← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΠΑΝΤΕΛΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Αίτηση Αρ. Κ2/2015, 15/3/2018

ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΠΑΝΤΕΛΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Αίτηση Αρ. Κ2/2015, 15/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2018:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Bάσου Πιτσιλλίδη και Νίκου Χατζημπέη, Παρέδρων Αίτηση Αρ. Κ2/2015 Μεταξύ׃

  1. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, από το Παραλίμνι
  2. ΔΗΜΗΤΡΑΣ Κ. ΞΙΟΥΡΟΥ - ΙΩΑΝΝΟΥ, από το Παραλίμνι Αιτητών -και- ΠΑΝΤΕΛΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, από Γερακιές, Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 15.03.2018 Για τους Αιτητές: κ. Γιώργος Δ. Μίντης μαζί με κα Ε. Μίντη Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Γεωργία Χαραλαμπίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές αξιώνουν από τον Καθ' ου η Αίτηση (στο εξής «Καθ' ου») απόφαση για το ποσό των €14.024,19 ως καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από Ιούλιο 2009 έως και Μάρτιο
  3. Η Απάντηση του Καθ' ου εδράζεται κατ' ουσία στην υπεράσπιση του κωλύματος (estoppel) και της εγκατάλειψης δικαιώματος (waiver), κατ' επίκληση συμπεριφορών των Αιτητών και του δικηγόρου τους, κ. Μίντη, οι οποίες εμποδίζουν τους Αιτητές να αξιώνουν το προαναφερόμενο ποσό. Για να γίνουν κατανοητά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης επιβάλλεται αναδρομή στο ιστορικό των διαφορών των διαδίκων, μεγάλο μέρος του οποίου είναι παραδεκτό και δεν αμφισβητείται. II. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Το 2005, ο Καθ' ου είχε ενοικιάσει από τους Αιτητές ορισμένα υποστατικά στο Παραλίμνι για περίοδο 2 ετών, δυνάμει σχετικής γραπτής συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14). Μετά τη λήξη της προαναφερθείσας περιόδου, ο Καθ' ου συνέχιζε να κατέχει τα υποστατικά και κατέστη θέσμιος ενοικιαστής. Στις 21/5/09, οι Αιτητές με την Αίτηση αρ. Ε6/09 εξασφάλισαν, ερήμην του Καθ' ου, απόφαση εναντίον του για το ποσό των €3.895,62 ως οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο 1/10/07 - 31/3/08 πλέον ενδιάμεσα οφέλη προς €649,27 μηνιαίως για την περίοδο 1/4/08 έως 31/5/09 πλέον τόκους και έξοδα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Στις 9/7/2009, ο Καθ' ου καταχώρησε Αίτηση Παραμερισμού της προαναφερθείσας απόφασης στην Αίτηση αρ. Ε6/
  4. Εκκρεμούσης της διαδικασίας για παραμερισμό της Αίτησης αρ. Ε6/09, οι Αιτητές στις 21/10/2010 επανήλθαν με νέα Αίτηση Έξωσης, την Αίτηση αρ. Ε10/10 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3), αξιώνοντας ενοίκια για την περίοδο Ιουνίου 2009 έως και Μαΐου 2010, ύψους €7.791,24 καθώς και διάταγμα έξωσης, καθότι, στην Ε6/09 δεν είχαν επιτύχει την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Στις 25/10/2011, επήλθε διευθέτηση τόσο της Αίτησης Παραμερισμού της απόφασης στην Ε6/09 όσο και της Αίτησης αρ. Ε10/
  5. Τα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου έχουν καταχωρηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5, αντίστοιχα. Όπως προκύπτει από τα εν λόγω πρακτικά, η κατοχή του επίδικου υποστατικού ανακτήθηκε από τους Αιτητές στις 18/3/
  6. Οι Αιτητές απέσυραν, άνευ βλάβης, την Ε10/10, ενώ αναφορικά με την αίτηση Παραμερισμού, ημερομηνίας 9/7/09 της Ε6/09, εκδόθηκε η ακόλουθη απόφαση, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6), η οποία λόγω της σημαντικότητάς της στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, παρατίθενται αυτούσια: « Της αιτήσεως ταύτης παρουσιασθείσης προς ακρόασιν τη παρουσία της κ. Α.Φασιανού για κ. Κ.Ταμπούρλα δικηγόρου για τον αρχικά, καθ'ου η αίτηση και αιτητή στην αίτηση ημερομηνίας 9,7.09, του κ. Γ. Μιντή δικηγόρου για τους αρχικούς απητές και καθ'ων η αίτηση στην αίτηση ημερομηνίας 9.7.09 και αφού ηκούσθη παν ότι ελέχθη υπό ή εκ μέρους των διαδίκων, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και δίδει άδεια στον καθ'ου η αίτηση της κυρίως αίτησης και αιτητή της αίτησης ημερομηνίας 9.7.09 όπως αποσύρει την αίτηση ημερομηνίας 9.7.09, η οποία ως εκ τούτου διά του παρόντος και απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των αιτητών της κυρίως αίτησης και καθ'ων η αίτηση στην αίτηση ημερομηνίας 9.7.09, όπως αυτά, θα υπολογισθούν από το Γραμματέα. Η απόφαση η οποία εκδόθηκε την 21.5.09, στην αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, παραμένει ως έχει, με περαιτέρω προσθήκη σ' αυτή, της συμφωνίας των μερών, η οποία και καθίσταται διαταγή του Δικαστηρίου, ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο καθ'ου η αίτηση, Παντελής Θεμιστοκλέους, καταβάλει προς όφελος των αιτητών συνολικό ποσό €12,000 έναντι του ποσού της απόφασης, ημερομηνίας 21.5.09, περιλαμβανόμενων και τόκων, εντός 12 μηνών από σήμερα, τότε, ολόκληρο το ποσό της απόφασης πλέον οι σχετικοί τόκοι, θα θεωρείται ως πλήρως εξοφληθέν και, οι αιτητές, ουδεμία απαίτηση θα έχουν εναντίον του καθ'ου η αίτηση για οποιοδήποτε υπόλοιπο ποσό, και ή τόκους, πλην μόνο του ποσού των εξόδων της απόφασης, ημερομηνίας 21.5.09 τα οποία και είναι πληρωτέα. Νοείται ότι, παράλειψη του καθ' ου η αίτηση να καταβάλει στους αιτητές το ποσό των €12.000, εντός 12 μηνών από σήμερα, θα έχει ως αποτέλεσμα, ολόκληρο το, δυνάμει της απόφασης στην με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση (Ε6/09 Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Αμμοχώστου) ποσό, πλέον τόκοι και έξοδα να καθίσταται εξ ολοκλήρου πληρωτέο και απαιτητό. Η κοινή δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων, ότι, η διευθέτηση της παρούσας υπόθεσης έχει γίνει σε