Δήμος Γαλατάκης Λτδ υπό διαχείριση και υπό εκκαθάριση ν. Marpapol Management Ltd κ.α., Αίτηση Αρ.: Κ2/16, 23/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2018:11 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ/ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Κ2/16 Μεταξύ: Δήμος Γαλατάκης Λτδ υπό διαχείριση και υπό εκκαθάριση Αιτητών Και
- Marpapol Management Ltd
- Ιωσήφ Κόκκινου ως εκκαθαριστή της εταιρείας Δήμος Γαλατάκης Λτδ Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για διαγραφή 23.3.2018 Για τους Αιτητές - Καθ' ων η Αίτηση 1 στην κυρίως Αίτηση: κα. Χρ. Ιωαννίδου Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Αιτητές στην κυρίως Αίτηση: κ. Μιχ. Φιλίππου για κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 16.3.2017, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «οι Καθ' ων η Αίτηση») εξαιτούνται Απόφασης και/ή Διατάγματος του Δικαστηρίου για διαγραφή της Αιτήσεως των Αιτητών ημερομηνίας 11.1.2016, ως μη περικλείουσας λογική βάση αγωγής, στερούμενης Νομικού και πραγματικού ερείσματος, αποτελούσας εμφανή κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και τείνουσας να καθυστερήσει τη δίκαιη εκτέλεση του εκ συμφώνου Διατάγματος του Δικαστηρίου στην Αίτηση Ε216/
- Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θθ.1, 2 και 3 και Δ.48 θθ.1-9, στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, Κ.11(α), στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983 (Ν.23/83)ως αυτός τροποποιήθηκε και στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, άρθρα 217, 218, 220, 228, 233
(1)(α)-(γ), 263, 268, 286
(1)(β). Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Παυλάκη Πολυκάρπου. Ο κ. Πολυκάρπου λέγει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση 1 και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και παρά του ετέρου διευθυντή να προβεί στη δήλωση του, τα γεγονότα της οποίας γνωρίζει καλά. Τυγχάνει νομικής συμβουλής, η Αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 11.1.2016 (κυρίως Αίτηση), στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη και αποτελεί εμφανή κατάχρηση της διαδικασίας του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η Αίτηση των Αιτητών, της οποίας επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία την υποστηρίζει. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων. Επιπρόσθετα, επειδή οι Αιτητές στην κυρίως Αίτηση είναι ανύπαρκτοι, με ανύπαρκτο τίτλο διαδίκων, παρέχεται, σύμφωνα με την Νομολογία, η δυνατότητα διαγραφής της Αίτησης τους, σύμφωνα με την Δ.27 θθ.1, 2 και
- Οι Αιτητές δεν εδικαιούντο νομικά να χρησιμοποιήσουν τον τίτλο της Αίτησης ως έχει, καθότι διορίσθηκε εκκαθαριστής από το 2013 δυνάμει Ψηφίσματος Εκούσιας Εκκαθάρισης από τα μέλη και ως εκ τούτου, η εταιρεία εκπροσωπείται μόνο μέσω του Εκκαθαριστή και όχι από τον Παραλήπτη Διαχειριστή. Ο τίτλος της Αίτησης έπρεπε να ήταν ο εξής: «ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΣ ΤΜΗΜΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αίτησης Κ2/ 2016 Μεταξύ: Μάριου Κοσμά, παραλήπτη - διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας Δήμος Γαλατάκης Λτδ Αιτητού Και
- Marpapol Management Ltd
- Ιωσήφ Κόκκινος ως εκκαθαριστής της εταιρίας Δήμος Γαλατάκης Λτδ Καθ' ων η Αίτηση» Ο αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 και όχι οι Αιτητές, δηλαδή η εταιρεία η οποία είναι υπό εκούσια εκκαθάριση, ενάγει τον εκκαθαριστή ο οποίος την αντιπροσωπεύει και την εκπροσωπεί σε κάθε δικαστική διαδικασία, πράγμα απαράδεκτο. Σε κάθε περίπτωση, η τροποποίηση τίτλου λόγω διαχείρισης δεν υφίσταται, ενώ η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο δεν δύναται να εκπροσωπείται με όνομα που να περιέχει δύο ιδιότητες εκ των οποίων η μια «Δήμος Γαλατάκης Λτδ υπό διαχείριση και υπό εκκαθάριση - Αιτητές», η οποία εν πάση περιπτώσει, δεν υφίσταται με τέτοιο όνομα, να ενάγουν τους εαυτούς τους ως «Ιωσήφ Κόκκινος εκκαθαριστής της εταιρίας Δήμος Γαλατάκης Λτδ - Καθ' ου η αίτηση 2». Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι, το άρθρο 220 του Κεφ.113, δεν έχει καμία εφαρμογή στις περιπτώσεις εκούσιας εκκαθάρισης ή διαχείρισης, παρά μόνο όταν εκδοθεί Διάταγμα Εκκαθάρισης ή διοριστεί Προσωρινός Εκκαθαριστής από το Δικαστήριο Εκκαθάρισης και ως εκ τούτου, δεν ανεστάλη καμία διαδικασία, ώστε να απαιτείται άδεια για συνέχιση, ενώ οι πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου εφαρμόζονται μόνο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης, ως του μόνου αρμόδιου Δικαστηρίου να επιληφθεί διαδικασία άδειας για συνέχιση Αγωγής ή άλλης δικαστικής διαδικασίας σε περίπτωση εκκαθάρισης εταιρείας. Πρόκειται περί νομικού σφάλματος ως παρουσιάζεται στα αιτητικά της Αίτησης αλλά και στην ένορκο δήλωση των Αιτητών, παράγραφος 14 και παράγραφος Δ(ι)-(ν) υπό τίτλο «Λεπτομέρειες Ψευδών Παραστάσεων». Στην προκειμένη περίπτωση, δεν κέκτηται δικαιοδοσίας το παρόν Δικαστήριο, ούτε να αναστέλλει διαδικασία, ούτε να δώσει άδεια για συνέχιση ή εκτέλεση απόφασης του, κάτι που δικαιούτο να πράξει σε περίπτωση που προέκυπτε, μόνο το Δικαστήριο Εκκαθάρισης. Ως διαφαίνεται, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί τέτοιου τύπου αιτήσεως, αφού σε κάθε περίπτωση αυτό έπρεπε να γίνει στο Δικαστήριο Εκκαθάρισης, εάν υφίστατο εκκαθάριση υπό του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι, όταν η εταιρεία εκκαθαρίζεται εκούσια από τα μέλη, ισχύουν τα άρθρα 217 και 218 του περί Εταιρειών Νόμου, που απαγορεύουν την οποιαδήποτε κατάσχεση στα χέρια τρίτου, μεσεγγύηση, κατάσχεση ή εκτέλεση που αρχίζει εναντίον της περιουσίας ή αντικειμένων της εταιρείας, η οποία είναι εξ' ολοκλήρου άκυρη και ως εκ τούτου, το ένταλμα κατασχέσεως δεν μπορεί να εκτελεστεί. Ως εκ των ανωτέρω, η κυρίως Αίτηση είναι παντελώς ανυπόστατη και δεν αποκαλύπτει καλή βάση Αίτησης και θα πρέπει να παραμεριστεί ή διαγραφεί και κατ' επέκτασην, να απορριφθεί. Δεν πρόκειται περί αδύνατης υπόθεσης, αλλά όλως διόλου ανυπόστατης Αίτησης από κάθε πλευρά, εφόσον προαπαιτούμενο για να τύχει εξέτασης, έστω, από το Δικαστήριο, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, θα έπρεπε: α) Να υπήρχε ο προβλεπόμενος από τον Νόμο τίτλος στην Αίτηση και όχι η ίδια η Αιτήτρια εταιρεία να παρουσιάζεται ως ανύπαρκτος διάδικος και να ενάγει τον Εκκαθαριστή, ο οποίος νομίμως εκπροσωπεί αποκλειστικά την εταιρεία σε διαδικαστικές διαδικασίες. β) Σε υποθέσεις εκούσιας εκκαθάρισης ως η παρούσα, το άρθρο 220 του Κεφ.113 δεν έχει καμία εφαρμογή και αν είχε εφαρμογή, αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εκκαθάρισης. Αντ' αυτού, οι Αιτητές περιέλαβαν το άρθρο 220 ως βάση της Αίτησης των και μάλιστα, επικαλούμενοι προϋποθέσεις δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από τους Καθ' ων η Αίτηση 1, ενώ είναι οι ίδιοι που βρίσκονται σε πλάνη Νόμου και έχουν προσφύγει σε Δικαστήριο που στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί ενός τέτοιου αιτήματος. γ) Αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 και όχι η εταιρεία ή ο Διαχειριστής, η οποία εταιρεία, ενώ είναι υπό εκούσια εκκαθάριση και δεν νομιμοποιείται να εγείρει οποιαδήποτε Αγωγή ή διαδικασία, να ενάγει τον Εκκαθαριστή, που είναι ο μόνος που νομιμοποιείται να εγείρει οποιαδήποτε διαδικασία εκ μέρους της εταιρείας και ασφαλώς, ούτε και την Καθ' ης η Αίτηση 1 δύνανται να ενάγουν υπό τέτοια ιδιότητα και τίτλο. δ) Το ένταλμα κατασχέσεως δεν μπορεί να εκτελεστεί, λόγω των προνοιών των άρθρων 217 και 218 του περί Εταιρειών Νόμου. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1 καταχωρήθηκε την 26.5.2017 και αυτή βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 202, 203, 205, 208, 209, 211, 213
(1)και 214
(1)και
(2), 217, 218, 220, 337, 338, 340 έως 372 στους περί Εταιρειών Κανονισμούς (Εκκαθαρίσεις) 1933, Άρθρο 92, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς 1-12, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26, Δ.27 θθ.1-3, Δ.48 θθ.1, 2
(1), 2
(2), 3, 8 και 9, Δ.48 θ.4, στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος, στη σχετική Νομολογία, στις Αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι καταχρηστική και στοχεύει στην παρέλκυση της διαδικασίας.
- Η αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο που να επιτρέπει την διαγραφή και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της κυρίως αίτησης χωρίς να ακουστεί εκατέρωθεν μαρτυρία.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έχουν έννομο συμφέρον κατά τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 να προωθούν την εν τω τίτλω αίτηση και/ή σύμφωνα με την Αγγλική και/ή Κυπριακή Νομολογία ο Παραλήπτης και/ή Διαχειριστής της εταιρείας ενάγει στο όνομα αυτής.
- Η αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι ουσία και/ή νόμω αβάσιμη.
- Το άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου προνοεί ότι επιβάλλεται η λήψη άδειας του δικαστηρίου για συνέχιση ή έναρξη αγωγής σε διαδικασία εναντίον εταιρείας η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση κάτι που οι Αιτητές/ Καθ' ων η Αίτηση 1 παρέλειψαν να πράξουν.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν έχουν παρουσιάσει οιοδήποτε βάσιμο λόγο και/ή γεγονότα τα οποία να υποστηρίζουν το αίτημα τους.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας. Στάλως Παπουή. Η κα. Παπουή λέγει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια και είναι εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια εταιρεία να προβεί στη δήλωση της, αφού η ένσταση αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα. Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά εσφαλμένη και αναληθής. Η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 220 του Κεφ. 113, είναι σαφές και προνοεί ότι όταν έχει εκδοθεί Διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμία Αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας, εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατόν να επιβάλει. Η λήψη άδειας για άρση της αναστολής, μπορεί να εκδοθεί μόνο από το Δικαστήριο που εξέδωσε το Διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας. Στην υπό κρίση περίπτωση και μετά το διορισμό του εκκαθαριστή στις 19.6.2013, οι Καθ' ων η Αίτηση 1, χωρίς να εξασφαλίσουν τη σχετική άδεια, προχωρήσαν σε έκδοση απόφασης εναντίον της εταιρείας. Σύμφωνα με τα όσα παρουσίασαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1, συνιστά αναντίλεκτο γεγονός ότι δεν εξασφαλίστηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο η σχετική άδεια συνέχισης της διαδικασίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ισχυρίζονται ότι υπάρχει λάθος στον τίτλο της Αίτησης και/ή ότι η Αίτηση πάσχει, εξαιτίας της ύπαρξης εκκαθαριστή. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση διορισμού παραλήπτη και/ή διαχειριστή, οι εξουσίες και οι ενέργειες του εκκαθαριστή παγοποιούνται, μέχρι να εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο έγινε ο διορισμός του παραλήπτη και/ή διαχειριστή. Επιπρόσθετα, ο παραλήπτης ενάγει στο όνομα της εταιρείας, ως έχει συμβεί στην υπό κρίση περίπτωση και τα όσα διατείνονται οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στην υπό εξέταση αίτηση, στερούνται πραγματικού και νομικού ερείσματος. Επιπρόσθετα, τα άρθρα 217 και 218 του περί Εταιρειών Νόμου, στα οποία παραπέμπουν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 προς επίρρωση των ισχυρισμών τους, ουδεμία σχέση έχουν με την υπό κρίση υπόθεση και εν πάση περιπτώσει, ιδωμένα υπό την ορθή τους διάσταση, ενισχύουν την θέση των Αιτητών και όχι των Καθ' ων η Αίτηση
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν έχουν παρουσιάσει με την αίτηση τους οποιοδήποτε γεγονός ή νομικό ισχυρισμό ο οποίος να την υποστηρίζει, ενώ η αίτηση είναι προδήλως καταχρηστική και καταδικασμένη σε αποτυχία. Ιστορικό: Δικόγραφα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε την 11.1.2016 και μ' αυτήν οι Αιτητές εξαιτούνται ως ακολούθως: «
- Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των Αιτητών προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση 1 στις 17/6/15 στα πλαίσια της υπόθεσης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας με αρ. Ε216/
- Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εξεδόθη προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και εναντίον των Αιτητών στα πλαίσια της αίτησης Ε216/14 στις 17/6/15 μέχρι της εκδίκασης της παρούσης υπόθεσης και/ή αίτηση και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου.
