμένως εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους, πλέον, ο πρώην ενοικιαστής δεν δικαιούται σε επιστροφή της κατοχής. Ως εκ τούτου, συμφωνώντας με την εισήγηση των δικηγόρων των Καθ' ων, διαπιστώνω ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεία που στοιχειοθετούν πως αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό την έννοια της χρηματικής αποζημίωσης του Αιτητή που πιθανόν να επιδικαστεί υπέρ του, στο πλαίσιο της Κυρίως Αίτησης. Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Αιτητής πλέον μπορεί, εφόσον τούτο το επιτρέπει το δικόγραφό του, να αξιώνει μόνο αποζημιώσεις από τους Καθ' ων. Κατά συνεπεία, όφειλε να καταδείξει προς το Δικαστήριο ότι οι Καθ' ων είναι αφερέγγυοι και ότι η δέσμευση της υπό αναφορά περιουσίας είναι ο μοναδικός πρόσφορος τρόπος να ικανοποιηθεί σε περίπτωση επιτυχίας της κυρίως Αίτησης. Επ' αυτού όμως, δεν έχει παρουσιάσει οποιανδήποτε μαρτυρία. Κατά συνέπεια, παρόλο που είναι παραδεκτό γεγονός ότι οι Καθ' ων έχουν προσπαθήσει να πωλήσουν το υποστατικό με τη δημοσίευση στον τύπο σχετικής αγγελίας, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 ένορκης δήλωσης Αιτητή), αυτό που δεν έχει καταδειχθεί είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η ενδεχόμενη αποξένωση του επίδικου υποστατικού ως προς το δικαίωμα αποζημίωσης του Αιτητή.
(3)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ των Καθ' ων. Υπάρχει τέλος και το γενικότερο ζήτημα που συναρτάται με την αναλογικότητα των επιδιωκόμενων διαταγμάτων προς τον σκοπό που επιδιώκεται επί της κυρίως Αίτησης. Η διατύπωση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι τέτοιας έκτασης και δραστικότητας που, στο ισοζύγιο της ευχέρειας, ακόμα και αν πληρούνταν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις, το Δικαστήριο δεν θα ήταν πρόθυμο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της παρούσας αίτησης. Σταθμίζοντας τα όποια πιθανά δικαιώματα του Αιτητή από την ενδεχόμενη επιτυχία της κυρίως Αίτησης, με το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα των Καθ΄ ων στην ιδιοκτησία τους όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 23.1 του Συντάγματος, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ιδίως του γεγονότος ότι μέχρι σήμερα συνεχίζει να οφείλεται ένα πολύ μεγάλο ποσό έναντι των οφειλόμενων ενοικίων, η πλάστιγγα γέρνει σαφώς υπέρ των Καθ' ων. VII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα Αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, η Ένσταση επιτυγχάνει, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της εκδοθείσας απόφασης ήτοι σε κλίμακα €50.000, - €100.000 πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Άρθρο 32: (Απαγορευτικά διατάγματα και παραλήπται)
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1),δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος, και εάν τοιαύτη αγωγή έχει ήδη εγερθεί το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» [2] Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782. [3] Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν Χρ. Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [4] Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [5] Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [6] P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802. [7] Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 Χ. Κουνουνά ν. C. & A. SIMONOS LTD,
(2002)1Β Α.Α.Δ 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου Π.Ε.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 228. [8] Κιτρομηλίδου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165. [9] Κυρίσαββα κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ 1245. [10] Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ 788. [11] Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 CLR
  1. [12] Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D42, Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.
  2. [13] Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 10: Διατάγματα σε διάφορους τομείς δικαίου, Β. Ενοικιοστάσιο»,σελ.
  3. [14] American Cyanamid Co v. Ethicon [1975] 1 ALL ER 504 HL. [15] Αναφορικά με την Η. Ε. Δικηγόρο
(2004)1Α Α.Α.Δ 254. [16] Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 556. [17] In Re Charalambous
(1985)1 C.L.R. 746, 748. [18] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ετ. Τεχνικών Έργων Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, 95. [19]Μεταξύ άλλων: Β. Βύρωνος ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ 275. [20] Beaumont και άλλος ν. Παπακλεοβούλου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 525. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.