συνδυασμό και αλληλένδετα με τη διευθέτηση της υπόθεσης με αριθμό Ε10/10 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Αμμοχώστου, η οποία αφορά στους ίδιους διαδίκους, ίδιο υποστατικό και οφειλόμενα ενοίκια, περιόδου μεταγενέστερης του χρόνου στον οποίο αφορά η απόφαση ημερομηνίας 21.5.09, της παρούσας, έχει σημειωθεί, καταγραφεί και καθίσταται Δήλωση επί Δικαστηρίω δεσμευτική για αμφότερους τους διαδίκους. » Δηλαδή, όπως προκύπτει εκ της προπαρατεθείσας απόφασης, στις 25/10/2011, ο Καθ' ου ανέλαβε να καταβάλει στους Αιτητές το ποσό των €12.000 εντός 12 μηνών, πλέον τα δικηγορικά έξοδα της απόφασης ημερομηνίας 21/05/2009 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Καθ' ου κατέβαλε στους Αιτητές ή στον δικηγόρο τους, στις ακόλουθες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €14.000 έναντι των οφειλόμενων του, ήτοι: (α) Στις 24/12/2012, κατέβαλε το πιο πάνω ποσό των €12,000 μέσω τραπεζικής επιταγής. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10). Είναι εμφανές και παραδεκτό ότι η καταβολή τούτου του ποσού των €12.000 έγινε εκπρόθεσμα και εκτός του πλαισίου που τίθεται στη δικαστική απόφαση Ε6/09 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6), δηλαδή, με καθυστέρηση 2 μηνών. (β) Στις 31/10/13, κατέβαλε το ποσό των €1.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9). (γ) Στις 24/01/14, κατέβαλε το ποσό των €1.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Παρά το γεγονός ότι εν τέλει ο Καθ' ου κατέβαλε το ποσό των €14.000, η πλευρά των Αιτητών θεωρεί ότι αυτός έχει ενεργήσει εκτός του συμφωνηθέντος χρονικού πλαισίου που τέθηκε στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  7. Ως εκ τούτης της θεώρησης, στις 05/05/2015 οι Αιτητές προχώρησαν με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης αναζητώντας από τον Καθ' ου, πέραν του ποσού που τους έχει καταβάλει, το ποσό των €14.024,19, ως υπόλοιπο οφειλόμενων ενοικίων για την περίοδο 6/09 - 3/
  8. Ο Καθ' ου, στην παράγραφο 3 της Τροποποιημένης Απάντησής του ημερομηνίας 21/4/2016, αντιτείνει ουσιαστικά ότι «πλήρωσε εκπρόθεσμα όλο το οφειλόμενο ποσό και όλα τα δικηγορικά έξοδα στον κ. Μίντη, ο οποίος αποδέχθηκε την πληρωμή ανεπιφύλακτα και υποσχέθηκε στον Καθ' ου ότι δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του. Επίσης ο καθ' ου η αίτηση όταν έδωσε την πρώτη επιταγή στον δικηγόρο των αιτητών είχε λάβει υπόσχεση από τους Αιτητές ότι αποδέχονται την πληρωμή και ότι δεν είχαν οποιανδήποτε άλλη απαίτηση». Εγείρει συναφώς την υπεράσπιση του κωλύματος (estoppel) και/ή της αποποίησης δικαιώματος (waiver) και/ή την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας. Σημειώνεται ότι στα δικόγραφα, ούτε η ενοικίαση, ούτε το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων αμφισβητήθηκε, πέραν μιας γενικής άρνησης που ως γνωστό δεν αποτελεί υπεράσπιση. Ούτε κατά την ακρόαση ο Καθ' ου αμφισβήτησε το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων. ΙΙΙ. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Συμπερασματικά, το μόνο επίδικο ζήτημα που παραμένει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η υπεράσπιση του κωλύματος (estoppel) ή της αποποίησης δικαιώματος (waiver) ή η ύπαρξη μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας, αφού, η ουσία της απαίτησης δεν αμφισβητείται. IV. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η Ακροαματική διαδικασία έλαβε χώρα στις 23/11/17 και την 01/12/
  9. Για την πλευρά των Αιτητών έδωσε μόνο μαρτυρία η Αιτήτρια αρ.
  10. Για τον Καθ' ου, μαρτύρησε μόνο ο ίδιος. Η μαρτυρία της Αιτήτριας αρ. 2 Η Αιτήτρια αρ. 2 κατά τη μαρτυρία της παρουσίασε σχετική γραπτή δήλωση η οποία κατετέθηκε και σημειώθηκε ως «Έγγραφο Α». Αναφέρθηκε στο ιστορικό της όλης διαφοράς που έχουν οι Αιτητές με τον Καθ' ου και κατέθεσε διάφορα έγγραφα σχετικά με τις δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν της παρούσας υπόθεσης. Ανέφερε ότι ο Καθ' ου «παρέλειψε να πληρώσει το ποσό των €12.000 εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί η Δικαστική Απόφαση στην Αίτηση Ε6/09». Είπε ότι οι Αιτητές έλαβαν από τον Καθ' ου συνολικά €14.000, διευκρινίζοντας κατά την προφορική της μαρτυρία ότι το ποσό των €15.000 που αναφέρεται στην παράγραφο 15 της δήλωσής της ότι είναι τυπογραφικό λάθος. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Αιτητών προς τον Καθ' ου για πληρωμή των ενοικίων για την περίοδο 06/09 - 3/11, αυτός παρέλειψε να πληρώσει και να εξοφλήσει το συνολικό ποσό των €14.024,19, το οποίο οι Αιτητές διεκδικούν. Αρνήθηκε ότι έχει απαλλάξει τον Καθ' ου από την πληρωμή τούτων των ποσών. Κατά την αντεξέτασή της είπε ότι ο Καθ' ου έκλεισε το κατάστημα χωρίς να της παραδώσει τα κλειδιά από τον Οκτώβριο του
  11. Ήταν εύκολο γι' αυτήν να εξεύρει εκείνη την εποχή άλλους ενοικιαστές. Αρνήθηκε ότι όταν ενοικίασε το επίδικο κατάστημα ήταν εις γνώση της ότι θα υπήρχαν έργα που θα επηρέαζαν τη λειτουργία του. Ισχυρίστηκε ότι εκ των υστέρων έμαθε για την πληρωμή του ποσού των €12.000 και αρνήθηκε ότι τον Οκτώβριο του 2012 ο Καθ' ου επικοινώνησε μαζί της. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η μοναδική επικοινωνία που είχε με τον Καθ' ου ήταν τηλεφωνική, όταν ο Καθ' ου της τηλεφώνησε για να την ευχαριστήσει, αφότου είχε δώσει το ποσό των €12.000 στο δικηγόρο της. Αρνήθηκε ότι τον Ιούνιο του 2012 συμφιλιώθηκε με τον Καθ' ου ή ότι αυτός πήγε στο σπίτι της. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι υποσχέθηκε στον Καθ' ου ότι δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε μέτρα εάν αυτός της έδιδε τα χρήματα, έστω και καθυστερημένα. Για τις επανειλημμένες οχλήσεις που αναφέρεται στη δήλωσή της, παρέπεμψε στον δικηγόρο της. Όσον αφορά την καθυστέρηση 2 ½ χρόνων να λάβει μέτρα εναντίον του Καθ' ου, δήλωσε ξανά ότι ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τον δικηγόρο της. Η μαρτυρία του Καθ' ου Η σχετική δήλωση του Καθ' ου κατατέθηκε ως «Έγγραφο Β». Στη δήλωσή του αναφέρει ότι τον Ιούνιο του 2012 επισκέφθηκε τους Αιτητές στο σπίτι τους στο Παραλίμνι, και πως έλαβε διαβεβαιώσεις από την Αιτήτρια 2 ότι εάν έδιδε τα χρήματα έστω και καθυστερημένα οι Αιτητές δεν θα είχαν άλλες αξιώσεις εναντίον του. Αναφέρθηκε ακόμα και σε επικοινωνίες που είχε με τον δικηγόρο των Αιτητών από τον οποίο λάμβανε διαβεβαιώσεις ότι «δεν υπάρχει πρόβλημα και ότι δεν είναι το τέλος του κόσμου». Ίδιες διαβεβαιώσεις έλαβε, ως ισχυρίζεται, από την Αιτήτρια τον Οκτώβριο του 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν. Τέλος, αναφέρθηκε σε τηλεφωνική συνεννόηση που είχε με τον κ. Μίντη μία εβδομάδα πριν τη λήξη της αναστολής. Έδωσε τα χρήματα στον κ. Μίντη στις 19/12/12 με επιταγή για €12.000 και την επόμενη μέρα τηλεφώνησε στην Αιτήτρια για να την ευχαριστήσει. Κατά την αντεξέτασή του, του υποβλήθηκε ότι η επίσκεψη του στην οικία των Αιτητών έλαβε χώρα πριν την καταχώριση της Αίτησης Ε9/09 και όχι τον Ιούνιο του
  12. Του υποβλήθηκε ακόμα ότι, μετά την πληρωμή των €12.000 προς τον δικηγόρο των Αιτητών, το μόνο που έπραξε ήταν να κάνει ένα τηλεφώνημα. Όσον αφορά την πληρωμή των €1000 προς το δικηγόρο των Αιτητών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) ανέφερε ότι δεν θυμάται που βρισκόταν όταν έδωσε τούτα τα χρήματα. Είπε ότι συνάντησε το δικηγόρο των Αιτητών τόσο στο γραφείο του, όσο και στο Παραλίμνι, ως επίσης και στη Λευκωσία. Σε υποβολή ότι τα χρήματα που παρουσιάζονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 δόθηκαν στον χώρο του Δικαστηρίου, απάντησε ότι δεν θυμάται. Αρνήθηκε ότι η παραλαβή των ποσών, από τον δικηγόρο των Αιτητών έγινε με επιφύλαξη και όχι για εξόφληση, και ανέφερε ότι, ο ίδιος ο κ. Μίντης του είπε εμφαντικά ότι εξοφλείται το ποσό και παύουν ο ίδιος και οι ιδιοκτήτες από οποιαδήποτε άλλη απαίτηση εναντίον του, παρά μόνο για τα δικηγορικά έξοδα, που ήταν περί των €
  13. Του υποβλήθηκε επί τούτου ότι έχει επιλεκτική μνήμη και ότι ψεύδεται. Όσον αφορά το χρόνο παράδοσης του υποστατικού, είπε ότι διατηρούσε κλειδιά του υποστατικού με τη συναίνεση της ιδιοκτήτριας για να το δείχνει σε ενδιαφερόμενους. Σχολίασε τις εκδοθείσες εις βάρος του Δικαστικές αποφάσεις (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) αναφέροντας ότι υπήρξε θύμα παραπλάνησης και εξαπάτησης από τον ίδιο τον δικηγόρο του και τον κ. Μίντη οι οποίοι, όπως ανέφερε, εκμεταλλεύθηκαν τον καλό και αθώο του χαρακτήρα. Δεν ζήτησε από τον δικηγόρο των Αιτητών δήλωση ότι δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη απαίτηση οι Αιτητές εναντίον του, διότι δεν πίστευε ποτέ στη ζωή του ότι θα εξαπατείτο με τέτοιο τρόπο και ότι θα αναιρούσε ο δικηγόρος των Αιτητών τις υποσχέσεις του απέναντι του. Πρόσθεσε, τέλος, ότι ο εν λόγω δικηγόρος του ανέφερε πως «δεν είναι το τέλος του κόσμου, όταν μπορέσεις, όποτε μπορέσεις γιατί όλοι είμαστε άνθρωποι και καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο». Οι Αγορεύσεις Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων που έλαβε χώρα στις 16/01/2018, οι δικηγόροι των διαδίκων παρουσίασαν και υιοθέτησαν γραπτά κείμενα και η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. V. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Ο γενικός κανόνας του κοινοδίκαιου ότι ο πιστωτής δεν δεσμεύεται από υπόσχεση να αποδεχθεί μερική εκπλήρωση προς πλήρη διευθέτηση ενός χρέους, ανατρέχει στο μακρινό 1602[1] και στόχο είχε να προστατεύσει τον πιστωτή από εκείνους χρεώστες που αποσκοπούσαν να εκμεταλλευθούν το τακτικό πλεονέκτημα που τους έδιδε η ιδιότητα του εν δυνάμει εναγόμενου σε δικαστική διαδικασία.[2] Η ανάγκη για εξέλιξη και προσαρμογή του κοινοδικαίου στις κοινωνικοοικονομικές πραγματικότητες των επόμενων αιώνων είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των δογμάτων του κωλύματος και της απεμπόλησης δικαιώματος. H περιοχή του δικαίου που πραγματεύεται τις έννοιες του κωλύματος και της απεμπόλησης δικαιώματος έχει, όχι αδίκως, χαρακτηριστεί ως από τις πιο περίπλοκες και δύσκολες περιοχές του σύγχρονου Δικαίου των Συμβάσεων[3], εξαιτίας ζητημάτων τα οποία δεν υπάρχει λόγος να αναπτυχθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Αυτό που αφορά εν προκειμένω είναι το κώλυμα ένεκα συμπεριφοράς (estoppel by conduct) και ιδιαιτέρως η έκφανση αυτού που προσδιορίζεται ως κώλυμα εξ' υποσχέσεως (promissory estoppel) το οποίο εκπηγάζει από τις αγγλικές αποφάσεις Hughes v. Metropolitan Rly Co

(1877)2 App Cas 439 και Central London Property Trust v. High Trees House Ltd
(1956)1 ALL ER 256. Η δημιουργία του αποδίδεται στον δικαστή Denning, o οποίος, χρησιμοποιώντας το δίκαιο της επιεικείας κατάφερε να προσπεράσει το σκόπελο που δημιουργούσε η αρχή που ισχύει στην Αγγλία ότι η προηγηθείσα της σύμβασης αντιπαροχή (past consideration) δεν συνιστά νόμιμο αντάλλαγμα. Αναγνωρίστηκε, συναφώς, η αρχή ότι δεν θα ήταν δίκαιο να επιμένει κάποιος στην πλήρη και αυστηρή εφαρμογή των συμβατικών του δικαιωμάτων όταν ο ίδιος με προγενέστερη συμπεριφορά του είχε αποδεχθεί τη μερική εκπλήρωση. Έναυσμα για τη δημιουργία της εν λόγω αρχής αποτέλεσαν τα γεγονότα της High Trees, στα οποία αξίζει να γίνει μια συνοπτική αναφορά. Το 1937, ενοικιάστηκε ένα συγκρότημα διαμερισμάτων για περίοδο 99 ετών. Λόγω του ξεσπάσματος του πολέμου το 1939, το 1940 ο ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας συμφώνησε γραπτώς να μειώσει κατά το ήμισυ το ετήσιο ενοίκιο, καθότι, πολλά εκ των διαμερισμάτων λόγω της εμπόλεμης κατάστασης είχαν παραμείνει κενά. Το περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών ήταν αόριστο. Μετά το τέλος του πολέμου, και αφότου όλα τα διαμερίσματα ενοικιάστηκαν ξανά, ο ιδιοκτήτης απαίτησε την πληρωμή, με βάση το αρχικό συμφωνηθέν ποσό, των ενοικίων που δεν είχαν πληρωθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ ο ενοικιαστής ισχυρίστηκε ότι η μείωση αφορούσε όλη τη διάρκεια της ενοικίασης και διαζευκτικά ότι το αυξημένο ενοίκιο θα έπρεπε να ενεργοποιηθεί από τις 24/09/1945 και μεταγενέστερα. Ο δικαστής Denning, διαπιστώνοντας ότι η μείωση αφορούσε προσωρινή ρύθμιση, έκρινε ότι, η ενάγουσα εταιρεία δεν μπορούσε να ανακτήσει όσα ποσά ρητώς απεμπόλησε την περίοδο 1940 -1945, μέσω της υπόσχεσής της να αποδέχεται μειωμένο ενοίκιο. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « The time has now come for the validity of such promise to be recognized. The logical consequence, no doubt, is that a promise to accept a smaller sum in discharge of a larger sum, if acted on, is binding, notwithstanding the absence of consideration... » Σε συνάρτηση με τα προαναφερόμενα σχετικά είναι τα λεχθέντα στην πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Collier v P & M J Wright (Holdings) Ltd [2007] EWCA Civ 1329: « It follows from the judgment of Lord Denning MR in D & C Builders which I have already set out that that is enough to make it inequitable for Wrights in those circumstances to pursue him for the balance because Lord Denning held: ¨Where there has been a true accord, under which the creditor voluntarily agrees to accept a lesser sum in satisfaction, and the debtor acts upon that accord by paying the lesser sum and the creditor accepts it, then it is inequitable for the creditor afterwards to insist on the balance." [...] The facts of this case demonstrate that, if
(1)a debtor offers to pay part only of the amount he owes;
(2)the creditor voluntarily accepts that offer, and
(3)in reliance on the creditor's acceptance the debtor pays that part of the amount he owes in full, the creditor will, by virtue of the doctrine of promissory estoppel, be bound to accept that sum in full and final satisfaction of the whole debt. For him to resile will of itself be inequitable. In addition, in these circumstances, the promissory estoppel has the effect of extinguishing the creditor's right to the balance of the debt. This part of our law originated in the brilliant obiter dictum of Denning J, as he was, in the High Trees case. » Στην Κύπρο, η υπεράσπιση του κωλύματος απασχόλησε κατ' επανάληψη τα Δικαστήρια. Ενδεικτικά παραπέμπω στην ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
(2005)1Α Α.Α.Δ 127, στην οποία έχουν συνοψισθεί οι σχετικές με το υπό εξέταση θέμα αρχές: « Το εξ επιεικείας κώλυμα, που περιλαμβάνει και το κώλυμα ένεκα συμπεριφοράς (estoppel by conduct), εγείρεται ως αποτέλεσμα κάποιας αναληθούς παράστασης γεγονότος, είτε αυτή είναι δόλια ή όχι. Προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής είναι (α) η ύπαρξη παράστασης γεγονότος, (β) το μη αμφιλεγόμενο της παράστασης, (γ) η ύπαρξη πρόθεσης ή συμπεριφοράς που να εγείρει ένεκα αυτής τεκμήριο ότι το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η παράσταση επρόκειτο να ενεργήσει θεωρώντας την ως ορθή, (δ) η ύπαρξη ενέργειας με βάση την παράσταση εκ μέρους του προσώπου που εγείρει το θέμα και (ε) το γεγονός ότι οι ανακριβείς δηλώσεις ή αμέλεια πρέπει να ήταν η άμεση αιτία της απώλειας ή τους λάθους που προκάλεσε τη ζημιά (Phipson on Evidence 14η Έκδοση, παράγραφοι 6 - 16, σελ. 106και Hadji Yiannis v. The Attorney General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). Η εφαρμογή της αρχής του εξ επιεικείας κωλύματος (equitable estoppel) στην Κύπρο έχει υιοθετηθεί από σωρεία αποφάσεων και έχει λεχθεί πως οι κανόνες της επιείκειας εφαρμόζονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60). (Δέστε, μεταξύ άλλων, Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 C.L.R. 542). Περαιτέρω, ο Πικής, Δ., (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εξ επιεικείας κώλυμα στη Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου (πιο πάνω): [..] Σε μετάφραση: «Κάποτε επικρατούσε η άποψη ότι, για να βασιστεί επιτυχώς σε εξ υποσχέσεως κώλυμα εκείνος προς τον οποίο διδόταν η υπόσχεση, έπρεπε να αποδείξει ότι υπέστη ζημία ως αποτέλεσμα ενέργειας βασισμένης στις παραστάσεις του υποσχόμενου. Αυτό δεν ισχύει πιά και η απόδειξη συγκεκριμένης ζημιάς δε θεωρείται απαραίτητη για την εφαρμογή του εξ επιεικείας κωλύματος. Η βάση της αρχής έχει διευρυνθεί· πρέπει μόνο ν' αποδειχθεί ότι θα ήταν άδικο για τον υποσχόμενο να επιμένει, ενόψει των παραστάσεών του με λέξεις ή συμπεριφορά, στην εφαρμογή των αυστηρών νομικών του δικαιωμάτων.» Επίσης, στην Ελληνική Τράπεζα ν. Πολυδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 68, σημειώθηκαν τα εξής: « Εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο ότι δε θα τα ασκήσει και ο δεύτερος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο (λόγω δυσμενούς επηρεασμού της θέσης του) να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από τις οποίες ο ενάγων τον είχε απαλλάξει. » Συναφή με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και τα άρθρα 62 και 63 του περί Συμβάσεων Νόμου, τα οποία έχουν ως εξής: «
  1. Αν οι συµβαλλόµενοι συµφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύµβαση µε νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύµβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύµβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση.
  2. Ο δανειστής δύναται να απαλλάξει ολικά ή µερικά τον οφειλέτη από την υποχρέωσή του προς εκπλήρωση ή δύναται να παραιτηθεί ολικά ή µερικά από την αξίωσή του προς εκπλήρωση ή να παρατείνει το χρόνο της εκπλήρωσης ή να δεχτεί αντί αυτής οποιαδήποτε ικανοποίηση την οποία θεωρεί προσήκουσα. » Όσον αφορά το θέμα της αντικατάστασης μιας υπάρχουσας σύμβασης με νέα, σχετικά είναι τα αναφερόμενα στην ΠΙΓΚΟΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A628, Πολιτική Εφεση Αρ. 304/2009, ημερ. 28/09/2015: « Η αντικατάσταση υπάρχουσας σύμβασης με νέα, ως αποτέλεσμα συμφωνίας των εμπλεκομένων μερών, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αποδέσμευση από τις προηγούμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο όρος «novation» εισήχθη από το ρωμαϊκό δίκαιο. Απαιτείται, ως ουσιαστικό στοιχείο, η λήψη της συγκατάθεσης όλων των μερών μιας συμφωνίας, προκειμένου αυτή να αντικατασταθεί. Συνήθως παίρνει τη μορφή αντικατάστασης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη μιας σύμβασης από τρίτο πρόσωπο και συνεπάγεται τη μεταβίβαση τόσο των δικαιωμάτων όσο και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση. Είναι βέβαια δυνατό η νέα σύμβαση να αφορά αντικατάσταση της προηγούμενης με τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη. Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας νέας σύμβασης (Chitty on Contracts, 26th ed., vol. 1, para 1436, p. 902). » Όπως συναφώς εξηγείται στη σελ. 1550, παρ. 19-090 του Chitty on Contracts (ανωτέρω), η αντικατάσταση μπορεί να αφορά ολόκληρο, μέρος μιας συμφωνίας, ή ακόμα και πολυμερή συμφωνία με επηρεασμό μόνο συγκεκριμένων συμβαλλομένων και εξακολούθηση της ισχύς της αρχικής συμφωνίας για τα υπόλοιπα μέρη. Σε αντίθεση με την εκχώρηση δικαιωμάτων, η αντικατάσταση απαιτεί τη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων και αντί να μεταβιβάζει υφιστάμενες υποχρεώσεις, τις καταργεί και τις αντικαθιστά με νέες υποχρεώσεις. VΙ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ / ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[4] και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προτρέχω να δηλώσω ότι, στην παρούσα περίπτωση ούτε η Αιτήτρια, ούτε ο Καθ' ου υπήρξαν πλήρως πειστικοί κατά τη μαρτυρία τους. Έχω συναφώς εντοπίσει και στις δύο πλευρές, στοιχεία που δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ εξ' ολοκλήρου μια εκ των αντικρουόμενων θέσεων που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου. Στην προσπάθεια τους οι διάδικοι να δικαιολογήσουν τις πράξεις και τις παραλείψεις τους και, ενδεχομένως, προσπαθώντας να εκμαιεύσουν τη συμπάθεια του Δικαστηρίου, επικαλέστηκαν κατ' επανάληψη, ζητήματα άσχετα προς τα επίδικα, όπως για παράδειγμα η Αιτήτρια αρ. 2 τα οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά τον αναφερόμενο χρόνο, και ο Καθ' ου, την επαγγελματική του ιδιότητα ως εργαζόμενος στην Εκκλησία και τον «καλό και αθώο του χαρακτήρα». Πέραν, όμως, της υποκειμενικής εντύπωσης που μου προκάλεσε έκαστος μάρτυρας, για να μπορέσουν να εξαχθούν τα ορθά συμπεράσματα ως προς τα ουσιώδη αληθή γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθοριστική είναι η αντιπαραβολή των επίδικων θέσεων ως προς τούτα τα αμφιλεγόμενα συμβάντα έτσι ώστε να αποκαλυφθεί εάν όντως στην παρούσα περίπτωση στοιχειοθετείται κώλυμα, αποποίηση δικαιώματος ή η ύπαρξη μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της Αιτήτριας αρ. 2 Όπως προανέφερα, η Αιτήτρια, επί του ουσιαστικού ζητήματος που σχετίζεται με τη συμπεριφορά και τις ενέργειες της προς τον Καθ' ου, δεν υπήρξε απόλυτα ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Τα τρία ουσιαστικά σημεία τα οποία βάσισα την πιο πάνω κατάληξή μου ως προς την αξιοπιστία της Αιτήτριας αρ. 2, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας Αίτησης. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την καθυστέρηση που μεσολάβησε μεταξύ της καταχώρισης της παρούσας αίτησης στις 5/5/2015 και της 24/10/12, ημερομηνίας που έληξε η δωδεκάμηνη προθεσμία για καταβολή του ποσού των €12.
  3. Ως εκ τούτου, παρουσιάζεται ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι για το σημαντικό χρονικό διάστημα των 21/2 περίπου ετών, οι Αιτητές, πλην της είσπραξης από τον δικηγόρο τους των δικηγορικών του εξόδων για την Αίτηση αρ. Ε6/09, ουδεμία άλλη απαίτηση ήγειραν εναντίον του Καθ' ου αξιώνοντας τα ποσά που διεκδικούν από τις 5/5/2015 με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Η Αιτήτρια αρ. 2 επικαλέστηκε προς δικαιολόγησή της τον δικηγόρο της, αλλά ο τελευταίος δεν έδωσε μαρτυρία για να υποστηρίξει τούτη τη θέση, ούτε καν παρουσίασε μέσω της Αιτήτριας οποιαδήποτε επιστολή προς τον Καθ' ου που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό περί των επανειλημμένων οχλήσεων των Αιτητών προς τον Καθ' ου, ως ο ισχυρισμός που τίθεται στην παράγραφο 23 της Γραπτής Δήλωσης της Αιτήτριας αρ
  4. Συνακόλουθα, η υπό αναφορά διαπιστωθείσα αδράνεια, ενδυναμώνει την περί αντιθέτου εισήγηση του Καθ' ου, ότι δηλαδή, η μη διεκδίκηση τούτου του ποσού από τους Αιτητές προέκυψε λόγω της συμφωνίας των διαδίκων για αποδοχή της εκπρόθεσμης πληρωμής, προς πλήρη διευθέτηση. Δεύτερον, στην υποβολή που της έγινε ότι στις 20/12/2012 ο Καθ' ου τηλεφώνησε στην Αιτήτρια αρ. 2 και ότι η τελευταία τον διαβεβαίωσε ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή της, και ότι, δεν έχει κανένα παράπονο εναντίον του, η απάντηση που έδωσε η Αιτήτρια κρίνεται εντελώς ανεπαρκής και αξιολογείται ως ξεκάθαρη προσπάθεια υπεκφυγής της ερώτησης, αφού, αντί να απαντήσει επί της συγκεκριμένης υποβολής, επανέλαβε ότι δεν τον ξαναείδε και ότι ουδέποτε πήγε ξανά στο σπίτι της και ούτε της ξανατηλεφώνησε. Κατά παρόμοιο τρόπο, τοποθετήθηκε και σε γενικότερη υποβολή που της είχε υποβληθεί προηγουμένως, αφού προσπαθώντας να τεκμηριώσει τη μη ύπαρξη της δικής της υπόσχεσης, πρόβαλε τη θέση ότι δεν είδε πότε τον Καθ' ου και δεν μπορούσε να του πει κάτι τέτοιο, παραγνωρίζοντας ότι η ίδια είχε μόλις προηγουμένως αποδεχθεί ότι είχαν μιλήσει τηλεφωνικώς και μάλιστα ότι, ο Καθ' ου κατά τη διάρκεια του αναφερόμενου τηλεφωνήματος την είχε ευχαριστήσει. Τρίτον και καθοριστικότερο, είναι το σημείο της μαρτυρίας της Αιτήτριας αρ. 2 που δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Καθ' ου, ο τελευταίος την ευχαρίστησε. Επί τούτου, ερωτήθηκε από το Δικαστήριο για ποιο λόγο ο Καθ' ου την ευχαρίστησε. Η απάντηση ήταν, αυτολεξεί, η εξής: « Γιατί συμβιβάστηκα και δέχτηκα το ποσό των €12 000, γιατί χρωστούσε πολύ περισσότερα και για να με ευχαριστήσει που δέχτηκα με εκείνο το ποσό. » Τούτη η απάντηση κρίνεται καταλυτική. Αφενός, φανερώνει ότι υπήρξε προσυνεννόηση της ίδιας με τον Καθ' ου, αντίθετα με όσα υποστήριξε, και αφετέρου, αποκαλύπτει τη συναίνεσή της να αποδεχθεί το ποσό των €12.000, έστω και εκπρόθεσμα. Η δήλωση της ότι «γιατί χρωστούσε πολύ περισσότερα» σε συνάρτηση με την αναφορά της ότι η ίδια (στις 20/12/2012) «συμβιβάστηκε», επιβεβαιώνει ότι, κατά τον αναφερόμενο χρόνο ήταν εις γνώση της ότι ο Καθ' ου της όφειλε πολύ μεγαλύτερο ποσό και η ίδια συμβιβαζόμενη επέλεξε να αποδεχθεί το ποσό των €12.
  5. Επειδή ακριβώς είχε συμβιβασθεί, δικαιολογείται και ο χρόνος που παρήλθε μέχρι να καταχωρηθεί η παρούσα Αίτηση, ως επίσης, και η προσπάθεια της να υπεκφύγει να απαντήσει επί της ουσίας για το περιεχόμενο της τηλεφωνικής της επικοινωνίας με τον Καθ' ου στις 20/12/
  6. Ο κ. Μίντης στην αγόρευσή του εισηγείται επί τούτου, ότι η αναφερόμενη δήλωση της Αιτήτριας αρ. 2 έχει συγκεκριμένο και διαφορετικό νόημα, ήτοι, ότι ο συμβιβασμός της Αιτήτριας αφορούσε μόνο τις οφειλές που σχετίζονταν με την Αίτηση αρ. Ε6/09 και προς επίρρωση του ισχυρισμού του, παραπέμπει στις πληρωμές του ποσού των €1.000 έκαστη που έγιναν στις 31/10/13, και στις 24/01/14 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 8 και 9) και διερωτάται ποιο τότε το νόημα τις είσπραξης από τους Αιτητές τούτων των ποσών πολύ αργότερα της 25/10/2012, εφόσον, είχαν ήδη συμβιβασθεί για τις €12.
  7. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η επί του σημείου αυτού μαρτυρία ήταν σαφέστατη, δίχως να επιτρέπει την εμφιλοχώρηση σε αυτήν οποιουδήποτε διαφορετικού νοήματος. Όσον αφορά δε την είσπραξη του ποσού των €1.000 στις 31/10/13, και στις 24/01/14, αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει τον συμβιβασμό της Αιτήτριας, αφού πέραν του ποσού των €12.000, ο Καθ' ου όφειλε, δίχως χρονικό περιορισμό, να καταβάλει και τα δικηγορικά έξοδα των Αιτητών της υπό αναφορά δικαστικής απόφασης, και αυτό έπραξε. Για σκοπούς εύκολης παρακολούθησης, παραθέτω ξανά μέρος της επίδικης απόφασης (ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 6): « σε περίπτωση κατά την οποία ο καθ'ου η αίτηση, Παντελής Θεμιστοκλέους, καταβάλει προς όφελος των αιτητών συνολικό ποσό €12,000 έναντι του ποσού της απόφασης, ημερομηνίας 21.5.09, περιλαμβανόμενων και τόκων, εντός 12 μηνών από σήμερα, τότε, ολόκληρο το ποσό της απόφασης πλέον οι σχετικοί τόκοι, θα θεωρείται ως πλήρως εξοφληθέν και, οι αιτητές, ουδεμία απαίτηση θα έχουν εναντίον του καθ'ου η αίτηση για οποιοδήποτε υπόλοιπο ποσό, και ή τόκους, πλην μόνο του ποσού των εξόδων της απόφασης, ημερομηνίας 21.5.09 τα οποία και είναι πληρωτέα. » Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι στις αποδείξεις είσπραξης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 8 και 9) αναγράφεται πως τα ποσά αυτά εισπράχθηκαν «έναντι της Αίτησης Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως αρ, Ε6/09», αλλά διαπιστώνω ότι η εν λόγω διατύπωση είναι ανεπαρκής για να υποστυλώσει τις εισηγήσεις των Αιτητών. Τούτο, διότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά ποσά που προκύπτουν δυνάμει της Αίτησης αρ. Ε6/09, αλλά, διεκδικήσεις που συναρτώνται με ποσά που σχετίζονται με την άνευ βλάβης αποσυρθείσα Αίτηση αρ. Ε10/10 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) με την οποία, κατά αντίστοιχο τρόπο, διεκδικούνταν ενοίκια για την περίοδο από Ιούνιο 2009 έως και Μάιο 2010, όπως και στην παρούσα αίτηση που αξιώνονται ενοίκια από Ιούνιο 2009 έως και Μάρτιο 2011, οπόταν και παραδόθηκε η κατοχή. Συνεπώς, το λεκτικό των εν λόγω αποδείξεων είναι συγκεκριμένο και δεν δύναται να ερμηνευθεί με τον τρόπο που εισηγείται ο δικηγόρος των Αιτητών, αφού, αφορά στην εξόφληση ενοικίων και εξόδων συγκεκριμένης περιόδου. Έχω επίσης συνυπολογίσει ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο που ο Καθ' ου παρέδωσε τα τρία ποσά των €12.000, €1.000 και €1.000, οι Αιτητές ενεργούσαν πάντα μέσω δικηγόρου, και δεν μερίμνησαν να δηλώσουν προς τον Καθ' ου με τρόπο γραπτό, ξεκάθαρο και που δεν θα επιδεχόταν οποιασδήποτε διαφορετικής ερμηνείας, ότι η λήψη του οποίου ποσού θα γινόταν με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Καθ' ου Θα πρέπει πάντως να σημειώσω ότι ούτε ο Καθ' ου μου προκάλεσε ιδιαίτερα καλή εντύπωση με τη μαρτυρία του. Κατ' αρχάς, και όπως έχω ήδη προαναφέρει, η προσπάθεια του Καθ' ου να αυτοπροσδιοριστεί ως άνθρωπος «αθώος» και «καλού χαρακτήρα» και ως πρόσωπο που υπήρξε αντικείμενο θυματοποίησης, τόσο από τον δικηγόρο των Αιτητών, όσο και από τον δικό του δικηγόρο, ως επίσης και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 που παρουσίασε, το οποίο σχετίζεται με την εργοδότησή του στην Εκκλησία, αξιολογούνται ως ενέργειες που σκοπό είχαν να εξασφαλίσουν την εύνοια του Δικαστηρίου. Επίσης, όσα ανέφερε ως προς τους λόγους που δημιουργήθηκε αρχικώς η οφειλή του προς τους Αιτητές ως επίσης και το γεγονός της μη συμμόρφωσής του προς τους όρους της εκ συμφώνου δικαστικής Απόφασης ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6, παραπέμπουν σε χαρακτήρα του οποίου προσδιοριστικό χαρακτηριστικό δεν είναι η ανάληψη της ευθύνης των πράξεων του. Από την άλλη, και επειδή η αξιολόγηση του Δικαστηρίου θα πρέπει πάντα να συναρτάται με τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα και να μην αποπροσανατολίζεται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαδίκων, αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του Καθ' ου με τα όσα έχουν παρουσιαστεί από την πλευρά των Αιτητών, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα. Πρώτον, η μαρτυρία του Καθ' ου όσον αφορά τις στιχομυθίες που είχε με τον δικηγόρο των Αιτητών, τον κ. Μίντη, υπήρξε σταθερή, δίχως παλινδρομήσεις, και κυρίως, δίχως αντίλογο. Οι Αιτητές γνώριζαν ότι ο Καθ' ου στην παράγραφο 3 της Απάντησής του, επικαλείται ανεπιφύλακτη αποδοχή πληρωμής από τον κ. Μίντη και υπόσχεση του αναφερόμενου δικηγόρου ότι δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του Καθ' ου. Ως εκ των ανωτέρω, ήταν λογικά αναμενόμενη η παρουσία του εν λόγω δικηγόρου κατά την ακροαματική διαδικασία, όχι ως συνήγορος των Αιτητών, αλλά ως μάρτυρας αυτών,[5] προς άμεση αντίκρουση των όσων ο Καθ' ου αποδίδει στο πρόσωπο του κ. Μίντη. Οι Αιτητές επέλεξαν διαφορετική πορεία, με αποτέλεσμα, όλα όσα ο Καθ' ου καταλόγιζε εις βάρος του δικηγόρου τους, να μείνουν δίχως ουσιαστική απάντηση, αφού οι περί του αντιθέτου υποβολές κατέστησαν δίχως αξία, καθώς δεν παρουσιάστηκε αντίθετη μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξαγάγει ασφαλή διαφορετικά συμπεράσματα. Η ίδια δε η Αιτήτρια αρ. 2, ως μη συμμετέχουσα στα διαμειφθέντα μεταξύ του Καθ' ου και του δικηγόρου της, δεν ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε πειστικές απαντήσεις εκ μέρους του δικηγόρου της. Αυτή η παράλειψη, σε συνδυασμό με όσα η Αιτήτρια αρ. 2 παραδέχθηκε στη δική της μαρτυρία, έχουν ως αποτέλεσμα η επί τούτου μαρτυρία του Καθ' ου να γίνεται αποδεκτή. Δεύτερον, η αναφορά του Καθ' ου ότι τηλεφώνησε στην Αιτήτρια αρ. 2 αφότου παρέδωσε στον δικηγόρο της την επιταγή των €12.000, επιβεβαιώθηκε τόσο από την ίδια την Αιτήτρια αρ. 2, όσο και από τον δικηγόρο της, μέσω σχετικής υποβολής. Τρίτον και κρισιμότερο είναι το μέρος της μαρτυρίας του Καθ' ου που ανέφερε ότι ευχαρίστησε την Αιτήτρια αρ.
  8. Τούτη η αναφορά του Καθ' ου στην παράγραφο 8 της Γραπτής του Δήλωσης, όχι μόνο παρέμεινε αδιασάλευτη, αλλά επιβεβαιώθηκε από όσα η ίδια η Αιτήτρια αρ. 2 είχε προλάβει να δηλώσει κατά τη δική τη δική της προφορική μαρτυρία που είχε μόλις προηγηθεί, αναφερόμενη τόσο στο γεγονός αυτό, όσο και στο λόγο που ο Καθ' ου προχώρησε σε τούτη την ενέργεια, ως ορθώς εισηγείται και η κα Χαραλαμπίδου στην αγόρευσή της. Συνακόλουθα και αναπόδραστα, γίνεται αποδεκτή και η θέση του Καθ' ου ότι, πριν αυτός παραδώσει το χρηματικό ποσό των €12.000 είχε συνεννοηθεί μαζί με την Αιτήτρια. Διότι, εάν δεν υπήρχε προσυνεννόηση, προς τι να υπάρξει το ευχαριστήριο τηλεφώνημα; Αν τούτη η προσυνεννόηση έγινε κατόπιν επίσκεψης του Καθ' ου στο σπίτι των Αιτητών ή κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας ή έστω μέσω του δικηγόρου των Αιτητών, τούτο κρίνεται ως γεγονός ήσσονος σημασίας. Συμπεραίνω και καταλήγω ότι, με όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, έχει αποδειχθεί η υπεράσπιση του εξ' υποσχέσεως κωλύματος, ήτοι ότι, υπήρξε, κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο, παράσταση και υπόσχεση της πλευράς της Αιτήτριας προς τον Καθ' ου ότι εάν ο τελευταίος κατέβαλλε, έστω και εκπρόθεσμα, το ποσό των €12.000 δεν θα απαιτείτο η πληρωμή οποιουδήποτε άλλου ποσού πλην των δικηγορικών εξόδων της απόφασης, ημερομηνίας 21.5.09 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Ο δε Καθ' ου, καταβάλλοντας συνολικά το ποσό των €14.000 ενήργησε με βάση τις παραστάσεις που είχε λάβει. Δεδομένου μάλιστα ότι, με βάση τη σχετική προπαρατεθείσα νομολογία (Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 CLR 542), ο Καθ' ου δεν χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένης ζημίας ως αποτέλεσμα ενέργειας βασισμένης στις πράξεις του υποσχόμενου, το ζήτημα τελειώνει εδώ. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταδεικνύουν, περαιτέρω, τη στοιχειοθέτηση νέας συμφωνίας μεταξύ των μερών με βάση το άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου και της σχετικής νομολογίας προς αντικατάσταση όσων εκ συμφώνου συμφωνήθηκαν με βάση την υπό εξέταση εκ συμφώνου δικαστική απόφαση, προς την αναφερόμενη δεύτερη συμφωνία ο Καθ' ου έχει συμμορφωθεί πλήρως, καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των €14.
  1. Η περί του αντιθέτου εισήγηση της πλευράς των Αιτητών ότι η επίδικη δικαστική απόφαση και η αναστολή της «δεν μπορεί να τροποποιηθεί παρά μόνο με άλλη δικαστική απόφαση και ουχί με δηλώσεις και/ή συμπεριφορές» απορρίπτεται, αφού, μια νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μπορεί να τροποποιήσει, να αντικαταστήσει και να παραγκωνίσει μια δικαστική απόφαση.[6] Η δε νέα συμφωνία μπορεί συναφθεί είτε προφορικά, είτε να εξαχθεί από τη συμπεριφορά των μερών, όπως χαρακτηριστικά επεξηγείται στο σύγγραμμα The India Contract Act των Polloc & Mulla, 14η Αναθεωρημένη Έκδοση, Novation, Formalities, σελ.
  2. Τέλος, και χωρίς να χρειάζεται να ειπωθούν πολλά επί τούτου, μη βάσιμη κρίνεται η εισήγηση των Αιτητών ότι ο Καθ' ου «δεν έχει δικαίωμα έγερσης οποιασδήποτε ένστασης και/ή υπεράσπισης στην παρούσα υπόθεση» συνεπεία σχετικής δήλωσης της δικηγόρου του, που εμφαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  3. Τούτο διότι, το δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο, όπως αυτό διασφαλίζεται τόσο από το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου όσο και από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και τη πλούσια σχετικά με το θέμα αυτό νομολογία, είναι θεμελιώδης και αναφαίρετο. Ιδίως, παραπέμπω στην πρώτη παράγραφο του υπό αναφορά Άρθρου 30 η οποία ορίζει ότι «εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται vα προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος.». VΙI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των προαναφερομένων, και με τη σύμφωνη γνώμη των παρέδρων, αποτελεί τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές, λόγω όσων έχουν προαναφερθεί, δεν είναι δίκαιο και δεν μπορούν να αξιώνουν τα ποσά που διεκδικούν με την παρούσα Αίτηση εναντίον του Καθ' ου. Κατά συνέπεια, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ του Καθ' ού, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €10.000 - €50.
  4. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.)................. (Υπ.)................. Βάσος Πιτσιλλίδης Νίκος Χατζημπέης Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Pinnel's Case
(1602)5 Co Rep 117a και Foakes v.Beer
(1884)9 App. Cas.
  1. [2] Δέστε: Chitty on Contracts 32η Έκδοση, Τόμος Ι, Part Payment of Debt - Effects of the rule, , σελ. 493, παρ. 4-
  2. [3] The Law of Contract, 4η Έκδοση, Waiver and estoppel, παρ. 2.99, σελ. 359 κ.ε. [4] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236, Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου) κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018. [5] Επί του ζητήματος όπου δικηγόρος προτίθεται να καταθέσει ως μάρτυρας, σχετικά είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη, Δικηγορική Δεοντολογία, σελ. 83 κ.ε. [6]Αναφορικά με τις Αιτήσεις του Αβραάμ Δίσπυρου
(1990)1 Α.Α.Δ. 365. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.