ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ κ.α. ν. ΕΥΘΥΜΙΟΥ, Αίτηση Αρ. E32/2017, 11/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2018:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. E32/2017 Μεταξύ׃
- XXXXX ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ, εκ Λάρνακας
- XXXXX ΧΩΜΑΤΕΝΟΥ, εκ Λάρνακας Αιτητών στην Κυρίως Αίτηση / Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση και XXXXX ΕΥΘΥΜΙΟΥ, εκ Λάρνακας Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητή στην παρούσα Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 15/03/2018 για την αναστολή εκτέλεσης της τελικής απόφασης ημερομηνίας 19/12/2017 καθώς και του σχετικού εντάλματος ανάκτησης κατοχής αρ. 100/2018 μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης αρ. Κ2/2018 του Δ. Ε. Ε. Λάρνακας Ημερομηνία: 11/09/2018 Για τον Αιτητή / Καθ' ου η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση: κα Χριστοφή για Αντωνάκη Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση 1, και 2 / Αιτητές στην κυρίως Αίτηση: κα Χ. Θεοδούλου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΙΣΤΟΡΙΚΟ Στις 03/11/2017, καταχωρήθηκε η Κυρίως Αίτηση στην παρούσα διαδικασία με την οποία οι Αιτητές αξίωναν από τον Καθ' ου η Αίτηση διάταγμα ανάκτησης κατοχής ενός καταστήματος, πλέον €32.770 ως δεδουλευμένα ενοίκια, πλέον €800 μηνιαίως ως ενδιάμεσα κέρδη από 01/10/2017, μέχρι παραδόσεως της κατοχής του υποστατικού. Στις 10/11/2017, ο Καθ' ου καταχώρησε μέσω των δικηγόρων του διοριστήριο δικηγόρου μαζί με «σημείωμα εμφάνισης», δίχως όμως να καταχωρήσει Απάντηση. Στις 22/11/2017, οι δικηγόροι των Αιτητών, εκμεταλλευόμενοι τούτη τη δικονομική παράλειψη του Καθ' ου καταχώρησαν μονομερώς αίτηση για Απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Απάντησης η οποία ορίστηκε στις 07/12/
- Εν τέλει, και κατόπιν συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 15/12/2017, στις 19/12/2017 και για τους λόγους που επεξηγούνται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ίδιας ημερομηνίας, εκδόθηκε διάταγμα ανάκτησης κατοχής εναντίον του Καθ' ου, πλέον €32.770 για οφειλόμενα ενοίκια, πλέον €800 από 01/10/2017 μηνιαίως μέχρι παράδοσης της κατοχής, ως ενδιάμεσα οφέλη. Η τελική απόφαση επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου στις 03/01/
- Στις 25/01/2018, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 12/01/2018 και με βάση τη Δ.43Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο εξέδωσε Ένταλμα Ανάκτησης Κατοχής του επίδικου καταστήματος και περαιτέρω παραχώρησε άδεια για την κατάσχεση και εκποίηση επιτρεπόμενης κινητής περιουσίας που βρίσκεται στο υποστατικό ιδιοκτησίας των Αιτητών προς εξόφληση του υπόλοιπου του εξ αποφάσεως χρέους πλέον εξόδων. ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ - ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ (α) Η επίδικη Αίτηση Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 15/03/2018, η οποία στην πορεία κατέστη δια κλήσεως, ο Καθ' ου η Αίτηση στην Κυρίως Αίτηση και Αιτητής στην παρούσα Αίτηση (στο εξής: «ο Καθ' ου») αξιώνει την αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας τελικής απόφασης ημερομηνίας 19/12/2017 καθώς και του σχετικού εντάλματος ανάκτησης κατοχής αρ. 100/2018, μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης αρ. Κ2/2018 του Δ. Ε. Ε. Λάρνακας. Στηρίζει την αίτησή του, μεταξύ άλλων, στους Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ. 10, Δ.40, Θ. 7, 11 16 και 17, Δ.41 θ.θ. 1-3, Δ.43Α στα άρθρα 2, 4, 5, 6, 11, 16, 27 και 28 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου καθώς και στους κανονισμούς 2, 3, 7 και 11 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
- Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό αναφορά αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση ιδίας ημερομηνίας του Καθ' ου, ο οποίος περιληπτικά ισχυρίζεται τα ακόλουθα. Στις 06/11/2017 του επιδόθηκε η Κυρίως Αίτηση για την έξωσή του και αυθημερόν έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να εμφανιστούν εκ μέρους του (παρ. 2 της ένορκης δήλωσής του). Οι δικηγόροι του, ζήτησαν από αυτόν διάφορα έγγραφα (ενοικιαστήρια έγγραφα και αποδείξεις πληρωμής) τα οποία δεν μπόρεσε να τους προμηθεύσει. Οι δικηγόροι του, στις 28/11/2017, ζήτησαν με επιστολή προς τους δικηγόρους των Αιτητών να επιθεωρήσουν έγγραφα και να λάβουν καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με το περιεχόμενο της Κυρίως Αίτησης (δείτε Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωσή του) αναφέροντας ότι «η κατοχή των εγγράφων και η διευκρίνιση των ως άνω καθίσταται αναγκαία για την ετοιμασία της απάντησής μας». Επισυνάπτει συναφώς και την απαντητική επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών ημερομηνίας 01/12/2017 (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωσή του) με την οποία οι δικηγόροι των Αιτητών απορρίπτουν εις την ολότητά του το περιεχόμενο της προαναφερθείσας επιστολής των δικηγόρων του Καθ' ου και αναφέρουν ότι «Έχουμε οδηγίες από τους Εντολείς μας και προχωρούμε στη λήψη όλων των απαραίτητων δικονομικών μέτρων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους». Ισχυρίζεται ότι δεν πρόλαβε να καταχωρήσει διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης και αίτησης για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησής του, παρότι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του, καθότι, στις 19/12/2017, εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του (παρ. 6 της ένορκης δήλωσής του). Επίσης, αναφέρει ότι διενήργησε μέσω των δικηγόρων του, έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης και διαπίστωσε ότι στις 21/11/2017 οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη Απάντησης την οποία δεν του επέδωσαν παρότι καταχώρησε «σημείωμα εμφάνισης» και ότι αυτή η παράλειψη του στέρησε το δικαίωμα να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο (παρ. 8 της ένορκης δήλωσής του). Προσθέτει ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση, αφού δεν οφείλει ενοίκια στους Αιτητές (παρ. 10 της ένορκης δήλωσής του) διευκρινίζοντας ότι η θέση του αυτή εδράζεται στο γεγονός ότι οι Αιτητές το 2016 τον απάλλαξαν από την πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων, στα πλαίσια αναπροσαρμογής του ενοικίου από €500,00 μηνιαίως σε €800,00 (παρ. 11 της ένορκης δήλωσής του). Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Αιτητές γνωρίζουν ότι έχει υπενοικιάσει το επίδικο υποστατικό και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Γ σχετική συμφωνία ημερομηνίας 01/08/
- Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ε σχετική ειδοποίηση του Δικαστικού Επιδότη ημερομηνίας 26/02/2018 στην οποία γίνεται αναφορά ότι η εκτέλεση του εντάλματος κατοχής λάβει χώρα οποιανδήποτε μέρα μετά την 15/03/
- Καταληκτικά, επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΣΤ τρεις
(3)αποδείξεις για το ποσό των €800 έκαστη, με ημερομηνίες 07/12/2017, 05/02/2018 και 26/02/2018 αντίστοιχα. (β) Η Ένσταση Οι Αιτητές 1 και 2 στην Κυρίως Αίτηση και Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία (στο εξής: «οι Αιτητές») ενίστανται στην έκδοση της αιτούμενης θεραπείας και προς τούτο καταχώρησαν στις 02/04/2018 μια πολυσχιδή Ένσταση, προβάλλοντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, 29 λόγους Ένστασης με τους οποίους αμφισβητείται νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά η εν λόγω αξίωση. Για σκοπούς οικονομίας στους εν λόγω λόγους Ένστασης θα αναφερθώ μόνο εφόσον κρίνω σκόπιμο. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή αρ. 1 στην Κυρίως Αίτηση, ο οποίος αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και προβαίνει σε εκτεταμένη νομική επιχειρηματολογία. Συμπερασματικά, ο Αιτητής αρ. 1 αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Καθ' ου και σημειώνει ότι η έκδοση απόφασης εναντίον του επήλθε ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητης μη εμφάνισης του ίδιου του Καθ' ου, και σημειώνει, ότι ο Καθ' ου αναφέρεται σε αποδείξεις πληρωμής τις οποίες όμως δεν παρουσιάζει (παρ. 5, 10.1 της ένορκης δήλωσής του). Τονίζει το γεγονός ότι οι δικηγόροι του είχαν προειδοποιήσει τους δικηγόρους του Καθ' ου ότι θα προχωρούσαν στη λήψη όλων των δικονομικών μέτρων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους (παρ. 10.1.1 της ένορκης δήλωσής του) και τονίζει με έμφαση ότι ουδέποτε οι Αιτητές απάλλαξαν τον Καθ' ου από την καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων (παρ. 10.1.2 της ένορκης δήλωσής του). Ουδέποτε η πλευρά των ιδιοκτητών συμφώνησε στην υπενοικίαση του επίδικου υποστατικού, το δε σχετικό έγγραφο μεταξύ του ενοικιαστή και του φερόμενου υπενοικιαστή υπογράφηκε μετά τον τερματισμό της ενοικίασης, ενώ στο σημείο όπου υπάρχει χώρος για υπογραφή «για τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη» (παρ. 10.3 της ένορκης δήλωσής του) δεν υπογράφεται από αυτούς. Αναφέρει ακόμα ότι τα υπό εξέταση θέματα είναι ζητήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Εφετείου (παρ. 11 της ένορκης δήλωσής του), ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναστολή της διαδικασίας (παρ. 12 - 14 της ένορκης δήλωσής του) ενώ υποστηρίζει ακόμα ότι ο Καθ' ου προβαίνει σε γενικόλογες και αόριστες αναφορές, δίχως να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του και καλή βάση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας εναντίον του απόφασης και δίχως να έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό (παρ. 15 - 18 της ένορκης δήλωσής του). Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης (παρ. 19 της ένορκης δήλωσής του). Τέλος, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε με βάση λανθασμένο τύπο (παρ. 20 της ένορκης δήλωσής του). (γ) Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις Κατόπιν σχετικού αιτήματος ημερομηνίας 09/04/2018, ο Καθ' ου, καταχώρησε στις 31/05/2018 συμπληρωματική ένορκη δήλωση[1], ενώ στις 04/06/2018 καταχωρήθηκε απαντητική από τον Αιτητή αρ.
- Ο Καθ' ου αναφέρει συμπληρωματικά, μεταξύ άλλων, ότι ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι δεν τον απάλλαξαν είναι ψευδής και επικαλείται τον XXXXX Χωματένο ο οποίος είναι πατέρας του Αιτητή αρ. 1 και σύζυγος της Καθ' ης 2 (παρ. 2 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του). Αναφέρεται στα διαμειφθέντα που έλαβαν χώρα τον Αύγουστο του 2016 μεταξύ του ιδίου και του XXXXX Χωματένου και πως προέκυψε η αναπροσαρμογή του ενοικίου από €500 σε €800 μηνιαίως. (παρ. 3 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του). Ισχυρίζεται ακόμα ότι οι Αιτητές γνωρίζουν ότι από το 2009 υφίσταται υπενοικίαση (παρ. 5 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του), ο δε XXXXX Χωματένος επισκέφθηκε πολλές φορές τον υπενοικιαστή. Στην απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, ο Αιτητής αρ. 1 ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του, δηλαδή ο XXXXX Χωματένος, τον διευκόλυνε με τη συλλογή των οφειλόμενων ενοικίων από τον Καθ' ου, αλλά απόλυτος κύριος είναι ο ίδιος, ο οποίος αποφάσιζε και αποφασίζει για το επίδικο υποστατικό. Ουδέποτε εξουσιοδότησε είτε τον πατέρα του, είτε τη μητέρα του, να απαλλάξουν τον Αιτητή από οποιαδήποτε ενοίκια, είτε να αποδεχθούν μείωση του ενοικίου στα €500 (παρ. 6.1 και 6.2 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του). Διευκρινίζει ότι από 01/09/2016 συμφώνησε μείωση του ενοικίου από €1070 σε €800 και ταυτόχρονα έδωσε την επικαρπία των ενοικίων στη μητέρα του (παρ. 6.3 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του). Ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου προσπαθεί να κατασκευάσει ισχυρισμούς, και προς απόδειξη τούτου, παραπέμπει στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία στην οποία ουδεμία αναφορά γίνεται στην ιστορία που προβάλλει ο Καθ' ου με τη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση (παρ. 6.6 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του). Επαναλαμβάνει ότι ο ίδιος ουδέποτε γνώριζε για την ισχυριζόμενη υπενοικίαση (παρ. 7.1 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του) και ο πατέρας του ουδεμία επαφή έχει με τον ισχυριζόμενο υπενοικιαστή (παρ. 7.6 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του). Σε πιο αναλυτικό σχολιασμό των εκατέρωθεν θέσεων, εφόσον κρίνω σκόπιμο, θα προβώ στη συνέχεια. (δ) Η ακροαματική διαδικασία Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων έλαβαν χώρα την 19/6/
- Δόθηκαν γραπτά κείμενα εκατέρωθεν, ενώ, αφού άκουσα τους συνήγορους και κατά τις επιπρόσθετες προφορικές τους τοποθετήσεις, επιφύλαξα την απόφασή μου. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα, δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης αλλά αφορά ζήτημα εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης γενικά. Η επί του δικαιώματος για αναστολή η σχετική νομολογία είναι πλούσια και σαφής. Το αποφασιστικό κριτήριο, για να δίδεται ή όχι αναστολή είναι η εξισορρόπηση δύο παραγόντων, δηλαδή της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης ή διαδικασίας παραμερισμού να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η καταχώρηση έφεσης, ή κατ' αναλογία, η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δεν επενεργεί προς αναστολή τέτοιας απόφασης, αλλά η διακριτική εξουσία, είτε του Εφετείου, είτε των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων ασκούνται με βάση την αρχή της διατήρησης μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επιπτώσεις στην κάθε πλευρά καθώς και της πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ή της διαδικασίας παραμερισμού, εφόσον, μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει τέτοια πρόγνωση.[2] Στη ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. YIANGOS I SOCRATOUS & SONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 149/2015, ημερ. 26/09/2016 αναφέρθηκε ότι: « Ο χρυσός κανόνας είναι ότι θα πρέπει ο διάδικος, που έχει επιτύχει μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία στο πρωτόδικο Δικαστήριο, να είναι σε θέση να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του και της επιτυχίας του. » (β) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Το δικαίωμα για να διαταχθεί η αναστολή μιας τελικής απόφασης, ενυπάρχει και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, όπως πολύ πρόσφατα έχει επιβεβαιωθεί στην Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. ECLI:CY:AD:2018:A302, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/2018, στην οποία, το Ανώτατο Δικαστήριο, διασαφήνισε ότι ούτε με βάση το άρθρο 11
(5)του Νόμου ούτε με βάση την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υίοι (Διανομείς) Λτδ Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D42, Αίτηση 212/2014, απόφαση ημερομηνίας 30/01/2015 το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στερείται εξουσίας να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης τελικής απόφασης. Το σχετικό απόσπασμα, έχει ως εξής: « Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο δεν είχε υπόψη την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ανδρέας Μιχαηλίδης ν Θωμάς Σάββα Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, ημερομηνίας 22.9.2017, στην οποία υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εμποδίζεται, όταν υπάρχει έφεση, να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει της Δ.35,θ.
- Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35,θ.
- Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης. » (γ) Η διαδικασία έκδοσης και η δυνατότητα αναθεώρησης αναστολής ή ακύρωσης ένταλματος ανάκτησης κατοχής Όσον αφορά τη διαδικασία έκδοσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής, σχετικά είναι τα διαλαμβανόμενα στη Διαταγή 43(Α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου προβλέπονται τα εξής: « 1.
(1)Where a judgment or order of a Court for the recovery or delivery of possession of any immovable property is sought to be enforced by a writ of possession, the writ may be issued by leave of the Court or a Judge obtained on an ex parte application by the plaintiff supported by an affidavit. The affidavit shall be in Form 39C and the writ in Form 39D.
(2)Such leave shall not be given unless it is shown that all persons in actual possession of the whole or any part of the property have received such notice of the proceedings as may be considered sufficient to enable them to apply to the Court for relief or otherwise.
- Upon any judgment or order for the recovery of any property and costs, there may be either one writ or separate writs of execution for the recovery of possession and for the costs at the option of the successful party.
- Every writ of possession shall be passed to a bailiff for execution, and, where costs are to be recovered under the same writ, the provisions of Order 44 shall be observed in so far as they are applicable except that every writ of possession issued shall be entered in a separate register. » Όπως ρητά προβλέπεται από τη Διαταγή 43(Α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής αξιώνεται μονομερώς. Η εν λόγω διαδικασία συνιστά θεραπεία του κοινοδικαίου με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση της κατοχής από τον ενάγοντα/αιτητή. Δεν πρόκειται για προσωποπαγή (in personam) θεραπεία εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση, αλλά πραγματοπαγή (in rem), με την οποία δίδεται η εξουσία στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για να αποδώσει την ελεύθερη κατοχή του υποστατικού στον ενάγοντα/αιτητή.[3] Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις όπου ο Πρωτοκολλητής εκτελεί το ένταλμα εναντίον συγκεκριμένου προσώπου, έχει τη δυνατότητα να προβεί σε έξωση όλων των προσώπων που ελκύουν δικαιώματα από το προαναφερόμενο πρόσωπο. Το Δικαστήριο έχει βεβαίως πάντοτε την ευχέρεια να ρυθμίσει την όλη διαδικασία ώστε να αποτρέψει οποιανδήποτε καταπίεση.[4] Βασικός σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι να επιστραφεί η κατοχή στον νόμιμο της ιδιοκτήτη και να δοθούν σχετικές προειδοποιήσεις σε τυχόν τρίτους που επηρεάζονται για οποιονδήποτε λόγο από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν την αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος ανάκτησης κατοχής, με βάση τη Διαταγή Δ.48, θ. 8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας,[5] όπως έχει κατ' επανάληψη επιβεβαιωθεί από τη σχετική νομολογία.[6] Θα πρέπει βεβαίως να τονισθεί ότι η αναφορά στην εν λόγω Διαταγή σε «relief or otherwise» δεν ισοδυναμεί με απόδοση οποιωνδήποτε νέων δικαιωμάτων είτε στον ενοικιαστή, είτε σε άλλο κάτοχο του υποστατικού. Όπως εξηγείται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, σελ. 1142 υπό τον τίτλο «Writ of Possession» αναφορικά με την αγγλική Δ.47 (αντίστοιχη με την ημεδαπή Δ.43Α): « "For relief or otherwise:" It should be observed that the Rule does not confer any new rights on a tenant or other occupier. Its only effect is to give those who may apply for a relief an opportunity of doing so. » Ως εκ τούτου, για να παραμεριστεί ένα ένταλμα ανάκτησης κατοχής, θα πρέπει ο αιτών τον παραμερισμό να αποδείξει ότι η εκτέλεση του διατάγματος θα είναι είτε άσκοπη, είτε, ότι αυτό, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδικαιολόγητα είχε εξ' αρχής εκδοθεί. Σχετικά είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η Έκδοση, Τόμος 17, Κεφ. Particular Forms of Execution, Writ of Possession, σελ. 303, παρ. 500 αναφέρονται τα εξής: « The writ of possession will not be set aside unless the defendant can prove that the writ would be futile or that its issue was not justified by the particular circumstances. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατ' αρχάς και αναφορικά με το ζήτημα δικαιοδοσίας που εγείρεται στον λόγο υπ' αριθμό 26 στην Ένσταση των Καθ' ων, ότι δηλαδή δυνάμει της Ποχτζελιάν (ανωτέρω) δεν έχω τη δυνατότητα να διατάξω την αναστολή της εκδοθείσας απόφασης, παραπέμπω στη Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης (ανωτέρω) και η εν λόγω εισήγηση απορρίπτεται. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης τελικής απόφασης. Προσδιορισμός επίδικων θεμάτων Όσον αφορά τις θέσεις του Καθ' ου, αν και στην αγόρευση των δικηγόρων του το υπό εξέταση ζήτημα προσεγγίζεται εσφαλμένα ως θέμα παροχής προσωρινής θεραπείας κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχω προσδιορίσει ότι το αίτημά του για αναστολή βασίζεται γενικώς στον ισχυρισμό ότι η εκδοθείσα απόφαση θα πρέπει να ανασταλεί διότι θα παραμεριστεί δυνάμει της Αίτησης Παραμερισμού υπ' αριθμό Κ2/2018 του Δ. Ε. Ε. Λάρνακας, και ειδικώς εξειδικεύεται στις ακόλουθες τρεις επιμέρους εισηγήσεις. Πρώτον, στην εισήγηση ότι ο Καθ' ου είχε δικαίωμα να ακουστεί στα πλαίσια της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης, παρά το γεγονός ότι δεν καταχώρησε Απάντηση. Δεύτερον, στη θέση ότι η έκδοση της απόφασης εις βάρος του Καθ΄ου «επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους» ως το άρθρο 6(β) του Νόμου.[7] Τρίτον, στο επιχείρημα ότι η έκδοση της απόφασης εις βάρος του Καθ΄ ου δεν είναι αποτέλεσμα δικής του αμέλειας καθότι «εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του» ως το άρθρο 6(δ) του Νόμου. Επιπροσθέτως, θα αναφερθώ στον ισχυρισμό του Καθ' ου ότι η μη αναστολή της εκδοθείσας απόφασης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Τέλος, θα εξετάσω εάν δικαιολογείται είτε η αναστολή, είτε η ακύρωση, του εντάλματος ανάκτησης κατοχής. (α) Το ισχυριζόμενο δικαίωμα του Καθ' ου να ακουστεί στα πλαίσια της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης, παρά το γεγονός ότι δεν καταχώρησε Απάντηση. Με τούτη τη γραμμή επιχειρηματολογίας, την οποία οι δικηγόροι του Καθ' ου στην αγόρευσή τους τιτλοφορούν ως «ουσιώδες λάθος του Δικαστηρίου», ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο και η γραμματεία του Δικαστηρίου έσφαλλαν. Επικαλούνται τη «μέχρι προσφάτως πρακτική του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων» με βάση την οποία διατείνονται ότι «αναγνωριζόταν το δικαίωμα του Καθ' ου να καταχωρήσει ειδοποίηση εμφάνισης». Εισηγούνται συναφώς ότι το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να διατάξει την επίδοση της μονομερούς αίτησης για απόφαση επειδή εντός του φακέλου υπήρχε το εν λόγω «σημείωμα εμφάνισης» του Καθ' ου. Η εν λόγω εισήγηση είναι αβάσιμη. Επεξηγώ. Κατ' αρχάς, τέτοια ισχυριζόμενη πρακτική που επικαλούνται οι Καθ' ων δεν υφίσταται. Ούτε βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεράσπιση ότι άλλοι δικηγόροι υπό τις ίδιες συνθήκες θα ενεργούσαν ως ενήργησαν οι δικηγόροι του Καθ' ου,[8] ούτε θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια πρακτική επειδή στο παρελθόν δεν έτυχε να τους προκαλέσει αντίστοιχες συνέπειες. [9] Υπενθυμίζω ότι αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ υποχρέωση των συμμετεχόντων σε μια δικαστική διαδικασία να τηρούν τις προθεσμίες που τάσσονται από τους θεσμούς ή από το Δικαστήριο και παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.[10] Πόσο μάλλον, όταν οι διάδικοι βρίσκονται ενώπιον Δικαστηρίου του οποίου η ταχύτητα και η συνοπτικότητα αποτελούν προσδιοριστικά στοιχεία της λειτουργίας του. Εν προκειμένω, το ζήτημα είναι απλό. Ο Καθ' ου και οι δικηγόροι του, μαζί ή χωριστά έσφαλαν ως προς τον τρόπο και τον χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να καταχωρηθεί η Απάντηση στην Κυρίως Αίτηση, δηλαδή, αντί Απάντησης εντός 14 ημερών ως ρητά καθορίζεται στον κανονισμό 8(α) του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού,[11] καταχώρησαν το μη προβλεπόμενο σε τούτη τη δικαιοδοσία «σημείωμα εμφάνισης», με αποτέλεσμα, οι δικηγόροι των Αιτητών να εκμεταλλευθούν, δικαιωματικά, τούτη την παράλειψη. Το δε ιστορικό της παρούσας υπόθεσης καταδεικνύει ότι η πλευρά του Καθ' ου επέδειξε για μεγάλο διάστημα ασύγγνωστη ολιγωρία ως προς την καταχώρηση Απάντησης. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι η τελική απόφαση εκδόθηκε μόλις στις 19/12/2017, ενώ εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας, την 01/12/2017, οι δικηγόροι των Αιτητών, (δείτε Τεκμήριο Β στην Αίτηση Αναστολής) χρησιμοποιώντας ενεστώτα χρόνο, είχαν σαφώς προειδοποιήσει τους δικηγόρους του Καθ' ου (χωρίς να έχουν καν τέτοια υποχρέωση) ότι «προχωρούμε[12] στη λήψη όλων των απαραίτητων δικονομικών μέτρων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους» [των πελάτων τους]. Εντούτοις, η πλευρά του Καθ' ου παρέμεινε αδρανής, αφού ούτε Απάντηση καταχώρησε, ούτε καν ζήτησε παράταση του χρόνου για την καταχώρηση της Απάντησής της, με βάση τη Δ.57 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενέργεια που κατά πάσα περίπτωση θα ανέκοπτε την έκδοση απόφασης μονομερώς. Συμπερασματικά, η πλευρά του Καθ' ου συνεπεία δικών της πράξεων και παραλείψεων, για τις οποίες δεν θα πρέπει να μέμφεται ούτε το Δικαστήριο, ούτε τους αντιδίκους της, καθ' όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του Καθ' ου, παρέμεινε δίχως δικονομική οντότητα, νομιμοποιώντας τους Αιτητές να ζητήσουν απόφαση μονομερώς, και το Δικαστήριο, εφόσον ικανοποιήθηκε από την προσφερθείσα μαρτυρία, δεν μπορούσε παρά να προχωρήσει στην έκδοση της εν λόγω απόφασης. Τα λεχθέντα στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΒΑΒΥ ΒΑGS NURSERY LTD ν. ΛΟΥΪΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Πολιτική Έφεση Αρ. 270/2016, ημερομηνίας 22/05/2018 έχουν αυτόδηλο περιεχόμενο και τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: « Δεύτερος λόγος έφεσης: ότι παραγνώρισε την ειδοποίηση - επιστολή ημερ. 8.3.2016 των δικηγόρων των εφεσειόντων η οποία κατεχωρήθη και στο φάκελο του Δικαστηρίου, «με την οποία τους πληροφορούσαν την πρόθεση τους να καταχωρήσουν Απάντηση μόλις θα είχαν τις απαραίτητες πληροφορίες και ή εσφαλμένα επέτρεψε την προώθηση αίτησης για απόφαση που έγινε επί εσφαλμένης νομικής βάσης χωρίς ειδοποίηση της άλλης πλευράς». Θα ξεκινήσουμε με το δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά διαδικαστικό θέμα. Με βάση τον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983 (2/1983) ως ετροποποιήθηκε, η υποχρέωση του καθ΄ου η αίτηση, όταν του επιδοθεί η Αίτηση δυνάμει του Νόμου, είναι να καταχωρήσει Απάντηση εντός 14 ημερών και η Απάντηση υποβάλλεται σύμφωνα με τον Τύπο 3 του Παραρτήματος, συνοδευόμενη με έγγραφο διορισμού δικηγόρου. Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 8, η Απάντηση εκθέτει τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την υπόθεση και καθορίζει τις θεραπείες καθώς και τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Θεραπείες και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ρητά, θεωρούνται παραδεκτά. Η σχετική πρόνοια είναι απόλυτα σαφής στη διατύπωση της και δεν επιτρέπει την ερμηνεία που επιχείρησε να δώσει η κα Νικολάου. ΄Οτι δηλαδή η επιστολή που εστάλη εκ μέρους του γραφείου των εφεσειόντων είχε τη θέση «σημειώματος εμφανίσεως» και θα έπρεπε να οδηγήσει την πλευρά της εφεσίβλητης στην καταχώριση αίτησης δια κλήσεως. Αυτό, κατά την ευπαίδευτη συνήγορο, επιτάσσει η κατ΄αναλογίαν εφαρμογή των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Με όλο το σεβασμό η ερμηνεία που δίδεται είναι εσφαλμένη. Στην κρινόμενη περίπτωση, ακριβώς η μη καταχώρηση Απάντησης - η μόνη εκ των θεσμών υποχρέωση - έδιδε έρεισμα στην καταχώρηση αίτησης για απόδειξη της απαίτησης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, δυνάμει της Δ.17 θ.2. Αφού ακριβώς, είναι δια της Απάντησης και όχι δι΄οποιασδήποτε επιστολής, που αποκτούσαν δικονομική οντότητα οι καθ΄ων η αίτηση. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται. » Συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να συνιστά επαρκές υπόβαθρο για την αναστολή της εκδοθείσας απόφασης. (γ) Ο ισχυρισμός ότι η έκδοση της απόφασης εις βάρος του Καθ΄ ου «επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους» ως το άρθρο 6(β) του Νόμου. - Η ισχυριζόμενη απαλλαγή πληρωμής ενοικίων Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να διασαφηνιστεί ότι η απαίτηση για ικανοποίηση του Δικαστηρίου περί στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης,[13] που ισχύει γενικότερα στις πολιτικές υποθέσεις, δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος στην παρούσα Δικαιοδοσία με βάση το άρθρο 6 του Νόμου. Είναι συναφώς ευκόλως κατανοητό ότι η στοιχειοθέτηση των αναφερόμενων στο άρθρο 6(β) του Νόμου προϋποθέσεων της «απάτης» ή των «ψευδών παραστάσεων»[14] κινείται σε ουσιωδώς υψηλότερο και αυστηρότερο[15] πλαίσιο από την απλή διαπίστωση ύπαρξης «συζητήσιμης υπόθεσης». Επί του προκειμένου, ο Καθ' ου ισχυρίζεται ότι έχει απαλλαχθεί από την πληρωμή των προηγούμενων ενοικίων, δίχως όμως να παρουσιάζει οποιανδήποτε γραπτή απόδειξη, ενώ όσα προφορικά ισχυρίζεται εξαντλούνται σε αοριστίες, δεν είναι πειστικά και δεν παραπέμπουν είτε σε εις βάρος του απάτη, είτε σε ψευδείς παραστάσεις. Σε αυτό το σημείο αξίζει να παραπέμψω στη ΕΛΕΝΙΤΣΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ν. ΜΑΡΙΑ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ κλπ, ECLI:CY:AD:2016:A162, Πολιτική Έφεση αρ. 283/2015 ημερομ. 23/03/2016, όπου σημειώθηκε ότι: « η τελεσιδικία εν προκειμένω έχει μιαν ιδιαίτερη βαρύτητα η οποία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά και το κράτος δικαίου ευρύτερα » και τονίστηκε πως: « Θα ήταν παράλογο, στη βάση γενικών ισχυρισμών, να αποστερήσουμε το διάδικο από τους καρπούς της εν τέλει επιτυχίας του [..] Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, όπως έχει νομολογηθεί, είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής. (βλ. Χατζηευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd a.o.
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). ΄Οπως έχουμε εξηγήσει αυτές οι εξαιρετικές περιστάσεις εδώ δεν έχουν καταδειχθεί. » Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο Καθ' ου, φέροντας το σχετικό βάρος απόδειξης, όφειλε να ήταν πιο κατατοπιστικός, δεδομένου μάλιστα ότι οι Αιτητές διαφωνούν σφόδρα με τον ισχυρισμό ότι τον έχουν απαλλάξει από την πληρωμή ενοικίων για τη συγκεκριμένη περίοδο. Αντί όμως αποδείξεων, από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, όχι μόνο δεν διασαφηνίζεται η κατάσταση προς όφελός του, αλλά τουναντίον, προκύπτουν αντίθετα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, παραπέμπω στην επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017 των δικηγόρων των Αιτητών προς στους δικηγόρους του Καθ' ου στην οποία αναφέρθηκε ότι παραμένει υπόλοιπο ενοικίων €33.170 από τον Φεβρουάριο του 2014 έως τον Αύγουστο του 2016 (Τεκμήριο 3 στην Ένσταση). Επί τούτου του ισχυρισμού δεν υπήρξε καν απάντηση εκ μέρους του Καθ' ου, παρά μόνο οι δικηγόροι του επανήλθαν στις 28/11/2018 (Τεκμήριο Α στην Αίτηση) και αφότου η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 03/11/2017 και του επιδόθηκε τις 07/11/2017, αξιώνοντας εκ μέρους του Καθ' ου «αναλυτικό πίνακα πληρωμών και εισπράξεων» χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε νύξη για την ισχυριζόμενη απαλλαγή του Καθ' ου. Εάν υπήρξε, ως ο ισχυρισμός της πλευράς του Καθ' ου, απαλλαγή του από την πληρωμή των ενοικίων, για ποιο λόγο δεν προβλήθηκε ευθύς αμέσως τούτος ο ισχυρισμός από τους δικηγόρους του Καθ' ου; Επίσης, για ποιο λόγο οι δικηγόροι του Καθ' ου να θεωρούν αναγκαίες τις πληροφορίες στον ζητηθέντα «αναλυτικό πίνακα πληρωμών και εισπράξεων» για την ετοιμασία της Απάντησης, αφού ο ισχυρισμός θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, ότι ο Καθ' ου έχει απαλλαγεί; Επαναλαμβάνω ότι η πλευρά του Καθ' ου όφειλε να παρουσιάσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν τις αιτιάσεις της, καθότι, μια δικαστική απόφαση, ιδιαιτέρως τούτης της φύσης και δικαιοδοσίας, δεν μπορεί να αναστέλλεται στη βάση απλών και μόνο πιθανολογήσεων, αποστερώντας τους ιδιοκτήτες από την εκμετάλλευση της περιουσίας τους για ένα επιπρόσθετο σημαντικό χρονικό διάστημα. Εντούτοις, εν προκειμένω, η προσφερθείσα μαρτυρία του Καθ' ου κρίνεται πλήρως ανεπαρκής. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι δεν καν έχει τεθεί ενώπιον μου η αίτηση Παραμερισμού υπ' αριθμό Κ2/2018 μέχρι την κατάληξη της οποίας αξιώνεται η αναστολή της εκδοθείσας απόφασης. - Η ισχυριζόμενη παραπλάνηση του Δικαστηρίου Προχωρώντας στους ισχυρισμούς ότι το Δικαστήριο περιπλανήθηκε κατά την έκδοση απόφασης μονομερώς, σημειώνω ότι ουδεμία τέτοια παραπλάνηση έχει καταδειχθεί ότι υπήρξε. Το αίτημα για έκδοση απόφασης μονομερώς, παρά την απουσία Απάντησης, εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή, ζητήθηκαν διευκρινίσεις (δείτε πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/12/2017 που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ που επισυνάπτεται στην Αίτηση) οι οποίες δόθηκαν μέσω συμπληρωματικής ένορκης μαρτυρίας, και εν τέλει εγκρίθηκε, αφού το Δικαστήριο προηγουμένως πείστηκε σχετικά. Το παρόν Δικαστήριο δεν θα γίνει εφετείο του εαυτού του, όπως ορθώς εισηγούνται και οι δικηγόροι των Αιτητών. - Η ισχυριζόμενη υπενοικίαση και το άρθρο 28 του Νόμου. Ο Καθ' ου στην παρ. 13 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ότι το επίδικο υποστατικό υπενοικιάζεται σε τρίτους δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 01/08/2017 και ισχυρίζεται ότι «η συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος δύναται να προκαλέσει ζημία σε τρίτους». Το άρθρο 28
(1)του Νόμου έχει ως εξής: « 28.—
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην οιαδήποτε απόφασις ή διάταγμα διά την ανάκτησιν κατοχής ελήφθη καθ' οιουδήποτε ενοικιαστού κατοικίας ή καταστήματος, η τοιαύτη απόφασις ή το τοιούτο διάταγμα δεν εφαρμόζεται καθ' οιουδήποτε υπενοικιαστού τοιούτου ενοικιαστού εκτός εάν το Δικαστήριον πεισθή ότι τοιούτος ενοικιαστής παρημποδίζετο υπό των όρων της ενοικιάσεώς του να προβή εις υπενοικίασιν ή ότι ο τοιούτος υπενοικιαστής εχρησιμοποίησε την κατοικίαν ή το κατάστημα διά παρανόμους ή ανηθίκους σκοπούς. Εκάστη απόφασις ή διάταγμα διά κατοχήν εκδιδόμενον καθ' οιουδήποτε ενοικιαστού θα αναφέρη κατά πόσον θα εφαρμοσθή ή μη εναντίον οιουδήποτε υπενοικιαστού. » Το επίδικο ενοικιαστήριο επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις την υπενοικίαση. Ο σχετικός όρος 4(α) αναφέρει: « Ο ενοικιαστής διατηρεί το δικαίωμα μετενοικιάσης του μισθίου εφ' όσον ο ίδιος πληρώνει κανονικά το ενοίκιο και τηρούνται όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία. » Αξιολογώντας τα ενώπιον μου νομικά και πραγματικά δεδομένα, είναι εμφανές ότι η μαρτυρία που δόθηκε από τον Καθ' ου προς την κατεύθυνση της απόδειξης της ισχυριζόμενης υπενοικίασης υπήρξε παντελώς ανεπαρκής. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να αποδεικνύει τη γνώση των Αιτητών για την ύπαρξη της ισχυριζόμενης υπενοικίασης. Ούτε από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία προκύπτει κάτι τέτοιο, ούτε από τις αποδείξεις πληρωμής ενοικίου που κατατέθηκαν από τον Αιτητή αρ. 1 στα πλαίσια της έκδοσης της απόφασης, στοιχειοθετείται η γνώση της πλευράς των Αιτητών για την ισχυριζόμενη υπενοικίαση, αφού οι αποδείξεις αυτές εκδόθηκαν προς τον Καθ΄ ου και μόνο. Είναι δε άξιο αναφοράς ότι ως προς το χρονικό σημείο σύναψης της ισχυριζόμενης υπενοικίασης υφίσταται ουσιώδης ανακολουθία αφενός, μεταξύ όσων ισχυρίζεται ο ίδιος ο Καθ' ου, ο οποίος αναφέρεται στο 2017, και αφετέρου, σε όσα ενόρκως δηλώνει ο φερόμενος υπενοικιαστής, ο οποίος σε άλλες αιτήσεις που καταχωρήθηκαν και βρίσκονται εντός του ίδιου δικαστικού φακέλου, ισχυρίζεται ότι η υπενοικίαση άρχισε από το
- Παρά μάλιστα το γεγονός ότι ο ίδιος ο Καθ' ου έφερε το βάρος να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό του περί νόμιμης υπενοικίασης, προς απόδειξη επισύναψε ένα έγγραφο στο οποίο δεν μπορώ παρά να αποδώσω μηδενική βαρύτητα, αφού δεν είναι σε πρωτότυπη μορφή, δεν φέρει τη δέουσα χαρτοσήμανση μέσω της οποίας θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί και η ημερομηνία σύνταξής του, και κυρίως, δεν φέρει υπογραφή από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες, ήτοι τους Αιτητές. Επαναλαμβάνω ότι με βάση τη κύρια συμφωνία ενοικίασης, το δικαίωμα υπενοικίασης τελεί υπό την αίρεση πληρωμής του ενοικίου και των λοιπών υποχρεώσεων του Καθ' ου, τις οποίες δεν εκπλήρωσε, και για αυτό εκδόθηκε, εν τέλει, εις βάρος του τελική δικαστική απόφαση. Επιπροσθέτως, ακόμα και αν απέδιδα βαρύτητα στο εν λόγω έγγραφο, η πλευρά του Καθ' ου αντιμετωπίζει το ακόλουθο ουσιαστικό νομικό εμπόδιο. Όπως ορθά σημειώνει και η κα Θεοδούλου στην αγόρευσή της, το εν λόγω έγγραφο υπενοικίασης φέρεται να συντάχθηκε μόλις την 01/08/2017 και ενώ είχε προηγηθεί στις 26/07/2017, η επίδοση στον Καθ' ου επιστολή ίδιας ημερομηνίας των δικηγόρων των Αιτητών με την οποία τερμάτισαν την υπό αναφορά ενοικίαση. Προσθέτω συναφώς ότι, όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Woodfall' s Law of Landlord and Tenant - Chapter 16 - Section
- SUB-LEASE - Effect of determination of superior lease, par. 16.163, όταν η κύρια ενοικίαση ολοκληρώνεται, οποιαδήποτε υπενοικίαση που πηγάζει από αυτήν αυτομάτως και συγχρόνως τερματίζεται. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « The general rule at common law is that when the head tenancy comes to an end any sub-tenancy derived out of it also automatically and simultaneously ends. This principle applies where the head tenancy ends by effluxion of time, by a landlord's notice to quit or by forfeiture. » Επομένως, διαπιστώνω ότι ο Καθ' ου δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 28 προς υπεράσπισή του καθότι λόγω της δικής του αντισυμβατικής συμπεριφοράς όχι μόνο εμποδιζόταν, με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο να προβεί στην όποια υπενοικίαση, αλλά επιπροσθέτως, λόγω του τερματισμού της ενοικίασης δεν μπορούσε ο ίδιος μεταγενέστερα να προβεί σε υπενοικίαση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του Καθ' ου που εδράζονται στο άρθρο 6(β) του Νόμου κρίνονται αβάσιμοι. (δ) Ο ισχυρισμός ότι η αμέλεια του δικηγόρου μπορεί να διαχωρισθεί από τον διάδικο που εκπροσωπεί, με βάση το άρθρο 6(δ) του Νόμου. Ο Καθ' ου προβάλλει περαιτέρω, με παραπομπή σε άλλη πρωτόδικη απόφαση, ότι η εκδοθείσα απόφαση θα παραμεριστεί με βάση το άρθρο 6(δ) του Νόμου, επειδή η αμέλεια του δικηγόρου του δεν αφορά τον ίδιο τον Καθ' ου. Έχω σαφώς διαφορετική άποψη από την εν λόγω εισήγηση. Το άρθρο 6(δ) του Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής σε αυτές τις περιπτώσεις. Παραπέμπω συναφώς στην ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΗΝΤΙΛΗ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΑ Αίτηση Αρ. Κ3/2015, Απόφαση ημερ. 05/04/2018 όπου είχα την ευκαιρία να εξετάσω παρόμοιο ισχυρισμό. Το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, το θεωρώ άμεσα σχετικό και εφαρμόσιμο και στην παρούσα περίπτωση: « Όπως έχει τεθεί πιο πάνω, ένας δικηγόρος στα πλαίσια των καθηκόντων του πρέπει να ενεργεί με επιμέλεια ώστε να επιβεβαιώνει το σχετικό νομικό πλαίσιο επί του οποίου θα παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες και να ενεργεί με τη δέουσα ταχύτητα. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση, οι δικηγόροι του Καθ' ου δεν έπραξαν τα δέοντα, με αποτέλεσμα την έκδοση της απόφασης μονομερώς. (Γ) Η αμέλεια του δικηγόρου δεν μπορεί να διαχωρισθεί από τον διάδικο. Όσον αφορά το τελευταίο σκέλος, κατά πόσο δηλαδή η διαπιστωθείσα αμέλεια του δικηγόρου μπορεί να διαχωρισθεί από τον διάδικο που εκπροσωπεί, και επ' αυτού, η απάντηση είναι αρνητική. Τούτο διότι, η εφαρμογή μιας τέτοιας εισήγησης θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτα συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 6(δ) του Νόμου, το οποίο δεν αναφέρεται μόνο σε μη ύπαρξη παράλειψης ή αμέλειας αυτού καθ' αυτού του διαδίκου, αλλά γενικότερα, σε «εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αµέλειαν εκ µέρους του», δηλαδή, σε μη ύπαρξη αμέλειας σε ευρύτερο πλαίσιο. H φράση «εκ μέρους» σημαίνει: «εξ' ονόματος, κατ' εντολήν (κάποιου), ως αντιπρόσωπος, ή με σύσταση (κάποιου)».[16] Είναι σημαντικό να διαφυλάσσεται η τελεσιδικία, καθότι, προσδίδει βεβαιότητα στην κοινωνία. Αυτή την αναγκαιότητα είχε προφανώς κατά νου και ο Νομοθέτης της εν λόγω διάταξης και για τούτο το λόγο δεν αναφέρθηκε περιοριστικά σε αμέλεια του διαδίκου, αλλά γενικότερα σε αμέλεια εκ μέρους του διαδίκου. Από την άλλη πλευρά, υιοθέτηση της ερμηνείας που εισηγείται ο Αιτητής, ότι δηλαδή η επίκληση της αμέλειας του νομικού εκπροσώπου (ή σε άλλη περίπτωση του αντιπροσώπου ή του υπαλλήλου κλπ) του διαδίκου που αιτείται τον παραμερισμό είναι αρκετή για να απαλλάξει τον ίδιο τον διάδικο, οδηγεί σε καταστρατήγηση του υπό εξέταση άρθρου, δια μέσω στοχευμένης επίκλησης οποιουδήποτε τρίτου προσώπου πέραν του Αιτητή. Ιδιαίτερα, όσον αφορά τη σχέση του διαδίκου με τον δικηγόρο του, σημειώνω ότι ο δικηγόρος, εκ της φύσεως του επαγγέλματός του, ταυτίζεται με τον πελάτη του, αφού ενεργεί ως αντιπρόσωπός[17] του. Η έκταση της εξουσίας ενός δικηγόρου είναι αρκετά ευρεία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας όχι μόνο να προβαίνει σε δηλώσεις, στο πλαίσιο της δίκης που δεσμεύουν τον πελάτη του,[18] αλλά ακόμα και να συμβιβάζει την υπόθεση του εντολέα του.[19] Επιπροσθέτως, οι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει μέσω του δικηγόρου του προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορούν να οδηγήσουν μέχρι και στη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος[20] εναντίον του. Κατά συνέπεια, η αμέλεια του δικηγόρου που ο ίδιος ο διάδικος επέλεξε να τον εκπροσωπήσει δεν μπορεί για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου να επενεργεί υπέρ του διαδίκου και να τον απαλλάσσει ολωσδιόλου από τις πράξεις και παραλείψεις του δικηγόρου του. Συνεπακόλουθα δεν δύναται τέτοια συμπεριφορά να υποστυλώσει το βάθρο επί του οποίου θα παραμεριστεί μια, κατά τα λοιπά, καλώς εκδοθείσα δικαστική απόφαση, αποστερώντας από τον αντίδικο του αιτητή, τους καρπούς της επιτυχίας του. Η αμέλεια του δικηγόρου δεν μπορεί παρά να αντανακλάται στον εντολέα του. Εάν ο τελευταίος έχει υποστεί ζημιά και δικαιούται συνεπεία αμέλειας σε αποζημιώσεις από τον νομικό του εκπρόσωπο, είναι ζήτημα που δεν αφορά τούτη τη Δικαιοδοσία. Καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. » Συνεπώς, ούτε με βάση τούτη την κατεύθυνση δικαιολογείται η αναστολή της εκδοθείσας απόφασης. (ε) Η ισχυριζόμενη «ανεπανόρθωτη ζημιά» που θα υποστεί ο Καθ' ου. Ούτε έχει θεμελιωθεί ζήτημα ανεπανόρθωτης βλάβης ως ισχυρίζεται ο Καθ' ου και συνεπώς δεν δικαιολογείται για τον λόγο αυτό η έγκριση του αιτήματος. Στη DEMETRIADES GROUP OF COMPANIES LIMITED ν. APM ITALIAN TYPE ICE-CREAM LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 372/2015, ημερομηνίας 15/02/2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο των Αιτητών, είναι, βεβαίως, δεσπόζον στοιχείο, δεδομένης της προαναφερθείσας ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Οι Αιτητές όμως απέτυχαν να θεμελιώσουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αόριστα και λαμβάνει τη μορφή γενικής επίκλησης. Το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναποτίθεται στους ώμους του κάθε Αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης. Όπως επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του (Χ»Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Others
(1991)1 ΑΑΔ 172, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους (ανωτέρω), Ελενίτσα Κωνσταντινίδη (ανωτέρω)). Ο,τι μπορεί να εξαχθεί από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πως περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την επίκληση αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή. Περαιτέρω, η αδιαμφισβήτητη εκτεταμένη παρανομία που καλύπτει το επίδικο ακίνητο καθιστά ανύπαρκτο τον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, θα είναι παράνομη η κατοχή και χρήση του εν λόγω ακινήτου. Η τελεσιδικία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και υποστυλώνει, ευρύτερα, το κράτος δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό και με δεδομένες τις γενικόλογες τοποθετήσεις της πλευράς των Αιτητών ως προς το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης και της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων, δεν εντοπίζουμε έρεισμα αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης και αποστέρησης από τον επιτυχόντα διάδικο, τους Καθ΄ ων η αίτηση, των καρπών της επιτυχίας τους. » Ο Καθ' ου δεν δραστηριοποιείται ο ίδιος στο εν λόγω υποστατικό, αλλά ισχυρίζεται ότι το υπενοικιάζει αποκομίζοντας συγκεκριμένο κέρδος από τούτη τη δραστηριότητα, δίχως μάλιστα να προβάλλει ότι οι Αιτητές δεν θα μπορούν να τον αποκαταστήσουν μελλοντικά. Πρόκειται συνεπώς για ευκόλως υπολογίσιμα ποσά, για τα οποία, εν ευθέτω χρόνω και εάν και εφόσον, στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού ή άλλης διαδικασίας αποδείξει ότι δικαιούται να αποζημιωθεί, θα του επιδικασθούν ανάλογες αποζημιώσεις. Δεν είναι όμως απαραίτητο στο μεσοδιάστημα οι νόμιμοι ιδιοκτήτες να αποστερηθούν την ιδιοκτησία τους. (στ) Δεν δικαιολογείται η αναστολή ή ακύρωση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής Όσον αφορά τέλος το αίτημα που σχετίζεται με την ακύρωση του εντάλματος ανάκτηση κατοχής, με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, καθώς και τις νομικές αρχές στις οποίες έχω αναπτύξει λεπτομερώς υπό το νομικό πλαίσιο, και ιδίως ότι με τη Δ.43Α δεν δύναται να αποδοθούν νέα δικαιώματα είτε στον ενοικιαστή, είτε σε άλλο κάτοχο του υποστατικού και ότι ο Καθ' ου απέτυχε να καταδείξει ότι η εκτέλεση του διατάγματος θα είναι είτε άσκοπη, είτε αδικαιολόγητη, διαπιστώνω ότι δεν δικαιολογείται ούτε η αναστολή ούτε η ακύρωσή του. Συνεπώς, θα πρέπει να προχωρήσει πάραυτα η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, ως το λογικό συνεπακόλουθο του διατάγματος ανάκτησης κατοχής. * Καταληκτικά, στη βάση όλων των προαναφερόμενων και εξισορροπώντας αφενός τη φυσιολογική προσδοκία των ιδιοκτητών να απολαύσουν άμεσα τους καρπούς της νίκης τους και να ανακτήσουν την κατοχή του επίδικου υποστατικού για να μπορούν να αξιοποιήσουν την περιουσία τους, και αφετέρου, τις πιθανότητες επιτυχίας της Αίτησης Παραμερισμού Κ2/2018 και τις επιπτώσεις στην κάθε πλευρά, δεν έχω πεισθεί, στην βάση όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης. * Ως εκ των ανωτέρω, εντοπίζω έρεισμα στους υπ' αριθμό 4, 5, 6, 8 έως 14, 18, 22 και 24 λόγους Ένστασης. Η Ένσταση επιτυγχάνει, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων στην παρούσα Αίτηση και Αιτητών στην Κυρίως Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της απόφασης της, ήτοι €10.000 - €50.000. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στις 04/05/2018, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία ήταν αντικανονική αφού το περιεχόμενο της διέφερε από το κείμενο για το οποίο δόθηκε άδεια. Στις 24/05/2018, η εν λόγω ένορκη δήλωση αποσύρθηκε κατόπιν άδειας και δόθηκαν εκ νέου σχετικές οδηγίες. [2] Δείτε μεταξύ άλλων: Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Charalambous v. C. Nicolaides and A. Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737, Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, 597 - 598, Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, Α. Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ 797, Α. Παπά ν Ν. Α. Οικονομίδου κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ 58, Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Γιάννος Παύλου κ.ά ν Μαρούλλας Νεοφύτου Νικολάου κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 373/2016, ημερομηνίας 10.10.2017, και Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/
- [3] Manchester Corporation v Conolly and others [1970] 1 ALL ER
- [4] Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, σελ. 320 υπό τον τίτλο «Forfeiture of Lease». [5] Η Διαταγή Δ. 48, θ. 8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει: «
(4)Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» [6] Μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την Αίτηση της Salavu Ltd για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Πολιτική Αίτηση αρ. 45/2015 ημερ. 02/04/2015, Mainland Global Investments Ltd, Πολ. Αίτ. 167/2012, ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου
- [7] Το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου έχει ως εξής: «
- Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. » [8] G. + K. Ladenbau (U.K.) Ltd. V. Crawley & De Reya [1978] 1 ALL ER 682. [9] Edward Wong Finance Co. Limited v Johnson Stokes & Master (a firm) [1984] AC 296 και Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 525. [10]Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χ" Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 και Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1108. [11] Στον κ. 8 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 αναφέρονται τα εξής: «Πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να την αμφισβητήσει στο σύνολο ή μέρος της με την καταχώριση απαντήσεως εντός 14 ημερών. Η απάντηση καθορίζει τις θεραπείες και γεγονότα που αμφισβητούνται. Θεραπείες και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ρητά θεωρούνται παραδεκτά.» [12] Ο τονισμός της λέξης είναι δικός μου. [13] Δείτε: Orams κ.ά. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402. [14] Δείτε: άρθρα 17 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου. [15] Μεταξύ άλλων: Μουρτζινός ν Πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1Α Α.Α.Δ 80, Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, 1003, και Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. ALOCAY Holdings Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 1523 [16] Δείτε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Ά Έκδοση, Γ. Μπαμπινιώτη, σελ. 1080 -1081. [17] Αναφορικά με την Η. Ε. Δικηγόρο
(2004)1Α Α.Α.Δ 254. [18] Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 556. [19] In Re Charalambous
(1985)1 C.L.R. 746, 748. [20] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ετ. Τεχνικών Έργων Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, 95. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο