← Κύπρος

ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ ν. ΝΕΣΤΩΡΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αίτηση Αρ. E50/2013, 7/2/2018

ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ ν. ΝΕΣΤΩΡΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αίτηση Αρ. E50/2013, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2018:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. E50/2013 Μεταξύ׃ ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ, εκ Λευκωσίας Αιτήτριας και ΝΕΣΤΩΡΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, εκ Πάφου Καθ' ου η Αίτηση Αίτημα ημερομηνίας 17/01/2018 για παραπομπή της παρούσας υπόθεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ημερομηνία: 07/02/2018 Για την Αιτήτρια / Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα αίτηση: κος Κορακίδης Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητή στην παρούσα αίτηση: κος Φασουλιώτης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η Η παρούσα υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο όπου έχει συμπληρωθεί η δεύτερη ακροαματική εκδίκασή της. Μια αλληλουχία απροσδόκητων γεγονότων είχε ως αποτέλεσμα, κατά την τελευταία ακροαματική διαδικασία, να παρακαθίσει ως πάρεδρος διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που είχε συμμετάσχει στην πρώτη συνεδρία του Δικαστηρίου. Τούτη η αντικανονικότητα εντοπίστηκε μεταγενέστερα από το ίδιο το Δικαστήριο και προς επανόρθωσή της δόθηκαν οδηγίες όπως η εν λόγω δεύτερη συνεδρία επαναληφθεί με την ορθή σύνθεση, έτσι ώστε και τα δύο μέλη του Δικαστηρίου να μπορούν να εκφράσουν κατά επαρκές και ισότιμο τρόπο τη γνώμη τους προς τον Πρόεδρο πριν την έκδοση της τελικής απόφασης και για να διασφαλιστεί το δικαίωμα των διαδίκων σε δίκαιη δίκη. Το πλήρες σκεπτικό της εν λόγω κατάληξης, εμφαίνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/01/2018 και έχει ως εξής: « Η παρούσα υπόθεση είναι ορισμένη για συνέχιση στις 17/01/2018 και βρίσκεται στο στάδιο που έχει ολοκληρωθεί η μαρτυρία της Αιτήτριας μετά από δύο

(2)ακροαματικές διαδικασίες, στις 18/10/2017 και στις 29/11/2017. Κατά την πρώτη ακροαματική διαδικασία, στις 18/10/17, είχε λάβει χώρα η κυρίως εξέταση της Αιτήτριας και ακολούθησε διαδικασία τροποποίησης της Απάντησης του Καθ' ου. Την προηγούμενη δικάσιμο, δηλαδή στις 29/11/2017, ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Αιτήτριας, με την αντεξέτασή της. Εντωμεταξύ, στις 22/11/2017, το Δικαστήριο είχε δώσει γραπτές οδηγίες προς τη Γραμματέα του Δ. Ε. Ενοικιάσεων Πάφου για να ειδοποιηθούν οι Πάρεδροι να είναι παρόντες στο Δικαστήριο στις 29/11/2017 για την παρούσα υπόθεση, σημειώνοντας ότι, πρόκειται για συνεχιζόμενη ακρόαση. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας στις 29/11/2017, περιήλθε εις την αντίληψή μου ότι η σύνθεση του Δικαστηρίου κατά την αναφερόμενη ημερομηνία δεν ήταν η πρέπουσα, και συγκεκριμένα ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη συμμετείχε ως πάρεδρος διαφορετικό πρόσωπο (κ. Φρίξος Βλαδιμήρου) από το πρόσωπο που είχε συμμετάσχει στη διαδικασία που είχε λάβει χώρα στις 18/10/2017 (κ. Αλέξης Ιεροκηπιώτης). Με βάση το άρθρο 4
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και τον κ. 5(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 η γνώμη των παρέδρων έχει μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα. Εντούτοις, με βάση το άρθρο 4
(2)του υπό αναφορά Νόμου και τον κ. 3(δ) των σχετικών Κανονισμών, η σύνθεση του Δικαστηρίου είναι προσδιορισμένη. Εφόσον δε η διαδικασία ξεκίνησε με συγκεκριμένη σύνθεση, θα πρέπει να παραμείνει η ίδια. Κατά συνέπεια, με βάση τον κ. 3(ε) των σχετικών Κανονισμών και έχοντας σκοπό τη διαφύλαξη των συμφερόντων των διαδίκων και την προστασία της δίκαιης διεξαγωγής της διαδικασίας, είναι κατάληξή μου ότι, τα διαδραματισθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα στις 29/11/2017 θα πρέπει να αγνοηθούν εις το σύνολό τους, και η συγκεκριμένη συνεδρία του Δικαστηρίου να επαναληφθεί με τη σωστή σύνθεση του Δικαστηρίου, δηλαδή τη σύνθεση που υπήρχε στις 18/10/
  1. Ως εκ των ανωτέρω, παρακαλώ όπως στις 17/01/2018 οι συνήγοροι των διαδίκων να είναι έτοιμοι για τον σκοπό αυτό και να ενημερωθεί η Αιτήτρια ότι θα πρέπει να είναι παρούσα για την αντεξέτασή της. » Στις 17/01/2018, η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση (Καθ' ου) διαφώνησε με τούτη την απόφαση. Ζήτησε συναφώς όπως το θέμα παραπεμφθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Παράλληλα, απαίτησε όπως τόσο ο Πρόεδρος όσο και τα λοιπά μέλη του Δικαστηρίου εξαιρεθούν από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Β. Ι Σ ΤΟ Ρ Ι Κ Ο Προτού αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, αφενός για σκοπούς κατανόησης των γεγονότων που προηγήθηκαν και, αφετέρου, καθότι εγείρεται ζήτημα εξαίρεσης του Προέδρου και των μελών του Δικαστηρίου, επιβάλλεται η αναδρομή στο ιστορικό της όλης υπόθεσης. Επειδή το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων που συνεδριάζει στην Πάφο δεν υποστηρίζεται από γραμματέα/στενογράφο, η οικεία γραμματεία έχει επιφορτιστεί με την ευθύνη για την ενημέρωση και την υπενθύμιση των πάρεδρων για τις συνεχιζόμενες ακροάσεις του Δικαστηρίου, παρόλο που, με βάση τον Κανονισμό 3(δ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983: «Πάρεδρος που κωλύεται να συμμετάσχει σε συγκεκριμένη υπόθεση, πληροφορεί έγκαιρα γραπτώς τον Πρόεδρο, ο οποίος επιλαμβάνεται του θέματος και μεριμνά για την αντικατάστασή του». Επιπροσθέτως, έχει δημιουργηθεί από το Δικαστήριο ειδικός χαρτοφύλακας όπου κάθε βδομάδα δίδονται γραπτές οδηγίες προς τη γραμματεία για να ειδοποιηθούν οι πάρεδροι που θα πρέπει να παρίστανται στο Δικαστήριο για τις ακροάσεις κάθε επόμενης εβδομάδας, μαζί με σχετική σημείωση αν οι ακροάσεις είναι συνεχιζόμενες ή όχι. Με βάση τούτη τη μεθοδολογία, στις 22/11/17 δόθηκαν γραπτές οδηγίες[1] προς τη γραμματεία για να ενημερωθούν οι πάρεδροι να είναι παρόντες στις 29/11/17 για την παρούσα ακρόαση με την επισήμανση ότι πρόκειται για συνεχιζόμενη ακρόαση. Στις 29/11/17, συνεχίστηκε η ακροαματική διαδικασία με την αντεξέταση της Αιτήτριας, δίχως να εγερθεί οποιοδήποτε ζήτημα από τους δικηγόρους των διαδίκων ως προς τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Ούτε ο ίδιος ο πάρεδρος, ο κ. Βλαδιμήρου, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην εν λόγω συνεδρία συνειδητοποίησε ότι συμμετείχε σε ακροαματική διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει από παλαιότερα. Μετά τη λήξη της εν λόγω συνεδρίας, διαπίστωσα ότι υπήρχε διάσταση ως προς τα πρόσωπα των παρέδρων που συμμετείχαν στις δύο συνεδρίες που προηγήθηκαν. Έπειτα από διερεύνηση του όλου ζητήματος διαφάνηκε πως, παρά το γεγονός ότι η γραμματεία είχε αρχικά υπενθυμίσει τηλεφωνικώς τον πάρεδρο κ. Ιεροκηπιώτη ότι έπρεπε να εμφανιστεί για τη συνέχιση της ακρόασης, όταν ο τελευταίος απάντησε ότι είχε κώλυμα να παρουσιαστεί επικαλούμενος προσωπικές δυσκολίες, η γραμματεία του Δικαστηρίου κάλεσε άλλον πάρεδρο, τον κ. Βλαδιμήρου, για να παρακαθίσει στην εν λόγω συνεδρία, όπως και έγινε, δίχως να τεθεί εκ των προτέρων υπόψιν μου το όλο ζήτημα. Γ. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ Στις 17/01/2018, ημερομηνία που η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση, ο δικηγόρος του Καθ' ου υπέβαλε προφορικό αίτημα όπως η παρούσα υπόθεση παραπεμφθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 61 του περί Δικαστηρίου Νόμου, για να δοθούν περαιτέρω οδηγίες για τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Προέβαλε συναφώς τη θέση ότι «δεν μπορεί να θεραπευτεί η παρατυπία» και ότι η ακροαματική διαδικασία θα πρέπει να αρχίσει ξανά με νέα σύνθεση, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του Δικαστηρίου, διότι όπως ισχυρίστηκε «το Δικαστήριο έχει ακούσει ήδη μαρτυρία και έχει διαμορφώσει κάποιαν άποψη». Ο κ. Κορακίδης για την πλευρά της Αιτήτριας σημείωσε ότι το όλο ζήτημα θα μπορούσε να ξεπεραστεί με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, αλλά εφόσον αυτή απουσιάζει, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει στην παραπομπή της υπόθεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο. Διευκρίνισε πάντως ότι ο ίδιος δεν βλέπει οποιονδήποτε λόγο για την εξαίρεση του Προέδρου του Δικαστηρίου. Ουδείς εκ των συνηγόρων ήταν σε θέση να με παραπέμψει σε οποιαδήποτε νομολογία προς υποστήριξη των σχετικών εισηγήσεων. Ακολούθως, η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Νοείται ότι, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση αφού, το υπό εξέταση αίτηση θέμα αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα, ως προβλέπεται και στον κανονισμό 3(ε) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
  2. Δ. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Έχοντας μελετήσει το υποβληθέν αίτημα, διαπιστώνω ότι αυτό διαχωρίζεται σε τρία επιμέρους ζητήματα που θα πρέπει να αποφασισθούν. Πρώτον, κατά πόσο το άρθρο 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου παρέχει στην παρούσα περίπτωση τη δικονομική δυνατότητα που επικαλούνται αμφότεροι οι συνήγοροι. Δεύτερον, κατά πόσο ό,τι συνέβη είναι όντως μη θεραπεύσιμο, ως εισηγείται ο κ. Φασουλιώτης. Τρίτον, και σε συνάρτηση με το δεύτερο ζήτημα, κατά πόσον έχει στοιχειοθετηθεί επαρκής λόγος ώστε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου να πρέπει να ζητήσει την εξαίρεση είτε του ιδίου, είτε και των παρέδρων. Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
  3. Κατά ποσό δύναται η παρούσα υπόθεση να παραπεμφθεί δυνάμει του άρθρου 61 του περί Δικαστηρίου Νόμου. Το άρθρο 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχει ως εξής: « Εξoυσία πρoς παραπoμπήv
  4. Οιαδήπoτε αγωγή δύvαται καθ' oιαvδήπoτε στιγμήv και εις oιovδήπoτε στάδιov ταύτης και κατόπιv αιτήσεως ή άvευ τoιαύτης oιoυδήπoτε τωv διαδίκωv vα παραπεμφθή υπό τoυ Αvωτάτoυ Δικαστηρίoυ εξ oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ εις oιovδήπoτε άλλo δικαστήριov αρμoδίας δικαιoδoσίας και τoιαύτη αγωγή δύvαται vα παραπεμφθή είτε εξ oλoκλήρoυ είτε σχετικώς πρoς εv μόvov μέρoς ταύτης ή της εv αυτή διαδικασίας τo oπoίov είvαι αvάγκη vα παραπεμφθή εις τoύτo. » Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνεται από την ερμηνευτική αυτού Νομολογία, το εν λόγω άρθρο αναφέρεται σε πρωτογενή δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία είναι ανεξάρτητη από τη δευτεροβάθμια του δικαιοδοσία. Το εν λόγω άρθρο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε ως μέσο για διάσωση άκυρου δικονομικού μέτρου,[2] ούτε είναι διαδικασία επιλογής του ευχερέστερου FORUM (Forum Conveniens), όπως εφαρμόζεται στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο.[3] Ακόμα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε χάριν της ευκολίας του δικαστή σε σχέση με συνεχιζόμενες του υποθέσεις και ο οποίος μετατίθεται από ένα επαρχιακό δικαστήριο σε άλλο, έστω και αν η έδρα του συμπίπτει πλέον με εκείνη των δικηγόρων των διαδίκων.[4] Αξίζει να σημειωθεί ότι, οι περιορισμοί που προέκυπταν από το εν λόγω άρθρο, και ιδίως το προαπαιτούμενο της συντρέχουσας δικαιοδοσίας, ήταν ο λόγος για την εισαγωγή στη Νομοθεσία του άρθρου 64Α του ιδίου Νόμου,[5] με στόχο την επίλυση τούτων των προβλημάτων. Με βάση τα πιο πάνω, είναι προφανές ότι η εφαρμογή του άρθρου αυτού περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις παραπομπής από το Ανώτατο «εξ oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ εις oιovδήπoτε άλλo δικαστήριov αρμoδίας δικαιoδoσίας» νοουμένου, μάλιστα, ότι υφίσταται συντρέχουσα δικαιοδοσία των δύο δικαστηρίων. Δεν παρέχει δικονομική δυνατότητα παραπομπής από οποιοδήποτε Δικαστήριο προς το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο, είτε για τη λήψη οδηγιών, είτε για την αναζήτηση απαντήσεων επί νομικών ερωτημάτων. Επίσης, είναι σαφές ότι το επίδικο αίτημα δεν σχετίζεται με συντρέχουσα δικαιοδοσία του παρόντος ειδικού δικαστηρίου με κάποιο άλλο δικαστήριο. Καταλήγω ότι το άρθρο 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου, επί του οποίου ο δικηγόρος του Καθ' ου στήριξε το αίτημα του για παραπομπή της παρούσας υπόθεσης στο Ανώτατο, δεν παρέχει τέτοια δικονομική ευχέρεια και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί.
  5. Κατά πόσο έχει προκληθεί μη θεραπεύσιμη παρατυπία Όσον αφορά την επιπρόσθετη εισήγηση του κ. Φασουλιώτη ότι «η παρατυπία που έλαβε χώρα δεν είναι θεραπεύσιμη» και ότι θα πρέπει η όλη υπόθεση να εκδικαστεί εκ νέου θεωρώ, με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου, ότι η εν λόγω τοποθέτηση συνιστά υπεραπλούστευση του υπό συζήτηση θέματος. Αναντίλεκτα, αποτελεί κανόνα δικαίου ότι κάθε υπόθεση ακούγεται και αποφασίζεται αδιάκοπα από τον ίδιο δικαστή ή δικαστές,[6] εξού και η απόφαση για επανάληψη της συνεδρίας. Εντούτοις, κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του και κάθε υπόθεση τις δικές της ιδιαίτερες συνθήκες. Παράδειγμα εξαίρεσης του κανόνα είναι η δυνατότητα εκδίκασης ενός προσωρινού διατάγματος από δικαστή άλλον από τον φυσικό της δικαστή και παράδειγμα ιδιαίτερων συνθηκών είναι ότι, εν προκειμένω, το όλο ζήτημα δεν ανάγεται εν γένει στη συγκρότηση του Δικαστηρίου, αλλά στη σύνθεσή του κατά τη συγκεκριμένη ακροαματική διαδικασία. Επιπροσθέτως, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι ο ρόλος ενός παρέδρου στο παρόν Δικαστήριο είναι συγκεκριμένος και επουσιώδης. Το άρθρο 4
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου αναφέρει: « Την επίλυσιν οιασδήποτε διαφοράς υποβαλλομένης εις το Δικαστήριον ως προνοείται εις το εδάφιον
(1)του παρόντος άρθρου αποφασίζει ο Πρόεδρος αφού λάβη τας απόψεις των δύο μελών του Δικαστηρίου, τα οποία έχουν απλώς συμβουλευτικήν γνώμην. » Έχοντας υπόψιν ότι ο ιδιαίτερος ρόλος του παρόντος Δικαστηρίου είναι να επιλύει συνοπτικά διαφορές επί της ουσίας δίχως να δεσμεύεται από κανόνες απόδειξης[7] και με την εξουσία να επιτρέπει ακόμα και διαδικασίες που δεν συμμορφώνονται[8] με τις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, τηρώντας πάντοτε τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης,[9] το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον με τη διαταγή του Δικαστηρίου για επανάληψη της συνεδρίας που έλαβε χώρα στις 29/11/2017 έχει προκληθεί αδικία στον Καθ' ου. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Πρώτον, δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση ακόμη από το Δικαστήριο και συνεπώς οι αιτιάσεις κρίνονται πρόωρες. Δεύτερον, το Δικαστήριο δεν έχει διαμορφώσει οποιανδήποτε άποψη, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο κ. Φασουλιώτης. Η περί αντιθέτου εισήγησή του παραγνωρίζει τη ρητή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου ότι, όλα όσα έλαβαν χώρα κατά την ακροαματική διαδικασία στις 29/11/2017 θα αγνοηθούν εις το σύνολό τους. Εν πάση περιπτώσει, όταν εκδοθεί τελική απόφαση, η δυνατότητα για αναθεωρητικό έλεγχο είναι δεδομένη και αναφαίρετη. Τρίτον, το Δικαστήριο έχει γενικό δικαίωμα να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία και να αποφασίζει τον τρόπο εκδίκασης της υπόθεσης, ανάλογα με τις συνθήκες.[10] Ιδιαίτερα δε, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει τη δυνατότητα να ρυθμίσει και να διαφοροποιήσει την ενώπιον του διαδικασία με τον τρόπο που θεωρεί κατάλληλο.[11] Εξάλλου, η δυνατότητα ρύθμισης ή διόρθωσης[12] από το Δικαστήριο μιας εν εξέλιξη ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας με στόχο την αποτελεσματική άσκηση των δικαιοδοσιών του και προς επίτευξη του συμφέροντος της δικαιοσύνης, αποτελεί κατά την άποψή μου αδιαπραγμάτευτη ευθύνη του ίδιου του Δικαστηρίου. Τέταρτον, δεν έχω παραπεμφθεί σε οποιανδήποτε νομοθετική ή νομολογιακή αρχή που να επιβεβαιώνει την εισήγηση του δικηγόρου του Καθ' ου, πως ό,τι έγινε δεν είναι θεραπεύσιμο και να επιβάλλει την εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου, και κατ' επέκταση, την επανεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Πέμπτον, προσεκτική εξέταση των αρχών που διέπουν τη σύνθεση ενός Δικαστηρίου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στο ποινικό δίκαιο όπου το ζήτημα συναρτάται με τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, στο αστικό δίκαιο, προσόμοιες ή έστω κοντινές περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με σαφώς μεγαλύτερη ευελιξία. Κρίνω συναφώς ότι, η παρούσα περίπτωση διακρίνεται εντελώς από την απόφαση αναφορικά με την Αίτηση του Αναστάσιου Κρασοπούλη και 'Ελενας Σκορδέλλη
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2266, στην οποία, λόγω απουσίας του προέδρου του Δικαστηρίου στο εξωτερικό συνεπεία ανωτέρας βίας, κρίθηκε ότι το κακουργιοδικείο υπό διμελή σύνθεση δεν μπορούσε να διατάξει όπως οι κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση, εκδίδοντας ουσιαστικά διάταγμα στέρησης της ελευθερίας των αιτητών. Η ανομοιότητα μιας ποινικής διαδικασίας από αυτήν ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων ενισχύεται από τα τεκταινόμενα στην απόφαση αναφορικά με την Αίτηση της Α. ELIA & CO LTD
(1999)1A AAΔ.428 όπου η συναίνεση των διαδίκων στην αλλαγή των παρέδρων του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων για τη συνέχιση και συμπλήρωση της όλης διαδικασίας, αποτέλεσε εμπόδιο για τη μεταγενέστερη αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα σημαντικά κρίνονται και τα λεχθέντα στη Τ. Μακρίδης ν. Μ. Μιχαηλίδου (αρ. 2)
(1990)1 Α.Α.Δ 943, στην οποία είχε ζητηθεί εξαίρεση παρέδρου του Δικαστηρίου. Τονίστηκε ότι δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει στον ίδιο τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου: « Παράλληλα, και αυτό δε μπορεί να παραγνωρισθεί, η αποφασιστική αρμοδιότητα παρέχεται αποκλειστικά στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Το Μέλος του οποίου είχε ζητηθεί η εξαίρεση, ήταν ένας από τους παρέδρους οι οποίοι, βάσει του νόμου, έχουν μόνο συμβουλευτική ιδιότητα. » Η αποφασιστική αρμοδιότητα του Προέδρου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων επιβεβαιώθηκε και στην απόφαση αναφορικά με την Αίτηση του Michail Ebanoitze Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D620, Αίτηση αρ. 128/2014, ημερομηνίας 28/08/2014, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα για έκδοση προνομιακού εντάλματος. Πέραν τούτου, σημειώθηκε ο υποδεέστερος ρόλος των παρέδρων στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων από ότι στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Τα σχετικά αποσπάσματα έχουν ως εξής: « Με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 4
(5)του Νόμου και του Καν. 3(ε), αλλά και της όλης δομής και φιλοσοφίας του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, καθίσταται κατά την άποψη μου σαφές ότι ο ρόλος και η αποστολή των παρέδρων περιορίζεται στην παροχή συμβουλευτικής γνώμης προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης [...] Η επίκληση δε της Eurofresh Fruit & Vegetables Ltd (ανωτέρω) δεν βοηθά καθότι ο ρόλος των παρέδρων στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν είναι συμβουλευτικός αφού η απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου σε περίπτωση διαφωνίας λαμβάνεται κατά πλειοψηφία (βλ. Καν. 10 και 11). Όπως δεν βοηθά και το επιχείρημα ότι η μη συμμετοχή των παρέδρων στην επίδικη ενδιάμεση διαδικασία θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτητή, αφού εν πάση περιπτώσει οι πάρεδροι, με την υλοποίηση του διατάγματος προσαγωγής περαιτέρω μαρτυρίας, θα λάβουν γνώση της εν λόγω μαρτυρίας και κατά συνέπεια θα είναι σε θέση να την αξιολογήσουν και να συμβουλεύσουν ανάλογα τον Πρόεδρο. » Ομοίως, στην απόφαση αναφορικά με την Αίτηση της Fokia Limited κ.α. Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D668, Αίτηση αρ. 114/2014, ημερομηνίας 11/09/2014 υιοθετήθηκαν τα εξής: « Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ευπαίδευτη Δικαστής εξέτασε το προαναφερθέν αίτημα των αιτητών, όπως, επίσης, και την πιο πάνω νομολογία, καθώς και άλλη σχετική επί του θέματος νομολογία, όπως οι υποθέσεις Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 και Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 837. Διέκρινε την ενώπιόν της υπόθεση από τις πρώτες δύο, ανωτέρω, στη βάση του διαφορετικού ρόλου των Παρέδρων σε κάθε ένα από τα εν λόγω Δικαστήρια. ΄Οπως επεσήμανε, στην περίπτωση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, ο ρόλος τους είναι συμβουλευτικός και, σε περίπτωση διαφωνίας, αυτή δεν είναι δεσμευτική για τον Πρόεδρο· απλώς, καταγράφεται στην απόφασή του. Αντίθετα, οι Πάρεδροι του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δύνανται, αν διαφωνούν με τον Πρόεδρό του, να εκδώσουν δική τους απόφαση. Ως εκ τούτου, απέρριψε το αίτημα για εξαίρεσή της, με αποτέλεσμα την καταχώριση της παρούσας διαδικασίας. » Συμπληρώνω ακόμα ότι, ούτε στο κοινοδίκαιο φαίνεται να ισχύουν άκαμπτοι κανόνες. Για παράδειγμα, στην αστική υπόθεση Re British Reinforced Concrete Engineering Co Ltd Application
(1929)45 CLR 186, παρά το θάνατο του φυσικού Δικαστή της υπόθεσης, η υπόθεση συνεχίστηκε με τη συναίνεση των διαδίκων από άλλον δικαστή. Επίσης, στην IRCV Witsom (Dunblame) Ltd
(1954)1 ALL ER 301, που είχε επιφυλαχθεί απόφαση και το μέλος του Εφετείου που συνέγραψε την απόφαση απεβίωσε πριν την έκδοσή της, η εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε και αναγνώστηκε από άλλο μέλος του Δικαστηρίου, ως να ήταν δική του. Ακόμα, στην Hitch, R (on the application of) v Commissioners For The Special Purposes Of The Income Tax Acts [2005] EWHC 291 (Admin) η οποία ήταν υπόθεση φορολογικών ζητημάτων, το 2001 το Court of Appeal αποφάσισε την ολοκλήρωση της υπόθεσης από το σημείο που είχε παραμείνει, αποκαθιστώντας την απόφαση των επιτρόπων (commissioners) επί προδικαστικού ζητήματος. Ακολούθησε αίτηση για επανεκδίκαση εξ' αρχής της υπόθεσης επειδή στο μεσοδιάστημα ο ένας από τους δύο επίτροπους, που είχαν αναλάβει και αποφασίσει το 1997, είχε αποβιώσει. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εκ νέου εκδίκαση, αναφέροντας τα εξής: « The position at common law is not one where the incapacity of a Commissioner (or any other judge) means that there is no jurisdiction to continue any case with which he was concerned at the time of his incapacity through a replacement Commissioner. » Πλησιέστερα προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης βρίσκονται τα διαδραματιζόμενα στην Hill v. Yates
(1810)Κ. Β. 12 EAST.229, αφού σχετίζονται με αστική διαδικασία στην παρουσία ενόρκων. Η ιδιότητα του ενόρκου βρίσκεται εγγύτερα στην ιδιότητα του πάρεδρου του παρόντος Δικαστηρίου, παρά στην ιδιότητα του δικαστή. Στην υπό αναφορά υπόθεση, αντί να εμφανιστεί ο κληθέντας ένορκος παρευρέθηκε και συμμετείχε στην όλη διαδικασία μέχρι και την έκδοση απόφασης ο υιός του εν λόγω ένορκου. Εντούτοις, το αίτημα για επανεκδίκαση λόγω ισχυριζόμενης κακοδικίας απορρίφθηκε. Όπως συναφώς αναφέρεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η Έκδοση, Τόμος 23, JURIES - SUBJECT
(5)Swearing and Giving in Charge,
  1. Effect of wrong person serving: « (α); in a civil case, if a person not on the panel has served there is a discretion whether or not to grant a new trial and a new trial will not be granted unless substantial injustice has been done by a wrong juror having served (b). » Στη βάση των πιο πάνω, δεν έχω πεισθεί ότι όσα έχουν αποφασισθεί με το πρακτικό ημερομηνίας 10/01/2018 έχουν διαβάλει το δικαίωμα του Καθ' ου σε δίκαιη δίκη ή έχει προκληθεί αδικία στους διαδίκους. Είναι περαιτέρω συμπέρασμά μου ότι, δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που αποδεικνύει πως ότι έχει συμβεί είναι μη θεραπεύσιμο και κατ' επέκταση να επιβάλλει την εκ νέου εκδίκαση της όλης υπόθεσης.
  2. Κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να εξαιρεθεί από την παρούσα διαδικασία Ούτε βεβαίως τίθεται οποιοδήποτε θέμα εξαίρεσης του Προέδρου ή των μελών του Δικαστηρίου. Δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε που να υποδηλώνει προκατάληψη ή μεροληψία είτε μέλους είτε του Προέδρου του Δικαστηρίου, ή ότι συνέβη προκλήθηκε κακόπιστα. Ούτε αντικειμενική μεροληψία υφίσταται, ούτε τα διαδραματισθέντα μπορούν με οποιονδήποτε τρόπο να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ως επιτάσσει η σχετική νομολογία.[13] Ως γνωστό, καχυποψίες, εικασίες και πιθανολογήσεις δεν είναι αρκετές. Δεν είναι ο διάδικος που επιλέγει τον δικαστή που θα τον δικάσει. Το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς, το αίτημα για εξαίρεση είναι εντελώς ανεδαφικό και απορρίπτεται. ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των προαναφερομένων, το Αίτημα για παραπομπή της παρούσας υπόθεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου, απορρίπτεται. Η υπόθεση θα οριστεί πάραυτα για συνέχιση ως οι οδηγίες στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/01/
  3. Ουδεμία διαταγή για έξοδα, καθότι, το αίτημα επί της ουσίας υποβλήθηκε από κοινού. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Το σχετικό έντυπο έχει τοποθετηθεί εντός του φακέλου της παρούσας υπόθεσης και επισυνάπτεται στο πρακτικό ημερομηνίας 10/01/
  4. [2] ΚΟΛΟΚΑΣΙΔΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ
(1994)1 Α.Α.Δ
  1. [3] Απόφαση Ολομέλειας στην CNP ASFALISTIKI ν. Α. Νεκταρίου Πολ. Αίτηση αρ. 20/2016 ημερομηνίας 27/6/
  2. [4] In the matter of Actions Nos. 539/70, 54/71, 55/71, 56/71, 58/71 and 59/71 before the District Court of Larnaca
(1975)1 C.L.R.
  1. [5] Ε. ΚΟΥΡΟΥ v. Α. ΞΕΝΗ ΚΟΝΟΥ Πολ. Εφ. 325/09 ημερομηνίας 10/10/
  2. [6] Antoniou & Sons v. Nicosia Municipality
(1988)3 C.L.R.
  1. [7] Άρθρο 5 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. [8] Κανονισμός 12(β) του διαδικαστικού Κανονισμού του
  2. [9] Παπά ν. Οικονομίδου
(2012)1Β Α.Α.Δ 928. [10] Αναφορικά με την Ήβη Ιορδάνους
(2004)1 ΑΑΔ 914. [11] Αναφορικά με την Αίτηση της Ιωσηφίνας Αντωνίου
(2009)1Β ΑΑΔ 1508. [12] ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΟΥΒΗΜ ν. LAIKI CYPRIALIFE LIMITED
(2011)1Β Α.Α.Δ 1300. [13] Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1990)3 ΑΑΔ, σελ. 69 και Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.