PE.LE.DI DEVELOPERS LIMITED ν. M. KOUTSOKOUMNIS TRADING LTD κ.α., Αίτηση αρ.: E157/2015, 27/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2018:30 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση αρ.: E157/2015 Μεταξύ: PE.LE.DI DEVELOPERS LIMITED, από την Λεμεσό (Μέσω του διαχειριστή και παραλήπτη κ. XXXXX Ιακωβίδη εκ Λεμεσού) Αιτητών και 1) M. KOUTSOKOUMNIS TRADING LTD 2) XXXXX ΚΟΥΤΣΟΚΟΥΜΝΗΣ Καθ' ων η Αίτηση 27/8/2018 Για Αιτητές: κα Α. Ιωάννου Για Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κα Κουζάρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφού ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία[1], κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας των Καθ' ων η αίτηση, υποβλήθηκε από τους Αιτητές στις 17/05/2018, αίτημα για την παραχώρηση, στους ίδιους, άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Η αίτηση βασίζεται "στη Δ.28, Δ.30, Δ.30, Δ.48, Θ. 1,2,3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους κανόνες φυσικής Δικαιοσύνης, στη νομολογία, πρακτική στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στους Περί Ενοικιοστασίου θεσμούς" και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των Αιτητών, Δημόκριτου Αριστείδου, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: Οι Αιτητές είχαν καταχωρήσει στις 31.3.2017, συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Κατά την αντεξέταση όμως του πρώτου μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώθηκε η ανάγκη προσαγωγής περαιτέρω τριών εγγράφων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή των Αιτητών. Τα έγγραφα αυτά (τα οποία καθορίζονται συγκεκριμένα) είναι ουσιώδη για την υπόθεση των Αιτητών και τυχούσα μη έγκριση του αιτήματος τους θα έχει δυσμενείς συνέπειες για αυτούς και για την απονομή της δικαιοσύνης. Ένσταση Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησε στις 29/05/2018, ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως προβάλλοντας, ως λόγους ένστασης, τα πιο κάτω: "Α. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλό λόγο προκειμένου να επιτραπεί από το Δικαστήριο η καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων και δεν έχουν αποσείσει από τους ώμους τους το σχετικό βάρος απόδειξης καθ' ότι, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα που επιχειρούν να προσθέσουν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήταν εις γνώσιν τους και στην κατοχή τους πριν λάβουν δικαστικά μέτρα με την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 10/12/
- Β. Οι Αιτητές δεν ισχυρίστηκαν ότι κατά το χρόνο που καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν κατείχαν τα έγγραφα τα οποία ζητούν να αποκαλύψουν, ούτε ανέφεραν ότι τελούσαν υπό πλάνη ή παρανόηση για την υπόθεση ούτε ότι είχαν λανθασμένη αντίληψη ότι τα έγγραφα δεν ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα. Γ. Η αίτηση είναι καταχρηστική έχουν προηγηθεί 3 Ένορκες Δηλώσεις Αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 30/06/2016, 08/02/2017 και 31/03/2017 και η παρούσα καταχωρείτε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά το κλείσιμο της μαρτυρίας από πλευράς των Αιτητών. Δ. Τα όσα η Αιτήτρια επιδιώκει να προσθέσει μέσω της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων τίποτα ουσιαστικό δεν προσθέτει και/ή σε τίποτα δεν διαφοροποιεί την υφιστάμενη εκδοχή της και/ή είναι άσχετα με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Ε. Οι λόγοι που προβάλλουν οι Αιτητές περί ισχυριζόμενης αναγκαιότητας δεν είναι επαρκείς προς την έγκριση του αιτήματος τους και/ή είναι γενικοί, αόριστοι και απροσδιόριστοι. Στ. Δεν μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι δεν μπορούν οι Αιτητές να επιδιώκουν να καταλαμβάνουν τους αντίδικους τους εξ' απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατούν έγγραφα που όπως ισχυρίζονται είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανούν το δικαστήριο ή τους αντίδικους τους αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική τους δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους. Ζ. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και συγκεκριμένα 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής και αφού η πλευρά των Αιτητών έκλεισε την υπόθεσή της και είναι σε εξέλιξη η μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση και επιπλέον δεν παρατίθεται από μέρους των Αιτητών οποιοδήποτε και/ή εύλογη δικαιολογία για το καθυστερημένο της υποβολής της αίτησης. Η. Η υπό εξέταση Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν συμβάλει στην ορθή, δίκαιη, αποτελεσματική και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης." Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης, ο ενόρκως δηλών, Καθ' ου η αίτηση 2, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και υποστηρίζει περαιτέρω ότι τα έγγραφα που επιθυμούν να αποκαλύψουν οι Αιτητές είναι άσχετα με την υπόθεση και μη δικογραφημένα. Πέραν τούτου, το έγγραφο Α δεν αναφέρθηκε στην μαρτυρία των Αιτητών και η κατάθεση του έχει ήδη απαγορευθεί από το Δικαστήριο στις 14.5.
- Η αίτηση έχει σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας, ενώ οι Αιτητές δεν αναφέρονται στον λόγο της παράληψης τους να αποκαλύψουν νωρίτερα τα έγγραφα αυτά. Διαδικασία: Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των δύο πλευρών όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Ιστορικό Στα πλαίσια της Δ.30 εκδόθηκε στις 13.5.2016 διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι διάδικοι διατάζονταν να αποκαλύψουν ενόρκως τα έγγραφα "που βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή ή στον έλεγχο τους και που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα". Αφού συμμορφώθηκαν οι δύο πλευρές με την διαταγή του Δικαστηρίου, οι Αιτητές ζήτησαν και έλαβαν (εκ συμφώνου) άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων στις 21.3.
- Σε επόμενο στάδιο (στις 24.1.2018) ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία της κυρίως Αίτησης και οι Αιτητές έκλεισαν την υπόθεση τους στις 28.3.
- Νομική Πτυχή: Το ζήτημα της αποκάλυψης εγγράφων διέπεται από την Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (η οποία τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής στις υποθέσεις ενοικιοστασίου.[2]) Στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, συνοψίζονται οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν χρησιμεύει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη.» (Δική μου υπογράμμιση) Διάταγμα για αποκάλυψη δεν εκδίδεται εάν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων - βλ. G.A.P. Navigation Ltd. v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, η οποία παραπέμπει και στο Halsburys Laws of England, (4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2 κ. επέκ.)." Το ζήτημα της περαιτέρω ένορκης αποκάλυψης συγκεκριμένου εγγράφου διέπεται από την Δ.28 θ.11. Σχετική είναι και η απόφαση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 153: «Ο δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28, θ. 11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ. 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28, θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . ....In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Από την ίδια απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28, θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA v. Mitsides & Anor
(1962)C.L. R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: "'Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences."» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει περαιτέρω αποκάλυψη αναγνωρίζεται και στο The Annual Practice 1958, (σελ. 685, 713) από όπου προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος περαιτέρω αποκάλυψης είναι η σχετικότητα του εγγράφου που επιχειρείται να αποκαλυφθεί. Στην υπόθεση Oscar Shipping PTE Ltd v. Tου Φορτίου επί του Πλοίου Asphodel (Αρ. 2)
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2771, διατυπώθηκε η πιο κάτω αρχή: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408).» Συνεχίζοντας το Δικαστήριο, διατύπωσε την άποψη ότι πέραν από την σχετικότητα των εγγράφων, σε τέτοια περίπτωση πρέπει να παρέχεται και επαρκής δικαιολογία για την παράλειψη συμπερίληψης τους στην αρχική ένορκη αποκάλυψη: «Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι τον Ιούνιο 2012 που καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν κατείχαν τα έγγραφα τα οποία ζητούν τώρα να αποκαλύψουν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε λέγουν ότι τελούσαν υπό πλάνη ή παρανόηση για την υπόθεση ούτε ότι είχαν λανθασμένη αντίληψη ότι τα έγγραφα δεν ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα. Αυτό που οι ενάγοντες ισχυρίζονται είναι ότι εκ λάθους δεν γίνεται αναφορά στην αγωγή για την εργοδότηση του πλοίου μετά την 20.11.2011, στοιχείο που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετικό και να προσμετρήσει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος όταν μάλιστα η αίτηση για τροποποίηση της αγωγής έχει απορριφθεί.» Σε άλλη πιο πρόσφατη Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 31/2013) MARCEGAGLIA SpA από την Ιταλία, GAZOLDO DEGLI OPPOKITI, MANTOVA και ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ «VYSOKOGORSK» ΣΗΜΑΙΑΣ ΒΑΝΟΥΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΛΕΜΕΣΟΥ, ημερ.31 Μαΐου 2016 λέχθηκε ότι, η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων δημιουργεί μια συνεχή υποχρέωση του διαδίκου, ο οποίος οφείλει να την ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή ακόμα και με ειδοποίηση προς τον αντίδικο χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται αυτή η θέση από τα Supreme Court Practice 1987 και Halsbury's Law of England, 3rd Ed. Σχετικά είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα: " Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, οr supposed not το exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was nοt aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά με παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλιν στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» [.] Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46)." Στην παρούσα περίπτωση, συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ειδικά ότι: η αποκάλυψη που ζητείται από τους Αιτητές αφορά τους ιδίους, οι οποίοι επιθυμούν να παρουσιάσουν στην δίκη έγγραφα τα οποία θεωρούν απαραίτητα και σχετικά, ως ισχυρίζονται. Τα έγγραφα φαίνεται να είναι, εκ πρώτης όψεως, σχετικά με την παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την περιγραφή τους και από την αναφορά τους στο πρόσωπο των παρόντων διαδίκων. Η συμπληρωματική αποκάλυψη θα επιτρέψει στους Αιτητές να παρουσιάσουν την υπόθεση τους, ως αυτοί επιθυμούν. Οι Καθ' ων η αίτηση θα λάβουν γνώση των εγγράφων αυτών και θα τα επιθεωρήσουν. Η καθυστέρηση που τυχόν προκληθεί στην διαδικασία μπορεί να αντισταθμιστεί με την αντίστοιχη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Η αποκάλυψη των εγγράφων δεν συνεπάγεται και την αποδοχή τους ως τεκμήρια στην δίκη, εφόσον η αποδεκτότητα των εγγράφων διέπεται από τον περί Αποδείξεως Νόμο. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε στο στάδιο αντεξέτασης του πρώτου μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση, δεν είναι αποτρεπτικό της παραχώρησης της αιτούμενης άδειας, βρίσκω ότι το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης απαιτεί όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της παρούσας αίτησης. Δίδεται άδεια όπως οι Αιτητές καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εγγράφων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Δημόκριτου Αριστείδου, ημερομηνίας 17.5.2018, εντός 10 ημερών από σήμερα και να παραδώσουν αντίγραφα των εγγράφων αυτών στην αντίδικη πλευρά, εντός της ίδιας προθεσμίας. Τα έξοδα θα βαρύνουν τους Αιτητές όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) ............... Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας Subject: Rent Control/Interim Αναφορά: Περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων [1] Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας των Αιτητών και του Καθ' ου η αίτηση στην Αίτηση Ε66/2010. [2] Δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο