← Κύπρος

ΚΑΥΚΑΛΙΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αίτηση αρ.: E85/14, 27/11/2018

ΚΑΥΚΑΛΙΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αίτηση αρ.: E85/14, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2018:49 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση αρ.: E85/14 Μεταξύ: ΚΑΥΚΑΛΙΑ Αιτήτρια και ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Καθ' ου η αίτηση Aίτηση ημερομηνίας 1.6.2018 Ημερομηνία: 27.11.2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Κονταξής Για Καθ' ου η αίτηση: κος Χρ. Χριστοφόρου (κα Παπανεοφύτου στην απαγγελία της απόφασης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης της Αιτήτριας (Μ.Α.1), υποβλήθηκε από την ίδια το παρόν αίτημα για τροποποίηση της Αίτησης, το οποίο αφορά: Την προσθήκη ως Αιτήτριας 2 της Χρ. Ξ. από την Λεμεσό και την αντίστοιχη τροποποίηση του τίτλου. Την προσθήκη ισχυρισμών, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τα πιο κάτω γεγονότα: Η Αιτήτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μόνο κατά ½ μερίδιο του ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο κατάστημα, αλλά είναι το πρόσωπο που έχει την εκμετάλλευση εις ολόκληρο του επίδικου καταστήματος. Η Αιτήτρια έχει αποκτήσει δικαίωμα εκμετάλλευσης και χρήσης του επίδικου καταστήματος, με προφορική συμφωνία μεταξύ της ιδίας και της συνιδιοκτήτριας του. Στο ακίνητο ανεγέρθηκαν κατά το έτος 1980, δύο καταστήματα στο ισόγειο και δύο διαμερίσματα άνωθεν αυτών και υπήρχε από την ανέγερση των υποστατικών συμφωνία για την εκμετάλλευση από την Αιτήτρια του επίδικου καταστήματος και την αντίστοιχη εκμετάλλευση από την συνιδιοκτήτρια του δεύτερου καταστήματος. Η αίτηση βασίζεται "στους Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Κ.1-13, Δ.25 Κ.1-5 και Δ.48 Κ.1, 2, 3 και 9, Δ.65, Κ.1 και 2, καθώς και επί της διακριτικής ευχέρειας και πρακτικής του Δικαστηρίου " και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, στην οποία αναφέρει τα πιο κάτω: Βάσει της συμβουλής του δικηγόρου της έπρεπε να περιληφθεί εξ αρχής στην αίτηση η συνιδιοκτήτρια της επίδικης ιδιοκτησίας και το γεγονός ότι η ίδια είναι δικαιούχος του ½ μεριδίου του ακινήτου στο οποίο ανεγέρθηκε το επίδικο κατάστημα. Τα γεγονότα αυτά είναι ουσιώδη και αυτό διαφάνηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η τροποποίηση της κυρίως αίτησης είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη παρουσίαση της υπόθεσής της ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα βρεθεί η ίδια σε δύσκολη θέση και δεν θα είναι δυνατή η απονομή πλήρους δικαιοσύνης. Ένσταση Η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε στις 7.9.2018, ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στο αίτημα για τροποποίηση, προβάλλοντας τους κάτωθι 13 λόγους ένστασης:

  1. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου καθότι για την προσθήκη Ενάγοντα/Αιτητή είναι αναγκαία η συγκατάθεση του σύμφωνα με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9.Θ
  2. Η καταχώρηση της παρούσας αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).
  3. Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της υφιστάμενης Αίτησης της Αιτήτριας και την προσθήκη νέας Αιτήτριας 2, τα οποία γεγονότα ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην Αιτήτρια από την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης καθότι αυτά αναγράφοντο στον τίτλο ιδιοκτησίας της Αιτήτριας. Περαιτέρω, δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση.
  4. Η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Αίτησης της Αιτήτριας με την προσθήκη των νέων αιτούμενων παραγράφων και την προσθήκη νέας Αιτήτριας ως η Αιτήτρια 2 δεν είναι καλόπιστη και/ή δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη και/ή έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά, δόλια και σκόπιμα καθότι γνώριζαν εξ υπαρχής ότι η Αιτήτρια δεν ήτο η μόνη εγγεγραμμένη κύριος του ακινήτου, καταχώρησαν την παρούσα αίτηση αφότου διαφάνηκε κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ότι είναι αδύνατον να προχωρήσει η διαδικασία στην εν λόγω Αίτηση λόγω ουσιώδη παρατυπίας της.
  5. Η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει κανένα νέο στοιχείο στην παρούσα αίτηση της που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση της Αίτησης της. Τουναντίον, με την υπό κρίση αίτηση, η Αιτήτρια προσπαθεί να εισαγάγει γεγονότα και/ή στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να είναι ήταν εις γνώση της και/ή ήταν εις γνώση τη εδώ και πολύ καιρό τώρα.
  6. Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση δεν είναι λογικά αναγκαία, δεν έχει γίνει καλόπιστα και θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή και θα βλάψει ή και επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση ή και θέση ή και συμφέροντα του Καθ' ου η αίτηση ή και αυτός θα τεθεί σε μειονεκτική θέση.
  7. Η Αιτήτρια γνώριζε ή εάν επιδείκνυε την δέουσα επιμέλεια και ενδιαφέρον, εύλογα μπορούσε, να γνωρίζει τα ισχυριζόμενα γεγονότα που θέλει να εισαγάγει στην Αίτηση της, έγκαιρα ή και πριν την καταχώρηση της.
  8. Η αιτούμενη τροποποίηση της Αίτησης της Αιτήτρια είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως της Αιτήτριας σε μια προσπάθεια να σώσει την παράτυπη Αίτηση της.
  9. Δεν υπάρχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Αίτησης.
  10. Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και/ή κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την ακροαματική διαδικασία.
  11. Η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της υφιστάμενης Αίτησης, στο παρόν στάδιο της διαδικασία.
  12. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στον καθ' ου η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με έξοδα.
  13. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης, ο Καθ' ου η αίτηση, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Αγορεύσεις: Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Νομική Πτυχή: Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας οι οποίοι εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του
  14. Η Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: "
  15. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
  16. The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may thing just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings." Η νομολογία έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με αιτήματα για τροποποίηση δικογράφων. Η αντιμετώπιση ποικίλει, αναλόγως του σταδίου στο οποίο υποβάλλεται ένα τέτοιο αίτημα. Παραθέτω, πιο κάτω, αποσπάσματα από τη σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Courtis a.o. v. Iasonides

(1970)1 C.L.R. 180, αναφέρθηκε (σελ. 182): "If in the course of the trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails." Στην υπόθεση Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167 στη σελ. 169 αναφέρονται τα εξής: «The guiding consideration for the trial Judge in making up his mind whether or not he should exercise his discretion one way or the other is the need to ensure that the triable issues be properly and sufficiently defined before he pronounces final judgment in the case and such leave to amend may be granted in a proper case even during the trial." Και πιο κάτω, στην ίδια σελίδα, αναφέρει: "..... no real injustice has been done thereby to the claimant once he has been awarded the appropriate costs." Στην υπόθεση Andreas Evripidou & Another v. Panayiota M. Kannaourou
(1985)2 C.L.R., p. 24, αναφέρονται: "It is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs;" Στην καθοδηγητική απόφαση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(E) C.L.R. 33, διατυπώθηκαν αναλυτικά από τον έντιμο Πική Δ. (όπως ήταν τότε) οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, (στη σελ. 36 της απόφασης): "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704, ο έντιμος Δικαστής Νικήτας αναφέρει στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd. [1988] 1 All E. R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence."" Τελευταία αναφορά κάνω στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(A) C.L.R., 223, όπου στη σελ. 228 αναφέρονται τα εξής: "Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. Ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 A.A.Δ. 726." Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός από το ζήτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, τόσο η γνησιότητα των προθέσεων της Αιτήτριας όσο και η αναγκαιότητα και ο βαθμός της χρησιμότητας της τροποποίησης. Συνοψίζοντας την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία καταλήγω ότι κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράγοντες: · Η τροποποίηση δικογράφων είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς των διαδίκων, εκτός όπου αυτή θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή όπου υπάρχει εμφανής κακή πίστη από πλευράς Αιτητή. · Η έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν περιλαμβάνει τη ζημιά που μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. · Η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας λαμβανομένου υπόψη του παράγοντα της ζημιάς που θα προκληθεί στον αντίδικο καθώς και της καθυστέρησης που τυχόν παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση. · Κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. · Εφόσον το αίτημα υποβλήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο κίνδυνος εκτροχιασμού της δίκης θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθώ επιγραμματικά στην κυρίως Aίτηση. Με αυτή αξιώνεται από το Δικαστήριο η έκδοση απόφασης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, υπό την ιδιότητα του ως ενοικιαστή του μισθίου, αναφορικά με[1]:
  1. Το ποσό των €4.050.- ως τα οφειλόμενα ενοίκια του μισθίου για την περίοδο από 5.10.2013 μέχρι 4.7.
  2. Ενδιάμεσα οφέλη προς €450.- μηνιαίως από τις 5.7.2013 μέχρι την απόδοση της κατοχής του μισθίου στην Αιτήτρια. (Η κατοχή αποδόθηκε στις 28.7.2014). Στην παρούσα υπόθεση, το αίτημα για τροποποίηση της Αίτησης υποβλήθηκε με καθυστέρηση, παρόλα αυτά δεν βρίσκω να επηρεάζει την υπόθεση η καθυστέρηση εφόσον αυτή έχει δικαιολογηθεί, με αναφορά σε διαπίστωση του κενού στα δικόγραφα κατά την ακροαματική διαδικασία. Συγκεκριμένα, στο στάδιο της εξέτασης της Αιτήτριας, αποκλείστηκαν ερωτήσεις που είχαν τεθεί σ' αυτήν, διότι αφορούσαν το μη δικογραφημένο ιδιοκτησιακό καθεστώς του μισθίου. Κανένας εκτροχιασμός της δίκης από την πορεία της θα παρατηρηθεί, εάν εγκριθεί η τροποποίηση, αφού με αυτήν η Αιτήτρια προσδιορίζει και διατυπώνει τη θέση της σε σχέση με το νομικό καθεστώς της ιδιοκτησίας και διαχείρισης του μισθίου. Σημειώνω περαιτέρω ότι η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση δεν έρχεται αντιμέτωπη με νέο ζήτημα αφού τα επίδικα θέματα και τα γεγονότα που στηρίζουν την απαίτηση εναντίον του, παραμένουν τα ίδια. Δεν διαπιστώνω κακοπιστία από πλευράς της Αιτήτριας, ούτε έχω πειστεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση, ή ότι θα υποστεί ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του. Το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει δεν είναι από μόνο του αποτρεπτικό της έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση, αφού βρισκόμαστε ακόμα στο στάδιο της κυρίως εξέτασης της Αιτήτριας (Μ.Α.1). Διαπιστώνω επομένως, ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί τον προσδιορισμό όλων των επίδικων θεμάτων. Απομένει να εξεταστεί και το κατά πόσο δικαιολογείται η προσθήκη διαδίκου στην Αίτηση. Συνένωση διαδίκων: Το νομικό ζήτημα της συνένωσης διαδίκων σε μια υπόθεση διέπεται από την Δ.
  3. Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι, όπως αναφέρω και στη σελίδα 5 πιο πάνω, τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής από το παρόν δικαστήριο δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του
  4. Ο θεσμός 10 της Δ.9 προνοεί τα κάτωθι: "No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice." Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η συνένωση διαδίκων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκείται με γνώμονα την αποτελεσματική εκδίκαση των ζητημάτων που εκκρεμούν ενώπιον του. Είναι πλούσια η σχετική με το ζήτημα αυτό νομολογία. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1333, όπου αναφέρονται τα εξής από τον έντιμο Ερωτοκρίτου Δ.: "Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772)." (Δική μου υπογράμμιση) Στην απόφαση Mepa Underwriting Management (πιο πάνω), ο έντιμος Καλλής Δ. ανέφερε τα εξής: "Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society
(1890)44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co
(1895)2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co
(1896)2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards
(1927)1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "΄Ενας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328, 332). . . . Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος." Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας αίτησης σημειώνω ότι η κυρίως Αίτηση αφορά ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας ενοικίασης την οποία σύναψε η Αιτήτρια, η οποία όμως είναι ιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο μόνο, του μισθίου. Η προτιθέμενη Αιτήτρια 2 παρουσιάζεται ως η συνιδιοκτήτρια του υπόλοιπου ½ μεριδίου. Εφόσον η κυρίως Αίτηση αφορά συμφέρον σε περιουσία, όπου όλοι οι νόμιμοι ιδιόκτητες της περιουσίας θα πρέπει να εκπροσωπούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, εφαρμόζοντας την προαναφερόμενη νομολογία στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, βρίσκω ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί ίσως την καταλληλότερη περίπτωση έγκρισης αιτήματος για προσθήκη διάδικου, αφού οι συνιδιοκτήτες του μισθίου αποτελούν αναγκαίους διάδικους. Ασκώ λοιπόν την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για συνένωση της συνιδιοκτήτριας του μισθίου στον τίτλο της αίτησης, ως Αιτήτριας
  1. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της παρούσας αίτησης στην ολότητα της και εκδίδω διάταγμα για τροποποίηση της κυρίως Αίτησης, ως η παρούσα ενδιάμεση αίτηση. Η τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τα τέλη για την έκδοση του παρόντος διατάγματος, να καταβληθούν εντός τριών ημερών από σήμερα. Η Απάντηση του Καθ' ου η αίτηση στην τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί εντός επτά ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης Αίτησης. Τυχούσα Ανταπάντηση, να καταχωρηθεί εντός πέντε ημερών από την καταχώριση της Απάντησης. Τα έξοδα της αίτησης για τροποποίηση καθώς και τα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας Subject: Rent Control/Interim Αναφορά: Τροποποίηση -προσθήκη Αιτήτριας [1] Η απαίτηση για έκδοση διατάγματος έξωσης προφανώς δεν θα προωθηθεί λόγω της παραδεχτής απόδοσης της κατοχής του μισθίου στην Αιτήτρια, στις 28.7.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.