- Οιανδήποτε περαιτέρω απόφαση ή διάταγμα ήθελε κρίνε ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Οι Αιτητές ενάγουν ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ενοικιάστρια ενός υποστατικού στη Λευκωσία. Δικογραφούν ότι την 20.2.2014, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, διόρισε τον Μάριο Κοσμά ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Αιτήτριας εταιρείας, υπό τους όρους ομολόγων κυμαινόμενων επιβαρύνσεων προς όφελος της τράπεζας. Ο διορισμός του κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον Έφορο Εταιρειών. Στις 21.2.2014, δικαστικός επιδότης, μετά από οδηγίες των δικηγόρων της Αιτήτριας εταιρείας, μετέβη στο γραφείο του κ. Ιωσήφ Κόκκινου για να του επιδώσει ειδοποίηση / κλήση της τράπεζας για άμεση αποπληρωμή των χρεών της εταιρείας, την ειδοποίηση διορισμού του Μάριου Κοσμά ως παραλήπτη και διαχειριστή τη εταιρείας και τη γνωστοποίηση προς τον κ. Κόκκινο του διορισμού του κ. Κοσμά. Οι Αιτητές δικογραφούν ότι ο κ. Μάριος Κοσμά έλαβε τον έλεγχο της εταιρείας δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος ημερομηνίας 17.12.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν καταχωρίσει την Αίτηση αρ. Ε216/14 με την οποία απαιτούσαν την παράδοση του ενοικιαζόμενου υποστατικού και την καταβολή ποσού ως καθυστερημένα ενοίκια και διαφυγόντα κέρδη. Το επίδικο υποστατικό παραδόθηκε από τον κ. Μάριο Κοσμά στην Καθ' ης η Αίτηση 1, στις 20.4.
- Την 17.6.2015 εκδόθηκε απόφαση χωρίς την εξουσιοδότηση του κ. Κοσμά, εκ συμφώνου, υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 1 και εναντίον της Αιτήτριας, στην παρουσία δικηγόρου που διορίστηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση
- Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η απόφαση εκδόθηκε συνεπεία ουσιώδους λάθους και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης από το Δικαστήριο ουσιωδών γεγονότων. Μεταξύ άλλων, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν εξασφάλισαν άδεια για συνέχιση της διαδικασίας εναντίον της Αιτήτριας, ως οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Την 21.9.2016, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 καταχώρησαν Απάντηση και Ανταπαίτηση. Με το δικόγραφο τους αποδέχθηκαν την ιδιότητα των Αιτητών, με την πρόσθεση ότι από την ημερομηνία που τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση η εταιρεία, ο εκκαθαριστής και στη συνέχεια ο Παραλήπτης / Διαχειριστής, συνέχισαν την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Ισχυρίζονται ότι η εκκαθάριση των Αιτητών είναι εκούσια, συνεπώς είναι σε θέση να εξοφλήσουν τα χρέη τους και ουδεμία ζημιά θα υποστούν αν εκτελεστεί η απόφαση στην Ε216/
- Τα οφειλόμενα ενοίκια για τα οποία εκδόθηκε απόφαση, προέκυψαν μετά που τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση η εταιρεία Δήμος Γαλατάκης Λτδ, λόγω της συνέχισης της ενοικίασης υπό του Εκκαθαριστή και του Διαχειριστή της εταιρείας και συνεπώς, οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για την καταβολή τους. Ο Διαχειριστής είχε προηγουμένως αναγνωρίσει την υποχρέωση του με βάση την Ε216/14, την εκκρεμότητα της οποία γνώριζε και ουδέν μέτρο παρέμβασης έλαβε, τουναντίον, όσον αφορά την οφειλή ενοικίων, παρέπεμπε στη διαδικασία αυτή. Οι Αιτητές καταχώρησαν Απάντηση στην Ανταπαίτηση των Καθ' ων η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1 την 10.10.
- Προσωρινό Διάταγμα: Την 11.1.2016, καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια μονομερής αίτηση με την οποία εξαιτείτο Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάζεται η αναστολή της εκτέλεσης της απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση 1 και εναντίον της Αιτήτριας στην Ε216/14 την 17/6/2015, μέχρι εκδίκασης της κυρίως Αίτησης. Το Δικαστήριο, αφού σημείωσε ότι έχει λάβει υπόψην ότι υπάρχει διαδικασία και ενώπιον άλλων Δικαστηρίων και ότι έχει μελετήσει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή υπ' αρ. 1398/14 ημερομηνίας 17.12.2014, εξέδωσε μονομερώς το προσωρινό Διάταγμα. Το Διάταγμα κατέστη απόλυτο την 25.1.
- Διαδικασία: Ακολουθήθηκε η Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με τους Καθ' ων η Αίτηση 1, οι οποίοι εν των μεταξύ, την 14.3.2017, άλλαξαν δικηγόρο. Ο δεύτερος δικηγόρος καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση και πριν την εκδίκαση της, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 άλλαξαν και πάλιν δικηγόρο, άλλες δύο φορές. Το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαίδευτους συνηγόρους σε αγορεύσεις την 7.2.2018 και επιφύλαξε την απόφαση του. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Διαταγή 19: Σχετική είναι η Διαταγή 19 θεσμός 26 [2] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αντίστοιχη παλαιά Αγγλική πρόνοια είναι η Order 19 rule 27, που είναι πανομοιότυπη. Καθοδηγητικές οι υποσημειώσεις στις σελίδες 477 - 479 του Annual Practice 1958, κάτω από το εν λόγω θεσμό. Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα [3]. Διαταγή 21: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται επίσης στο θεσμό 10 της Διαταγής 21 [4]. Ο αντίστοιχος παλαιός Αγγλικός θεσμός είναι το Order 21 rule 15 και είναι πανομοιότυπος. Βλέπετε πιο κάτω, στις υποσημειώσεις κάτω από το θεσμό στο Annual Practice 1958 [5]. Η βασική Κυπριακή αυθεντία είναι η υπόθεση Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 710, όπου στη σελίδα 714 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προκύπτει από το κείμενο της Δ.21 Θ.10 ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον. Η υπό εξέταση δικονομική διάταξη δεν καθορίζει τα κριτήρια τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Εξυπακούεται από τη φύση του κανόνα και του σκοπού που αποβλέπει να εξυπηρετήσει ότι η εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης που στην προκείμενη περίπτωση συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης. Η αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 Θ.10 είναι προσαρμοσμένη, αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. (Gray v. Webb [1882] 21 Ch. D., 802). Ανάλογες θέσεις υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.21 Θ.10 στην Said Galip v. Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R., 129.» και στη σελίδα 719: «Συνάγεται από τις πρόνοιες της Δ.21 Θ.10 και τη νομολογία ότι η διαπίστωση λόγων που δικαιολογούν τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης επαφίεται στο πρωτόδικο δικαστήριο. Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο. Παρόλο που η συνάφεια των επιδίκων θεμάτων της ανταπαίτησης μ' εκείνα της αγωγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση ανταπαίτησης η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα από τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης, λόγω της ασυνάφειας των επίδικων θεμάτων και ιδίως το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, συνιστά λόγο για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.» Είναι φανερόν ότι το υπό εξέταση αίτημα είναι άσχετο με τον εν λόγω θεσμό, εφόσον δεν αφορά τον αποκλεισμό της Ανταπαίτησης, αλλά τη διαγραφή της απαίτησης. Διαταγή 27: Οι θεσμοί 1 και 3 της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η υπό εξέταση αίτηση, προνοούν ως ακολούθως: «
(1)Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.» «
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Τι σημαίνει 'frivolous or vexatious'; Στο Αγγλικό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 145: "a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense. Thus, a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possibly succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or when it can really lead to no possible good." Οι αντίστοιχοι παλαιοί Αγγλικοί Θεσμοί είναι οι Order 25 rule 2 και Order 25 rule
- Το rule 2 είναι παρόμοιο με τον θεσμό 1 και το rule 4 είναι πανομοιότυπο με τον θεσμό
- Παραπέμπω στις διαφωτιστικές υποσημειώσεις για το rule 4, από το Annual Practice 1958, σελίδα 574 έως 576 και κρίνω ότι: πρώτον [6], στην υπό εξέταση αίτηση, δεν γίνεται επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, αλλά, όπως φαίνεται από το σχετικό απόσπασμα, η επίκληση δεν είναι απαραίτητη για να εφαρμοστεί η εξουσία αυτή, στην παρούσα περίπτωση. Δεύτερον [7] το rule 4, και κατ' αναλογίαν, ο θεσμός 3 της Διαταγής 27, εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που καμία τροποποίηση δε σώζει το δικόγραφο, το περιεχόμενο του είναι πέραν πάσης δικονομικής θεραπείας, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Σε σχέση με το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην υποσημείωση που παραθέτω, και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της, σημειώνω ότι, στο 'Άριστον Αγγλοελληνικόν Λεξικόν' των Γιαννακόπουλου και Σιαρένου, στη λέξη 'demurrable' δίδεται η ερμηνεία 'που υπόκειται εις ένστασιν'. Στρεφόμενη στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή, ως ήταν τότε, κ. Πική στην αυθεντία In re Pelmako Development Ltd.,
(1991)Α.Α.Δ. 246, στη σελίδα 253: «. η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. η επίκληση της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς». Από τη σελίδα 255 της ιδίας αυθεντίας: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο». Βλέπετε ακόμα σχετικά Δημοκρατία v. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704 και Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.S. κ.ά. v. Πλοίου Marwa M κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1159. Τρίτον, η διαπίστωση της ύπαρξης λόγων για διαγραφή δικογράφου ανάγεται κατά κύριο λόγο, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε σχετικά την In re Pelmako Development Ltd., πιο πάνω, στη σελίδα 257). Τέταρτον [8], το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου αντί της έκδοσης απόφασης χωρίς να ακούσει μαρτυρία εκατέρωθεν, όπου φαίνεται ότι στοιχειοθετείται η θέση πως το δικόγραφο είναι επιπόλαιο και δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής ή υπεράσπιση. Μνεία στην ευχέρεια αυτή, γίνεται στην αυθεντία Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, στη σελίδα 1327. Ακόμα, στη σελίδα 1326: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής, που όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Στην Αγγλική αυθεντία Steeds and Another v. Steeds and Another, 22 Q.B.D. 537, στα πλαίσια αίτησης για τη διαγραφή δικογράφου ως μη συνιστών υπεράσπιση, το Δικαστήριο διέταξε την τροποποίηση του. Το ίδιο διετάχθη και στην αυθεντία Griffiths v. London and St. Katharine Docks Company, 13 Q.B.D.
- Στη σελίδα 542 της απόφασης του Δικαστή Wills από την πρώτη αυθεντία πιο πάνω: "We think, therefore, that we cannot strike out this defence as we are invited to do. It seems to us that it must be good for a part of the claim at all events. But we think the statement of defence defective, and that Mr. Bullen ought to amend by a further statement of the material facts, and our order is that the statement of defence be amended accordingly, and if that be not done within ten days, the plaintiff be at liberty to sign judgment for half the amount claimed." Είναι η κρίση μου ότι στην προκείμενη περίπτωση, οι Αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο θεραπείας που εμπίπτει στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, δηλαδή την έκδοση Διατάγματος ακύρωσης προηγούμενης Απόφασης του Δικαστηρίου, δυνάμει των άρθρων 6 και/ή 15 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Η διαδικασία προχωρεί και αφορά τους Αιτητές και τους Καθ' ων η Αίτηση
- Για τον Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν υπάρχει εμφάνιση. Η κυρίως Αίτηση ως είναι διαμορφωμένη, λαμβάνοντας υπόψην όλα τα πιο πάνω, δεν είναι δικόγραφο που κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο και/ή δικόγραφο που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Συμφυής εξουσίας του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction): Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφορά τη συμφυή εξουσία (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου. Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [9]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 222, που έχει χαρακτηρισθεί ως αποκαλυπτικό της φύσης και προσδιοριστικό των παραμέτρων της δικαιοδοσίας [10]. Περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113: Το άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προνοεί ως εξής: «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμία αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατόν να επιβάλει.» Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση δεν στρέφεται εναντίον της εταιρείας αλλά κινήθηκε υπό της εταιρείας. Είναι δε κοινό έδαφος, ότι πριν την έκδοση της απόφασης στην Ε216/14, της οποίας επιζητείται ο παραμερισμός με την κυρίως Αίτηση, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στην παρούσα και Αιτητές στην Ε216/14, δεν είχαν εξασφαλίσει Διάταγμα για τη συνέχιση της διαδικασίας εναντίον της εταιρείας και σημερινής Αιτήτριας, η οποία τελούσε υπό εκκαθάριση. Σύμφωνα με το άρθρο 233
(1)(α) του περί Εταιρειών Νόμου, κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, ο εκκαθαριστής έχει εξουσία, μετά από έγκριση είτε του Δικαστηρίου ή της επιτροπής επιθεώρησης να εγείρει ή υπερασπίσει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία στο όνομα και εκ μέρους της εταιρείας. Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού ισχύουν και στην περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης, δυνάμει του άρθρου 286. Στην προκείμενη περίπτωση, η διαδικασία εγείρεται από τον παραλήπτη / διαχειριστή της εταιρείας και ο εκκαθαριστής της, εναντίον του οποίου επίσης στρέφεται, δεν εμφανίστηκε για να διαμαρτυρηθεί για την έγερση αυτής, παρά μόνο διαμαρτύρονται οι Καθ' ων η Αίτηση 1 που είχαν οι ίδιοι εξασφαλίσει απόφαση εναντίον της εταιρείας, χωρίς προηγούμενα να εξασφαλίσουν την απαραίτητη άδεια. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση αφορά την ακύρωση της εν λόγω απόφασης και όχι οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή πράξη. Η δε προσπάθεια του ιδίου του εκκαθαριστή να αμφισβητήσει το διορισμό του παραλήπτη / διαχειριστή, απέτυχε, ως φαίνεται από την απόφαση του αρμοδίου επί του θέματος Δικαστηρίου (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) την Αίτηση αρ. 206/14, ημερομηνίας 10.9.2015, του αδελφού Δικαστή κ. Λ. Α. Παντελή Ε.Δ., στην οποία με έχουν παραπέμψει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Είναι κοινό έδαφος ότι ο εκκαθαριστής είχε διοριστεί δυνάμει εκούσιας εκκαθάρισης. Σχετικό είναι το άρθρο 264 του περί Εταιρειών Νόμου. Η κατάσταση της νομικής προσωπικότητας και οι εξουσίες της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας συνεχίζονται μέχρι τη διάλυση της. Το Μέρος VI του Νόμου αφορά τους Παραλήπτες και Διαχειριστές, περιλαμβανομένων αυτών που διορίζονται για λογαριασμό κατόχων χρεωστικών ομολόγων. Είναι φανερόν από τις πρόνοιες του Μέρους αυτού, ότι ο παραλήπτης / διαχειριστής δύναται να συνυπάρξει με τον εκκαθαριστή και ότι δυνατόν να είναι το ίδιο ή διαφορετικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την Αγγλική αυθεντία Gough's Garages Ltd. v. Pugsley
(130)1 K.B. 615, η οποία ειρήσθω εν παρόδω αφορούσε υπόθεση με βάση την Αγγλική νομοθεσία Landlord and Tenant Act 1927, νομοθεσία στην οποία βασίζεται και η ημεδαπή νομοθεσία, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος Ν. 23/83, ο παραλήπτης / διαχειριστής έχει το δικαίωμα έγερσης διαδικασίας στο όνομα της εταιρείας (βλέπετε σελίδα 621, απόφαση έντιμου Δικαστή Greer L.J.) Σημασία έχει εάν ο παραλήπτης / διαχειριστής ενεργεί εντός των όρων εντολής του και της δικαιοδοσίας που του παρέχεται από τους όρους τους εγγράφου δυνάμει του οποίου διορίστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, των Ομολόγων Επιβάρυνσης της τράπεζας η οποία των διόρισε. Βλέπετε επίσης στις σελίδες 625 και 626, απόφαση του έντιμου Δικαστή Romer L.J. Κρίση: · Οι Αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο θεραπείας που εμπίπτει στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. · Η διαδικασία προχωρεί μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση
- · Για τον Καθ' ου η Αίτηση 2, ο οποίος φέρεται να είναι ο εκκαθαριστής της εταιρείας, δεν υπάρχει εμφάνιση. · Η κυρίως Αίτηση ως είναι διαμορφωμένη, δεν είναι δικόγραφο που κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο και/ή δικόγραφο που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. · Η κυρίως Αίτηση περιέχει αιτία αγωγής, δυνάμει του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. · Η κυρίως Αίτηση δεν κρίνεται ως περιέχουσα αχρείαστη ή σκανδαλώδη δικογράφηση. · Δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να επιτρέπει τη διαγραφή ή παραμερισμό της κυρίως Αίτησης σ' αυτό το στάδιο. Απόφαση: Υπό το φως των ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Αιτητών στην κυρίως Αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ίδια κλίμακα με την απόφαση στην Αίτηση υπ' αρ. Ε216/14 και να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Λ.Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» [3] "Generally.- This is a general provision for enforcing the preceding Rules. Its language is wide, but its operation has been, to some extent, limited by the decisions given on it. Under O. 25, r. 4, any pleading may be struck out which discloses no reasonable cause of action or answer, or only a frivolous or vexatious cause of action or defence. A counterclaim which cannot be conveniently disposed of in the pending action, or which ought not to be allowed, may be struck out under either O. 19, r. 3, or O. 21, r. 15, or hereunder. Where a pleading is too general in its terms, and thus deprives the opponent of information to which he is entitled, and without which he cannot properly prepare for trial, he should apply for particulars under O. 19, r.
- ...... Grounds for Granting or Refusing.- "The rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass, and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right" (Bowen, L.J., Knowles v. Roberts, 38 Ch. D. p. 270). A reasonable latitude must be given, for this Rule was not intended to enable litigants to bring forward special demurrers in a new shape (Tomkinson v. S. E. Ry. 57 L.T. 358; Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45). Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity. Still, "the defendant may claim ex debito justicae to have the plaintiff's case presented in an intelligible form, so that he may not be embarrassed in meeting it" (per James, L.J., in Davy v. Garrett, 7 Ch. D. p.486). [δική μου υπογράμμιση] "Unnecessary."- The mere fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for an application under this Rule. A statement will not be struck out merely because it is unnecessary, so long as it is otherwise harmless (per Chitty, J., in Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45; see the remarks of Kay, J., in Tomkinson v. S. E. Ry., 57 L.T. p. 360, and Hocking & Co. v. Hocking, 3 R.P.C. 291). Thus, if material facts be pleaded at unnecessary length or with unnecessary detail, the pleading will not be struck out; such prolixity will be left for the taxing master to deal with as a question of costs (Weymouth v. Rich, 1 T.L.R. 609; Heap v. Marris, 2 Q.B.D. 630). ..... ....... "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." - The Court is "disposed to give a liberal interpretation" to these words (Berdan v. Greenwood, 3 Ex. D. p. 256). At the same time parties must not be too ready to find themselves embarrassed. If the defendant does not make it clear how much of the statement of claim he admits and how much he denies, his pleading is embarrassing (British and Colonial Land Association v. Foster, 4 T.L.R. 574; and see Stokes v. Grant, 4 C.P.D. 25)..... But mere prolixity is not of itself embarrassing. Nor will a statement be struck out as embarrassing merely because the other party declares that it is untrue (per Bramwell. L.J., in Turquand v. Fearon, 40 L.T. p. 544). The mere fact that a statement of claim embraces several causes of action is not embarrassing, if they are distinctly pleaded (O. 20, r. 7). A claim for alternative relief is not embarrassing (Bagot v. Easton, 7 Ch. D. p. 8); and see O. 19, r.
- Similarly with inconsistent defences (see Re Morgan, 35 Ch. D. 492, and supra, p. 338). ..... A pleading is not embarrassing because the law stated or reason alleged may be bad (London Corporation v. Horner, 111 L.T. 512). Unless it is clear on the face of allegations that they are irrelevant, they will not be struck out on that ground." [δική μου υπογράμμιση] [4] «Where a defendant sets up a counter-claim, if the plaintiff, or any other person made a party to it, contends that the claim thereby raised ought not to be disposed of by way of counterclaim, but in an independent action, the Court or a Judge may at any time order that such counter-claim be excluded. » [5] "Scope of Rule. - The fact that the defendant cannot bring an independent action is not a sufficient ground for refusing to strike out a counterclaim (South African Republic v. La Compagnie, etc., [1897] 2 Ch. 487). In fact, the defendant "has not business to put in a counterclaim except where an action can be brought" (per Jessel, M.R., in Birmingham Estates Co. v. Smith, 13 Ch. D. p. 509). A motion by defendant to exclude a counterclaim served on him by his co-defendant was allowed in McLay v. Sharp, [1877] W.N. 216, and in Padwick v. Scott, 2 Ch. D. 736; but a similar motion by a third person made co-defendant was refused in Dear v. Sworder, 4 Ch. D.
- In Compton v. Preston, 21 Ch. D. 138, a counterclaim which joined a claim for the recovery of land with another claim without leave was excluded as violation O. 18, r.
- In an action for losses and balance of account under an agreement of re-insurance, leave to amend the counterclaim by adding a claim for damages for libel was refused in Factories Insurance Co. v. Anglo-Scottish General Commercial Insurance Co., [1913] 29 T.L.R.
- See also Rotherham v. Priest
(1879), 49 L.J.C.P.
- In Gray v. Webb, 21 Ch. D. 802, a counterclaim was excluded on the ground that it would unduly delay the action; and in Fendall v. O'Connell, 52 L.T. 538, as being embarrassing. But the mere fact that a counterclaim in personam is pleaded to a claim in rem will not render the former embarrassing (The Cheapside, [1904] P. 339). [δική μου υπογράμμιση] [6] "Striking Out. - The Court or a Judge has also power under O. 19, r. 27, to strike out a pleading that is 'unnecessary or scandalous', or which tends to 'prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action'. The Court has, moreover, inherent jurisdiction to stay or dismiss actions, and to strike out pleadings which are vexatious or frivolous, or in any way an abuse of the process of the Court, under which it would deal with all the cases included in r.
- ... The principal distinction between the inherent jurisdiction and that under this Rule seems to be that when the Court is acting under its inherent jurisdiction evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the Court; whereas under this Rule the nature of the action or the defect in pleading must appear by the pleadings or particulars (Davey v. Bentinck, [1893] 1 Q. B. p. 188), and no affidavit is admissible; 'that is plain from the terms of the Rule itself' (Republic of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. p. 498; and see the remark of A.L. Smith L.J., in A. - G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry., [1892] 3 Ch. D. p.
- ... In Vinson v. The Prior Fibres Consolidated, Ltd., [1906] W. N. 209, Kekewich J., said 'that it was not necessary to put into the notice the words 'under the inherent jurisdiction of the Court', as if it was a properly drawn application it would invoke the inherent jurisdiction of the Court as well as that given by O.25 r. 4'." [7] "Scope of this Rule. It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule . If there is a point of law which requires serious discussion, an objection should be taken on the pleadings, and the point set down for argument under r. 2... The powers conferred by r. 4 will only be exercised where the case is beyond doubt. A pleading will not be struck out under this Rule 'unless it is not only demurrable but something worse than demurrable' i.e., such that no legitimate amendment can save it from being demurrable (per Chitty, J., in Rep. Of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. 496; and see Dadwell v. Jacobs, 34 Ch. D. 278; Worthington v. Belton, 18 T.L. R. 438)." [8] White Book, σελίδα 576: "Amendment.- The Court will generally give leave to amend a defect in pleading rather than give judgment in ignorance of facts which ought to be known before rights are definitely decided (Steeds v. S., 22 Q.B.D. p. 542; and see Reid v. Hooley, 13 T.L.R. 398; Edwards v. Pneumatic Tyre Co., 16 T.L.R. 309; Thornhill v. Weeks, [1913] 1 Ch. 438). Leave was given to amend after an argument under this Rule in Griffiths v. London and St. K. Docks Co., 13 Q. B. D. p. 261, n.
(2). But unless there is reason to suppose that the case can be improved by amendment, leave will not be given (Hubbuck v. Wilkinson, [1899] 1 Q.B. p. 94, C.A.)". [9] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may be exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In summary, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." [10] «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο