ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ ν. EMKIN CONSULTING LTD κ.α., Αίτηση αρ.: K42/2012, 12/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2018:10 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ.: K42/2012 Μεταξύ: XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ, εκ Λάρνακας Αιτητών -και-
- EMKIN CONSULTING LTD, εκ Λάρνακας
- XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Καθ΄ ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 16/03/2018 για παράταση του χρόνου καταχώρησης Έφεσης σχετικά με τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 21/12/2017 Ημερομηνία: 12/06/2018 Για τους Αιτητές 1, 2 και 3 / Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση: κα Μαρία Ραφαήλ για Ι. Φράγκου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ης η Αίτηση / Αιτήτρια στην Κυρίως Αίτηση: κ. Γ. Λουκαΐδης για Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Στις 21/12/2017 και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων (με διαφορετική όμως σύνθεση) εξέδωσε τελική απόφαση στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο κυρίως Αίτηση επιδικάζοντας υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως το συνολικό ποσό των €22.811,20 πλέον τόκους και έξοδα. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 06/04/17 οπόταν και είχε επιφυλαχθεί η έκδοση της απόφασης, χωρίς όμως να προκαθορισθεί ο χρόνος έκδοσής της. Σύμφωνα δε με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/12/17 που έχω εντοπίσει εντός του φακέλου, κατά την ημερομηνία απαγγελίας της εν λόγω τελικής απόφασης εμφανίζεται για την Αιτήτρια ο κ. Λουκαΐδης εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου του Δρ. Ανδρέα Ποιητή & Σια ΔΕΠΕ, ενώ για το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Καθ΄ ων αναγράφεται «ουδεμία εμφάνιση». Ακολούθως, το Δικαστήριο παρουσιάζεται να προχωρεί με την απαγγελία της τελικής απόφασης, δίχως να γίνεται οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο σχετικό πρακτικό. Δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε άλλο πρακτικό που να διαφωτίζει περισσότερο την όλη κατάσταση και ιδίως να ξεκαθαρίζει με ποιόν ακριβώς τρόπο έγινε, από τη μια, η ενημέρωση του δικηγορικού γραφείου της Αιτήτριας να παρευρεθεί για την απαγγελία της απόφασης και, από την άλλη, τι ακριβώς έλαβε χώρα αναφορικά με την ενημέρωση της πλευράς των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, αν δηλαδή ενημερώθηκαν, πώς ενημερώθηκαν, και προς ποιό πρόσωπο έγινε η σχετική ενημέρωση. Σχεδόν τρεις μήνες μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, και συγκεκριμένα στις 12/03/2018,[1] οι δικηγόροι της Αιτήτριας κάλεσαν τους Καθ' ων 1 να πληρώσουν το εξ' αποφάσεως χρέος πλέον τόκους και δικαστικά έξοδα, παρέχοντας σε αυτούς προθεσμία 3 εβδομάδων και προειδοποιώντας τους παράλληλα ότι σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρούνταν ανίκανοι να πληρώσουν τα χρέη τους και θα υπόκεινται σε εκκαθάριση. Αυθημερόν, οι δικηγόροι των Καθ' ων διενήργησαν έρευνα εντός του δικαστικού φακέλου της παρούσας υπόθεσης και ζήτησαν όπως λάβουν αντίγραφο του πρακτικού ημερ. 21/12/2017, ενώ την επόμενη μέρα ζήτησαν και αντίγραφο της επίδικης δικαστικής απόφασης. ΙΙ. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ Οι Καθ' ων στην κυρίως Αίτηση και Αιτητές στην παρούσα (στο εξής: «οι Καθ' ων) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 16/03/2018 . Με αυτήν αξιώνεται: « Διάταγμα του Δικαστηρίου για παράταση της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης επί της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 21/12/2017 για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και/ή εντός της χρονικής προθεσμίας που θα καθορίσει το Δικαστήριο. » Η Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 155 του Συντάγματος, καθώς και στις Δ.32 θ.2, και Δ.57 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται επίσης από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Μιχαήλ δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Εν ολίγοις, η ομνύουσα, επισυνάπτοντας κάποια έγγραφα, επιχειρεί να καταδείξει ότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε έλαβε γνώση της ημερομηνίας έκδοσης της Απόφασης με αποτέλεσμα οι Καθ' ων να απολέσουν, δίχως ο ίδιοι να ευθύνονται, τη προθεσμία που είχαν για να εφεσιβάλουν την εν λόγω απόφαση. Αξιώνεται συναφώς, παράταση με βάση τη Διαταγή 35 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ΙΙΙ. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η Αιτήτρια στην Κυρίως Αίτηση και Καθ' ης στην παρούσα (στο εξής: «η Αιτήτρια») με ένσταση ημερομηνίας 20/03/2018, δεν συναινεί στο αίτημα παράτασης. Οι λόγοι ένστασης προσομοιάζουν περισσότερο με ένορκη δήλωση παρά με λόγους ένστασης. Εν πάση περιπτώσει, ο βασικός πυλώνας της επιχειρηματολογίας της Αιτήτριας είναι ότι οι προθεσμίες «πρέπει να τηρούνται με θρησκευτική ευλάβεια» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται. Εν προκειμένω, η πλευρά της Αιτήτριας εισηγείται ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι αδικαιολόγητη και κατηγορούνται οι δικηγόροι των Αιτητών για αμέλεια και για ανεπαρκές σύστημα διεκπεραίωσης των εργασιών τους και ιδιαίτερα αμφισβητείται ότι οι εν λόγω δικηγόροι προέβαιναν σε συστηματικό έλεγχο για την πορεία της υπόθεσης. Υποστηρίζεται, ακόμη, ότι οι Καθ' ων δεν έχουν οποιανδήποτε πιθανότητα για επιτυχία κατ' έφεση. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή δικηγορικού υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο της Αιτήτριας, στην οποία επαναλαμβάνονται σχεδόν επί λέξει οι λόγοι ένστασης. Όσον αφορά τα ουσιαστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα την ημέρα απαγγελίας της απόφασης, η πλευρά της Αιτήτριας δεν δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. IV. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Το Άρθρο 30 παρ. 1 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Πρόκειται μεν για θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, όχι απόλυτο δε, αλλά εντασσόμενο σε εύλογους και λογικούς περιορισμούς, οι οποίοι δεν πρέπει να απολήγουν στον περιορισμό ή υποβάθμισή του κατά τρόπο που να καταστρέφεται η ουσία του εν λόγω δικαιώματος. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ερμηνεύοντας το άρθρο 6.
- της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το οποίο είναι προσόμοιο με το Άρθρο 30 παρ. 1 του δικού μας Συντάγματος) έχει αναγνωρίσει ότι στο δικαίωμα αυτό θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησής του.[2] Από την άλλη, η αποτελεσματική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος δεν ισοδυναμεί με διατάραξη της τελεσιδικίας, η διαφύλαξη της οποίας είναι εξίσου σημαντική καθότι προσδίδει βεβαιότητα στην κοινωνία. Οι δε προθεσμίες για την έγερση νομικών διαβημάτων, ιδιαίτερα στη σύγχρονη κοινωνία,[3] θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά καθότι αποτελούν την υποστύλωση του νομικού μας συστήματος και τη βασική παράμετρο για την αποτελεσματικότητά του.[4] Παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.[5] · Γενικά, το δικαίωμα για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης. Η επίδικη αίτηση εδράζεται κατ' ουσία στη Διαταγή 35 θ. 2, η οποία έχει ως εξής: « Subject and without prejudice to the power of the Court of Appeal under Order 57, Rule 2, no appeal from any interlocutory order, or from an order, whether final or interlocutory, in any matter not being an action, shall be brought after the expiration of fourteen days, and no other appeal shall be brought after the expiration of six weeks, unless the Court or Judge, at the time of making the order or at any time subsequently, or the Court of Appeal shall enlarge the time. The said respective periods shall be calculated from the time that the judgment or order becomes binding on the intending appellant, or in the case of the refusal of an application, from the date of such refusal. Such deposit or other security for the costs to be occasioned by any appeal shall be made or given as may be directed under special circumstances by the Court of Appeal. » Οι σχετικές επί του θέματος της παράτασης του χρόνου καταχώρησης έφεσης νομολογιακές αρχές έχουν συνοψισθεί στην Πρόεδρος και Μέλη Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας «Φαραώ Έλενα 24» ν. Βαλεντίνας Καρασάββα
(2012)1Α Α.Α.Δ. 399, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Κατά την εκδίκαση μιας αίτησης όπως η παρούσα, το δικαστήριο έχει πάντα ως γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Από τη μια έχει να σταθμίσει την ανάγκη για τελεσιδικία, αλλά και τα συμφέροντα των διαδίκων και από την άλλη την εξυπηρέτηση γενικά των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι η παράλειψη δικηγόρου ή του διάδικου να προβεί στα δέοντα διαβήματα για την καταχώρηση έφεσης μέσα στην καθορισμένη από τους κανονισμούς προθεσμία, δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ του [...] Η παράταση χρόνου για καταχώρηση έφεσης είναι ένα εξαιρετικό δικονομικό μέτρο (Lavar Shipping Co Ltd v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 1635). Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να παραχωρήσει παράταση χρόνου είναι ελεύθερη και αδέσμευτη και ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο αιτητής οφείλει να προβάλει τα αναγκαία στοιχεία για να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (Βούρια ν. Δασκάλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 808). Παρ' όλο που φαίνεται ότι η νομολογία μας δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί ως προς την αμέλεια ή το λάθος δικηγόρου, εν τούτοις φαίνεται ότι η επικρατούσα αντιμετώπιση είναι ότι το λάθος ή η αμέλεια δικηγόρου δεν συνιστά από μόνη της λόγο παραχώρησης παράτασης καταχώρησης της έφεσης. Στην υπόθεση Βούρια ν. Δασκάλου, ανωτέρω, τονίστηκε ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για παράταση της προθεσμίας για υποβολή έφεσης δεν υπόκειται σε περιορισμούς και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στο διάδικο που επιδεικνύει αδιαφορία συνήθως το δικαστήριο αρνείται την έγκριση της αίτησης, αλλά εκεί που υπάρχει σπουδή στην άσκηση των δικαιωμάτων του, η έγκριση της αίτησης γίνεται ευκολότερη. Οι προθεσμίες που τάσσονται από τους θεσμούς ή από το δικαστήριο θα πρέπει να τηρούνται. Παράτασή τους συνιστά εξαιρετικό διαδικαστικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις (Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 και Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1088). Στην υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698, τονίστηκε ότι ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών, γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. » · Ειδικά, το Δικαίωμα Έφεσης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το Δικαίωμα Έφεσης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων ρυθμίζεται από το άρθρο 7 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου υπό τον παράτιτλο «έφεσις ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου», διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: « Οιαδήποτε απόφασις ληφθείσα υπό του Δικαστηρίου υπόκειται, εντός τεσσαράκοντα δύο ημερών από της ημέρας της εκδόσεως της, εις έφεσιν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. » Σχετικά με το υπό εξέταση θέμα είναι τα διαλαμβανόμενα στους κανονισμούς 12 και 14 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 (όπως έχει τροποποιηθεί): « Κανονισμός 12: Γενικές Διατάξεις (α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου. » « Κανονισμός 14: Έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου- (α) Απόφαση του Δικαστηρίου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου. (β) Η Ειδοποίηση Έφεσης καταχωρείται στον Τύπο 28 ως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 35 θεσμός 3 και δύναται να καταχωριστεί εντός 42 ημερών από της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου μαζί με πιστό αντίγραφο της απόφασης ή του διατάγματος το οποίο εφεσιβάλλεται. (γ) Οι πρόνοιες της Διαταγής 35 θεσμοί 4, 5, 6, 7,
(1), 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 18, 19, 20, 23, 25, 26, 28, 29, 30, 31 και 32 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν στην περίπτωση Έφεσης από αποφάσεις και διατάγματα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. » V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ως γνωστό, όταν προκύπτει θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αυτό επιβάλλεται να εξετασθεί αυτεπάγγελτα[6], ακόμα και αν δεν έχει εγερθεί από την άλλη πλευρά. Αυτό έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση. Εξετάζοντας το αίτημα έχω διαπιστώσει ότι αναφύεται ζήτημα δικαιοδοσίας αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία. Κατ' επέκταση, στερούμαι δικαιοδοσίας να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Επεξηγώ. Η Δ.35 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία εδράζεται η παρούσα αίτηση, και στην οποία διαλαμβάνεται ότι ο χρόνος έφεσης μπορεί να παραταθεί («.unless the Court or Judge, at the time of making the order or at any time subsequently, or the Court of Appeal shall enlarge the time.»), δεν τυγχάνει εφαρμογής στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Τούτο διότι το ζήτημα ρυθμίζεται ρητώς, ευθέως και περιοριστικά από το προπαρατεθέν άρθρο 7 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από την ανάγνωση του εν λόγω άρθρου 7, η προβλεπόμενη προθεσμία για καταχώρηση έφεσης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ευχέρεια παράτασης του χρόνου. Συνακόλουθα, και εν αντιθέσει με όσα ισχύουν για εφέσεις πολιτικών Δικαστηρίων, δυνάμει της Δ.35 θ. 2, δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων να διατάξει παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης. Άξια αναφοράς εν προκειμένω είναι η απόφαση στην Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D42, Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.2015 στην οποία ακυρώθηκε με προνομιακό διάταγμα certiorari η απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να παρατείνει τον χρόνο αναστολής της εκδοθείσας απόφασης καθ' υπέρβαση του άρθρου 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Τονίστηκε συναφώς ότι η ρητή διατύπωση του εν λόγω άρθρου παρέχει δικαίωμα αναστολής στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων μόνο κατά την ώρα της έκδοσης της απόφασης και όχι σε οποιονδήποτε μεταγενέστερο χρόνο. Πόσο δε μάλλον όταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, αναζητείται παράταση του χρόνου, δίχως να προβλέπεται καν τέτοια ευχέρεια στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Σημειώνω συναφώς ότι, το άρθρο 7 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου έχει αυξημένη ισχύ έναντι των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι, με βάση τον κανονισμό 12(α) του εν λόγω περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για να συμπληρώσουν ζητήματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και νοουμένου ότι η εφαρμογή τους συνάδει με τους σκοπούς του νόμου.[7] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στη Ποχτζελιάν (ανωτέρω): « Άλλωστε, η Δ.35 θθ. 18 και 19, αποτελούν δικονομικές πρόνοιες που δεν μπορούν να υπερκαλύψουν νομοθετική πρόνοια, η οποία μάλιστα υπάρχει σε ένα Νόμο που καθίδρυσε εξειδικευμένο Δικαστήριο. » Θεωρώ επίσης χρήσιμο να επισημανθεί το εξής. Στον Κανονισμό 14(γ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού, γίνεται ρητή αναφορά στους πλείστους θεσμούς της Δ.35 με την υπόδειξη ότι αυτοί εφαρμόζονται κατ' αναλογία. Σε αυτούς όμως τους θεσμούς δεν περιλαμβάνεται ο θεσμός υπ' αριθμό 2, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα παράτασης, ακριβώς επειδή το υπό εξέταση ζήτημα ρυθμίζεται ρητά και ξεκάθαρα, όπως και στην πρώτη παράγραφο του υπό αναφορά κανονισμού δηλώνεται, από το άρθρο 7 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Ενδεχομένως, η τροποποίηση του άρθρου 7 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου με τρόπο που να παρέχεται και στα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων αντίστοιχη ευχέρεια παράτασης με αυτήν των πολιτικών Δικαστηρίων να ήταν προς το συμφέρον και την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης. Εντούτοις, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες οποιαδήποτε κατάληξη πλην της απόρριψης της αίτησης θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στο έργο του Νομοθέτη. Επακόλουθα και στη βάση όσων επεξηγούνται ανωτέρω, η περί του αντιθέτου εισήγηση των δικηγόρων των Καθ' ων, ότι δηλαδή επειδή στο άρθρο 7 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου δεν προβλέπεται παράταση, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 12 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού, θα έπρεπε να εφαρμοστούν τα αναφερόμενα στη Δ.35 θ. 2, απορρίπτεται. * Παρά τα προαναφερόμενα, για σκοπούς πληρότητας και για την περίπτωση αναθεωρητικού ελέγχου, θα πρέπει να σημειώσω ότι εάν δεν υπήρχε το ζήτημα δικαιοδοσίας στο οποίο έχω αναφερθεί ανωτέρω, αξιολογώντας όλα όσα έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μου και εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, θα κατέληγα ότι δεν θα μπορούσα να στερήσω το δικαίωμα των Καθ' ων να αποταθούν στον υψηλότερο βαθμό απονομής δικαιοσύνης, δηλαδή στο Ανώτατο Δικαστήριο και θα έδιδα την αιτούμενη θεραπεία. Διασαφηνίζω. Όπως επεξηγείται υπό το νομικό πλαίσιο η πρόσβαση στο Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται κατά τρόπο που δεν καταστρέφει την ουσία και την αποτελεσματικότητα του εν λόγω δικαιώματος. Παρεμβάλλω ότι, εάν τίθετο θέμα μόνο αμέλειας δικηγόρου ή και του διαδίκου, κατ' εφαρμογή της Καρασάββα (ανωτέρω) αλλά και της ανάγκης για τελεσιδικία, θα απέρριπτα την αίτηση, συμφωνώντας παράλληλα και με τις εισηγήσεις της πλευράς της Αιτήτριας που άπτονται της αυστηρής τήρησης των δικονομικών προθεσμιών. Όμως, στην παρούσα περίπτωση το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό υπό την έννοια ότι δεν συναρτάται αποκλειστικά με πράξεις ή παραλείψεις της πλευράς των Καθ' ων. Παρά το γεγονός ότι αποτελεί πιθανό σενάριο η πλευρά των Καθ' ων να έλαβε γνώση για την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και η παράλειψη να οφείλεται σε αμέλεια ή λανθασμένη συνεννόηση στο δικηγορικό τους γραφείο, το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου δεν μου επιτρέπει να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα. Μπορεί όντως η μη παρουσία των δικηγόρων των Καθ΄ ων κατά την ημερομηνία απαγγελίας της απόφασης να οφείλεται σε λάθος συνεννόηση του δικηγορικού τους γραφείου, όπως διατείνονται οι δικηγόροι της Αιτήτριας, μπορεί όμως και όχι, όπως υποστηρίζουν οι δικηγόροι των Καθ' ων. Στο τέλος όμως της ημέρας, ο ισχυρισμός των Καθ' ων ότι δεν ενημερώθηκε η πλευρά τους για την έκδοση της απόφασης δεν μπορεί να ανατραπεί από τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιόν μου. Στον φάκελο της υπόθεσης δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε οδηγίες του Δικαστηρίου για να κληθεί η πλευρά των Καθ' ων για την απαγγελία της απόφασης και συνεπώς προκύπτει ουσιώδες κενό αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η ενημέρωση προς τους δικηγόρους των διαδίκων. Ούτε καν η πλευρά της Αιτήτριας αναφέρεται σε οποιαδήποτε γεγονότα από τα οποία θα μπορούσα με ασφάλεια να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι το όλο ζήτημα είναι αποκλειστικά θέμα αμέλειας της άλλης πλευράς. Πιθανολογώ ότι οι σχετικές οδηγίες για την έκδοση της απόφασης δόθησαν προφορικά και ότι η όποια συνεννόηση με τους δικηγόρους των διαδίκων έγινε τηλεφωνικώς. Όμως, στη βάση μόνο πιθανολογήσεων δεν απονέμεται δικαιοσύνη. Ως προς το επίδικο ζήτημα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα διαδραματισθέντα στην απόφαση του ΕΔΑΔ στη Platakou v. Greece, Αρ. Αίτησης 389460/97, ημερ. 11/01/
- Στην Platakou η εκεί αιτήτρια, χωρίς η ίδια να ευθύνεται, στερήθηκε το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο λόγω σφάλματος στην επίδοση δικογράφου η οποία διενεργείται μέσω δικαστηρίου από δικαστικό επιμελητή. Το εν λόγω σφάλμα οδήγησε στο να θεωρηθεί η έφεσή της εκπρόθεσμη. Το ΕΔΑΔ, διαπιστώνοντας παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σημείωσε ότι οι διάδικοι ότι δεν μπορούν να κριθούν υπεύθυνοι για διαδικαστικά λάθη που διενεργούνται από κρατικούς εκπροσώπους (public State representatives) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω απόφασης έχει ως εξής: «
- In the instant case, the Court notes that the applicant was penalised by the decision of the Court of Appeal in its judgment no. 357/1994 to declare the application inadmissible owing to an error in service. It considers that the applicant cannot be held responsible for that error since, as the domestic legislation requires court documents to be served by court bailiffs, the arrangements for such service are primarily the latter's responsibility. The Court cannot accept that bailiffs are not acting as public State representatives in the exercise of their duties. [..] D. Conclusion
