← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΗΝΤΙΛΗ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΑ ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Lithinesco Properties Limited, Αίτηση Αρ. Κ3/2015, 5/4/2018

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΗΝΤΙΛΗ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΑ ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Lithinesco Properties Limited, Αίτηση Αρ. Κ3/2015, 5/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2018:5 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Μάρως Γεωργιάδου και Γιώργου Παναγιώτου, Παρέδρων Αίτηση Αρ. Κ3/2015 Μεταξύ׃ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΗΝΤΙΛΗ, από Ξυλοφάγου Αιτητή -και- ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΑ ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Lithinesco Properties Limited, από Λευκωσία Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 05.04.2018 Για τους Αιτητές: κα Παναγιώτα Μουτσουρή για Κωστάκης Μουτσουρής & Σία ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Δημήτρης Σύζινος για Δ. Σύζινος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει τον παραμερισμό της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 19/02/2015 στην Αίτηση αρ. Ε16/2014, με την οποία, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε η ανάκτηση κατοχής του υποστατικού που βρίσκεται στην οδό Γιάννη Ρίτσου 10 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου. Το αίτημα εδράζεται στο άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Το βασικό επιχείρημα του Αιτητή στην παρούσα διαδικασία είναι ότι υπήρξε κακή επίδοση της Αίτησης αρ. Ε16/2014 και, ως εκ τούτου, ο ίδιος δεν έλαβε γνώση για τη διαδικασία έξωσής του. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης επήλθε ως αποτέλεσμα απάτης, ψευδών παραστάσεων του παραλήπτη / διαχειριστή της ιδιοκτήτριας εταιρείας, και σε κάθε περίπτωση, δηλώνει ότι ο ίδιος δεν έχει επιδείξει οποιανδήποτε αμέλεια. Στην Απάντησή του, ο Καθ' ου αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι η επίδοση της Αίτησης αρ. Ε16/2014 υπήρξε νομότυπη, ως επίσης ότι νομότυπα εκδόθηκε η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση. Για να γίνουν κατανοητά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προέχει μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό των διαφορών των διαδίκων. II. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Στις 12/11/14 καταχωρήθηκε η Αίτηση αρ. Ε16/14 με διαδίκους τα ίδια πρόσωπα κατ΄ αντίστροφή όμως σειρά. Όλος ο φάκελος της Αίτησης αρ. Ε16/14 έχει καταχωρηθεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης. Η Αίτηση αρ. Ε16/14 επιδόθηκε στις 17/11/2014 στον Χαράλαμπο Φασουλή από τον ιδιώτη επιδότη κ. Σταύρο Χατζηχρίστου. Οι λόγοι που ο εν λόγω επιδότης επέδωσε στο συγκεκριμένο πρόσωπο εκτίθενται στην ένορκη δήλωση επίδοσης του ημερομηνίας 19/11/2014 που εμπεριέχεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 και έχουν ως εξής: « Η επίδοση είναι στον Χαράλαμπο Φασουλή τον οποίο γνωρίζω προσωπικά. Ο ίδιος διαμένει στο πίσω μέρος του υποστατικού και είναι συνέταιρος με τον καθ΄ ου η αίτηση. Η επίδοση είναι στην διεύθυνση του υποστατικού Γιάννη Ρίτσου 10, Αγία Νάπα. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση διαμένει σε χωράφια μεταξύ Λιοπέτρη - Ξυλοφάγου εκτός κατοικημένων περιοχών, δεν μπορεί να ανευρεθεί. Ο Χαράλαμπος Φασουλής σαν συνέταιρος του στο εστιατόριο τον βλέπει καθημερινά, πιθανόν την ώρα της επίδοσης να ήταν εκεί αλλά να μην εμφανιζόταν. Την ίδια ώρα επέδωσα και στον Χαράλαμπο Φασουλή Κλητήριον (Αγωγή) Αριθμό 1268/14 πάλι χωρίς να υπογράψει. Οι Ενάγοντες είναι οι ίδιοι. » Στις 16/12/2014 ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Απάντησης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Στις 19/02/2015 ο Αιτητής στην Ε16/14 και Καθ΄ ου στην παρούσα και Αίτηση, εξασφάλισε τελική δικαστική απόφαση εναντίον του Kαθ΄ ου στην Ε16/14 και Αιτητή στην παρούσα με την οποία διατάσσετο ο τελευταίος όπως παραδώσει την κατοχή του υποστατικού που βρίσκεται στην οδό Γιάννη Ρίτσου 10 στην Αγία Νάπα και καταβάλει συγκεκριμένα ποσά για οφειλόμενα ενοίκια πλέον τόκους και έξοδα. Στις 29/5/2015, εξασφαλίστηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 19/02/

  1. Σημειώνεται ότι, ο Καθ΄ ου στην Αίτηση αρ. Ε16/14 και Αιτητής στην παρούσα, στις 13/01/2015, είχε καταχωρήσει Απάντηση στην Αίτηση αρ. Ε16/14, η οποία, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 19/2/2015, ήταν εις γνώση του Δικαστηρίου, πλην όμως δεν λήφθηκε υπόψιν αφού θεωρήθηκε ότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 14 ημερών.[1] Διευκρινίζεται επίσης πως στην Αίτηση αρ. Ε16/14 δεν είχε γίνει διάβημα εκ μέρους του Καθ΄ ου στην Αίτηση αρ. Ε16/14 και Αιτητή στην παρούσα, για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης Απάντησης, κατ' αναλογική εφαρμογή[2] της Δ.57 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι σημαντικό, συναφώς, να αναφερθεί ότι στην παρούσα Αίτηση δεν δικογραφείται και δεν αποτελεί επίδικο νομικό ζήτημα η εισήγηση ότι το Δικαστήριο, παρά το εκπρόθεσμο της καταχώρησης, θα έπρεπε να λάβει υπόψιν την καταχωρηθείσα Απάντηση, δηλαδή να μην την αγνοήσει. Ως εκ τούτου, τέτοιο θέμα, παρότι ενδιαφέρον, δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Στις 7/8/2015 καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. ΙΙΙ. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ\ Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων και έχοντας υπόψιν τα τεκταινόμενα κατά την ακροαματική διαδικασία, προχωρώ ακολούθως σε σύνοψη, περιορισμό και προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Τα ζητήματα λοιπόν που κρίνω ότι θα πρέπει να αποφασισθούν από το Δικαστήριο είναι: (α) Το νομότυπο της επίδοσης της Αίτησης αρ. Ε16/
  2. (β) Κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η υπεράσπιση του άρθρου 6(β) του Νόμου, ήτοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους. (γ) Κατά πόσο πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 6(δ) του Νόμου, δηλαδή εάν «το διάταγµα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αµέλειαν εκ µέρους του.» IV. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η Ακροαματική διαδικασία έλαβε χώρα στις 14/11/17, στις 28/11/17, στις 14/12/17 και στις 20/12/
  3. Για την πλευρά των Αιτητών έδωσε μαρτυρία ο δικηγόρος Κωστάκης Μουτσουρής και η Γραμματέας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, κα Φωτεινή Λάρκου. Για τον Καθ' ου, μαρτύρησε ο ίδιος και ο ιδιώτης επιδότης κος Σταύρος Χατζηχρίστου. Κατά την ακρόαση κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ΕΓΓΡΑΦΟ Β, δήλωση των δικηγόρων των διαδίκων ημερομηνίας 14/1/2017 που αφορά τη σύσταση και υπόσταση της υπό διαχείριση εταιρείας και το γεγονός ότι αυτή βρίσκεται από τις 15/04/2011 σε καθεστώς διαχείρισης με διαχειριστή τον κ. Μάριο Καλλία. Η μαρτυρία του Κωστάκη Μουτσουρή (Μ. Ε. 1) Πρώτος μάρτυρας για τον Αιτητή ήταν ο δικηγόρος κ. Κωστάκης Μουτσουρής. Η γραπτή δήλωση του κατατέθηκε ως «ΕΓΓΡΑΦΟ Α». Αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, μέσα από τα δικά του μάτια και κατάθεσε διάφορα τεκμήρια. Ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της ενοικίασης, ότι η επίδοση ήταν κακή και βασισμένη σε ψέματα του ιδιώτη επιδότη. Ανάφερε ακόμα ότι οι δικηγόροι του Καθ΄ ου ήταν ενήμεροι για την απάντηση που καταχωρήθηκε για τον Αιτητή και δεν καταλαμβαίνει γιατί προχώρησαν στη διαδικασία έξωσης. Προσθέτει ότι ο ίδιος ο Αιτητής δεν έχει οποιαδήποτε αμέλεια ή υπαιτιότητα. Αναφέρεται επίσης στην «πρακτική που ακολουθούν όλοι οι δικηγόροι» η οποία δεν τηρήθηκε κατά την άποψή του από τους δικηγόρους του Καθ΄ ου. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι ο πελάτης του βρίσκεται στο εξωτερικό και ότι η δική του παρουσία ως μάρτυρα γίνεται για να μαρτυρήσει για γεγονότα που χειρίστηκε προσωπικά. Δέχθηκε ότι δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο της επίδοσης της Αίτησης της οποίας ζητείται ο παραμερισμός. Επέμεινε ότι υφίσταται κακή επίδοση, δίδοντας έμφαση στο γεγονός ότι η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε μέσα σε 2 μέρες και εξέφρασε αμφιβολία κατά πόσο ο επιδότης προσπάθησε να επιδώσει στο σπίτι του Αιτητή. Δέχθηκε ότι το δικόγραφο της Απάντησής του καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, πλην όμως αυτό οφείλεται σε κακή επίδοση και όχι σε αμέλεια του Αιτητή. Επί τούτου, ανέφερε στη συνέχεια ότι «εάν είχαμε λίγο μικρό λάθος εγώ σαν γραφείο είναι ότι στηριχθήκαμε στην εμπιστοσύνη ότι βάλαμε Απάντηση.». Του υποβλήθηκε ότι υπήρξε αμελής, τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και το δικηγορικό του γραφείο. Αναφέρθηκε στη «συνήθη πρακτική των δικηγορικών γραφείων» η οποία συνίσταται στην ενημέρωση των αντιδίκων όταν παρέλθει η προθεσμία των 14 ημερών και ότι ο ίδιος ανέμενε κλήση για οδηγίες ή απόσυρση της αίτησης. Ως προς το κατά πόσο στο δικόγραφο Απάντησής του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) που είχε τότε εκπρόθεσμα καταχωρηθεί, είχε εγερθεί ζήτημα κακής επίδοσης, παραδέχθηκε ότι τέτοιο θέμα δεν είχε εγερθεί. Δικαιολόγησε τούτη την παράλειψη, σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με το δικηγορικό γραφείο του κ. Σύζινου και προσωπικά με τον κ. Σύζινο. Σε υποβολή ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια συνομιλία, ανέφερε ότι τότε δεν γνωρίζονταν και ενδεχομένως αυτός να είναι ο λόγος που ο κ. Σύζινος δεν θυμάται την τηλεφωνική επικοινωνία. Επανέλαβε ότι τα ενοίκια είναι πληρωμένα και ότι η επιστολή τερματισμού δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου. Δεν αρνήθηκε ότι ο κ. Φασουλής ήταν παρών κατά τον χρόνο της επίδικης επίδοσης και δικαιολόγησε την παρουσία του στο γεγονός ότι κάθε ιδιοκτήτης ενδιαφέρεται για την περιουσία του, άσχετα αν αυτή είναι υποθηκευμένη στην Τράπεζα Κύπρου και άσχετα ότι υπάρχει διορισμένος διαχειριστής της περιουσίας με ομόλογο από την εν λόγω τράπεζα. Δέχθηκε ότι, το ποσό για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι καταβλήθηκε για προπληρωμή των ενοικίων, δεν είναι περασμένο στα βιβλία της ιδιοκτήτριας εταιρείας, ούτε στο «statement of affairs» του διευθυντή της εταιρείας προς τον διαχειριστή αυτής. Η μαρτυρία της Φωτεινής Λάρκου (Μ. Ε. 2) Ως δεύτερος μάρτυρας της πλευράς του Αιτητή κατέθεσε η κα Φωτεινή Λάρκου, Γραμματέας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας - Αμμοχώστου. Η μαρτυρία της υπήρξε τυπική με την παρουσίαση και κατάθεση ως τεκμηρίου ολόκληρου του φακέλου της αίτησης αρ. Ε16/14 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). Η μαρτυρία του Σταύρου Χατζηχρίστου (Μ. Υ. 1) Ο Μ. Υ. 1 είναι ο ιδιώτης επιδότης που διενήργησε την επίδικη επίδοση της αίτησης αρ. Ε16/
  4. Η Γραπτή Δήλωση του αναφερόμενου μάρτυρα καταχωρήθηκε ως «ΈΓΓΡΑΦΟ Γ» Υιοθέτησε την ένορκη δήλωση επίδοσής του ημερομηνίας 19/11/
  5. Ανέφερε ότι γνωρίζει καλά και προσωπικά τόσο τον Αιτητή όσο και τον κ. Φασουλή. Ο τελευταίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέμενε στο πίσω μέρος του επίδικου υποστατικού. Αναφέρθηκε στις περιπτώσεις που προσπάθησε να επιδώσει στον Αιτητή, λέγοντας ότι προσπάθησε τόσο στο σπίτι του στο Ξυλοφάγου, ως επίσης στο επίδικο υποστατικό καθώς και στην Αγία Νάπα. Κατόπιν αποφάσισε να δώσει βάρος για την επίδοση στην οδό Γιάννη Ρίτσου που βρίσκεται το επίδικο υποστατικό. Σημείωσε ότι «γνωρίζω σίγουρα ότι το επίδικο ακίνητο δεν λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως εστιατόριο αλλά ως μικρός ξενώνας αλλοδαπών εργατών» και ότι υπεύθυνος ήταν ο κ. Χαράλαμπος Φασουλής. Δήλωσε ότι στις 19/11/2014 ήταν η πολλοστή φορά που είχε μεταβεί στο υποστατικό. Την επίδικη μέρα, μετέβη στο υποστατικό, βρήκε τον κ. Φασουλή και προσπάθησε να του επιδώσει τα έγγραφα, αλλά όταν ο τελευταίος δεν τα έπαιρνε, του εξήγησε περί τίνος πρόκειται, τα άφησε στο έδαφος μπροστά του και έφυγε. Ο λόγος που επέδωσε στον κ. Φασουλή είναι επειδή ήταν ο υπεύθυνος του υποστατικού. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι η Αίτηση του δόθηκε για επίδοση στις 12 ή 13 Νοεμβρίου 2014 και επέδωσε στις 17 του ίδιου μήνα. Γνώριζε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να επιδοθεί στον ίδιο τον Αιτητή, δεν υπήρχε περίπτωση να τον βρει. Δεν μπορεί να επιδώσει στο σπίτι του Αιτητή, παρόλο που προσπάθησε, μπορεί να πήγε 3 φορές αλλά δεν θυμάται ακριβώς πόσες φορές πήγε. Είπε ότι κατασκόπευε τον κ. Φασουλή, τον οποίον γνώριζε αρκετό καιρό προηγουμένως, ως γνώριζε την πολύ καλή σχέση που είχε ο κ. Φασουλής με τον Αιτητή και ότι μπορεί να είναι και συνέταιροι. Ποτέ δεν είδε τον Αιτητή εντός του υποστατικού. Ήταν κατηγορηματικός ότι ο χώρος ήταν υπό τη διαχείριση του κ. Φασουλή. Άφησε την επίδοση στην είσοδο του υποστατικού. Δεν θα άφηνε χρόνο να χαθεί, ανέφερε. Επανέλαβε ότι η επίδοση έγινε λόγω χώρου, στον κ. Φασουλή, ως ο υπεύθυνος του υποστατικού, ο οποίος, ήταν «τζει που τον αρμόδιο για να παραλάβει», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε. Η μαρτυρία του Μάριου Καλλία (Μ. Υ. 2) Ο κ. Καλλίας κατέθεσε ως ο παραλήπτης / διαχειριστής της Lithinesco Properties Ltd και η γραπτή του δήλωσή του κατατέθηκε ως «ΕΓΓΡΑΦΟ Δ». Ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στο ιστορικό της όλης διαδικασίας απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Ιδιαίτερα, αρνήθηκε ότι υφίσταται οποιαδήποτε υπεράσπιση εκ μέρους του Αιτητή και αναφέρει ιδιαιτέρως ότι η απόδειξη είσπραξης ενοικίων είναι πρόχειρη και προδήλως ψεύτικη, σημειώνοντας ότι το εν λόγω ποσό δεν φαίνεται στα βιβλία της εταιρείας. Ο ίδιος, ως παραλήπτης και διαχειριστής της εταιρείας δεν έχει λάβει γνώση οποιασδήποτε πληρωμής, ούτε από τον έλεγχο των αρχείων της εταιρείας προκύπτει κάτι τέτοιο και κατέθεσε προς τούτο σχετικά αποδεικτικά έγγραφα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16). Αρνήθηκε κατηγορηματικά τα περί συνεννόησης του δικηγόρου του με τον δικηγόρο του Αιτητή ως προς το ζήτημα εκπρόθεσμης καταχώρησης της Απάντησης. Κατά την αντεξέτασή του, επανέλαβε ότι ο Αιτητής δεν έχει πληρώσει τα ενοίκια του στην υπό διαχείριση εταιρεία και παρέπεμψε σχετικά στην κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας για την περίοδο από 01/01/2010 έως και Ιούνιο του 2015 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19), ως επίσης και στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εταιρείας που επισυνάφθηκε στην Έκθεση Καταστάσεως που υπέβαλε προς αυτόν. Εξήγησε για ποιους λόγους το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 δεν πληροί τις προϋποθέσεις νόμιμης απόδειξης. Έκαμε ειδική αναφορά στο συνολικό ποσό των €20.000 (€10.000 και €10.000) που αναφέρεται στο συμβόλαιο ενοικίασης για «lease premium» και ως «εγγύηση για ζημιές» αντίστοιχα, για να υποστηρίξει το βασικό του επιχείρημα ότι η συμφωνία ενοικίασης αποσκοπούσε στο να αποστερηθεί ο ίδιος την κατοχή και να μην είναι σε θέση μέχρι σήμερα να το εκποιήσει προς όφελος των πιστωτών. Είναι διαπίστωσή του ότι υφίσταται συμπαιγνία του κ. Φασουλή με τον Αιτητή και εδράζει τον ισχυρισμό του αφενός, στο γεγονός ότι ο κ. Φασούλης μένει ή διαχειρίζεται το επίδικο υποστατικό και, αφετέρου, επειδή μετά το τέλος της περιόδου της παρουσιαζόμενης προπληρωμής των ενοικίων δεν έλαβε οποιανδήποτε προσφορά για πληρωμή ενοικίου. Αναφέρθηκε, τέλος, σε επιστολή του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (ΚΟΤ) την οποία κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20 και από την οποία προκύπτει ότι η επιχείρηση που λειτουργούσε η υπό διαχείριση εταιρεία έπαυσε να λειτουργεί οριστικά από 1η Ιανουαρίου του
  6. Οι Αγορεύσεις Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων που έλαβε χώρα στις 23/01/2018, οι δικηγόροι των διαδίκων παρουσίασαν και υιοθέτησαν γραπτά κείμενα και η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. V. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου («ο Νόμος») έχει ως εξής: «
  7. Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11

(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. » Όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο, η απαίτηση για ικανοποίηση του Δικαστηρίου περί στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης,[3] που ισχύει γενικότερα στις πολιτικές υποθέσεις, δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος με βάση το άρθρο 6 του Νόμου. Η υποχρέωση για ορθή επίδοση Η θεμελιώδης δικαιική αρχή της Φυσικής Δικαιοσύνης, δηλαδή η υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει και τους δύο διαδίκους πριν εκδώσει την απόφασή του, επιβάλλει την αυστηρή τήρηση του δικαιώματος κάθε προσώπου να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και την παροχή της ευκαιρίας να έχει επαρκή χρόνο για να προετοιμάσει και να παρουσιάσει αποτελεσματικά τους δικούς του ισχυρισμούς ενώπιον του Δικαστηρίου. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος και αποτελεί τη θεσμική μετουσίωση της αρχαιοελληνικής ρήσης «μηδενί δίκην δικάσεις, πριν αμφοίν μύθον ακούσεις» και της ρωμαϊκής φράσης «audi alteram partem». Όπως συναφώς τονίστηκε στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43: « η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. » Στην περίπτωση δε που διαπιστώνεται ότι η επίδοση ήταν κακή ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης επέρχεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae) δίχως να χωρεί θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας[4] από το Δικαστήριο. Από την άλλη πλευρά, η ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας μιας απόφασης και της βεβαιότητας που αυτή προσδίδει στην έννομη τάξη και γενικότερα στην κοινωνία,[5] επιτάσσει όπως ο αιτών τον παραμερισμό προμηθεύσει το Δικαστήριο με ξεκάθαρη και εμπεριστατωμένη μαρτυρία που να αποδεικνύει, χωρίς σκιές, το αίτημά του. Συνοψίζοντας, το ουσιαστικό και καθοριστικό είναι κατά πόσο ο αιτών τον παραμερισμό είχε πραγματική γνώση[6] της επίδοσης της οποίας αξιώνεται ο παραμερισμός της. Όταν η απραξία των προσώπων που αιτούνται τον παραμερισμό, οφείλεται σε δική τους αμέλεια ή παράλειψη, το Δικαστήριο αρνείται[7] να παραμερίσει τις εκδοθείσες αποφάσεις. Όσον αφορά τον τρόπο επίδοσης σχετική είναι η Διαταγή 5 θεσμός 2
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: « 2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5.) » Στην παρούσα περίπτωση, αυτό που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η επίδοση έλαβε χώρα σε αρμόδιο πρόσωπο στο χώρο εργοδότησης του Αιτητή, δηλαδή σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη Δ.5
(2)(ii). VΙ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[8] και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. (Α) Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κωστάκη Μουτσουρή (Μ. Ε. 1) Ο Μ. Ε. 1 ήταν ο δικηγόρος του Αιτητή μέχρι τη στιγμή που έδωσε μαρτυρία. Ήταν επίσης ο δικηγόρος που καταχώρησε την εκπρόθεσμη Απάντηση στην Ε16/2014 και εκπροσωπούσε τον Αιτητή τουλάχιστο από το 2015 έως και τις 28/11/2017, οπόταν ανέλαβε η κα Παναγιώτα Μουτσουρή, όπως και η ίδια ανέφερε. Θεωρώ ότι ο κ. Μουτσουρής κατά τη μαρτυρία του δεν μπόρεσε να αποβάλει τη δικηγορική του ιδιότητα, και εξού, η γραπτή δήλωσή του ενέχει περισσότερο τη μορφή επιχειρηματολογίας παρά παράθεσης γεγονότων. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε ιδία γνώση των ουσιαστικών γεγονότων που αφορά η παρούσα υπόθεση. Ούτε έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για ποιους λόγους ο ίδιος ο Αιτήτης και πελάτης του δεν έδωσε μαρτυρία. Η αόριστη αναφορά ότι στις 28/11/2017 βρισκόταν στο εξωτερικό δεν είναι αρκετή. Ισχυρίστηκε ότι η δική του παρουσία ως μάρτυρα αντί του πελάτη του έχει να κάνει με γεγονότα που χειρίστηκε προσωπικά, αλλά στη τελική, το μοναδικό αμφισβητούμενο ζήτημα για το οποίο πιθανόν θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαία η παρουσία του ως μάρτυρα, είναι το κατά ποσόν ο τηλεφώνησε στον δικηγόρο του Καθ' ου για να τον ενημερώσει για την καταχώρηση της Απάντησης στην Αίτηση Ε16/14, γεγονός όμως το οποίο κρίνεται ως ήσσονος σημασίας, αφού η ουσία της παρούσας υπόθεσης είναι οι συνθήκες επίδοσης της Αίτησης αρ. Ε16/
  1. Επέμενε ότι ο ιδιώτης επιδότης ψεύδεται, χωρίς όμως ο ίδιος ο μάρτυρας να έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων τα οποία επικαλείται (πχ: για τις συνθήκες επίδοσης ή για τη σχέση του Αιτητή με τον κ. Φασουλή). Τούτη η έλλειψη άμεσης γνώσης για τα διαμειφθέντα κατά τον κρίσιμο χρόνο της τέλεσης της επίδοσης, είχε ως αποτέλεσμα ο εν λόγω μάρτυρας σε μερικές περιπτώσεις να απορρίπτει τα όσα αναγράφονται στην ένορκη δήλωση επίδοσης και σε άλλες περιπτώσεις να τα επικαλείται για να υποστηρίζει τις θέσεις του Αιτητή. Είπε ότι «κανένα δικαστικό έγγραφο έξωσης δεν επιδίδεται σε 2 μέρες», θέση η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με βάση τη δικαστική γνώση και την πρακτική που το Δικαστήριο γνωρίζει με βάση τη καθημερινή ενασχόλησή του με υποθέσεις αυτής της φύσης. Ανέφερε ότι κανένας επιδότης δεν εργάζεται Σαββατοκυρίακο, θέση που ανατράπηκε από τη μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη (Μ. Υ. 2) ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται όλες τις μέρες της βδομάδας. Δεν έδωσε οποιανδήποτε εξήγηση αναφορικά με την παράλειψη να εγερθεί στο δικόγραφο της εκπρόθεσμης Απάντησής του στην Αίτηση αρ. Ε16/14 το ζήτημα της κακής επίδοσης, ούτε υπήρξε πειστικός γιατί δεν έθεσε ευθύς εξαρχής στα πλαίσια της Αίτησης αρ. Ε16/14 το ζήτημα της κακής επίδοσης. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν έχει καμία σχέση, επαγγελματική ή άλλη με τον κ. Φασουλή, ενώ κατά την αντεξέταση του ιδιώτη επιδότη Μ.Υ. 2 του υποβλήθηκε από την κα Μουτσουρή ότι «ο κ. Φασουλής και ο κ. Ζηντίλης έχουν πολύ καλή σχέση». Σημειώνω συναφώς ότι, η παραδοχή ότι υπήρχε πολύ καλή σχέση μεταξύ των δύο αναφερόμενων προσώπων, βρίσκεται σε αντίφαση με την παρ. 7 της Κυρίως Αίτησης, όπου αναφέρεται ότι «ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία σχέση με τον κ. Χαράλαμπο Φασουλή..». Υπήρξαν παλινδρομήσεις στη μαρτυρία του αναφορικά με το κατά πόσο είχε συνομιλήσει με τον κ. Σύζινο όταν καταχώρησε την Απάντησή του στην Αίτηση αρ. Ε16/14, αφού, ο κατηγορηματικός τρόπος με τον οποία αρχικά τοποθετήθηκε, εν συνεχεία μετατράπηκε σε αμφιβολία κατά πόσο είχε μιλήσει όντως με τον κ. Σύζινο ή με κάποιον άλλο πρόσωπο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την πλευρά του Καθ' ου. Οι αναφορές του σε «πρακτική που ακολουθούν όλοι οι δικηγόροι», η οποία δεν τηρήθηκε κατά την άποψη του από τους δικηγόρους του Καθ΄ ου, κρίνεται ως προσπάθεια απεμπόλησης των ευθυνών που τόσο ο ίδιος όσο και η δικηγορική εταιρεία την οποία εκπροσωπεί φέρουν για την εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησής του Αιτητή, όπως και ο ίδιος εν τέλει αναγνώρισε λέγοντας συγκεκριμένα ότι: «εάν είχαμε λίγο μικρό λάθος εγώ σαν γραφείο είναι ότι στηριχθήκαμε στην εμπιστοσύνη ότι βάλαμε Απάντηση.». Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ο Αιτητής δεν έχει επιδείξει οποιανδήποτε αμέλεια, πλην όμως ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε εκ μέρους του ίδιου Αιτητή με την οποία να εξηγείται τι ακριβώς έπραξε ο ίδιος ώστε να μπορέσει να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός του δικηγόρου του. Όσον αφορά την πληρωμή των ενοικίων, δεν ήταν πειστικός, και επί τούτου δέχομαι τη μαρτυρία του κ. Καλλία, για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Όσα ισχυρίστηκε για την παρουσία του κ. Φασουλή στο υποστατικό κατά τον χρόνο της επίδικης επίδοσης, στερούνται νομικής θεμελίωσης, λογικής και πειστικότητας, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία βρίσκεται από τις 15/04/2011 σε καθεστώς διαχείρισης (Δείτε ΕΓΓΡΑΦΟ Β). Επί του σημείου αυτού δέχομαι τη μαρτυρία του Μ. Υ. 2 ότι ο κ. Φασουλής ήταν το αρμόδιο πρόσωπο στο επίδικο Υποστατικό και για τούτον ακριβώς τον λόγο ήταν εντός του υποστατικού και όχι επειδή δήθεν ενδιαφερόταν για την περιουσία της υπό διαχείριση εταιρείας. Με βάση τα προαναφερόμενα, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ. Ε. 1 και την απορρίπτω. (β) Αξιολόγηση της μαρτυρίας της Φωτεινής Λάρκου (Μ. Ε. 2) Η μαρτυρία της κας Λάρκου η οποία περιορίστηκε στην κατάθεση του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 13, υπήρξε τυπική, δεν αμφισβητήθηκε, δεν αντεξετάστηκε και γίνεται στο σύνολό της αποδεκτή. (γ) Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Καθ' ου (Μ. Υ. 1) Ο κ. Καλλίας μου προκάλεσε θετική εντύπωση και δεν διαπίστωσα οτιδήποτε το οποίο κλονίζει την αξιοπιστία του. Έχω σχηματίσει την άποψη ότι ο εν λόγω μάρτυρας καλόπιστα επιδιώκει την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του ως ο παραλήπτης / διαχειριστής της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Εξήγησε με σαφήνεια, με πειστικότητα και με παραπομπή σε συγκεκριμένα έγγραφα (ΤΕΚΜΗΡΙ0 15 - Statement of Affairs και ΤΕΚΜΗΡΙΑ 16 και 19 - τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμών) τη θέση του ότι δεν έχουν πληρωθεί τα ενοίκια του επίδικου υποστατικού, αντικρούοντας όσα διατείνεται η πλευρά του Αιτητή επικαλούμενη την απόδειξη είσπραξης για το ποσό των €47.952 που παρουσιάζεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  2. Η δε αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 δεν συνιστά νόμιμη απόδειξη, έμεινε δίχως αντίλογο. Ο ίδιος ο Αιτητής δεν παρουσιάστηκε για να βεβαιώσει ότι όντως κατέβαλε τα χρήματα που παρουσιάζονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  3. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η απόδειξη είσπραξης χρημάτων δεν συνιστά αμάχητη αλλά μόνο εκ πρώτης όψεως απόδειξη πως τα χρήματα πράγματι πληρώθηκαν.[9] Είναι συναφώς επιτρεπτή η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας για θεμελίωση ισχυρισμού πως το ποσό που αναφέρεται στην απόδειξη ή μέρος του, δεν πληρώθηκε. Εν προκειμένω, και αξιολογώντας την ενώπιον μου μαρτυρία και τα τεκμήρια προκύπτει ότι η πλευρά του Αιτητή απέτυχε να αποδείξει ότι τα ενοίκια του επίδικου υποστατικού έχουν προπληρωθεί, ως ήταν ο ισχυρισμός της. Συνακόλουθα, αποδέχομαι ότι ο Μ. Υ. 1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. (δ) Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Σταύρου Χατζηχρίστου (Μ. Υ. 2) Σχετικά καλή ήταν και η εντύπωση που μου προκάλεσε ο εν λόγω μάρτυρας, και παρόλο που έχω εντοπίσει κάποιες αντιφάσεις στην εν λόγω μαρτυρία, κρίνω ότι αυτές δεν είναι ουσιαστικές και δεν επηρεάζουν τη γενικότερη του αξιοπιστία. Συγκεκριμένα, σημειώνω ότι ενώ ο Μ. Υ. 2 γνώριζε ότι το επίδικο υποστατικό δεν λειτουργούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο ως εστιατόριο, στην ένορκη δήλωση επίδοσής του, στην Αίτηση αρ. Ε16/14, αναφέρεται σε εστιατόριο και ισχυρίζεται ότι ο Χαράλαμπος Φασουλής «σαν συνέταιρος του στο εστιατόριο του, τον βλέπει [εννοεί τον Καθ΄ ου] καθημερινά». Επειδή όμως, η εν λόγω δήλωση του Μ.Υ. 2 στην Αίτηση αρ. Ε16/14 τίθεται κατ' ουσία για να υποστηρίξει υποθετικό συλλογισμό παρά για να υποστυλώσει γεγονός επί του οποίου διενήργησε την επίδοση, κρίνεται ως επουσιώδους σημασίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 τούτο το ζήτημα ήταν υπόψιν του Δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση του αιτήματος για έκδοση απόφασης και η απόφαση εκδόθηκε αφού προηγουμένως δόθηκαν ικανοποιητικές διευκρινίσεις.[10] Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν ιδιαίτερα πειστικός για τις προσπάθειες που διενήργησε για να επιδώσει προσωπικά στον Αιτητή. Όπως διαφάνηκε, ο εν λόγω επιδότης μόλις είδε το όνομα του Αιτητή, λόγω πείρας, ήξερε ότι πρόκειται για «πολύ δύσκολη περίπτωση» και ήταν κατηγορηματικός ότι δεν θα μπορούσε να επιδώσει στο σπίτι του Αιτητή. Ο γενικολόγος και μη δομημένος τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις για το θέμα των προσπαθειών που διενήργησε για να επιδώσει στο σπίτι του Αιτητή, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ιδιώτης επιδότης είτε διενήργησε υποτυπώδεις προσπάθειες, είτε δεν προσπάθησε καν, να επιδώσει προσωπικά στον Αιτητή, καθότι, αυτό το θεωρούσε χάσιμο χρόνου, αφού η προσωπική επίδοση θα ήταν αδύνατη. Ούτε όμως αυτό κρίνεται καταλυτικό. Τούτο διότι, θεωρώ δευτερεύον το κατά πόσο η κρίση του εν λόγω μάρτυρα για την αδυναμία προσωπικής επίδοσης δημιουργήθηκε λόγω προηγούμενης πείρας ή κατόπιν συγκεκριμένων ενεργειών, καθότι αποδέχομαι και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπό τις περιστάσεις ήταν δύσκολη έως αδύνατη η προσωπική επίδοση στον Αιτητή. Η μαρτυρία του Μ. Υ. 2, η ανυπαρξία αντίθετης μαρτυρίας, καθώς, όπως προκύπτει από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13, οι αρχικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι Καθ' ων στην παρούσα υπόθεση για να επιδώσουν την επιστολή απαίτησης πριν την λήψη δικαστικών μέτρων στην Αίτηση Ε16/14 και η ανάγκη για εξασφάλιση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση για την επίδοση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής, δεν αφήνουν πεδίο για διαπίστωση διαφορετικών συμπερασμάτων. Εξάλλου, η ουσία της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα ήταν ότι επέδωσε «λόγω του χώρου», στον υπεύθυνο του υποστατικού ο οποίος ήταν «τζιη που τον αρμόδιο» όπως χαρακτηριστικά ανάφερε και ο οποίος, διατηρεί με τον Αιτητή πολύ καλή σχέση. Η πολύ καλή σχέση, υπενθυμίζω ότι, συνιστά παραδεκτό γεγονός. Αυτή η μαρτυρία είναι αποδεκτή. Είναι επίσης αποδεκτό από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία, ότι όντως ο κ. Φασουλής είναι το αρμόδιο πρόσωπο, ο υπεύθυνος του επίδικου υποστατικού. Ειδικά επί τούτου του σημείου, η αμεσότητα και η βεβαιότητα των απαντήσεων του Μ. Υ. 2, όπως τις αντιδράσεις αυτές είχα την ευκαιρία να τις διαπιστώσω κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας, μου έχουν δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε την αλήθεια προς το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι ότι ο εν λόγω επιδότης επέδωσε στο αρμόδιο πρόσωπο στο επίδικο υποστατικό την Αίτηση αρ. Ε16/
  4. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η επίδοση με τον τρόπο που έλαβε χώρα συνιστά έγκυρη επίδοση. V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (A) Κατά πόσο υπήρξε έγκυρη επίδοση Βασικό επιχείρημα του κ. Σύζινου είναι ότι, με την καταχώριση, έστω εκπρόθεσμα, του δικόγραφου της Απάντησής του στην Αίτηση αρ. Ε16/14, αποκαλύπτεται ότι, ο Αιτητής στην παρούσα έλαβε γνώση της εναντίον του διαδικασίας, πλην όμως, λόγω αμελούς συμπεριφοράς των δικηγόρων του, δεν μπόρεσε να εκπροσωπηθεί στη διαδικασία της Αίτησης αρ. Ε16/
  5. Πρόκειται, ομολογουμένως, για επιχείρημα που και έχει λογική και επί του οποίου δεν υπήρξε ουσιαστικός αντίλογος από την πλευρά του Αιτητή. Από την άλλη, εάν διαπιστωθεί όμως ότι η επίδοση ήταν κακή, τότε ο παραμερισμός επέρχεται ex debito justitiae και το όλο ζήτημα τελειώνει εδώ. Κατά συνέπεια, το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν ο Αιτητής έλαβε πραγματική γνώση για την εναντίον του δικαστική διαδικασία. Με δεδομένο ότι η επίδοση έγινε με βάση τη Διαταγή 5 θεσμός 2
(1)(ii) («with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment»), η απάντηση στο ερώτημα προκύπτει δια μέσω της εξέτασης των ακόλουθων ζητημάτων: - κατά πόσο το επίδικο υποστατικό αποτελεί τον τόπο εργασίας του Αιτητή, και - με τον προσδιορισμό της πραγματικής υπόστασης του προσώπου προς το οποίο έγινε η επίδοση, δηλαδή, του κ. Φασουλή. Αν δηλαδή τούτο το πρόσωπο είναι ο υπεύθυνος στον τόπο εργασίας του Αιτητή. Η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι καταφατική. Επί του πρώτου θέματος, αποτελεί κοινό γεγονός πως στο επίδικο υποστατικό πλέον δεν λειτουργεί εστιατόριο, πλην όμως, κατέστη σαφές ότι, εντός του ενοικιαζόμενου από τον Αιτητή υποστατικού διεξάγονται άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Είτε λειτουργεί ως ξενώνας (που υποστήριξε η πλευρά των Καθ' ων), είτε χρησιμοποιείται ως κτηματομεσιτικό γραφείο (που υπέβαλε η δικηγόρος του Αιτητή) δεν έχει σημασία. Το ουσιαστικό είναι ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι το επίδικο υποστατικό αποτελεί το χώρο εργοδότησης του Αιτητή. Επί του δεύτερου θέματος, έχοντας αποδεχθεί τη σχετική μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη, δέχομαι ότι ο κ. Φασουλής ήταν ο υπεύθυνος / το αρμόδιο πρόσωπο στο χώρο εργασίας του Αιτητή. Έχοντας υπόψιν τα επίδικα γεγονότα, θεωρώ ότι εν προκειμένω τυγχάνει πλήρους εφαρμογής η Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian
(2011)1Β Α.Α.Δ 806 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η αναφορά στην ένορκη δήλωση του επιδότη σε «εντεταλμένη υπάλληλο» έχουμε την άποψη ότι δεν μπορεί να έχει άλλο νόημα παρά ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή η Τασούλα Γεωργιάδου, ήταν πρόσωπο υπεύθυνο στον τόπο εργασίας του εφεσείοντα, έτσι ώστε δεν υπάρχει έρεισμα στην εισήγηση της συνηγόρου πως, επειδή τέτοια ορολογία δεν προβλέπεται στη Δ.5 των Θεσμών, η επίδοση είναι παράτυπη. Τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από εκείνα της υπόθεσης στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd, (πιο πάνω). Εκεί επρόκειτο για επίδοση σε νομικό πρόσωπο και απουσίαζε εντελώς η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο αφέθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο το νομότυπο της επίδοσης. Στην περίπτωσή μας, η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή καταγραφόταν ρητά και ήταν ζήτημα ποια εκδοχή θα γινόταν αποδεχτή - ή εκείνη του επιδότη, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων στοιχείων του φακέλου, ή εκείνη του εφεσείοντα. » Συνεπακόλουθα, θεωρώ ότι η επίδοση της Αίτησης αρ. Ε16/14 συνάδει με Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι έγκυρη και ο Αιτητής έλαβε γνώση της εν λόγω επίδοσης. (B) Κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η υπεράσπιση του άρθρου 6(β) του Νόμου, ήτοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα «απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους». Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά επί τούτης της εισήγησης η οποία στηρίζεται στην αμφισβήτηση της μαρτυρίας του ιδιώτη επιδότη Μ. Υ. 2. Τα ευρήματά μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και η αποδοχή των ουσιαστικών θέσεων του αναφερόμενου επιδότη, εκθεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Τονίζω μόνο ότι η απόφαση στη Αίτηση αρ. Ε16/14 εκδόθηκε κατόπιν αξιολόγησης των σχετικών δεδομένων, αναζήτησης συμπληρωματικής μαρτυρίας και ορθής αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν διαπιστώνεται να υπήρξε οποιοδήποτε ουσιώδες λάθος ή απάτη ή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των Καθ' ων στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας. Επιπλέον, υπήρξε αξιολόγηση της επιστολής τερματισμού, η οποία κρίθηκε ότι έχει γίνει σύμφωνα με τον Νόμο. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να ανατρέπει τούτη την κατάληξη, υπό το φως και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας.[11] (Γ) Κατά πόσο πληρούται η προϋπόθεση του του άρθρου 6(δ) του Νόμου, δηλαδή εάν «το διάταγµα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αµέλειαν εκ µέρους του». Η βασική εισήγηση της πλευράς του Αιτητή είναι ότι γενικώς δεν υπήρξε αμέλεια εκ μέρους της πλευράς του Αιτητή και ότι όλα έγιναν με βάση τη συνήθη πρακτική. Η κα Μουτσουρή εισηγήθηκε, περαιτέρω, κατά την αγόρευσή της, ότι σε κάθε περίπτωση, η απουσία του Αιτητή δεν οφείλεται σε παράλειψη ή αμέλεια του ίδιου. Εμμέσως πλην σαφώς, η εισήγηση είναι ότι ακόμα και οι δικηγόροι του Αιτητή να ενήργησαν αμελώς, ο ίδιος ο Αιτητής δεν ευθύνεται. Κατά συνέπεια, εντός τούτου του πλαισίου, θα πρέπει να εξεταστούν τα ακόλουθα: (α) Σε τι ακριβώς συνίσταται η έννοια της «παράλειψης» ή της «αμέλειας». (β) Κατά πόσο υπήρξε παράλειψη ή αμέλεια από τον ίδιο τον Αιτητή ή τους δικηγόρους του. (γ) Κατά πόσο, εφόσον διαπιστωθεί δικηγορική αμέλεια, αυτή αποδίδεται στον Αιτητή ή εάν μπορεί ο ίδιος να διαχωριστεί από τους δικηγόρους του. (α) Η έννοια της παράλειψης ή της αμέλειας του ίδιου του Αιτητή Η αμέλεια ή η παράλειψη του ίδιου του Αιτητή ουσιαστικά έχει να κάνει με την αδιαφορία του να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην εναντίον του δικαστική διαδικασία. Αντίθετα, η δικηγορική αμέλεια είναι ένα πιο σύνθετο θέμα, επί του οποίου αξίζει να γίνει μια εκτενέστερη αναφορά στις σχετικές νομικές αρχές και τη νομολογία. (β) Η έννοια της παράλειψης ή της αμέλειας ενός δικηγόρου / η υποχρέωση για επαγγελματική επιμέλεια. Ο δικηγόρος, όπως κάθε επαγγελματίας που παρέχει έναντι αμοιβής τις υπηρεσίες του, οφείλει, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να μην ενεργεί αμελώς και να επιδεικνύει εύλογη επιμέλεια.[12] Στη Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ 558 έγινε αναφορά στη σημαντική αγγλική απόφαση Arthur J S Hall & Co (a firm) v Simons [2000] 3 ALL ER 673 στην οποία είχε αποφασιστεί ότι δεν δικαιολογείται η εξαίρεση των δικηγόρων από αμελείς πράξεις στο χειρισμό υποθέσεων και ενώπιον του Δικαστηρίου, επειδή, το αντίθετο αντιστρατεύεται την αρχή του δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy) και δεν νοείται να μην παρέχεται θεραπεία για αδικοπραξία που διαπράττουν δικηγόροι. Διευκρινίστηκε πάντως ότι, εφόσον η συμπεριφορά του δικηγόρου υπαγορεύεται από την καλόπιστη αντίληψη του καθήκοντός του προς το Δικαστήριο, τότε δεν υπάρχει πιθανότητα το Δικαστήριο να τον θεωρήσει υπόλογο για αμέλεια. Στη Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 525 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της επαγγελματικής αμέλειας δικηγόρου στα πλαίσια συνομολόγησης μιας αγοραπωλησίας σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: « Είναι φανερό από τις ρητές πρόνοιες του Αρθρου 51 του Κεφ. 148 ότι ένας δικηγόρος, όπως και κάθε άλλος επαγγελματίας, κρίνεται με βάση το βαθμό επιμέλειας και δεξιότητας που αναμένεται από το μέσο επαγγελματία της τάξης στην οποία ανήκει. Το επίπεδο αυτό είναι του συνήθους, επιμελούς και ικανού επαγγελματία. Δεν είναι ούτε εκείνο του πολύ προσοντούχου, ούτε εκείνο ενός επαγγελματία που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα. Συμμόρφωση με τη γενική πρακτική του επαγγέλματος μπορεί να παρέχει κάποια κάλυψη αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη πρακτική δεν έτυχε να δοκιμαστεί δικαστικά. » (i) Το είδος και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών Είναι προφανές ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες από ένα δικηγόρο θα πρέπει να βρίσκονται σε επαγγελματικό επίπεδο. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα The Law of Tort, 2η Έκδοση
(2007), Professional Liability, Legal Professionals, σελ. 877-878 κ.ε. ανάμεσα στις γενικές επαγγελματικές υποχρεώσεις ενός δικηγόρου είναι η εξασφάλιση επαρκών πληροφορίων για το είδος του προβλήματος, η επιβεβαίωση του σχετικού νομικού πλαισίου, η γοργή και κατάλληλη δράση και η συνεχής ενημέρωση του πελάτη για την πρόοδο του όλου ζητήματος: « 16.71 As part of the professional duty, the solicitor must acquire adequate information both about the nature of the problem and about the relevant law [..] Care must also be taken to ascertain the relevant law. [..] 16.73 The solicitor is expected to act in an appropriate and speedy fashion. Misbehavior by the client, such as non-payment of bills, may be good ground for terminating the retainer, but if the solicitor does not do so the it is no excuse for poor performance. [..] 16.74 There is a continuing duty to keep the client informed of the progress of the matter, and the solicitor must call the client's attention to problems which develop. » Δεν θεωρείται απαραίτητα υπεράσπιση ότι αρκετοί άλλοι υπό τις ίδιες συνθήκες θα έπρατταν το ίδιο[13], ούτε ακόμα, όταν ο κίνδυνος είναι προφανής, ότι αυτή ήταν η συνήθης πρακτική.[14] (ii) Περιπτωσιολογία όπου αποδόθηκε δικηγορική αμέλεια για δικονομικές παραλείψεις. Επειδή στην παρούσα περίπτωση τα επίδικα θέματα συναρτώνται με επικαλούμενες δικονομικές παραλείψεις, κάτωθι θα αναφερθώ σε σχετική με τούτο το θέμα νομολογία. Στην Re Massey and Carrey
(1884)26 Ch D 459 κρίθηκε ένοχος αμέλειας ο δικηγόρος που παρέλειψε να καταχωρήσει δικόγραφο εντός της καθορισθείσας προθεσμίας. Ομοίως, στην Losner v. Michael Cohen and Co
(1975)Sol Jo 340 θεωρήθηκε αμελής η ενέργεια να εγερθεί αγωγή εναντίον εσφαλμένου εναγόμενου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γεγονότα στην Heywood v Wells (a firm) [1976] 1 ALL ER 300. Στην εν λόγω απόφαση η Sheila Heywood είχε εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα εναντίον του Reginald Marrion, το οποίο απαγόρευε σε αυτόν να την παρενοχλεί. Όμως, εν συνεχεία, η δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπούσε την κα Heywood, μέσω του κ. Price, απέτυχε να λάβει τα ενδεδειγμένα δικονομικά διαβήματα για την εκτέλεση και οριστικοποίηση του διατάγματος με αποτέλεσμα, όχι μόνο, το διάταγμα να παραβιαστεί κατ' επανάληψη και η ενάγουσα να ταλαιπωρηθεί άδικα, αλλά και να κληθεί να καταβάλει στους δικηγόρους της και δικηγορικά τους έξοδα. Πρωτοδίκως η κα Heywood δικαιώθηκε όσον αφορά το ζήτημα της αμέλειας των δικηγόρων, πλην όμως ο πρωτόδικος δικαστής διέταξε τον συμψηφισμό των επιδικασθέντων αποζημιώσεων με την ανταπαίτηση των δικηγόρων οι οποίοι αξίωναν το υπόλοιπο της δικηγορικής τους αμοιβής. Ο δικαστής Denning ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς το μέρος του συμψηφισμού, ανέφερε τα ακόλουθα: « I am afraid that the solicitors were much at fault. They ought not to have left this matter to a young junior clerk with no qualifications - with no supervision by any partner. In his hands mistakes were made from beginning to end. He gave wrong advice as to the cost and length of proceedings. He took proceedings in the High Court when he ought, I should have thought, to have gone to the magistrates next door. He made an unnecessary application ex parte for an injunction. He failed to appreciate the significance of "no appearance" by the defendant. Instead of getting judgment by default quickly, he spent months and months on summons for directions, and so forth. When the injunction was broken, he failed to bring Mr. Marrion before the Judge, as he should have done: but instead gave wrong advice to Mrs. Heywood, saying that there was not enough evidence to commit. The upshot of it all was that the proceedings were absolutely useless to her. She got no protection against molestation: and she was, in fact, molested on three or four occasions. She paid the solicitors all the money they asked - £175 - and got nothing for it. No wonder she refused their latest demand for another £100, and told them to stop. She was quite justified in doing this. [.] So the Judge held that they could set off their costs against her damages, with the result that she was not entitled to any damages and they were not entitled to their costs .. [..] Now, I think the Judge was in error in thinking that the solicitors were entitled to recover any costs at all. » Έχοντας παραθέσει τις σχετικές νομικές αρχές, προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο υπήρξε αμέλεια στην παρούσα υπόθεση, είτε από τον Αιτητή, είτε από τους δικηγόρους του και αναλόγως των ευρημάτων μου, θα εξετάσω τις αντίστοιχες συνέπειες. (iii) Κατά πόσο ο ίδιος ο Αιτητής υπήρξε αμελής. Αναμφίβολα, ο ίδιος ο Αιτητής δεν είναι άμοιρος ευθυνών για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, παρόλο που η Αίτηση αρ. Ε16/14 επιδόθηκε στις 17/11/2014, η πρώτη φορά που η πλευρά του Αιτητή παρουσιάζεται να ενεργεί με σκοπό την αμφισβήτηση της διαδικασίας στην Αίτηση αρ. Ε16/14 είναι μόλις στις 13/01/2015, ήτοι, δύο μήνες περίπου μετά την επίδοση της Αίτησης, δίχως να παρέχεται οποιαδήποτε πειστική αιτιολογία για τούτη την καθυστέρηση των δύο μηνών και κυρίως δίχως να αποδεικνύεται ότι ο ίδιος ο Αιτητής καθ' όλο τούτο το χρονικό διάστημα των δύο μηνών είχε ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, ότι είχε πραγματικά ενδιαφερθεί για την Υπεράσπισή του στην Αίτηση αρ. Ε16/14, και ιδιαίτερα, ότι έπραξε τα δέοντα, ώστε να λάβει γνώση και να παραμένει ενήμερος για την πορεία της εκκρεμούσης δικαστικής διαδικασίας που θα οδηγούσε, όπως τελικά οδήγησε, στην έξωσή του. Είναι άξιο αναφοράς ότι ο ίδιος ο Αιτητής ουδέποτε εμφανίστηκε κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Ούτε εμφανίστηκε για να παρακολουθήσει οποιανδήποτε ακροαματική διαδικασία, ούτε παρουσιάστηκε για να δώσει μαρτυρία. Τούτη η στάση δεν αποκαλύπτει πρόσωπο που ενδιαφέρεται για τις εναντίον του εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες. Ούτε καν μέσω του δικηγόρου του δόθηκε οποιαδήποτε πειστική μαρτυρία που να δεικνύει ότι ο Αιτητής ενδιαφέρεται για την υπόθεσή του, αφού, εάν υπήρχε πραγματική αδυναμία του Αιτητή να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά συγκεκριμένη ακροαματική διαδικασία, θα έπρεπε να υποβληθεί και σχετικό αίτημα αναβολής από τους δικηγόρους του, κάτι που δεν έγινε. Καταλήγω ότι, η απραξία του Αιτητή οφείλεται σε δική του αμέλεια ή παράλειψη, κατ' εφαρμογή μεταξύ άλλων της Phylactou v. Michael
(1982)(ανωτέρω), και συνεπώς, η προϋπόθεση του άρθρου 6(γ) δεν έχει ικανοποιηθεί. (iv) Κατά πόσο υπήρξε αμέλεια των δικηγόρων του Αιτητή. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, για σκοπούς πληρότητας σε περίπτωση αναθεωρητικού ελέγχου, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο υπήρξε αμέλεια των δικηγόρων του Αιτητή. Εφόσον η απάντηση είναι καταφατική, θα εξετάσω εν συνεχεία κατά πόσο τούτη η αμέλεια εμποδίζει ή όχι τον Αιτητή να επικαλείται το Άρθρο 6(γ) του Νόμου. Οι προθεσμίες και οι χρόνοι που ορίζονται από τους θεσμούς πρέπει να τηρούνται. [15] Αποτελεί υποχρέωση των συμμετεχόντων σε μια δικαστική διαδικασία να συμμορφώνονται προς τις τασσόμενες προθεσμίες. Εν προκειμένω, είναι διαπίστωσή μου ότι οι δικηγόροι του Αιτητή έχουν υποπέσει σε μια σειρά από δικονομικές και άλλες παραλείψεις, οι οποίες, με βάση τη σχετική προπαρατεθείσα νομολογία, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε άλλο συμπέρασμα, πέραν της διαπίστωσης ότι υπήρξε αμέλεια εκ μέρους τους. Συγκεκριμένα:
  1. Απέτυχαν να προστατεύσουν τον πελάτη τους, καταχωρώντας εκπρόθεσμα την Απάντησή του, ήτοι εκτός της ανατρεπτικής προθεσμίας των 14 ημερών που ορίζεται στον κανονισμό 8 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, είτε έχοντας άγνοια, είτε αδιαφορώντας για τον εν λόγω κανονισμό.
  2. Η παράλειψη τούτη καθίσταται εντονότερη λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε κάθε αίτηση για ανάκτηση κατοχής, όπως τέθηκε και στην επίδικη Αίτηση αρ. Ε16/14, τίθεται η εξής προειδοποίηση:[16] « ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Εάν προτίθεστε να αμφισβητήσετε την αίτηση στο σύνολο ή μέρος της πρέπει να καταχωρήσετε απάντηση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επιδόσεως και να δώσετε αντίγραφο στη διεύθυνση επιδόσεως του αιτητή. » Συνεπώς, η παράλειψη / αμέλεια συνίσταται όχι μόνο στο ότι υπήρξε άγνοια του σχετικού Κανονισμού, αλλά κυρίως στο ότι δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή στη σημείωση που έφερε η ίδια η αίτηση.
  3. Δεν υποβλήθηκε γραπτή αίτηση, με βάση την Δ.57 Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης Απάντησης, ενέργεια που κατά πάσα περίπτωση θα ανέκοπτε την έκδοση απόφασης μονομερώς. Δηλαδή, παρά την εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησης, οι δικηγόροι των Καθ' ων είχαν τη δικονομική δυνατότητα, ακόμα και σε εκείνο το καθυστερημένο στάδιο που καταχώρησαν την Απάντησή τους, να αποτρέψουν την έκδοση της απόφασης, πλην όμως δεν το έπραξαν.
  4. Επίσης, ακόμα και εάν όντως περιήλθε εις γνώση των ίδιων των δικηγόρων η επίδοση της Αίτησης μόλις στις 11/01/2015, όπως αναφέρει ο κ. Μουτσουρής στην μαρτυρία του (παρ. 7 της γραπτής του δήλωσης «ΕΓΓΡΑΦΟ Α»), εντοπίζεται αμέλεια στο γεγονός ότι οι δικηγόροι του Αιτητή όφειλαν πάραυτα και καθηκόντως να διενεργήσουν έρευνα εντός του δικαστικού φακέλου της Αίτησης αρ. Ε16/2014 για να λάβουν ιδία γνώση για την πορεία της διαδικασίας. Με την απλή αυτή ενέργεια θα διαπίστωναν ότι βρισκόταν σε εκκρεμοδικία από τις 16/12/2014 μονομερές αίτημα των αντιδίκων τους για εξασφάλιση απόφασης. Αντί τούτου, παρέμειναν αδρανείς, με αποτέλεσμα στις 19/02/2015 να εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
  5. Επιπρόσθετα, κατά τον τότε κρίσιμο χρόνο δεν έγινε διαδικασία για ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης που είχε λάβει χώρα στον κ. Φασουλή.
  6. Όπως φάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ο κ. Μουτσουρής στηρίχθηκε στην ούτω καλούμενη «πρακτική» που κατ' ισχυρισμό ισχύει μεταξύ των δικηγόρων. Αυτή ήταν ακόμη μια λανθασμένη προσέγγιση του θέματος. Όπως επεξηγείται στην Παπακλεοβούλου (ανωτέρω) η γενική πρακτική δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει πάντα κάλυψη, ιδίως όταν αυτή δεν έχει δοκιμαστεί δικαστικά. Όπως επίσης υποστηρίζεται και από την Edward Wong Finance Co. Limited v Johnson Stokes & Master (ανωτέρω) η «συνήθης πρακτική» δεν αποτελεί άλλοθι όταν ο κίνδυνος είναι προφανής, όπως στην παρούσα περίπτωση όπου θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση μονομερώς, όπως και εν τέλει έγινε. Εν προκειμένω, υπήρξε παραδοχή του Μ. Ε. 1 ότι τον αντίδικο δικηγόρο δεν τον γνώριζε εκ των προτέρων. Παρόλο που δεν τον γνώριζε, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, στηρίχθηκε σε διαβεβαιώσεις που ο δικηγόρος του Καθ' ου και Αιτητή στην Ε16/14 του είχε δώσει. Προκαλεί προβληματισμό στο Δικαστήριο πως ένας δικηγόρος μπορεί να στηρίζεται, ή ορθότερα να επικαλείται, προφορικές διαβεβαιώσεις του αντίδικου δικηγόρου για να μην πράττει τα προβλεπόμενα με βάση του διαδικαστικούς Κανονισμούς και τις οδηγίες του εντολέα του για τις οποίες αμείβεται. Πόσο μάλλον, όταν ο αντίδικος δικηγόρος είναι κατά τον κρίσιμο χρόνο, ένα άγνωστο γι' αυτόν πρόσωπο. Όπως έχει τεθεί πιο πάνω, ένας δικηγόρος στα πλαίσια των καθηκόντων του πρέπει να ενεργεί με επιμέλεια ώστε να επιβεβαιώνει το σχετικό νομικό πλαίσιο επί του οποίου θα παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες και να ενεργεί με τη δέουσα ταχύτητα. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση, οι δικηγόροι του Καθ' ου δεν έπραξαν τα δέοντα, με αποτέλεσμα την έκδοση της απόφασης μονομερώς. (Γ) Η αμέλεια του δικηγόρου δεν μπορεί να διαχωρισθεί από τον διάδικο. Όσον αφορά το τελευταίο σκέλος, κατά πόσο δηλαδή η διαπιστωθείσα αμέλεια του δικηγόρου μπορεί να διαχωρισθεί από τον διάδικο που εκπροσωπεί, και επ' αυτού, η απάντηση είναι αρνητική. Τούτο διότι, η εφαρμογή μιας τέτοιας εισήγησης θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτα συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 6(δ) του Νόμου, το οποίο δεν αναφέρεται μόνο σε μη ύπαρξη παράλειψης ή αμέλειας αυτού καθ' αυτού του διαδίκου, αλλά γενικότερα, σε «εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αµέλειαν εκ µέρους του», δηλαδή, σε μη ύπαρξη αμέλειας σε ευρύτερο πλαίσιο. H φράση «εκ μέρους» σημαίνει: «εξ' ονόματος, κατ' εντολήν (κάποιου), ως αντιπρόσωπος, ή με σύσταση (κάποιου)».[17] Είναι σημαντικό να διαφυλάσσεται η τελεσιδικία, καθότι, προσδίδει βεβαιότητα στην κοινωνία. Αυτή την αναγκαιότητα είχε προφανώς κατά νου και ο Νομοθέτης της εν λόγω διάταξης και για τούτο το λόγο δεν αναφέρθηκε περιοριστικά σε αμέλεια του διαδίκου, αλλά γενικότερα σε αμέλεια εκ μέρους του διαδίκου. Από την άλλη πλευρά, υιοθέτηση της ερμηνείας που εισηγείται ο Αιτητής, ότι δηλαδή η επίκληση της αμέλειας του νομικού εκπροσώπου (ή σε άλλη περίπτωση του αντιπροσώπου ή του υπαλλήλου κλπ) του διαδίκου που αιτείται τον παραμερισμό είναι αρκετή για να απαλλάξει τον ίδιο τον διάδικο, οδηγεί σε καταστρατήγηση του υπό εξέταση άρθρου, δια μέσω στοχευμένης επίκλησης οποιουδήποτε τρίτου προσώπου πέραν του Αιτητή. Ιδιαίτερα, όσον αφορά τη σχέση του διαδίκου με τον δικηγόρο του, σημειώνω ότι ο δικηγόρος, εκ της φύσεως του επαγγέλματός του, ταυτίζεται με τον πελάτη του, αφού ενεργεί ως αντιπρόσωπός[18] του. Η έκταση της εξουσίας ενός δικηγόρου είναι αρκετά ευρεία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας όχι μόνο να προβαίνει σε δηλώσεις, στο πλαίσιο της δίκης που δεσμεύουν τον πελάτη του,[19] αλλά ακόμα και να συμβιβάζει την υπόθεση του εντολέα του.[20] Επιπροσθέτως, οι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει μέσω του δικηγόρου του προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορούν να οδηγήσουν μέχρι και στη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος[21] εναντίον του. Κατά συνέπεια, η αμέλεια του δικηγόρου που ο ίδιος ο διάδικος επέλεξε να τον εκπροσωπήσει δεν μπορεί για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου να επενεργεί υπέρ του διαδίκου και να τον απαλλάσσει ολωσδιόλου από τις πράξεις και παραλείψεις του δικηγόρου του. Συνεπακόλουθα δεν δύναται τέτοια συμπεριφορά να υποστυλώσει το βάθρο επί του οποίου θα παραμεριστεί μια, κατά τα λοιπά, καλώς εκδοθείσα δικαστική απόφαση, αποστερώντας από τον αντίδικο του αιτητή, τους καρπούς της επιτυχίας του. Η αμέλεια του δικηγόρου δεν μπορεί παρά να αντανακλάται στον εντολέα του. Εάν ο τελευταίος έχει υποστεί ζημιά και δικαιούται συνεπεία αμέλειας σε αποζημιώσεις από τον νομικό του εκπρόσωπο, είναι ζήτημα που δεν αφορά τούτη τη Δικαιοδοσία. Καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. VΙI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των προαναφερομένων, και με τη σύμφωνη γνώμη των παρέδρων, αποτελεί τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιανδήποτε προϋπόθεση για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης στην Αίτηση αρ. Ε16/
  7. Κατά συνέπεια, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ του Καθ' ού, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €10.000 - €50.
  8. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.)................. (Υπ.)................. Μάρω Γεωργιάδου Γιώργος Παναγιώτου Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στον κ. 8 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 αναφέρονται τα εξής: «Πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να την αμφισβητήσει στο σύνολο ή μέρος της με την καταχώριση απαντήσεως εντός 14 ημερών. Η απάντηση καθορίζει τις θεραπείες και γεγονότα που αμφισβητούνται. Θεραπείες και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ρητά θεωρούνται παραδεκτά.» [2] Δείτε κ. 12(α) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983: «Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας, τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [3] Orams κ.ά. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402 [4] Μεταξύ άλλων, Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247. [5] Zehil v. Roberts
(2009)1(A) 678. [6] J. Z. Classic Music Pro Ltd ν. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 (B) Α.Α.Δ 1151. [7] Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Ανδρούλλα Ευγενίου ν. Ανδρούλλα Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 852, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938, Χριστοφόρου και άλλος ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 18, Ε. Δωρήτης ν. Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1Α Α.Α.Δ 314 [8] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236, Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου) κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018. [9] Κωνσταντινίδης v. Κάτζιη
(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. [10] Δείτε πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 08/01/2015, σελ. 2, συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 17/02/17 του Μάριου Καλλία καθώς και πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 19/2/2015 και 26/02/
  2. [11] Μεταξύ άλλων: Εταιρεία Ακινήτων Ονασαγόρας ν. Κύπρος Σπανούδης, ECLI:CY:AD:2014:A500, Πολιτική Έφεση Αρ. 255/2009 ημερ. 09/07/2014, και Σχίζα ν. Αδάμου κ.ά. Πολιτική Έφεση αρ. 7/2011 ημερ. 3.11.
  3. [12] Άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 [13] G. + K. Ladenbau (U.K.) Ltd. V. Crawley & De Reya [1978] 1 ALL ER
  4. [14] Edward Wong Finance Co. Limited v Johnson Stokes & Master (a firm) [1984] AC
  5. [15]Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χ" Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 και Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083,
  1. [16] Δείτε την τυποποιημένη μορφή, «ΤΥΠΟΣ 1», στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του
  2. [17] Δείτε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Ά Έκδοση, Γ. Μπαμπινιώτη, σελ. 1080 -
  3. [18] Αναφορικά με την Η. Ε. Δικηγόρο
(2004)1Α Α.Α.Δ 254. [19] Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 556. [20] In Re Charalambous
(1985)1 C.L.R. 746, 748. [21] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ετ. Τεχνικών Έργων Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, 95. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.