← Κύπρος

ACFOLD HOLDINGS LIMITED ν. SOLON KAROULLAS ENTERPRISES LIMITED μετονομασθείσα σε Μ. Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (ΕΙΔΗ ΝΕΟΤΕΡΙΣΜΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αίτηση Αρ. Ε30/2016, 2

ACFOLD HOLDINGS LIMITED ν. SOLON KAROULLAS ENTERPRISES LIMITED μετονομασθείσα σε Μ. Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (ΕΙΔΗ ΝΕΟΤΕΡΙΣΜΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αίτηση Αρ. Ε30/2016, 28/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2018:28 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Μαρίας Κοσμά και Γιώργου Παναγιώτου, Παρέδρων Αίτηση Αρ. Ε30/2016 Μεταξύ׃ ACFOLD HOLDINGS LIMITED, από τη Λάρνακα Αιτητές -και- SOLON KAROULLAS ENTERPRISES LIMITED μετονομασθείσα σε Μ. Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (ΕΙΔΗ ΝΕΟΤΕΡΙΣΜΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λάρνακα Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 28/12/2018 Για τους Αιτητές: κος Γεώργιος Κουκούνης για Γεώργιος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Χαρίκλεια Θεοδούλου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η H παρούσα υπόθεση αφορά τα καταστήματα υπ' αριθμό 29 και 31 που βρίσκονται παρά τη στοά στην οδό Ευρυβιάδου στη Λάρνακα, στο εξής «τα Υποστατικά». Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ (α) Η Κυρίως Αίτηση Με αίτηση ημερομηνίας 12/05/2016, οι Αιτητές και ιδιοκτήτες των υποστατικών αιτούνται διάταγμα ανάκτησης κατοχής με σκοπό την κατεδάφιση και επανοικοδόμηση νέου ακινήτου. Συγκεκριμένα αξιώνεται: « α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους καθ' ων η αίτηση, ως επίσης τους υπαλλήλους, αντιπροσώπους, διευθυντές, αξιωματούχους, προστηθέντες ή εντολοδόχους αυτών όπως αμέσως με την επίδοση προς τους καθ' ων η αίτηση του διατάγματος του Δικαστηρίου εκκενώσουν και παραδώσουν στους αιτητές την ελεύθερη και κενή κατοχή των ως άνω στην Α παράγραφο αναφερόμενων καταστημάτων των αιτητών, ήτοι διάταγμα διατάττον την έξωση των καθ' ων η αίτηση από τα επίδικα καταστήματα αρ. XX και XX, παρά τη στοά, στην οδό XXXXX, στη Λάρνακα, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/4X7, Φ/Σχ. 41/5XXXX3, τμήμα 3, τεμάχιο 4X8, οδός XXXXX, ενορία Σκάλα, δήμος και επαρχία Λάρνακας, μερίδιο το όλο, με σκοπό οι αιτητές να ανακτήσουν την κατοχή τους και να τα κατεδαφίσουν και επανοικοδομήσουν νέο ακίνητο ή ως άλλως πως εκτίθεται ή προκύπτει κατωτέρω. Το διάταγμα έξωσης να εφαρμόζεται, αφορά, δεσμεύει και ισχύει επί οποιουδήποτε τυχόν υπενοικιαστή, χρήστη ή αδειούχου των επίδικων καταστημάτων των αιτητών ή εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που να έλκει δικαίωμα κατοχής εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση και όπως οποιοιδήποτε τούτων παραδώσουν αμέσως ελευθέρα τη διακατοχή των καταστημάτων των αιτητών ή διάταγμα διατάττον τούτους ή οποιοδήποτε από αυτούς να εκκενώσει και να παραδώσει αμέσως στους αιτητές την ελεύθερη και κενή κατοχή τους. β. Απόφαση για ποσό €419 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη ή κέρδη ή/και ως αποζημιώσεις ή/και ως απολεσθείσες προσόδοι ή/και δυνάμει των αρχών περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ή/και για την απώλεια της ενοικιαστικής αξίας των ως άνω αναφερόμενων στην Α παράγραφο καταστημάτων των αιτητών από 01/06/16 και ούτω καθ' εξής την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα ή/και από της έκδοσης του διατάγματος ανάκτησης της κατοχής των εν λόγω καταστημάτων και μέχρι παραδόσεως της ελεύθερης και κενής κατοχής τους υπό των καθ' ων η αίτηση προς τους αιτητές ή/και ως άλλως πως εκτίθεται κατωτέρω. γ. Νόμιμος τόκος επί παντός επιδικασθησομένου ποσού από το χρόνο πληρωμής αυτού και μέχρι εξοφλήσεως ή υπό μορφή αποζημιώσεως καθότι οι αιτητές υφίστανται ισόποση απώλεια και ζημία ή ως άλλως πως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο. δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή απόφαση το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. ε. Έξοδα συν Φ.Π.Α. (Αρ. μητρώου XXXXX151Β) και το τέλος επίδοσης. » Ισχυρίζονται ότι πρόκειται για θέσμια και ελεγχόμενη ενοικίαση. Το υφιστάμενο ενοίκιο σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €419 μηνιαίως. Τα υποστατικά χρησιμοποιούνται ως καταστήματα ειδών νεωτερισμού. Διατείνονται ότι απαιτούν λογικά την ανάκτηση της κατοχής και έχουν εξασφαλίσει όλες τις αναγκαίες άδειες προς το σκοπό αυτό. Οι Καθ' ων αρνούνται αδικαιολόγητα να παραδώσουν την κατοχή, παρόλο που έχουν πληροφορηθεί επανειλημμένα για αυτό. Επέδωσαν την εκ του Νόμου απαιτούμενη γραπτή προειδοποίηση στις 13/11/2015, με επιστολή ημερομηνίας 09/11/2015. Επαναλαμβάνουν ότι η απαίτησή τους είναι λογική και γνήσια, είναι δε ικανοί να προχωρήσουν αμέσως με τις εργασίες κατεδάφισης των επιδίκων καταστημάτων. Επιπροσθέτως, δηλώνουν ετοιμότητα να καταβάλουν στους Καθ' ων οποιανδήποτε νόμιμη αποζημίωση ήθελε επιδικασθεί, ως επίσης, αναφέρουν ότι έχουν διαθέσιμα τα απαραίτητα χρήματα που απαιτούνται για την κατεδάφιση των υποστατικών και την ανέγερση νέας οικοδομής. (β) Η Απάντηση Στην Απάντησή τους, οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται, υπό την μορφή προδικαστικής ένστασης, ότι ενοικιαστής των επίδικων καταστημάτων είναι προσωπικά ο κ. Μιχάλης Κωνσταντίνου και όχι οι Καθ' ων. Άνευ βλάβης και διαζευκτικά διατείνονται πως όταν ανέλαβαν την κατοχή των υποστατικών για να τα μετατρέψουν σε λειτουργήσιμα κτίρια για τους σκοπούς της επιχείρησής τους, κατέβαλαν €100.000. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, πως οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση της παρούσας, καθότι δεν έχουν ακολουθήσει τα νομοθετικά προβλεπόμενα, ήτοι δεν έχουν εξασφαλίσει νόμιμη άδεια οικοδομής και άδεια κατεδάφισης. Ούτε έχουν ειλικρινή πρόθεση για να ενεργήσουν ως αξιώνουν. Ο μοναδικός τους σκοπός, πάντα σύμφωνα με τους Καθ' ων, είναι να εξασφαλίσουν δόλια διάταγμα έξωσης έναντι των Καθ' ων. Επίσης, οι Καθ' ων αμφισβητούν την οικονομική δυνατότητα των Αιτητών καθώς και τη λογικότητα της απαίτησής τους. Σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος ανάκτησης κατοχής, Ανταπαιτούν τα ακόλουθα: « Α. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον τους Αιτητές να προσφέρουν στους Καθ' ων η αίτηση την παραχώρηση νέας ενοικίασης καταστήματος παρομοίου με το επίδικο κατάστημα, με τα ίδια τετραγωνικά μέτρα και στην ίδια ή παραπλήσια τοποθεσία και σε εύλογο και δίκαιο ενοίκιο και σύμφωνα με το ενοίκιο που καταβάλλεται σήμερα στο επίδικο κατάστημα, δια περίοδο και όρους ως ήθελε το Δικαστήριο αποφασίσει. Β. Αποζημιώσεις αναφορικά με την απώλεια της ενοικίασης του επίδικου καταστήματος με την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν συνδέσει την επιχείρηση τους για δεκαεπτά

(17)χρόνια και πλέον έτη ή και οπουδήποτε άλλη αποζημίωση ήθελε διατάξει το Δικαστήριο. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή απόφαση το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο και εύλογο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα και Φ.Π.Α. » (γ) Η Απάντηση στην Απάντηση Οι Αιτητές ανταπαντούν ότι ο εν λόγω Μιχάλης Κωνσταντίνου δεν είναι ο ενοικιαστής των επίδικων υποστατικών. Ενήργησαν νομότυπα και ακολούθησαν την ορθή, με βάση τον Νόμο διαδικασία. Αμφισβητούν ευθέως τον ισχυρισμό των Καθ' ων ότι κατέβαλαν €100.000 για να μετατρέψουν τα υποστατικά σε λειτουργήσιμο χώρο για την άσκηση της επιχείρησής τους. Επαναλαμβάνουν ότι εξασφάλισαν τις απαιτούμενες άδειες και απορρίπτουν τα περί δόλιας πρόθεσής τους. Έχουν την οικονομική δυνατότητα και η αξίωσή τους είναι λογική και γνήσια. Απορρίπτουν ότι οι Καθ' ων δημιούργησαν φήμη ή πελατεία. (δ) Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης Οι Καθ' ων ανταπαντούν στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησής τους αναφέροντας ότι αρνούνται και δεν παραδέχονται όσα αναφέρουν οι Αιτητές. ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η υπόθεση προχώρησε με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης με βάση τη νέα Διαταγή 30. Οι Αιτήσεις για Αντεξέταση. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 06/03/2018, επέτρεψε μερικώς την αντεξέταση μαρτύρων των διαδίκων, ως ακολούθως: Όσον αφορά τους Αιτητές, τους επετράπη να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα για τους Καθ' ων η Αίτηση, κ. XXXXX Κωνσταντίνου, ως προς τα πιο κάτω σημεία: (α) Ως προς τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος είναι ο ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού. (β) Ως προς τους λόγους που είχαν διαγραφεί οι Καθ΄ ων η Αίτηση. (γ) Ως προς τον ισχυρισμό του ότι οι Αιτητές προτίθενται να δημιουργήσουν χώρους στάθμευσης αντί νέας οικοδομής. Όσον αφορά το αντίστοιχο αίτημα των Καθ' ων, τους επιτράπηκε η αντεξέταση των μαρτύρων των Αιτητών ως ακολούθως: (α) Του διευθυντή των Αιτήτών κ. Λειβαδιώτη αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ότι οι Καθ' ων συμφώνησαν να παραδώσουν την κατοχή των επίδικων υποστατικών καθώς και σχετικά με τη σημερινή χρήση των κτηρίων που έχουν κατεδαφιστεί. (β) Του πολιτικού μηχανικού κ. XXXXX Δημητρίου, σε σχέση με το τι προτίθεται να κατεδαφιστεί και ανεγερθεί συγκριτικά με την υφιστάμενη κατάσταση. Επίσης, για να εξηγήσει την αναφορά του περί γνήσιας απαίτησης των Αιτητών. (γ) Της υπαλλήλου του Δήμου Λάρνακας κας XXXXX Χατζηχριστοφή, σε σχέση με τους ισχυρισμούς της περί χειρόγραφων αλλοιώσεων στην Άδεια Οικοδομής και για να επεξηγήσει σε ποια καταστήματα αναφέρεται στην παράγραφο 15 της ένορκης της μαρτυρίας. * Α. Η Μαρτυρία των Αιτητών
(1)Η μαρτυρία του κ. XXXXX Λειβαδιώτη (Μ.Α. 1) Ο κ. Λειβαδιώτης είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος των Αιτητών, ιδιοκτητών των υποστατικών. Οι Καθ' ων είναι οι ενοικιαστές. Η τετράμηνη προειδοποίηση δόθηκε στις 09/11/2015 (Τ.Α.5). Επισυνάπτει την Άδεια Κατεδάφισης ημερομηνίας 09/11/2016 (Τ.Α.6) και Πολεοδομική Άδεια (Τ.Α.7) ημερομηνίας 25/02/2014 καθώς και αντίγραφο της αίτησης για την έκδοση της εν λόγω Πολεοδομικής Άδειας ημερομηνίας 05/12/2013 (Τ.Α.8). Περαιτέρω, παρουσιάζει Άδεια Οικοδομής ημερομηνίας 29/03/2014 (Τ.Α.9) μαζί με αντίγραφο της υποβληθείσας αίτησης για χορήγησή της ημερομηνίας 26/03/2014 (Τ.Α.9Α). Παρουσιάζει περαιτέρω άδεια κατεδάφισης ημερομηνίας 05/09/2013 αναφορικά με το διπλανό τεμάχιο 5X9 των Αιτητών (Τ. Α.10) και τίτλο ιδιοκτησίας του αναφερομένου τεμαχίου 5X9 (Τ. Α.11). Η υπολογιζόμενη δαπάνη του έργου προκύπτει μέσω βεβαίωσης του αρχιτέκτονα-πολιτικού μηχανικού κ. Γ. Δημητρίου ημερομηνίας 10/02/2015 (Τ.Α.12). Ο ίδιος, συμφωνώντας με τον κ. Δημητρίου, υπολογίζει ότι το κόστος της κατεδάφισης και ανοικοδόμησης θα ανέλθει στις €130.000. Οι Αιτητές έχουν την οικονομική δυνατότητα και παρουσιάζει δύο τραπεζικές βεβαιώσεις διαθέσιμων υπολοίπων για το συνολικό ποσό των €300.000,00 (Τ.Α.14 και Τ.Α.14Α). Εν συνεχεία, επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι Καθ' ων είναι οι ενοικιαστές των υποστατικών και όχι ο κ. Κωνσταντίνου. Αρνείται τους ισχυρισμούς των Καθ' ων και ειδικά ότι κατέβαλαν στο παρελθόν €100.000 για τη λειτουργία των υποστατικών και ότι έχει δημιουργηθεί εμπορική εύνοια και πελατεία ή ότι δικαιούνται σε διάταγμα νέας ενοικίασης. Κατά την αντεξέτασή του, είπε ότι η σημερινή χρήση του χώρου, που αναφέρει στην παρ. 19 της γραπτής του μαρτυρίας, είναι χώρος στάθμευσης. Δεν πήρε άδεια λειτουργίας για να το χρησιμοποιεί με τον τρόπο αυτό γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός του τεμαχίου, το οποίο είναι τόσο ακριβό που πρέπει να αναπτυχθεί. Ο λόγος που δεν έχει αξιοποιήσει ακόμα το εν λόγω τεμάχιο είναι επειδή αναμένει την απόφαση του δικαστηρίου στις Αιτήσεις υπ' αριθμό Ε27 και Ε28 για να υλοποιήσει ταυτόχρονα την ανάπτυξη όλων των τεμαχίων.
(2)Η μαρτυρία του κ. XXXXX Δημητρίου (Μ. Α. 2) Ο κ. Δημητρίου είναι πολιτικός μηχανικός. Του ανατέθηκε από τους Αιτητές να διενεργήσει μελέτη αξιοποίησης των υποστατικών. Ετοίμασε σχετικά αρχιτεκτονικά σχέδια και μηχανική μελέτη οι οποίες υποβλήθηκαν μαζί με την αίτηση για πολεοδομική άδεια στο Δήμο Λάρνακας, ως η κατά νόμο υπεύθυνη πολεοδομική αρχή. Στα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται τα αναγκαία αρχιτεκτονικά σχέδια και τα σχετικά με τη στατική του προτιθέμενου κτιρίου. Αναφέρει ότι οι Αιτητές προτίθενται να κατεδαφίσουν το υφιστάμενο κτίριο και να ανεγείρουν κτίριο που θα αποτελείται από 3 καταστήματα. Αναγνωρίζει και επεξηγεί τα σχετικά τεκμήρια που τον αφορούν και επισυνάπτονται στη γραπτή μαρτυρία του κ. Λειβαδιώτη. Προχωρεί ακολούθως σε λεπτομερή περιγραφή των προδιαγραφών της προτιθέμενης νέας οικοδομής. Η κάτοψη και τα εμβαδά της νέας οικοδομής φαίνονται στο σχέδιο SL-01 του Τ.Α
  1. Υποστηρίζει ότι οι Αιτητές έχουν την οικονομική δυνατότητα. Ο χρόνος που απαιτείται δεν μπορεί να είναι περισσότερος από 12 μήνες για την επανοικοδόμηση. Η υπολογισθείσα δαπάνη είναι €130.
  2. Προσθέτει ότι, στο τεκμήριο Τ.Α.13 υποδεικνύονται με κίτρινο χρώμα τα υφιστάμενα προς κατεδάφιση καταστήματα «που κατά κύριο λόγο βρίσκονται στο τεμάχιο 468 και εν μέρει στο τεμάχιο 569». Κατά την αντεξέτασή του, επεξήγησε το τεκμήριο Τ.Α.13, υποδεικνύοντας τα υφιστάμενα προς κατεδάφιση καταστήματα. Προσδιόρισε με μπλε στυλό στο τεκμήριο Τ. Α.13 το τμήμα του γειτονικού ακινήτου που εξακολουθεί να λειτουργεί ενοποιημένο με τα γωνιακά καταστήματα που βρίσκονται στο επίδικο ακίνητο. Αναφέρθηκε επίσης στο Τ.Α.1, ως επίσης στο Τεκμήριο Τ.Α.
  3. Στη θέση της υφιστάμενης υποθήκης δεν θα υπάρχει νέα οικοδομή, θα παραμείνει κενό. Όσον αφορά τη δήλωσή του ότι η απαίτηση των Αιτητών είναι «γνήσια», ανέφερε ότι διενεργεί επ' αμοιβή την εργασία του. Αφιερώθηκε χρόνος και έξοδα για να εξασφαλιστούν από την Αρμόδια Αρχή τόσο η πολεοδομική άδεια όσο και η άδεια οικοδομής και συνεπώς θεωρεί ότι είναι πρόθεση του πελάτη του να εκτελέσει το έργο. Διαφώνησε ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος.
(3)Η μαρτυρία της κας XXXXX Ανδρέου (Μ. Α. 3) Η κα Ανδρέου είναι υπάλληλος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λάρνακας Λτδ. Οι Αιτητές διαθέτουν λογαριασμό όψεως με διαθέσιμο ποσό €100.303,90, το οποίο είναι σε πρώτη ζήτηση και χρήση αυτών και συνιστά το σημερινό (7/8/2017) υπόλοιπο του λογαριασμού, ο οποίος παλαιότερα είχε υπόλοιπο €200.000 (Τ.Α.14 Μ.Ε.1).
(4)Η μαρτυρία της κας XXXXX Χατζηχριστοφή (Μ. Α. 4) Η κα Χατζηχριστοφή είναι υπάλληλος στον Δήμο Λάρνακας, στην Τεχνική Υπηρεσία, με καθήκοντα τη μελέτη και έκδοση πολεοδομικών αδειών και αδειών οικοδομής. Είναι υπόψιν της η περίπτωση των Αιτητών για την προτιθέμενη κατεδάφιση των υφιστάμενων κτιρίων και την ανέγερση 3 καταστημάτων. Αναγνώρισε τα έγγραφα που την αφορούν και κατατέθηκαν από τον κ. Λειβαδιώτη. Αναφέρει ότι ήταν αυτή που εξέτασε τις σχετικές υποβληθείσες αιτήσεις, ήτοι των Τ.Α.7 και Τ.Α.9 στην ένορκη δήλωση του Μ.Α.
  1. Όσον αφορά ειδικά την Άδεια Οικοδομής Τ.Α. 9, σημειώνει ότι «η προσθήκη της λέξης «κατεδάφιση» έγινε μεταγενέστερα από την αρμόδια αρχή». Προχωρεί σε λεπτομερή επεξήγηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και περιγραφή των προτιθέμενων νέων καταστημάτων. Η έναρξη των εργασιών μπορεί να αρχίσει άμεσα, νοουμένου ότι τα καταστήματα εκκενωθούν και παραδοθούν στους Αιτητές. Κατά την αντεξέτασή της, είπε ότι το Τεκμήριο Τ.Α.9 είναι το ίδιο με αυτό που διατηρεί στα αρχεία του ο Δήμος. Ανέφερε ότι μέσα στον φάκελο του Δήμου υπάρχουν δυο έγγραφα που είναι σχεδόν ίδια. Το πρώτο, το οποίο κατατέθηκε ως Έγγραφο Α, αντιστοιχεί στο Τεκμήριο Τ.Α.
  2. Το δεύτερο, επί του οποίου φαίνεται να απουσιάζει η λέξη «Κατεδάφιση», κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Ανέφερε ότι τη λέξη «κατεδάφιση» την έγραψε κάποιος άλλος συνάδελφός της, υπάλληλος στον Δήμο, ο κ. XXXXX Παναγιώτου. Η λέξη αυτή προστέθηκε με «εντολή κάποιων» αλλά η ίδια δεν ξέρει από ποιους. Το αρχικό ήταν το Έγγραφο Β και μετά ακολούθησε το Έγγραφο Α. Ο Δήμος δεν συνηθίζει να διαγράφει και να προσθέτει λέξεις επί εγγράφων. Η ίδια θεωρεί ότι είναι αυτονόητο να υπάρξει κατεδάφιση γιατί έπρεπε να κατεδαφιστούν τα κτίρια. Εντούτοις, σε ερώτηση του Δικαστηρίου, αφού είναι αυτονόητο, προς τι η ανάγκη να προστεθεί σε επίσημο έγγραφο η λέξη «κατεδάφιση», απάντησε ότι δεν ξέρει. Είπε ότι το Τ.Α.6 είναι η Αίτηση κατεδάφισης η οποία έγινε μεταγενέστερα. Η ίδια δεν ξέρει γιατί υποβλήθηκε αίτηση κατεδάφισης αφού κατ' αυτήν η κατεδάφιση «είναι αυτονόητη». Αναφέρθηκε σε φωτογραφίες που αφορούν το Τ.Α.6 και προσδιορίζουν τι θα πρέπει να κατεδαφιστεί, οι οποίες όμως δεν επισυνάπτονται στο εν λόγω Τεκμήριο Τ.Α.
  3. Όταν ενέκρινε την άδεια κατεδάφισης (τεκμήριο Τ.Α.6), γνώριζε ότι προϋπήρχε η άλλη αίτηση στην οποίαν θεωρεί ότι η κατεδάφιση είναι αυτονόητη, αλλά δικαιολόγησε την απόφασή της να εκδώσει την εν λόγω αίτηση στο γεγονός πως «ότι έρθει στο γραφείο της το εξετάζει» και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως απευθυνθεί στους Αιτητές για απαντήσεις.
(5)Η μαρτυρία του κ. XXXXX Δημητριάδη (Μ. Α. 5) Ο κ. Δημητριάδης είναι ιδιώτης επιδότης. Αναφέρει ότι επέδωσε την επιστολή της 4μηνης προειδοποίησης ημερομηνίας 09/11/2015 στους Καθ' ων η Αίτηση στις 13/11/2015. Επίσης, επέδωσε σε αυτούς διάταγμα δικαστηρίου ημερομηνίας 21/09/2016. Β. Η μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση
(1)Η μαρτυρία του κ. XXXXX Κωνσταντίνου (Μ. Υ. 1) Όσον αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση, δόθηκε μαρτυρία από τον κ. XXXXX Κωνσταντίνου, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών αυτών. Κατ' αρχάς, ισχυρίζεται ότι ενοικιαστής είναι ο ίδιος προσωπικά και όχι οι Καθ' ων, οι οποίοι από το 2013 «έπαυσαν να υφίστανται ως νομικό πρόσωπο εφόσον είχαν διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών». Κατέθεσε αποδείξεις πληρωμής ενοικίων και εισηγείται ότι οι Αιτητές ενεργούν καταχρηστικά με αναφορά σε παλαιότερη επιστολή που αυτοί απέστειλαν στις 15/01/
  1. Πέραν τούτου, ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν εξασφάλισαν νόμιμη άδεια οικοδομής και κατεδάφισης του ακινήτου, ούτε άδεια για τα διπλανά καταστήματα. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι οι Αιτητές δεν έχουν πρόθεση να ανεγείρουν νέα οικοδομή και ότι ενεργούν δόλια. Αμφισβητεί την οικονομική δυνατότητα των Αιτητών και περαιτέρω διατείνεται ότι η ανάκτηση κατοχής δεν απαιτείται λογικά. Σημείωσε ότι οι Καθ' ων κατέβαλαν €100.000 για την ανάπτυξη των υποστατικών. Επίσης, δημιούργησαν φήμη και πελατεία, λόγω της τοποθεσίας και των υπηρεσιών που παρέχουν. Σε περίπτωση που εκδοθεί το διάταγμα αξιώνουν νέα ενοικίαση και αποζημιώσεις. Αρνείται κατηγορηματικά τη μαρτυρία του κ. Π. Λειβαδιώτη και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε. Προσθέτει ότι ο πραγματικός λόγος που αξιώνεται η ανάκτηση της κατοχής είναι για να χρησιμοποιηθεί το ακίνητο ως χώρος στάθμευσης. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. XXXXX Δημητρίου, αναφέρει ότι, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο πολιτικός μηχανικός των Αιτητών, θα ανεγερθούν μικρότερα καταστήματα. Απορρίπτει επίσης και τη μαρτυρία της κας XXXXX Χατζηχριστοφή. Κατά την αντεξέτασή του, αναγνώρισε τις αποδείξεις είσπραξης τεκμήριο Τ.Α.16 οι οποίες απευθύνονται προς τους Καθ' ων και όχι στον ίδιο προσωπικά. Του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε οι Αιτητές τον αναγνώρισαν προσωπικά ως ενοικιαστή. Απάντησε ότι «έφκαλλε τις αποδείξεις πάνω στην εταιρεία». Ανέφερε ότι ο ίδιος διέλυσε την εταιρεία διότι είχε προσωπικό λογαριασμό, ήθελε να δουλέψει τον λογαριασμό προσωπικά, να μην είναι πάνω σε εταιρεία και με τον τρόπο αυτό ήθελε να καταστεί ο ίδιος ενοικιαστής και όχι η εταιρεία. Επέμεινε ότι οι Αιτητές θέλουν να κατεδαφίσουν τα καταστήματα για να δημιουργήσουν χώρο στάθμευσης. Σήμερα κερδίζουν πέριξ των €150-€200 μηνιαίως από τον υφιστάμενο χώρο στάθμευσης. Διαφώνησε ότι πρόκειται για τον πιο εμπορικό δρόμο της Λάρνακας. Γ. H μαρτυρία του κ. XXXXX Παναγιώτου. Περαιτέρω, δυνάμει του κανονισμού 4(γ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 και με σκοπό τη συμπλήρωση της αναγκαίας έρευνας για επίλυση της επίδικης διαφοράς, κλητεύθηκε από το Δικαστήριο ο κ. XXXXX Παναγιώτου, Γραμματειακός Λειτουργός. Κατά τη μαρτυρία του, ανάφερε ότι οι χειρόγραφες αλλοιώσεις στα τεκμήρια Τ.Α.9 και ΕΓΓΡΑΦΑ Α και Β προστέθηκαν μεταγενέστερα της έκδοσής τους, «μετά από εντολή» είτε του Δημοτικού Μηχανικού ή του Δημάρχου ή του Δημοτικού Γραμματέα. Ο ίδιος δεν θυμάται ποιος έδωσε την εντολή. Συνήθως, εκδίδεται άδεια κατεδάφισης και ανέγερσης. Εν προκειμένω, αυτό που έγινε δεν αποτελεί τη συνήθη πρακτική. Η εντολή δόθηκε διότι θα πρέπει να το ζήτησαν οι ιδιοκτήτες. Με ποιον όμως μίλησαν και ποιος έδωσε τις εντολές, δεν μπορεί να γνωρίζει. Ως επίσης δεν γνωρίζει πότε ακριβώς διενήργησε τούτη την αλλοίωση, θυμάται όμως ότι αυτό έγινε αρκετό διάστημα αφότου είχε εκδοθεί η άδεια οικοδομής. Ενήργησε εκπροσωπώντας τον Δήμο Λάρνακας. ΙΙΙ. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων και έχοντας υπόψιν την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, προχωρώ ακολούθως σε σύνοψη, περιορισμό και προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Τα θέματα που πρέπει να αποφασισθούν είναι τα εξής: (α) Η εισήγηση των Καθ' ων ότι ενοικιαστής δεν είναι οι ίδιοι, αλλά ο κ. Μιχάλης Κωνσταντίνου. (β) Κατά πόσον έχουν ικανοποιηθεί οι τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση διατάγματος ανάκτησης κατοχής. (γ) Κατά πόσο είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα. (δ) Κατά πόσο οι Αιτητές έχουν εξασφαλίσει όλες τις αναγκαίες άδειες. ΙV. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικές αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όπως επιβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα στη ΝΑΤ JANGO FASHION LTD ν. Α.Κ.ΠΟΧΤΖΕΛΙΑΝ & ΥΙΟΙ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A443, Πολ. ΄Εφεση Αρ. 105/2014, ημερ. 15/10/2018, η μαρτυρία αξιολογείται σφαιρικά και όχι μικροσκοπικά. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση, ως εμπίπτουσα εντός της διαδικασίας της «ταχείας εκδίκασης» με βάση τη νέα Διαταγή 30, η ακροαματική της εκδίκαση έλαβε κυρίως χώρα με την εκατέρωθεν καταχώρηση έγγραφης μαρτυρίας. Παρόλο που δόθηκε το δικαίωμα για περιορισμένη αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, δυνάμει σχετικής ενδιάμεσης απόφασης, ως επί το πλείστον, οι μάρτυρες δεν αξιολογήθηκαν δια ζώσης, ούτε έχουν υποστεί σε έκταση το βάσανο της αντεξέτασης. Συνακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση τα συμπεράσματα αξιοπιστίας με βάση την κατά την ακροαματική διαδικασία γενική συμπεριφορά των μαρτύρων έρχονται σε δεύτερη μοίρα,[1] και πρωταγωνιστικό ρόλο κατά την αξιολόγηση δεν μπορεί παρά να διαδραματίζει το περιεχόμενο των σχετικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό βεβαίως με την αντιπαραβολή των εκατέρων θέσεων. Έχοντας λοιπόν υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[2] και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. (Α) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. XXXXX Λειβαδιώτη. Ως επί το πλείστον, η μαρτυρία του κ. Λειβαδιώτη γίνεται αποδεκτή ως συνάδουσα με τα παρουσιασθέντα Τεκμήρια και μη αντικρουόμενη από πλευράς των Καθ' ων. Δέχομαι συνεπώς ότι οι Αιτητές είναι ιδιοκτήτες των υποστατικών και οι Καθ' ων οι ενοικιαστές. Δέχομαι επίσης ότι δόθηκε στους Καθ' ων η αναγκαία τετράμηνη προειδοποίηση και ότι έχουν υποβληθεί οι σχετικές αιτήσεις και έχουν εξασφαλισθεί οι άδειες που επισυνάπτει στην Έγγραφη του Μαρτυρία. Περαιτέρω, είναι αποδεκτό ότι η υπολογιζόμενη δαπάνη του έργου για κατεδάφιση και ανοικοδόμηση θα ανέλθει στις €130.000 και ότι οι Αιτητές έχουν την απαραίτητη οικονομική δυνατότητα. Επίσης είναι δεκτό ότι η απαίτηση είναι λογική υπό τις περιστάσεις για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια. Εύλογη ήταν και η εξήγησή του ότι ο λόγος που δεν έχει αξιοποιήσει ακόμα το γειτνιάζον τεμάχιο είναι επειδή αναμένει την απόφαση του δικαστηρίου σε άλλες Αιτήσεις για να υλοποιήσει ταυτόχρονα την ανάπτυξη όλων των τεμαχίων. Όσον αφορά όμως το μέρος της μαρτυρίας του που σχετίζεται με το ζήτημα εάν έχουν εξασφαλιστεί νομότυπα όλες οι αναγκαίες άδειες, αυτό δεν γίνεται αποδεκτό. Επί του σημείου αυτού, διαπιστώνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Παρόλο που παραδέχθηκε ότι η λέξη «Κατεδάφιση» προστέθηκε μεταγενέστερα στην Άδεια Οικοδομής, διαπιστώνω ότι συνειδητά προσπάθησε να υποβαθμίσει το όλο ζήτημα αναφερόμενος μόνο στο αποτέλεσμα και παρασιωπώντας τα γεγονότα που οδήγησαν στο αποτέλεσμα αυτό, αφού, ουδεμία εξήγηση έδωσε για το ποιος ζήτησε να επέλθει η αλλοίωση στην Άδεια Οικοδομής. Δεδομένου μάλιστα ότι το μοναδικό πρόσωπο που είχε συμφέρον από τούτη την αλλοίωση ήταν οι ίδιοι οι Αιτητές, όφειλε να δώσει συγκεκριμένες εξηγήσεις. Αντί τούτου, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία των λειτουργών του Δήμου, η αλλοίωση αυτή προκλήθηκε διότι τούτο ζητήθηκε από τους ίδιους τους Αιτητές. (Β) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. XXXXX Δημητρίου. Από την εν λόγω μαρτυρία, δέχομαι ότι αυτός ετοίμασε σχετικά αρχιτεκτονικά, στατικά σχέδια και τη μηχανική μελέτη, οι οποίες υποβλήθηκαν μαζί με την αίτηση για πολεοδομική άδεια στο Δήμο Λάρνακας, ως η κατά νόμο υπεύθυνη πολεοδομική αρχή. Αποδέχομαι ότι ο χρόνος που απαιτείται δεν μπορεί να είναι περισσότερος από 12 μήνες για την επανοικοδόμηση και ότι η υπολογισθείσα δαπάνη είναι €130.
  2. Αποδεκτές είναι επίσης οι επεξηγήσεις που έδωσε κατά την αντεξέτασή του, αναφορικά με το πώς θα διαμορφωθεί ο χώρος μετά την ανοικοδόμηση. Όσον αφορά όμως το κατά πόσο έχουν εξασφαλισθεί όλες οι αναγκαίες άδειες, διαπιστώνω ότι και η εν λόγω μαρτυρία του κ. Δημητρίου, ήταν επιτηδευμένη. Ως το πλέον αρμόδιο πρόσωπο που ετοίμασε, υπέγραψε και υπέβαλε τις σχετικές Αιτήσεις για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας και Άδειας Οικοδομής όφειλε να δώσει σαφείς εξηγήσεις ως προς το περιεχόμενο των υπό αναφορά εγγράφων και ιδιαίτερα τα σχετικά με την εξασφάλιση της αναγκαίας άδειας κατεδάφισης. Διότι, η μελέτη των εν λόγω εγγράφων καταδεικνύει ότι, ούτε κατά το στάδιο της εξασφάλισης πολεοδομικής άδειας ζητείτο η κατεδάφιση των επίδικων υποστατικών, ούτε κατά το στάδιο της εξασφάλισης άδειας οικοδομής ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Αυτό που προκύπτει μέσω των αναφερόμενων τεκμηρίων είναι ότι ζητήθηκε η τροποποίηση προηγούμενης εκδοθείσας πολεοδομικής άδειας με περιορισμό των υπό ανέγερση καταστημάτων από πέντε σε τρία. Ο εν λόγω μάρτυρας ουδόλως αναφέρεται σε τούτο το ζήτημα, όπως δεν επεξηγεί τους λόγους που υποβλήθηκε ετεροχρονισμένα αίτηση για κατεδάφιση και δεν είχε εξ' αρχής ζητηθεί. Συνεπώς, επί των ζητημάτων που αφορούν την έκδοση των επίδικων αδειών για τις οποίες ήταν το αρμόδιο πρόσωπο κρίνω πως δεν παρουσίασε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. (Γ) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας XXXXX Ανδρέου. Η μαρτυρία της κας Ανδρέου δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή. Αποδέχομαι συναφώς ότι οι Αιτητές, είχαν καταθέσεις κατά τον αναφερόμενο χρόνο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λάρνακας Λτδ (όπως ήταν τότε) πέριξ των €100.303,
  3. (Δ) Η μαρτυρία της κας XXXXX Χατζηχριστοφή Δεν μπορώ να πω ότι έχω αποκομίσει θετική εντύπωση από την εν λόγω μάρτυρα. Σε κάποια ζητήματα υπήρξε ειλικρινής, αλλά στα πλείστα επί όσων αντεξετάστηκε, ήταν ευδιάκριτη η προσπάθεια να αποποιηθεί ευθυνών και να αποστασιοποιηθεί από ενέργειες στις οποίες είχε άμεση εμπλοκή, δίδοντας σκοπίμως αόριστες απαντήσεις. Κατ' αρχάς, δέχομαι ότι η κα Χατζηχριστοφή είναι υπάλληλος στην Τεχνική Υπηρεσία στον Δήμο Λάρνακας με καθήκοντα τη μελέτη και έκδοση πολεοδομικών αδειών και αδειών οικοδομής και ότι ήταν αυτή που εξέτασε τις σχετικές υποβληθείσες αιτήσεις και ακολούθησε η έκδοσή τους, ήτοι του Τ.Α.7 και Τ.Α.9 στην ένορκη δήλωση του Μ.Ε.
  4. Δέχομαι επίσης ότι μέσα στον φάκελο του Δήμου υπάρχουν δυο έγγραφα που είναι σχεδόν ίδια. Το πρώτο είναι το Έγγραφο Α που φαίνεται να αντιστοιχεί στο Τεκμήριο Τ.Α.
  5. και το δεύτερο, είναι το Έγγραφο Β το οποίο φαίνεται να ήταν η αρχική μορφή του Τ.Α. 9 πριν την αλλοίωσή του σε μεταγενέστερο χρόνο δια της προσθήκης της λέξης «Κατεδάφιση». Την αλλοίωση αυτή τη διενήργησε ο συνάδελφός της ο κ. Μάριος Παναγιώτου κατ' «εντολή κάποιων». Η ενέργεια αυτή έγινε κατ' αντίθεση με τη συνήθη πρακτική και διαδικασία που ακολουθεί ο Δήμος. Ωστόσο, ο συλλογισμός της ότι δήθεν «είναι αυτονόητο» να υπάρξει κατεδάφιση γιατί εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να κατεδαφιστούν τα κτίρια, αξιολογείται ως εκ των υστέρων σκέψη και προσπάθεια υπεκφυγής. Τούτη η απάντησή της βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο των σχετικών αιτήσεων που υποβλήθηκαν για εξασφάλιση αρχικώς πολεοδομικής άδειας και εν συνεχεία άδειας οικοδομής, όπου στις εν λόγω αιτήσεις ρητώς απαιτείται να καθορισθεί εάν πρόκειται να γίνει κατεδάφιση. Και ως ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασης τέτοιων αιτήσεων, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι είναι υπόψιν της τούτη η παράμετρος που αναφέρεται στις εν λόγω αιτήσεις. Ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο, προς τι η ανάγκη να προστεθεί μεταγενέστερα σε επίσημο έγγραφο η λέξη «κατεδάφιση», αφού κατά την ίδια, η κατεδάφιση είναι αυτονόητη. Επιπροσθέτως, η όλη λογική «περί αυτονόητης κατεδάφισης» συγκρούεται με το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο χρόνο, η ίδια εξέτασε και αποδέχθηκε το Τ.Α.6 - Αίτηση κατεδάφισης για το επίδικο υποστατικό γνωρίζοντας για την ύπαρξη των προηγούμενων Αιτήσεων. Η επί τούτου απάντησή της πως «ότι έρθει στο γραφείο της το εξετάζει» αυτοματοποιημένα και απροβλημάτιστα, δεν με έχει πείσει. Όσον αφορά δε το περιεχόμενο του Τ.Α.6 - Αίτηση κατεδάφισης, η μαρτυρία της ήταν πλήρως ανεπαρκής, καθότι, παρόλο που η μάρτυρας αναφέρθηκε σε φωτογραφίες που προσδιορίζουν τι θα πρέπει να κατεδαφιστεί, τέτοιες φωτογραφίες ούτε επισυνάπτονται, ούτε καν της παρουσίασε κατά την αντεξέτασή της. Επίσης δεν γίνεται οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη πρόνοια στο εν λόγω έγγραφο τι ακριβώς θα κατεδαφιστεί και με ποιόν τρόπο θα γίνει αυτό. Ούτε δόθηκαν οποιεσδήποτε διευκρινίσεις αναφορικά με το γεγονός ότι τμήμα γειτονικού ακινήτου εξακολουθεί να λειτουργεί ενοποιημένο με το επίδικο υπό κατεδάφιση υποστατικό. Η επί τούτου μαρτυρία της εξαντλείτο σε γενικόλογες αναφορές. (Ε) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του XXXXX Δημητριάδη Η μαρτυρία του κ. Δημητριάδη γίνεται αποδεκτή, αφού δεν αμφισβητήθηκε η επίδοση της 4μηνης προειδοποίησης. (ΣΤ) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. XXXXX Κωνσταντίνου Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. XXXXX Κωνσταντίνου, κατά την αντεξέτασή του, ήταν εμφανής ο εκνευρισμός του, ο οποίος μάλλον πηγάζει από την κακή σχέση που διατηρεί με τους Αιτητές. Γενικά από τη μαρτυρία του, θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε για να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Αν και δεν υιοθετώ τα πλείστα επί τα συμπεράσματα όσων αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε, θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα αυτά καθ΄ αυτά. Επεξηγώ. Παρόλο που απορρίπτω τη θέση του ότι ενοικιαστής είναι ο ίδιος προσωπικά και όχι οι Καθ' ων, καθότι δεν παρουσίασε ικανοποιητική προς τούτο μαρτυρία, αξιολογώ θετικά ότι παρουσίασε με αμεσότητα προς το Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων βάσισε το συμπέρασμά του ότι έχει καταστεί ο ίδιος ενοικιαστής. Επί τούτου του ζητήματος θα επανέλθω αναλυτικότερα κατά το στάδιο αξιολόγησης της συναφούς προδικαστικής ένστασης των Καθ' ων. Όσον αφορά τη θέση του ότι ο πραγματικός λόγος που αξιώνεται η ανάκτηση της κατοχής είναι για να χρησιμοποιηθεί το ακίνητο ως χώρος στάθμευσης, αν και ήταν πειστικός όσον αφορά τη θέση του ότι οι Αιτητές σήμερα από την εκμετάλλευση του χώρου στάθμευσης αποκομίζουν σημαντικό όφελος, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τούτο και μόνο το γεγονός αποδεικνύει ότι οι Αιτητές έχουν αλλότρια κίνητρα. Ουσιαστικά, η εν λόγω θέση παραπέμπει μόνο σε παρόμοια γεγονότα, χωρίς όμως αυτά να συνδέονται με τα επίδικα θέματα. Ούτε με έχει πείσει ότι οι Αιτητές δεν έχουν πρόθεση να ανεγείρουν νέα οικοδομή ή ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για την εκτέλεση του έργου. Από την άλλη, δέχομαι ότι δραστηριοποιείται για 17 και πλέον χρόνια στο επίδικο υποστατικό και ότι έχει δημιουργήσει εκ της δραστηριοποίησης του αυτής ένα λογικό κύκλο εργασιών της επιχείρησής του, εντούτοις, ανυποστήρικτη παρέμεινε η μαρτυρία του ότι οι Καθ' ων κατέβαλαν €100.000 για την ανάπτυξη των υποστατικών. Όσον αφορά τέλος το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν εξασφαλίσει τις αναγκαίες άδειες, η δική του μαρτυρία δεν είναι καθοριστική. (Ζ) H αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. XXXXX Παναγιώτου. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. Παναγιώτου που κλητεύθηκε από το Δικαστήριο, δέχομαι ότι οι χειρόγραφες αλλοιώσεις στα τεκμήρια Τ.Α.9 και ΕΓΓΡΑΦΑ Α και Β προστέθηκαν μεταγενέστερα της έκδοσής τους, «μετά από εντολή» είτε του Δημοτικού Μηχανικού ή του Δημάρχου ή του Δημοτικού Γραμματέα. Δεν έχω πεισθεί ότι δεν θυμάται ποιος έδωσε την εντολή, αλλά το θέμα δεν αφορά τα επίδικα θέματα. Δέχομαι επίσης ότι συνήθως εκδίδεται άδεια κατεδάφισης και ανέγερσης και ότι αυτό που έγινε δεν αποτελεί τη συνήθη πρακτική. Δέχομαι επίσης ότι η εντολή δόθηκε διότι το ζήτησαν οι ιδιοκτήτες. Δέχομαι επίσης ότι διενήργησε τούτη την αλλοίωση αρκετό διάστημα αφότου είχε εκδοθεί η άδεια οικοδομής. V. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Το ουσιαστικό αίτημα για ανάκτηση κατοχής εδράζεται στο άρθρο 11
(1)(η)(ii) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου - Ν. 23/83 (στο εξής: «ο Νόμος») το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « 11
(1)Ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα εκδίδεται διά την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, διά το οποίον ισχύει ο παρών Νόμος, ή διά την εκ τούτου έξωσιν θεσμίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων: [.] (η) εις περίπτωσιν καθ' ην το ακίνητον απαιτείται λογικώς υπό του ιδιοκτήτου— [.] (ιι) διά την κατεδάφισιν και επανοικοδόμησιν νέου ακινήτου, [.] και το Δικαστήριον είναι πεπεισμένον ότι ο ιδιοκτήτης εξησφάλισε διά τα ανωτέρω, οσάκις ήτο επάναγκες, την αναγκαίαν προς τούτο άδειαν και ότι ο ιδιοκτήτης δεν δύναται λογικώς να προβή εις τα εν ταις υποπαραγράφοις (i), (ii), (iii) και (iv) διαλαμβανόμενα άνευ ανακτήσεως της κατοχής του ακινήτου, δοθέντος ότι παρέσχεν ουχί βραχυτέραν των τεσσάρων μηνών έγγραφον προειδοποίησιν εις τον ενοικιαστήν να εκκενώση το ακίνητον· » Όπως σαφώς προκύπτει από το προαναφερόμενο άρθρο, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων που σχετίζονται με την ιδιότητα των διαδίκων και τη στοιχειοθέτηση θέσμιας ενοικίασης, αυτό που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι: · η πρόθεση κατεδάφισης του υφιστάμενου ακινήτου και ανοικοδόμησης νέου υποστατικού, · η απόδειξη ότι έχουν εξασφαλιστεί όλες οι αναγκαίες προς τούτο άδειες, · η αποστολή έγγραφής τετράμηνης προειδοποίησης για εκκένωση του ακινήτου, · η λογικότητα της αξίωσης στη βάση της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ μέτρου και σκοπού. Αντιθέτως με το τι ισχύει αναφορικά με την έκδοση διατάγματος ανάκτησης της κατοχής στη βάση αιτήματος για κατεδάφιση και μόνο,[3] όπου ρητά απαιτείται όπως η αξίωση αυτή «δεν συνιστά κατάχρησιν δικαιώματος», στα πλαίσια αιτήματος για ανάκτηση κατοχής λόγω κατεδάφισης και ανοικοδόμησης, τα κίνητρα του ιδιοκτήτη φαίνεται να μην αποτελούν ανεξάρτητο στοιχείο στάθμισης.[4] Όσον αφορά τη λογικότητα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 11
(1)(η) του Νόμου, αυτή «συσχετίζεται άμεσα προς κάθε στοιχείο που θέτει ο Νόμος στις υποπαραγράφους που ακολουθούν για την ανάκτηση κατοχής του ακινήτου»[5] και συναρτάται με την οικονομική δυνατότητα ή ευχέρεια δανειοδότησης ή εξεύρεσης πόρων για την ανοικοδόμηση. Περαιτέρω, ο ιδιοκτήτης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει γνήσια, αντικειμενική και όχι υποκειμενική ανάγκη κατοχής του υποστατικού. [6] Αναφορικά με την ύπαρξη των αναγκαίων αδειών, οι σχετικές άδειες κατεδάφισης και ανοικοδόμησης πρέπει να βρίσκονται σε ισχύ[7] κατά τον χρόνο της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς όμως το παρόν Δικαστήριο να υποκαθιστά τη διοίκηση κατά την άσκηση της διοικητικής της λειτουργίας.[8] VΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (Α) Τα πραγματικά γεγονότα Οι Αιτητές είναι από το 2007 οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού, ήτοι των καταστημάτων υπ' αριθμό XX και XX που βρίσκονται επί του ακινήτου που βρίσκεται στο τεμάχιο 4X8 στην οδό XXXXX, παρά τη στοά στη Λάρνακα (Τ.Α.2), τα οποία συμπληρώθηκαν πριν το
  1. Είναι επίσης ιδιοκτήτες του γειτονικού ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 5X9 (Τ.Α. 11). Οι Καθ' ων είναι οι θέσμιοι ενοικιαστές των επίδικων καταστημάτων με ενοίκιο €419 μηνιαίως στη βάση λήξασας συμφωνίας ενοικίασης που προϋπήρχε της αγοράς του ακινήτου από τους Αιτητές. Στις 05/12/2013, οι Αιτητές υπέβαλαν αίτηση υπ' αριθμό Α209/13 για λήψη Πολεοδομικής Άδειας (Τ.Α. 8) σε σχέση με το επίδικο ακίνητο (αρ. τεμ. 468), καθώς και το γειτνιάζον σε αυτό τεμάχιο υπ' αριθμό
  2. Όπως προκύπτει από την εν λόγω αίτηση, αυτή αφορούσε μετατροπή της προηγηθείσας Πολεοδομικής Άδειας αρ. Π. Α. 35/13 με την οποία είχε αρχικώς αξιωθεί η ανέγερση πέντε καταστημάτων. Για αυτό, στο σημείο 4 «σύντομη περιγραφή της αναπτύξεως» αναφέρεται: «Ανέγερση τριών καταστημάτων αντί πέντε ως η Πολεοδομική Άδεια 35/13 ημ. 02/05/2013». Περαιτέρω, στο σημείο 6 της εν λόγω αιτήσεως προσδιορίζεται ότι η ανάπτυξη αφορά μόνο «νέα οικοδομή» και «μετατροπή» και όχι «κατεδάφιση». Συνακόλουθα, η Πολεοδομική Άδεια υπ' αριθμό Π.Α. 28/14 (Τ.Α. 7) που εκδόθηκε στις 28/02/2014 αφορούσε μόνο την «Ανέγερση τριών καταστημάτων με μεσοπάτωμα και WC». Σύμφωνα με τον όρο 2 αυτής, αφορά πλέον μόνο το επίδικο τεμάχιο υπ' αριθμό
  3. Όσον αφορά κατεδάφιση των επίδικων υποστατικών, πέραν μιας γενικής, προφανώς τυποποιημένης αναφορά στον όρο 18 της εν λόγω αίτησης περί «κατεδάφισης οποιωνδήποτε τυχών αναπτύξεων / κατασκευών πριν την έναρξη των εργασιών», δεν γίνεται κάποια συγκεκριμένη αναφορά ως προς την ύπαρξη, τη σκοπούμενη κατεδάφιση των επίδικων υποστατικών και τον τρόπο με τον οποίο θα συντελεστεί αυτή. Ούτε στην Άδεια Οικοδομής που εκδόθηκε στις 29/03/2014 (Τ. Α. 9) ως συνεπακόλουθη συνεπεία της Πολεοδομικής Άδειας (Τ.Α.7) γίνεται αρχικώς οποιανδήποτε νύξη σε κατεδάφιση υφιστάμενων υποστατικών («'Έγγραφο Β»). Τούτο διότι, όπως επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της σχετικής αίτησης για άδεια οικοδομής ημερομηνίας 26/03/2014 (Τ.Α. 9Α), δεν ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Στην περιγραφή, σημείο 7 της εν λόγω αίτησης γίνεται αναφορά σε «Ανέγερση τριών καταστημάτων με μεσοπάτωμα» και όχι σε κατεδάφιση. Στις 13/11/2015, οι Αιτητές επέδωσαν δεόντως στους Καθ' ων την προβλεπόμενη εκ του Νόμου τετράμηνη προειδοποίηση ημερομηνίας 09/11/2015 (Τ.Α.5) αξιώνοντας ανάκτηση της κατοχής λόγω κατεδάφισης και επανοικοδόμησης νέου ακινήτου. Στις 12/05/2016, καταχωρήθηκε η παρούσα Κυρίως Αίτηση με αιτητικό την ανάκτηση λόγω κατεδάφισης και ανοικοδόμησης. Σε άγνωστο χρόνο, αλλά αρκετό καιρό μετά την έκδοση της Άδειας Οικοδομής, ο λειτουργός του Δήμου Λάρνακας, κ. Παναγιώτου, κατ' εντολή κάποιου προϊσταμένου του, προέβη σε χειρόγραφη αλλοίωση της εκδοθείσας Άδειας Οικοδομής, προσθέτοντας τη λέξη «Κατεδάφιση» πριν τη φράση «Ανέγερση τριών καταστημάτων με μεσοπάτωμα». Η ίδια λέξη έχει προστεθεί επί του τίτλου του Τ.Α.
  4. Η ενέργεια αυτή δεν συνάδει με τη συνηθισμένη πρακτική του Δήμου και έγινε κατόπιν απαίτησης των Αιτητών. Οι Αιτητές στις 09/11/2016, εξασφάλισαν Άδεια Κατεδάφισης (Τ.Α.6) «υφιστάμενων καταστημάτων» με βάση επισυναπτόμενους όρους. Τούτη η άδεια έχει γενικό και ακαθόριστο περιεχόμενο. Αναφέρεται γενικώς σε υποχρέωση να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και γίνεται αναφορά «σε όρους Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας που επισυνάπτονται» χωρίς όμως στην πραγματικότητα να επισυνάπτονται. Η εν λόγω άδεια ίσχυε αρχικώς μέχρι 08/11/2017 και ανανεώθηκε για ένα ακόμα έτος. Σκοπός τούτης της εκ των υστέρων ενέργειας είναι να καλύψει το κενό που προέκυψε λόγω της μη εξασφάλισης άδειας για κατεδάφιση μαζί με την Άδεια Οικοδομής. (Β) Κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι παρόν Δικαστήριο κέκτειται δικαιοδοσίας, καθότι πρόκειται για υποστατικό που βρίσκεται σε ελεγχόμενη περιοχή και αφορά θέσμια ενοικίαση. Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία ότι έχει αποσταλεί η σχετική αναγκαία γραπτή προειδοποίηση των 4 μηνών. (Γ) Κατά πόσο ο ενοικιαστής του υποστατικού είναι ο κ. Κωνσταντίνου και όχι οι Καθ' ων. Ως προς την εισήγηση των Καθ' ων ότι ενοικιαστής είναι ο κ. Κωνσταντίνου προσωπικά και όχι οι Καθ' ων, σχετική είναι η έννοια του «ενοικιαστή» όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου: « "ενοικιαστής" σημαίνει παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον το οποίον συνήθως διαμένει ή έχει την έδραν αυτού εν Κύπρω και το οποίον είναι ενοικιαστής ακινήτου, εν σχέσει προς το οποίον υφίσταται ενοικίασις και περιλαμβάνει- (α) θέσμιον ενοικιαστήν (β) οιονδήποτε υπενοικιαστήν ή παν έτερον πρόσωπον αποκτών δικαίωμα κατοχής του ακινήτου από τον αρχικόν ενοικιαστήν ή υπενοικιαστήν (γ) τον επιζώντα σύζυγον όστις, ή τέκνον ενοικιαστού το οποίον, διέμενε ή είχε την κύρια απασχόλησή του στο ενοικιαζόμενο υποστατικό μετ' αυτού κατά τον χρόνον του θανάτου του ή εφοίτα τακτικώς εν τη αλλοδαπή ή εργαζόταν προσωρινώς εν τη αλλοδαπή κατά τον χρόνον του θανάτου του ενοικιαστού ή, εν περιπτώσει ενοικιάσεως κατοικίας, οσάκις ο ενοικιαστής δεν εγκαταλείπη σύζυγον ή ο ενοικιαστής είναι γυνή, τοιούτο μέλος της οικογενείας του ενοικιαστού το οποίον διέμενε μετ' αυτού διά περίοδον ουχί μικροτέραν των εξ μηνών αμέσως προ του θανάτου του ενοικιαστού (δ) την εν διαστάσει λόγω εγκαταλείψεως της συζυγικής εστίας από τον σύζυγον της ενοικιαστήν σύζυγον αυτού ως και τα τέκνα αυτών [...] » Γενικότερα, ως προς το δικαίωμα αντικατάστασης μιας σύμβασης ή και ενός συμβαλλόμενου μέρους σε αυτήν (novation) συναφές είναι το άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου, το οποίο έχει ως εξής: «
  5. Αν οι συµβαλλόµενοι συµφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύµβαση µε νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύµβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύµβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση. » Σχετικά, στο Chittys on Contracts 31st Edition, Volume 1, σελ. 1515 παρ. 19-086 αναφέρονται τα εξής: « Novation. There is no doubt that with the consent of both contracting parties all contracts of any kind may be transferred, and the term "novation" has been introduced from Roman law to describe this species of transfer. Novation takes place where the two contracting parties agree that a third, who also agrees, shall stand in the relation of either of them to the other. » Σε αντίθεση με την εκχώρηση δικαιωμάτων, η αντικατάσταση απαιτεί τη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων και αντί να μεταβιβάζει υφιστάμενες υποχρεώσεις, τις καταργεί και τις αντικαθιστά με νέες υποχρεώσεις. Στον περί Συμβάσεων Νόμο δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος τύπος συντέλεσης της αντικατάστασης, οι δε υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με τη νέα σύμβαση, μπορεί να είναι οι ίδιες ή διαφορετικές με εκείνες που είχαν αναληφθεί με τη σύμβαση η οποία αντικαθίσταται. [9] Επιπροσθέτως, όπως χαρακτηριστικά επεξηγείται στο σύγγραμμα The India Contract Act των Polloc & Mulla, 14η Αναθεωρημένη Έκδοση, Novation, Formalities, σελ. 948 η νέα συμφωνία μπορεί να συναφθεί είτε προφορικά, είτε να εξαχθεί από τη συμπεριφορά των μερών. Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στην ΠΙΓΚΟΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A628, Πολιτική Εφεση Αρ. 304/2009, ημερ. 28/09/2015: « Η αντικατάσταση υπάρχουσας σύμβασης με νέα, ως αποτέλεσμα συμφωνίας των εμπλεκομένων μερών, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αποδέσμευση από τις προηγούμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο όρος «novation» εισήχθη από το ρωμαϊκό δίκαιο. Απαιτείται, ως ουσιαστικό στοιχείο, η λήψη της συγκατάθεσης όλων των μερών μιας συμφωνίας, προκειμένου αυτή να αντικατασταθεί. Συνήθως παίρνει τη μορφή αντικατάστασης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη μιας σύμβασης από τρίτο πρόσωπο και συνεπάγεται τη μεταβίβαση τόσο των δικαιωμάτων όσο και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση. Είναι βέβαια δυνατό η νέα σύμβαση να αφορά αντικατάσταση της προηγούμενης με τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη. Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας νέας σύμβασης (Chitty on Contracts, 26th ed., vol. 1, para 1436, p. 902). » * Με βάση τα υπό εξέταση γεγονότα και στο σχετικό νομικό πλαίσιο, είναι σαφές ότι ο κ. Κωνσταντίνου ουδέποτε έχει καταστεί ενοικιαστής στη θέση των Καθ' ων. Το εν λόγω φυσικό πρόσωπο, ως αξιωματούχος των Καθ' ων, δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα τα οποία με βάση το άρθρο 2 του Νόμου δύναται να θεωρηθούν ως «ενοικιαστές» θέσμιου υποστατικού. Ούτε υπενοικίαση υπάρχει, ούτε είναι επιζώντας διάδοχος (σύζυγος, τέκνο ή άλλο μέλος της οικογένειας) θέσμιου ενοικιαστή. Ούτε αντικατάσταση (novation) του θέσμιου ενοικιαστή υφίσταται, αφού απουσιάζει το απαραίτητο προαπαιτούμενο, ήτοι η συναίνεση του ιδιοκτήτη. Ούτε ρητή ούτε σιωπηρή συναίνεση υφίσταται. Είναι ενδεικτικό ότι όλες οι αποδείξεις πληρωμής εκδίδονταν προς όφελος των Καθ' ων και όχι του κ. Κωνσταντίνου. Και από τη στιγμή που απουσιάζει η συναίνεση του ιδιοκτήτη δεν έχει επέλθει «αντικατάσταση» (novation). Όπως διασαφηνίστηκε κατά την αντεξέταση του κ. Κωνσταντίνου, οι Καθ' ων αφέθηκαν να διαγραφούν από τον ίδιο τον υπό αναφορά μάρτυρα, επειδή αποφάσισε να λειτουργεί το κατάστημα υπό την προσωπική του ιδιότητα, θεωρώντας ότι η δραστηριοποίησή του μέσω των Καθ' ων δεν ήταν πλέον επωφελής σ' αυτόν, και αποσκοπώντας να καταστεί, υπό την προσωπική του ιδιότητα, θέσμιος ενοικιαστής του υποστατικού. Συνεπώς, η απόφαση για «αντικατάσταση» λήφθηκε αυτοβούλως και μονομερώς από την πλευρά του ενοικιαστή. Αλλά, η «αντικατάσταση» ενός ενοικιαστή σε μια συμφωνία ενοικίασης από άλλοv ή άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν δημιουργείται ούτε αυθαίρετα ούτε αυτόματα, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη στοιχείων που να καταδεικνύουν την πρόθεση όλων των μερών για τη δημιουργία νέας συμφωνίας.[10] Σύμφωνα δε με τη νομολογία, η αποδοχή ενοικίου δεν επιμαρτυρεί, άνευ ετέρου, τη συνομολόγηση νέας ενοικίασης, αλλά μόνο στοιχείο συνυπολογισμού με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Πόσο μάλλον που στην παρούσα υπόθεση δεν έχουμε αποδοχή του ισχυριζόμενου νέου ενοικιαστή από τους ιδιοκτήτες μέσω έκδοσης αποδείξεων προς το εν λόγω φυσικό πρόσωπο, αλλά μόνο πληρωμή του ενοικίου από εκείνο το φυσικό πρόσωπο. Τέλος, επισημαίνω ότι η μεσολαβούσα διαγραφή των Καθ' ων από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση των πραγμάτων, αφού τούτη η ενέργεια δεν καθιστά ανύπαρκτο το ίδιο το νομικό πρόσωπο, εξ ου και η επιτυχής αίτηση που έγινε για την επαναφορά των Καθ' ων. (Δ) Η πρόθεση των Αιτητών και κατά πόσο είναι λογικό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως ρητά ορίζεται στον Νόμο, και αντιθέτως με την περίπτωση όπου αξιώνεται μόνο κατεδάφιση, η έννοια «της κατάχρησης δικαιώματος» δεν εξετάζεται στα πλαίσια αξίωσης για κατεδάφιση και ανοικοδόμηση. Με βάση λοιπόν την ενώπιον μου μαρτυρία, διαπιστώνω ότι οι Αιτητές έχουν γνήσια και αντικειμενική πρόθεση κατεδάφισης του υφιστάμενου ακινήτου και σκοπό ανοικοδόμησης νέου υποστατικού. Πρόκειται για μια παλαιά οικοδομή σε ένα εμπορικό δρόμο της πόλης και είναι λογικό και εύλογο οι ιδιοκτήτες να θέλουν να αξιοποιήσουν την περιουσία τους με τον τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν προσφορότερο υπό τις περιστάσεις. Η εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και η εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής αποτελούν ενέργειες που κινούνται προς τούτη την κατεύθυνση. Συναφώς, στο σύγγραμμα Woodfall' s Law on Landlord and Tenant, Τόμος 2 - παρ. 22.108 - Proof of desire: « Thus the court may readily be satisfied of the landlord's intention when the premises are old and worn out, or are ripe for development [.] » Η ετοιμότητα των Αιτητών να προσφέρουν νέα ενοικίαση στους Καθ΄ ων καθώς και την προβλεπόμενη αποζημίωση ως επίσης να ολοκληρώσουν εντός ενός έτους την σκοπούμενη ανοικοδόμηση, αποτελούν επιπρόσθετα στοιχεία που αξιολογούνται θετικά. Η θέση των Καθ' ων ότι η πραγματική πρόθεση των Αιτητών είναι να δημιουργήσουν χώρο στάθμευσης δεν με έχει πείσει αφού δεν βασίζεται σε γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά εικασίες σε συνάρτηση με άλλες ισχυριζόμενες συμπεριφορές των Αιτητών σε γειτνιάζον ακίνητο. Όμως η κάθε περίπτωση εξετάζεται υπό το δικό της πλαίσιο γεγονότων. Όπως σχετικά αναφέρεται στο Woodfall, Τόμος 2 - παρ. 22.107 - Intention contracted with motive: « His motives are immaterial; only the reality of intention matters. Considerations as to what may be a landlord's "primary purpose" or his "real intention" or his "real reason" are only of relevance and assistance, therefore, in deciding whether the intention he expresses is genuine or merely colourable. Provided that the landlord's intention is genuine, it does not matter what his motive is: even where the motive is simply a desire to be rid of the tenant. » Όσον αφορά τη λογικότητα της απαίτησης στο μέτρο που συναρτάται με την οικονομική δυνατότητα ή ευχέρεια δανειοδότησης ή εξεύρεσης πόρων για την ανοικοδόμηση, αυτή έχει αποδειχθεί, αφού η υπολογιζόμενη δαπάνη του έργου είναι πέριξ τις €130.000, ενώ η ρευστότητα / οικονομική δυνατότητα των Αιτητών, στη βάση των σχετικών παρουσιασθείσων τραπεζικών βεβαιώσεων, είναι μεγαλύτερη, ήτοι πέριξ των €200.
  6. Αναφορικά με τη θέση των Καθ' ων ότι τα νέα καταστήματα θα είναι μικρότερα από τα υφιστάμενα, παρατηρώ τα εξής. Είναι μεν γεγονός, όπως προκύπτει από το Τ. Α. 8, ότι το επίδικο ακίνητο είναι έκτασης 628 τ.μ. και ότι η προτιθέμενη επανοικοδόμηση αφορά μόνο ένα μέρος του ακινήτου και δημιουργία καταστημάτων συνολικής έκτασης μόλις 161 τ.μ. (29 τ.μ. + 29 τ.μ. + 103 τ.μ.) ενώ και χώρος που σήμερα είναι οικοδομημένος, θα παραμείνει κενός. Εντούτοις, είναι φυσιολογικό τα νέα καταστήματα να έχουν πρόσωπο και άμεση πρόσβαση στο δημόσιο πεζοδρόμιο και δρόμο και ως εκ τούτου δεν είναι παράλογο να ανοικοδομηθούν με τον τρόπο που επιδιώκουν οι Αιτητές. Εάν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί καλύτερα το όλο ακίνητο ή να διαμορφωθούν με διαφορετικό τρόπο τα εν λόγω καταστήματα, όσον αφορά το σχήμα και το εμβαδόν τους, είναι θέμα άποψης και κυρίως επιχειρηματικής απόφασης των ίδιων των ιδιοκτητών. Όχι όμως λόγος που να καθιστά εκ προοιμίου μη λογική την απαίτησή τους. Από την άλλη, η πλευρά των Καθ΄ ων ούτε έχει αποδείξει τον ισχυρισμό της περί απώλειας εμπορικής εύνοιας, ούτε έχει καταδείξει ότι θα είναι δυσανάλογα επαχθές εις βάρος τους η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθότι, ουδεμία μαρτυρία επί τούτων παρουσίασε σχετικά. Συνεπώς, δεν υπάρχει ουσιαστική αντίκρουση ως προς το δικαίωμα των ιδιοκτητών να εκμεταλλευθούν την περιουσία τους. (Δ) Κατά πόσο έχουν εξασφαλιστεί όλες οι αναγκαίες άδειες. Όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση της νομοθετικής απαίτησης που αφορά την εξασφάλιση όλων των αναγκαίων αδειών, θυμίζω ότι το σχετικό άρθρο του Νόμου ορίζει: « . το Δικαστήριον είναι πεπεισμένον ότι ο ιδιοκτήτης εξησφάλισε διά τα ανωτέρω, οσάκις ήτο επάναγκες, την αναγκαίαν προς τούτο άδειαν. » Το ζήτημα είναι επίδικο, καθότι η πλευρά των Αιτητών στην Απάντηση και Ανταπαίτησή της αμφισβητεί ρητώς ότι οι εν λόγω άδειες εξασφαλίστηκαν νόμιμα. Από την ενώπιον μου μαρτυρία φαίνεται ότι οι Αιτητές έχουν στην κατοχή τους τις αναγκαίες άδειες, πλην όμως αναδύονται σοβαρά ερωτήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο έχουν αυτές εξασφαλισθεί, και ιδιαίτερα η άδεια για κατεδάφιση των επίδικων υποστατικών. Θυμίζω ότι, όπως προκύπτει από τα προπαρατεθέντα ευρήματά μου, δεν ζητήθηκε αρχικώς η κατεδάφιση των επίδικων καταστημάτων, και στην πορεία, αντί να επιδιωχθεί η διόρθωση της παράλειψης με τη δέουσα διαδικασία, προέκυψε η αλλοίωση με χειρόγραφη τροποποίηση επί της εκδοθείσας άδειας. Ο κ. Κουκούνης στην αγόρευσή του αντιτείνει ότι η μεταγενέστερη προσθήκη της λέξης «Κατεδάφιση» επί της εκδοθείσας άδειας Οικοδομής «αφορά εσωτερικό ζήτημα της αρμόδιας αρχής» και εισηγείται, κατ' επίκληση της Poyiatzis v. Pilavakis (ανωτέρω), ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να καταστεί διοικητικό Δικαστήριο και να εξετάσει οτιδήποτε πέραν του κατά πόσο έχουν εκδοθεί οι αναγκαίες άδειες. Προσθέτει ακόμη, με παραπομπή στην Αντωνιάδης Λτδ ν. Γεροντίδη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 147 ότι η έκδοση ξεχωριστής άδειας κατεδάφισης δεν ήταν απαραίτητη, καθότι εξυπακούεται με βάση την Πολεοδομική Άδεια και την Άδεια Οικοδομής. Διαφωνώ και επεξηγώ. Αν και στη γενικότερη προσέγγισή της η αντίληψη ότι δεν νοείται παράλληλη δικαιοδοσία του παρόντος ειδικού Δικαστηρίου με το διοικητικό Δικαστήριο είναι ορθή επειδή ο ρόλος του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν είναι να ακυρώνει ή να ελέγχει διοικητικές πράξεις, το όλο ζήτημα δεν μπορεί απλά να παραγνωριστεί στη βάση της μονοδιάστατης λογικής ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού είναι εξειδικευμένη. Όπως σημειώθηκε στη Lamarco Ltd v. Kranos
(1987)1 CLR 336, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος, αποτελεί μια σημαντική συνιστώσα της κοινωνικής νομοθεσίας του τόπου, με τη δικαιοδοσία του να εκτείνεται όχι μόνο σε κάθε θέμα που αφορά τις θέσμιες ενοικιάσεις, αλλά και σε οποιοδήποτε παρεμπίπτον, συναφές ή συμπληρωματικό προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή με απώτερο σκοπό την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ως ρητά διαλαμβάνεται στον κανονισμό 3(στ) του οικείου διαδικαστικού κανονισμού. Με βάση δε το άρθρο 11 του Νόμου, και ανεξαρτήτως της όποιας διοικητικής διάστασης του θέματος, το παρόν Δικαστήριο οφείλει να «είναι πεπεισμένον», δηλαδή να είχε πεισθεί[11] ότι έχουν νομότυπα εξασφαλιστεί όλες οι αναγκαίες άδειες. Οτιδήποτε λιγότερο τούτου θα εξουδετέρωνε τον ρόλο του Δικαστηρίου, το οποίο, πρώτα και πάνω από όλα, αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία, οφείλει να ενεργεί ως θεματοφύλακας της νομιμότητας[12] και του κράτους δικαίου. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από τη Poyiatzis v. Pilavakis όπου εκεί είχε αμφισβητηθεί κατ' ουσία η ορθότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξης - απόφασης του Δήμου Λεμεσού να ανανεώσει την νομοτύπως εκδοθείσα (duly issued) άδεια οικοδομής, καθότι, δεν είχαν αρχίσει οι σχετικές εργασίες και όχι το νομότυπο της εξασφάλισής της. Το Ανώτατο Δικαστήριο ορθά επισήμανε ότι η κρίση της διοίκησης για την ανανέωση της άδειας οικοδομής, όντας διοικητική πράξη, εξακολουθεί να ισχύει μέχρι να ακυρωθεί ή να ανακληθεί. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « The building permit was duly issued by the Municipality of Limassol as from 3rd October, 1984. It was renewed thereafter and there was a valid permit at the time of the hearing of the case. Mr. Saveriades argued that, as the work has not commenced, the Municipality was not empowered to renew the building permit. The issue of a building permit is an administrative act. An administrative act is and continues to be valid, unless annulled by the appropriate Court—the Supreme Court—or revoked by the issuing authority. Neither of the two happened and, therefore, the permit was a valid one. The fact that the tenant long after the filing of the case before the Rent Control Court instituted a recourse before the Supreme Court, N. 295/86, does not in any way affect the validity of the permit. » Μη σχετική κρίνεται και η παραπομπή μου Αντωνιάδης Λτδ ν. Γεροντίδη. Εκεί δεν αποφασίστηκε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να «εξυπακούεται η ύπαρξη άδειας κατεδάφισης», αλλά, κρίθηκε ότι η δεύτερη επιφύλαξη του τροποποιημένου άρθρου 5 του Κεφ. 96 δεν απάλλασσε τον Αιτητή της υποχρέωσης να κατέχει κατά τον ουσιώδη χρόνο, και με βάση το άρθρο 11
(1)(η)(ii) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ανανεωμένες όλες τις αναγκαίες άδειες. Θεωρώ ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης βρίσκονται εγγύτερα στα αναφερόμενα στη Yerasimou v. Rousoudhiou
(1974)1 C.L.R. 107 όπου κατ' έφεση απορρίφθηκε η αίτηση για έξωση, καθότι δεν είχε εξασφαλιστεί η αναγκαία άδεια οικοδομής, παρά μόνο άδεια κατεδάφισης. Οι αρμόδιες κρατικές αρχές οφείλουν να ενεργούν και τεκμαίρεται ότι ενεργούν νομότυπα. Όμως το εν λόγω τεκμήριο της κανονικότητας[13] (omnia praesumuntur rite ac solemniter esse acta) ότι δηλαδή όλα τεκμαίρονται ότι έγιναν σωστά και νομότυπα μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο είναι, όπως φαίνεται και από τον ορισμό του, μαχητό. Και η πλευρά των Αιτητών, γνωρίζοντας ότι οι Καθ' ων αμφισβητούν ρητά το νομότυπο της εξασφάλισης των επίδικων αδειών, όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώνει τη δική τους θέση, ότι δηλαδή, ενέργησαν μόνιμα με βάση τη σχετική Νομοθεσία. Αντί τούτου, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους των Αιτητών όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε τη δική τους θέση, αλλά ανέτρεψε το τεκμήριο της κανονικότητας. Η κα Χατζηχριστοφή παραδέχθηκε ότι τα δημόσια έγγραφα του Δήμου Λάρνακας έχουν παραποιηθεί από συνάδελφό της, κατόπιν άνωθεν εντολών, με την προσθήκη εκ των υστέρων της λέξης «Κατεδάφιση» στην εκδοθείσα Άδεια Οικοδομής, ενέργεια η οποία, όπως η ίδια παραδέχθηκε, δεν συνάδει με τη πρακτική και συνήθη διαδικασία που διενεργεί ο Δήμος. · Ο περί Οδών και Οικοδομών Νόμος - Κεφ. 96 Όταν βεβαίως μιλάμε για «πρακτικές» και «διαδικασίες» κρατικών / δημοτικών αρχών αυτές πάντοτε εκπηγάζουν, διέπονται και εκτελούνται με βάση το κατά περίπτωση νομοθετικό πλαίσιο. Όπως σχετικά λέχθηκε στη Βύρωνας ν Δημοκρατίας (ανωτέρω): « .το δίκαιο αποτελεί τον άξονα των ενεργειών των δημοσίων λειτουργών. » Στη παρούσα περίπτωση το ζήτημα διέπεται από τον περί Οδών και Οικοδομών Νόμο - Κεφ. 96. Σημειώνω ότι ούτε από τη μαρτυρία, ούτε μέσω της αγόρευσης των Αιτητών επεξηγήθηκε με βάση ποιες συγκεκριμένες πρόνοιες του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίο επήλθε η αλλοίωση επί της Άδειας Οικοδομής με την χειρόγραφη προσθήκη της λέξης «Κατεδάφιση». Από τη δική μου μελέτη του Κεφ. 96 και των σχετικών με αυτό κανονισμών, διαπιστώνω τα εξής: Πρώτον, με βάση το άρθρο 3 του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου - Κεφ. 96: « Κανένα πρόσωπο δεν δύναται [..] να κατεδαφίζει ή να ανοικοδοµεί [.] ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόµηση [...] χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαµβάνεται προηγουµένως από την αρµόδια αρχή. » Δεύτερον, ο τύπος, ο τρόπος και η διαδικασία υποβολής αίτησης, κ.τ.λ. ρυθμίζεται με διάταγμα του Υπουργού με βάση το άρθρο 3Α
(1)(α) του εν λόγω Νόμου. Τρίτον, στο άρθρο 20 του ίδιου Νόμου, προβλέπεται η ποινική ευθύνη[14] όσων προσώπων ενεργούν κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων. Μεταξύ άλλων, στο άρθρο 20
(2)(α) προβλέπεται η ποινή φυλάκισης μέχρι 2 ετών για οποιονδήποτε ο οποίος: « Προβαίνει σε οποιαδήποτε ψευδή ή ανακριβή δήλωση σε οποιοδήποτε έγγραφο χρησιµοποιείται ή εφαρµόζεται δυνάµει του παρόντος Νόµου και των εκδιδόµενων δυνάµει αυτού Κανονισµών και ∆ιαταγµάτων· » Τέταρτον, ο κανονισμός αρ. 5
(1)των περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών προβλέπει: « Πάσα αίτησις δι΄ άδειαν προς ανέγερσιν, κατεδάφισιν ή επανοικοδομήν οιασδήποτε οικοδομής ή δι΄ οιανδήποτε μετατροπήν, προσθήκην ή επισκευήν εις οιανδήποτε οικοδομήν (εν τοις εφεξής αναφερομένη ως «άδεια οικοδομής») υποβάλλεται εις την αρμοδίαν αρχήν εις διπλούν. Αύτη υπογράφεται υπό του ιδιοκτήτου ή του δεόντως εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου αυτού και υποβάλλεται εν τοιούτω τύπω ως ήθελε καθορισθή κατά καιρούς υπό της αρμοδίας αρχής » Συνεπώς, με βάση το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο, συμπεραίνω ότι για να μπορούσε να θεωρηθεί η επίδικη Άδεια Οικοδομής ως συμπεριλαμβάνουσα την κατεδάφιση των επίδικων υποστατικών, θα έπρεπε είτε εξ' αρχής να συμπεριλαμβάνει τέτοιο αίτημα, είτε, να γίνει σχετική αίτηση και αντίστοιχη διαδικασία για την τροποποίησή της. Σε ουδεμία πάντως περίπτωση δεν φαίνεται να προβλέπεται η δυνατότητα χειρόγραφης επέμβασης επί εκδοθείσας Άδειας Οικοδομής ώστε αυτή αυτομάτως να καθίσταται και Άδεια Κατεδάφισης. Ούτε η ετεροχρονισμένη εξασφάλιση άδειας κατεδάφισης διορθώνει την κατάσταση για τους Αιτητές. Η άχλυς που περιβάλλει την ίδια την Άδεια Οικοδομής με τις χειρόγραφες σε αυτήν αλλοιώσεις, δεν εξαϋλώνεται δια της μεταγενέστερης λήψης μιας άδειας, η οποία μάλιστα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της πλευράς των Αιτητών (δείτε αντεξέταση κας Χατζηχριστοφή) εξασφαλίσθηκε εκ του περισσού, καθότι, πάντα σύμφωνα με την πλευρά των Αιτητών είναι «αυτονόητη» η κατεδάφιση. Ως εκ των πιο πάνω, δεν μπορώ να αγνοήσω και να προσπεράσω όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και να θεωρήσω ότι επειδή απλώς παρουσιάστηκαν κάποιες άδειες, ότι αυτές έχουν νομίμως εξασφαλιστεί. Συμπερασματικά, δεν είμαι πεπεισμένος ότι έχουν νομότυπα εξασφαλισθεί όλες οι αναγκαίες άδειες και καταλήγω ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 11
(1)(η)(ii) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. · Το δόγμα ex turpi causa non oritur action. Τα προαναφερόμενα φέρνουν στο φως και το λατινικό αξίωμα ex turpi causa non oritur action, το οποίο στα ελληνικά έχει την έννοια ότι από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά δεν απορρέει αγώγιμο δικαίωμα. Όπως επεξηγείται στη Χριστοδούλου ν. Vraets
(2009)1 A.A.Δ. 802, η εν λόγω αρχή εμπερικλείεται στην αναφορά που έγινε στη Holman v. Johnson [1775] 1 Cowp 341 ότι «no court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act». Υποδείχθηκε ακόμη ότι το εν λόγω δόγμα δεν μπορεί να τύχει πιο ελαστικής αντιμετώπισης, ανάλογα της σοβαρότητας της παρανομίας. Περαιτέρω αναφέρθηκε: « κανένα Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει μια συμφω­νία που προέρχεται από παράνομη συναλλαγή, αυτό δε επεκτείνεται σ' όλο το φάσμα του δικαίου. » Ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στη Χλόη Κωνσταντίνου ν. Αθηνά Απλά ECLI:CY:AD:2015:A248, Π.Ε.55/2010 ημερ. 03/04/2015, όπου μεταξύ άλλων ειπώθηκαν τα εξής: « ..η νομική αντιμε­τώπιση τέτοιων ζητημάτων στα αστικά αδικήματα εδράστηκε περισσότερο στην απαγόρευση απόδοσης θεραπείας λόγω της άμεσης συμμετοχής του ενάγοντος σε εγκληματική ενέργεια . » Συναφώς, στη Τράπεζα Κύπρου ν. Coudounaris Food Products Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ 672, με παραπομπή στη Snell ν. Unity Finance Ltd [1963] 3 All E.R. 50, λέχθηκε ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όταν περιέλθουν εις γνώση του γεγονότα που καθιστούν μια τη συμφωνία παράνομη να αρνηθεί να την εφαρμόσει, είτε η παρανομία είχε εγερθεί από τους διάδικους, είτε όχι. Στη Μ. Τρύφωνος κ.α. ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2006)1Α Α.Α.Δ 200 έγινε αναφορά στην αρχή της δημόσιας πολιτικής με βάση την οποία το δικαστήριο δεν θα βοηθήσει ένα αδικοπραγούντα ο οποίος προσπαθεί να εισπράξει οποιοδήποτε ωφέλημα ή αποζημίωση από το αδίκημά του, γιατί, αν γινόταν κάτι τέτοιο, θα παραμεριζόταν μια τροχοπέδη στη διάπραξη αδικημάτων. Στη Cross v Kirkby [2000] EWCA Civ 426 λέχθηκε: « .the principle applies when the claimant's claim is so closely connected or inextricably bound up with his own criminal or illegal conduct that the court could not permit him to recover without appearing to condone that conduct. » Στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καναδά στη Hall v. Hebert [1993] 4 WWR 113, επισημαίνεται μια επιπρόσθετη διάσταση της υπό εξέταση αρχής, η οποία αφορά τη διαφύλαξη της ακεραιότητας του νομικού συστήματος. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως: « The narrow principle illustrated by the foregoing examples of accepted application of the maxim of ex turpi causa non oritur actio in tort, is that a plaintiff will not be allowed to profit from his or her wrongdoing. This explanation, while accurate as far as it goes, may not, however, explain fully why courts have rejected claims in these cases. Indeed, it may have the undesirable effect of tempting judges to focus on the issue of whether the plaintiff is "getting something" out of the tort, thus carrying the maxim into the area of compensatory damages where its use has proved so controversial, and has defeated just claims for compensation. A more satisfactory explanation for these cases, I would venture, is that to allow recovery in these cases would be to allow recovery for what is illegal. It would put the courts in the position of saying that the same conduct is both legal, in the sense of being capable of rectification by the court, and illegal. It would, in short, introduce an inconsistency in the law. It is particularly important in this context that we bear in mind that the law must aspire to be a unified institution, the parts of which ‑‑ contract, tort, the criminal law ‑‑ must be in essential harmony. For the courts to punish conduct with the one hand while rewarding it with the other, would be to "create an intolerable fissure in the law's conceptually seamless web": Weinrib, supra, at p. 42. We thus see that the concern, put at its most fundamental, is with the integrity of the legal system. » Αναπόδραστα, η Αίτηση θα απορριφθεί και για τούτο τον λόγο. Όσον αφορά τις ενδεχόμενες ποινικές προεκτάσεις δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία και το εν λόγω ζήτημα θα παραπεμφθεί για να εξετασθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. * Για σκοπούς πληρότητας, για την περίπτωση όπου ήθελε κατ' έφεση κριθεί εσφαλμένη η κατάληξή μου ως προς τη μη στοιχειοθέτηση της ύπαρξης των αναγκαίων αδειών, αναφέρω πως εάν πληρούταν η εν λόγω προϋπόθεση θα εξέδιδα το αιτούμενο διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Ταυτόχρονα, θα επέτρεπα την Ανταπαίτηση ως προς το μέρος της παραχώρησης νέας ενοικίασης, επιδικάζοντας υπέρ των Καθ' ων αποζημίωση 18 ενοικίων δυνάμει του άρθρου 12 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, λαμβάνοντας υπόψιν τη δεκαοκτάχρονη διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης. Θα απέρριπτα όμως την επιδίκαση οποιουδήποτε περαιτέρω ποσού λόγω εμπορικής εύνοιας, αφού δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Η αποζημίωση θα ήταν πληρωτέα ταυτόχρονα με την παράδοση της κατοχής και επιστρεπτέα, άτοκα, ταυτόχρονα με την παραχώρηση της νέας ενοικίασης. Τέλος, θα παρείχα αναστολή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 11
(4)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου διάρκειας 6 μηνών. VΙΙ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των προαναφερόμενων, και με τη σύμφωνη γνώμη των παρέδρων, αποτελεί τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους και η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Επίσης απορρίπτεται και η Ανταπαίτηση αφού αυτή εγέρθηκε υπό την αίρεση της έκδοσης του διατάγματος ανάκτησης κατοχής. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης και επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση στην κλίμακα €10.000 - €50.000, όπως αυτά υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αντίγραφο της παρούσας απόφασης και των τεκμηρίων να αποσταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα για να διερευνήσει το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων σε σχέση με τις χειρόγραφες αλλοιώσεις επί της άδειας οικοδομής, τεκμήριο Τ.Α. 9. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.).............. (Υπ.)............ Μαρία Κοσμά Γιώργος Παναγιώτου Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Νίνος Β. Μιχαηλίδης ΛΤΔ ν. Κυριάκου Γ. Δρουσιώτη κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 877 και Θεοδόση X"Γεωργίου ν. της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174. [2] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236, Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου) κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018. [3] Ήτοι με βάση το άρθρο 11
(1)(η)(ι) του Νόμου. [4] Xenophontos v. Papasian
(1987)1 C.L.R. 154. [5] Γιούκκα ν. Μιχαηλίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1476. [6] Κασάπης ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω). [7] Δ. Αντωνιάδης Λτδ ν. Λ. Γεροντίδη κ.α.
(1989)1E Α.Α.Δ 147 και Κασάπης ν. Χριστοδούλου
(1989)1E Α.Α.Δ 233. [8] Poyiatzis v. Pilavakis a.o.
(1988)1 C.L.R. 411. [9] Ελληνική Τράπεζα Λτδ. ν. Πολυδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 68. [10] Συναφώς δείτε: Λιμνατίτη και άλλη ν. Σύννου και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 817, Κυθραιώτης κ.ά. v. Milington-Ward
(2001)1(B) A.Α.Δ. 1480 και A. M. C. Hotels v. Α. Κάτση
(2011)1Α Α.Α.Δ
  1. [11] Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη, 1η Έκδοση, σελ.
  2. [12]Απόφαση Ολομέλειας στη Βύρωνας ν Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 77. [13] Μεταξύ άλλων: ΕΔΑΞΥΛ Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Αγαθοκλέους,
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1337. [14] Στο άρθρο 347 του Ποινικού Κώδικά - Κεφ. 154, υπό τον παράτιτλο «Παραποίηση µητρώου ή αρχείου» αναφέρεται: «Όποιος, έχει την πραγµατική φύλαξη µητρώου ή αρχείου, τηρουµένων δυνάµει νόµιµης εξουσίας, γνωρίζει ότι επιτρέπει καταχώριση η οποία, αναφορικά µε κάποιο ουσιώδες στοιχείο γνωρίζει ότι είναι ψευδής, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.