- In the light of the foregoing considerations (see A to C above), the Court considers that the applicant suffered a disproportionate hindrance in her right of access to a court and that, accordingly, the essence of her right to a court has been impaired. In addition, the Court considers that there has been a failure to comply with the principle of equality of arms. Consequently, there has been a violation of Article 6 § 1 of the Convention. » Όσον αφορά την καθυστέρηση των Καθ' ων στην έγερση της παρούσας Αίτησης, υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως καταλυτική αφού, θεωρώντας ότι οι Καθ' ων δεν είχαν ενημερωθεί για την έκδοση της απόφασης, δεν είχαν τη δυνατότητα για να δράσουν νωρίτερα. Επίσης αναγνωρίζω ότι μόλις οι Καθ' ων πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη της εκδοθείσας απόφασης ενήργησαν με σπουδή και ταχύτητα για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Τέλος και όσον αφορά τις πιθανότητες επιτυχίας της σκοπούμενης έφεσης, δεν θα αποτελούσε λόγο για τη μη έγκριση του αιτήματος αφού έχει κριθεί ότι η αποκάλυψη λόγων έφεσης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της.[8] Συνεπώς, θα παραχωρούσα την αιτηθείσα παράταση για καταχώρηση έφεσης, αλλά δεν μπορώ να το πράξω αυτό καθότι, όπως εξηγώ ανωτέρω, δεν έχω τη δικαιοδοσία να ενεργήσω σχετικά. VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των προαναφερόμενων, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, και με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία,[9] ακολουθούν το αποτέλεσμα της Αίτησης λαμβάνοντας όμως υπόψιν και το γεγονός ότι το ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας εγέρθηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και όχι μέσω της σχετικής ένστασης. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται τα ¾ των εξόδων της παρούσας Αίτησης υπέρ της Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση και εναντίον των Καθ' ων 1, 2 και 3 στην Κυρίως Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της εκδοθείσας απόφασης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στη σχετική επιστολή αναγράφεται ως ημερ. επίδοσης η 13/03/2018 αλλά αυτό οφείλεται σε σφάλμα σύμφωνα με τους Καθ' ων. [2] Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο του Δρ. Κώστα Παρασκευά, Κεφ. 8 - Πρόσβαση στο Δικαστήριο - παρ. 8.2: Δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης, σελ.
- [3] Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χ" Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 [4] Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190 [5] Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1108. [6] Μεταξύ άλλων: Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729. [7] Για παράδειγμα, στην IRONFX GLOBAL LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε338/2016, ημερομηνίας 23/03/2017, έχει κριθεί ότι δεν συνάδει με τον σκοπό και τον χαρακτήρα τούτης της δικαιοδοσίας η καταχώρηση αίτησης για συνοπτική απόφαση. [8] ΒΟΥΡΙΑ ν. ΔΑΣΚΑΛΟΥ
(1993)1 ΑΑΔ 808. [9] Στη MIB MARIAKO LTD κ.α. v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΡΟΥ
(2013)1Α Α.Α.Δ 508, το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας έκρινε ότι επειδή δεν είχε δικαιοδοσία, δεν μπορούσε να εκδώσει καν διαταγή εξόδων, ανέφερε τα εξής: «Τα έξοδα δεν είναι θέμα δικαιοδοσίας με την έννοια που γίνεται αντιληπτή ως προς τη δυνατότητα του δικαστηρίου να επιληφθεί της ουσίας της Αιτήσεως, αλλά προωθούνται με αναφορά στην οποιαδήποτε έκβαση της Αιτήσεως ως διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου. [.] Η δική μας θεώρηση είναι ότι όντως, και εφόσον υπήρχε πρόθεση απόσυρσης της Αιτήσεως η οποία στην ουσία απερρίφθη με άδεια του δικαστηρίου, θα έπρεπε, αν δεν υπήρχε καλός λόγος περί του αντιθέτου, να επιδικαστούν έξοδα στους Εφεσείοντες, λαμβανομένου όμως υπόψη και του γεγονότος ότι το θέμα δεν είχε εγερθεί από τους ίδιους τους Εφεσείοντες στην Αίτηση τους, αλλά αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο