ΔΙΣΠΥΡΟΥ ν. IOANNIS N. PATSALIDES GENERAL ENTERPRISES LTD, Αίτηση Αρ. Κ1/2017, 13/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2018:14 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ1/2017 Μεταξύ׃ XXXXX ΔΙΣΠΥΡΟΥ, από τη Ξυλοφάγου Αιτητή -και- IOANNIS N. PATSALIDES GENERAL ENTERPRISES LTD, από την Αγία Νάπα Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για τροποποίηση της Κυρίως Αίτησης ημερομηνίας 13/02/2018 Ημερομηνία: 13/07/2018 Για τους Αιτητές: κα Χ. Χριστοφή για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Χ. Θεοδούλου μαζί με κα Καπφχάμερ για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 02/02/2017 και με αυτήν επιδιώκεται ο παραμερισμός της εκδοθείσας εις βάρος του Αιτητή απόφασης στην Αίτηση αρ. Ε8/16, με την οποία ανακτήθηκε και η κατοχή συγκεκριμένου υποστατικού το οποίο βρισκόταν υπό την κατοχή του Αιτητή. Στις 08/03/2017, ο Αιτητής καταχώρησε Κλήση για Οδηγίες με βάση τη νέα Διαταγή
- Έγιναν εκατέρωθεν αποκαλύψεις εγγράφων και στις 29/06/2017 δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για ετοιμασία Καταλόγου Μαρτύρων και Σύνοψη Μαρτυρίας μέχρι τις 29/09/
- Η πλευρά του Αιτητή συμμορφώθηκε στις 27/09/2017 και η πλευρά των Καθ' ων στις 29/09/
- Στις 23/09/2017 μεσολάβησε η καταχώρηση από τον Αιτητή αίτησης για προσωρινό διάταγμα, η οποία, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας απορρίφθηκε στις 05/12/2017, για τους λόγους για τους οποίους εκτίθενται στο κείμενο της εν λόγω απόφασης. Είναι σχετικό να αναφερθεί ότι στα πλαίσια της υπό αναφορά απόφασης είχα σημειώσει, μεταξύ άλλων, ότι στις περιπτώσεις όπου η κατοχή του υποστατικού έχει ήδη ανακτηθεί από τον Ιδιοκτήτη, το μόνο δικαίωμα που απομένει σε θέσμιο ενοικιαστή είναι η διεκδίκηση αποζημιώσεων με βάση το άρθρο 15 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Πρόσθεσα συναφώς, ότι στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής νομιμοποιείται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων, νοουμένου ότι έχει δικογραφήσει κάτι τέτοιο. Τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση ημερομηνίας 05/12/2017 έχουν ως εξής: « Το εν λόγω άρθρο 6 αφορά τις περιπτώσεις που αξιώνεται αναθεώρηση ή ακύρωση του διατάγματος πριν την απώλεια της κατοχής του υποστατικού από τον θέσμιο ενοικιαστή. Εφόσον επισυμβεί η υλοποίηση της έξωσης με βάση τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, το μόνο δικαίωμα που παραμένει στον πρώην ενοικιαστή, είναι το δικαίωμα σε αποζημιώσεις, με βάση το άρθρο
- Η αυθεντία Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679 δεν αφήνει περιθώρια για οποιανδήποτε διαφορετική ερμηνεία. » και « Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Αιτητής πλέον μπορεί, εφόσον τούτο το επιτρέπει το δικόγραφό του, να αξιώνει μόνο αποζημιώσεις από τους Καθ' ων. » ΙΙ. ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η Αίτηση Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης ημερομηνίας 05/12/2017, η πλευρά του Αιτητή ζήτησε και έλαβε χρόνο για να μελετήσει την εν λόγω απόφαση και για να εξετάσει πώς περαιτέρω θα προχωρήσει με την Κυρίως Αίτηση. Εν τέλει, στις 13/02/2018, καταχώρησε την παρούσα αίτηση τροποποίησης με την οποία αξιώνεται:
(1)η τροποποίηση της Αιτούμενης Θεραπείας με την προσθήκη 6 παραγράφων με τις οποίες επιδιώκεται να εισαχθούν θεραπείες για διεκδίκηση αποζημιώσεων, απώλειας εμπορικής εύνοιας ύψους €2.654,500, παράβαση σύμβασης, ανακαινίσεις, συντηρήσεις κλπ καθώς και απώλειες απολαβών,
(2)η τροποποίηση των ουσιαστικών γεγονότων της Κυρίως Αίτησης ώστε να προστεθούν τα σχετικά γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν τις αξιούμενες θεραπείες ως επίσης και συναφείς «λεπτομέρειες ζημιών και/ή απώλειας και/ή ειδικών ζημιών τις οποίες υπέστη ο Αιτητής» με την εισαγωγή 6 υποπαραγράφων,
(3)να τροποποιηθούν / αντικατασταθούν διάφορες άλλοι παράγραφοι της Κυρίως Αίτησης. Η νομική βάση της αίτησής του εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.19, Δ.25, Δ.48, Δ.57, Δ.59, Δ.64 των Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, ως επίσης και στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983, καθώς και στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1983. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό αναφορά αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Αντώνη Δίσπυρου ο οποίος είναι υιός του Αιτητή και επεξηγεί ότι ο πατέρας του λόγω προβλημάτων υγείας και προχωρημένης ηλικίας αδυνατεί να μετακινηθεί εκτός της οικίας του. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των ανεπανόρθωτων ζημιών που οι δικηγόροι του πατέρα του επικαλούνται στην Κυρίως Αίτηση. Εισηγείται περαιτέρω ότι δεν θα εισαχθεί νέα βάση αγωγής, δεν θα επαναπροσδιορισθούν τα επίδικα θέματα, δεν εισάγονται νέες αιτίες ή νέες βάσεις αγωγής και οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι ούτε ξένες, ούτε άσχετες με τα επίδικα θέματα. Το αίτημα υποβάλλεται καλόπιστα και αποσκοπεί στην αποσαφήνιση των επίδικων θεμάτων. Δεν υπάρχει πρόθεση καθυστέρησης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο πατέρας του έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης. Η ακρόαση δεν έχει αρχίσει και δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των Καθ' ων. (β) Η Ένσταση Οι Καθ' ων ενίστανται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και προς τούτο καταχώρησαν σχετική Ένσταση ημερομηνίας 17/04/2018 προβάλλοντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, 21 λόγους Ένστασης. Τίθεται ως πρώτος λόγος ένστασης η εισήγηση ότι η αίτηση υποβάλλεται αντικανονικά καθότι το αίτημα για τροποποίηση δεν συμπεριλήφθηκε στο Παράρτημα του Αιτητή που συνόδευε την Κλήση για Οδηγίες. Προβάλλονται λόγοι που σχετίζονται με την κανονικότητα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση (Λόγοι ένστασης αρ. 5, 6, 7 και 10). Επίσης, εγείρονται διάφορα νομικά και δικονομικά ζητήματα. Τίθεται επιπλέον η θέση ότι επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής (Λόγοι ένστασης αρ. 8, 9, 10 και 17), ζητήματα καταχρηστικότητας, υπέρμετρης καθυστέρησης, ως επίσης γίνεται επίκληση της Αγωγής αρ. 695/2017 με την οποία αναζητούνται όμοιες θεραπείες και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα σήμαινε διπλή ανάκτηση (double recovery). Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών των Καθ' ων κ. XXXXX Νικόλα, ο οποίος αρνείται τις αιτούμενες θεραπείες και αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης όπως το κατανοεί, αντικρούει την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Δίσπυρου και προβαίνει σε εισηγήσεις σχετικές με τα όσα αναγράφονται στους λόγους ένστασης. Επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 την Αγωγή αρ. 695/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Σε πιο αναλυτικό σχολιασμό των εκατέρωθεν θέσεων, εφόσον κρίνω σκόπιμο, θα προβώ στη συνέχεια. (γ) Η ακροαματική διαδικασία Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έλαβαν χώρα στις 15/05/2018, οπότε το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Είχα σχετικά την ευκαιρία να αναγνώσω τα γραπτά κείμενα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η δυνατότητα τροποποίησης με βάση τη νέα Διαταγή 25 Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος τροποποίησης βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 9 και 12 σε συνδυασμό με την Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας. Πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η τροποποίηση δικογράφου ήταν ζήτημα που ενέπιπτε κυρίως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι δε καλά γνώστες επί του θέματος αρχές[1] έδειχναν ότι οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός όπου διαπιστωνόταν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κακοπιστία, ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Πλέον, με την υφιστάμενη διατύπωση της Δ.25, το δικαίωμα για τροποποίηση έχει διαβαθμίσεις με σημαντικότερη αυτή που καθορίζεται στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, όπου ορίζεται ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή εφόσον προκύπτουν νεοφανή γεγονότα. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται µε εξαίρεση το εκ παραδροµής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδοµένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. » Επίσης, με βάση τη Δ.25 θ. 5 «το Δικαστήριο µπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και µε τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωµα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται µε σκοπό τον καθορισµό του πραγµατικού ζητήµατος ή επίδικου θέµατος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Όσον αφορά δε τα γραφικά λάθη σε δικόγραφα, με βάση τη Δ.25 θ. 6, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης. Διευκρινίζεται συναφώς στη Δ.25 θ. 7 ότι «οι διατάξεις της Δ.25 εφαρµόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαµβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα». (β) Ο σκοπός της νέας Διαταγής
- Αν και η Διαταγή 25 δεν έχει τύχει ακόμα ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι σαφές ότι απώτερος σκοπός τόσο αυτής όσο και της νέας Διαταγής 30 είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι η κατάλληλη προετοιμασία των υποθέσεων και προς τούτο υπεύθυνοι είναι όλοι οι παράγοντες της δικαστικής διαδικασίας, ήτοι οι διάδικοι, οι δικηγόροι τους άλλα και το ίδιο το Δικαστήριο. Αναντίλεκτα, το περισσότερο βάρος εναποτίθεται στους ώμους των δικηγόρων των διαδίκων οι οποίοι πλέον παράλληλα με το δικόγραφό τους οφείλουν να προετοιμάζουν την υπόθεσή τους για την ακροαματική διαδικασία καθότι ουσιαστικές τροποποιήσεις δικογράφων μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες δεν είναι πλέον επιτρεπτές. Στην υπόθεση αρ. 2895/2015 Γ. Παπαμιχαήλ κ.α. ν. Marios Kitchens Limited, ημερ. 22/3/2017 υπό Παντελή Ε. Δ., τονίστηκε ότι ο σκοπός της εν λόγω τροποποίησης είναι να θέσει τον διάδικο και τον δικηγόρο του προ των ευθυνών τους για την ορθή προετοιμασία της υπόθεσής τους. Το σχετικό απόσπασμα, με το οποίο συμφωνώ απόλυτα, έχει ως εξής: « Περιπλέον καίτοι ο διάδικος είναι η πηγή πληροφόρησης του δικηγόρου, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση της υπεράσπισης ότι αν δεν ενημερώσει δεόντως το συνήγορό του, τότε η παράλειψη αυτή θεωρείται σφάλμα που άπτεται της σύνταξης της δικογραφίας. Αν κάτι τέτοιο γινόταν αποδεκτό θα καθιστούσε το αίτημα ανέλεγκτο και υποχείριο μεγάλης γκάμας δικαιολογιών. Εύκολο θα ήταν δια κάθε συνήγορο να επικαλείται σφάλμα διαδίκου που φαινομενικά είναι καλόπιστο, ώστε να εξασφαλίσει τροποποίηση. Δεν είναι όμως αυτό που επιζητεί ο κανονισμός, ο οποίος θέτει διάδικο και συνήγορο προ των ευθυνών τους. Αναμένεται και οι δύο να μεριμνήσουν για εξασφάλιση όλων όσων χρειάζεται. » (γ) Η έννοια του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας». Όσον αφορά δε την απάντηση στο ερώτημα τι ακριβώς πραγματεύεται η έννοια του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας», πρωτεύοντα και καθοδηγητικό ρόλο έχει η γραμματική ερμηνεία της εν λόγω αναφοράς, στην οποία θα πρέπει να αποδοθεί η συνήθης και φυσική της σημασία. Είναι ακροσφαλές να αποδοθεί επακριβής ορισμός στην εν λόγω έννοια, καθότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται κάτω από τις δικές της ιδιαίτερες περιστάσεις. Η πολυπλοκότητα των επίδικων γεγονότων ή των νομικών θεμάτων, καθώς και η έκταση της μαρτυρίας που πρόκειται να προσφερθεί απαιτεί την αντίστοιχη κατά περίπτωση αξιολογική κρίση. Παρόλα αυτά, στη δική μου σκέψη η υπό εξέταση έννοια σημαίνει, αφενός, κάτι περισσότερο από ένα απλό γραφικό λάθος, αφού το ζήτημα αυτό το πραγματεύεται η Δ.25 θ.
- Αφετέρου, και έχοντας ακόμη υπόψιν ότι στο χώρο του Δικαίου κάθε λέξη έχει το δικό της ειδικό βάρος και σημασία, το γεγονός ότι ο συντάκτης της νέας Διαταγής 25 έχει συναρτήσει το «καλόπιστο λάθος» αποκλειστικά με τη σύνταξη της δικογραφίας, υποδηλώνει ότι, καλόπιστο λάθος που δεν αφορά τη σύνταξη της δικογραφίας, δεν καλύπτεται. Επιπροσθέτως, θα πρέπει τούτου του είδους το λάθος να έχει γίνει «εκ παραδρομής». Η δε έννοια του «καλόπιστου λάθος» που αναφέρεται στη νέα Διαταγή 25, δεν στοιχειοθετείται εφόσον απουσιάζει μόνο «κακοπιστία» εκ μέρους του αιτούντα, όπως η έννοια της «κακοπιστίας» είχε ερμηνευθεί με βάση την παλαιά Διαταγή
- Κάτι τέτοιο θα αντίκειτο τόσο στη γραμματική όσο και στη τελολογική ερμηνεία της εν λόγω Διαταγής. Εάν ο συντάκτης της νέας Διαταγής 25 ήθελε να προσδιορίσει την εξαίρεση του κανόνα με αναφορά στην απουσία «κακοπιστίας» πολύ απλά θα το έπραττε. Αντί αυτού, επέλεξε τη φράση «καλόπιστο λάθος» την οποία μάλιστα περιστοίχισε με τις φράσεις «εκ παραδρομής» και «κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» θέτοντας φραγμό σε οποιοδήποτε λάθος μπορεί να είναι μεν καλόπιστο, πλην όμως δεν προέκυψε είτε εκ παραδρομής, είτε κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Συνακόλουθα, η έγκριση αιτήματος τροποποίησης σε τούτο το στάδιο προαπαιτεί την απόδειξη αυτών των προϋποθέσεων και, ως εκ τούτου, κινείται σε καταφανώς αυστηρότερο επίπεδο από τα όσα ίσχυαν πριν την τροποποίηση της Δ.25 όπου οι τροποποιήσεις επιτρέπονταν, εκτός, συγκεκριμένων περιπτώσεων. Η αναφορά πλέον ότι «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται.» αναδεικνύει την αυστηρότητα της υφιστάμενης διατύπωσης. ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Πριν οτιδήποτε άλλο, επιβάλλεται να σχολιάσω το περιεχόμενο της Ένστασης των Καθ' ων. Βρίσκεται ενώπιον μου μια αδικαιολόγητα πολυσχιδής Ένσταση με την οποία εγείρονται όλοι οι πιθανοί αλλά και μερικοί ασυνήθιστοι λόγοι ένστασης, για ένα κατά τα λοιπά, όχι περίπλοκο ζήτημα, ήτοι για ένα αίτημα τροποποίησης. Με βάση τη Διαταγή 48 θ. 4
(1)[2] και τον «Τύπο 47» στον οποίο η εν λόγω Διαταγή παραπέμπει, ο ενιστάμενος οφείλει να συγκεκριμενοποιεί τους λόγους ένστασής του. Στη Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 92 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο. » Στην παρούσα περίπτωση η μορφή και η έκταση της Ένστασης δεν έχει διευκολύνει το δικό μου έργο. Ούτε η ομαδοποίηση των λόγων Ένστασης που έχει επιχειρηθεί κατά το στάδιο των γραπτών αγορεύσεων διαφοροποιεί την κατάσταση καθότι η συνάφεια έκαστης ομάδας δεν είναι ευδιάκριτη. Ως εκ των προαναφερομένων, οι λόγοι ένστασης δεν θα εξεταστούν ούτε αυτοτελώς ως έχουν τεθεί στην Ένσταση, ούτε με τη μορφή που έχουν ομαδοποιηθεί κατά την αγόρευση των Καθ' ων, αλλά με τον τρόπο που κρίνω προσφορότερο, ήτοι όπως παρατίθεται πιο κάτω.
- Κατά πόσο το αίτημα για τροποποίηση θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στο Παράρτημα που συνοδεύει την Κλήση για Οδηγίες (1ος και 2ος Λόγος Ένστασης). Οι Καθ' ων, κατ' επίκληση άλλης πρωτόδικης απόφασης, εισηγούνται ότι το αίτημα τροποποίησης θα έπρεπε να αξιωθεί με το Παράρτημα που συνόδευσε την Κλήση για Οδηγίες του Αιτητή. Δεν συμφωνώ. Απλή ανάγνωση της εν λόγω διαταγής υποδηλώνει ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες επιτρέπεται η τροποποίηση εφόσον όμως αφορά είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας είτε, νεοφανή γεγονότα. Εξάλλου, ο χρόνος που πιθανόν να επέλθουν τα όποια νεοφανή γεγονότα είναι εξ' αντικειμένου απροσδιόριστος και ως εκ τούτου το αντίστοιχο δικαίωμα σε τροποποίηση δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να ενταχθεί σε οποιαδήποτε πλαίσια.
- Κατά ποσόν η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης είναι αντικανονική. (5ος, 6ος και 7ος Λόγος Ένστασης). Οι Καθ' ων ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν είναι σε θέση να εξουσιοδοτήσει τον ενόρκως δηλούντα για να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ούτε αυτή η ομάδα λόγων ένστασης είναι αποδεκτή. Οι λόγοι για τους οποίους η ένορκη δήλωση έχει γίνει από τον υιό του Αιτητή στην Κυρίως Αίτηση εξηγούνται με σαφήνεια στη σχετική ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και συνάδουν με τα προβλεπόμενα στη Δ.39 θ.
- Η πλευρά των Καθ' ων χωρίς καν να έχει επιδιώξει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα που της παρέχεται από τη Δ.39 θ.1, δεν μπορεί στα πλαίσια τούτης της αίτησης να αξιώνει όπως το Δικαστήριο καταλήξει σε συμπεράσματα που άπτονται της ίδιας της ενεργητικής νομιμοποίησης και της δικαιοπρακτικής ικανότητας του Αιτητή, στη βάση μάλιστα ισχυρισμών που εμπεριέχονται σε άλλες ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν σε παλαιότερες και ήδη αποσυρθείσες δικαστικές διαδικασίες.
- Κατά πόσο υπάρχει κακοπιστία από τον Αιτητή. Οι Καθ' ων εισηγούνται ότι ο Αιτητής υπήρξε κακόπιστος επειδή τα δεδομένα στα οποία στηρίζει το αίτημά του ήταν γνωστά σε αυτόν, όπως τούτο εξάγεται από το ιστορικό της υπόθεσης. Δεν συμφωνώ. Δεν πρέπει να συγχέεται το σφάλμα ή η αμέλεια με την έννοια της κακοπιστίας. Η ανάγκη για τροποποίηση, πλην της περίπτωσης νεοφανών γεγονότων, προαπαιτεί την ύπαρξη σφάλματος, ή αμέλειας. Δεν είναι όμως κάθε σφάλμα ή αμέλεια κακόπιστη. Στη Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα,
(2012)1Α Α.Α.Δ 745 σημειώθηκε ότι το λάθος ή η αμέλεια δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της «κακοπιστίας». Θα πρέπει να υπάρχουν σαφή στοιχεία από τα οποία να προκύπτει αβίαστα τούτο το συμπέρασμα. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορώ, με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, να καταλήξω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο Αιτών ενεργεί κακόπιστα. Ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος απορρίπτεται.
- Κατά πόσο το αίτημα για τροποποίηση θα οδηγήσει σε διπλή αποζημίωση (double recovery) του Αιτητή. (20ος Λόγος Ένστασης). Οι Καθ' ων εισηγούνται κατ' επίκληση της γενικής οπισθογράφησης Αγωγής υπ' αριθμό αρ. 695/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στην Ένσταση), ότι τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα οδηγήσει σε διπλή αποζημίωση (double recovery) του Αιτητή. Διαφωνώ. Ο εν λόγω ισχυρισμός των Καθ' ων στηρίζεται σε υποθέσεις και σε γεγονότα που δεν έχουν ακόμα επισυμβεί, τυχόν δε έγκριση του αιτήματος τροποποίησης δεν ισοδυναμεί με επιτυχία του Αιτητή επί της ουσίας, είτε στην παρούσα υπόθεση, είτε, στην Αγωγή αρ. 695/
- Στο δε άρθρο 61 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, όπου ανευρίσκεται η αρχή της απαγόρευσης της διπλής αποζημίωσης, γίνεται συναφώς ρητή αναφορά να «επιδικάστηκε σε αυτό [το πρόσωπο]» αποζημίωση, όχι να υπάρχει μόνο πιθανότητα να αποζημιωθεί, ως η σχετική εισήγηση των Καθ' ων. Συνεπώς, ο υπό αναφορά λόγος ένστασης υποβάλλεται πρόωρα και δεν γίνεται αποδεκτός.
- Κατά πόσο επιδιώκεται να εισαχθεί νέο αγώγιμο δικαίωμα (8ος, 9ος, 10ος και 17ος Λόγος Ένστασης). Όσον αφορά τούτη την ομάδα λόγων ένστασης, βρίσκω έρεισμα στην επιχειρηματολογία των Καθ' ων. Η νέα τάξη πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί μετά την τροποποίηση της Δ.25 και η αυστηρότητα που υφίσταται πλέον για τροποποιήσεις που επιχειρούνται ιδίως μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες όπως το θέμα επεξηγείται προηγουμένως υπό το νομικό πλαίσιο, προδιαγράφει το αποτέλεσμα και της παρούσας αίτησης, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια. Κατ' αρχάς, είναι εμφανές ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι θεμελιώδης και ουσιαστικής φύσης. Αξιώνεται αντικατάσταση πολλών παραγράφων και αιτητικών και κυρίως επιδιώκεται η εισαγωγή νέου αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι του προβλεπόμενου στο άρθρο 15 του Νόμου για αποζημιώσεις ενώ, η Κυρίως Αίτηση παραμερισμού, δεν σχετίζεται επουδενί με τούτο το ζήτημα παρά μόνο επιδιώκει την ακύρωση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής με βάση το άρθρο 6 του Νόμου. Συνεπώς, και με δεδομένο ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, θα πρέπει να εξεταστεί εάν αυτά για τα οποία επιδιώκεται η τροποποίηση εντάσσονται εντός της κατηγορίας του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας» τα οποία, κατ' εξαίρεση, μπορούν να υποστυλώσουν αίτημα για τροποποίηση σε τούτο το στάδιο, συμφώνως των διαλαμβανομένων στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, αφού αποτελεί κοινό έδαφος ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά την περίπτωση νέων δεδομένων μη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της Κυρίως Αίτησης, ως διαζευκτικά αναφέρεται στην υπό αναφορά Διαταγή. Μελετώντας τις ένορκες δηλώσεις καθώς και τις αγορεύσεις εκατέρωθεν, καταλήγω ότι η σκοπούμενη τροποποίηση, παρόλο που δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως αδικαιολόγητα καθυστερημένη αφού υποβλήθηκε πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, δεν μπορεί να ενταχθεί εντός του πλαισίου του «καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» που καθορίζεται με τη βάση τη νέα Διαταγή 25, και δεν στοιχειοθετείται, στη βάση των αυστηρών προϋποθέσεων που τίθενται από την εν λόγω Διαταγή. Η πλευρά του Αιτητή ισχυρίζεται ότι πρόκειται για διευκρινίσεις επί υφιστάμενης δικογράφησης και παροχής λεπτομερειών επί γενικών ισχυρισμών, αλλά δεν είναι τέτοια περίπτωση. Ούτε πρόκειται, όπως προανέφερα, για εισαγωγή γεγονότων που περιήλθαν προσφάτως εις γνώση του Αιτητή, ούτε αφορά διόρθωση κάποιου τυπογραφικού λάθους (clerical mistake). Αυτό που διαπιστώνω είναι ότι επιχειρείται ριζική αναδόμηση της Κυρίως Αίτησης με την εισαγωγή νέου αγώγιμου δικαιώματος με βάση το άρθρο 15 του Νόμου, το οποίο είναι εντελώς διαφορετικό από την υφιστάμενη βάση της Αίτησης η οποία αδιαμφισβήτητα εδράζεται αποκλειστικά στο άρθρο 6 του Νόμου και με την οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός προγενέστερης απόφασης εις βάρος του Αιτητή και τίποτα περισσότερο. Τέτοια τροποποίηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας». Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα, τα οποία μέσω των υφιστάμενων δικογράφων είναι σαφώς προσδιορισμένα και θα προκαλέσει καθυστέρηση στη διαδικασία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τον Κατάλογο Μαρτύρων και τη Σύνοψη Μαρτυρίας του Αιτητή, αποσκοπείται να παρουσιαστούν 14 μάρτυρες για λογαριασμό του, ουδείς όμως για να δώσει μαρτυρία σχετική με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, δηλαδή για τις επικαλούμενες ζημιές και απώλειες που έχει κατ' ισχυρισμό υποστεί ο Αιτητής. Ομοίως, το ίδιο ισχύει και για τα αποκαλυφθέντα από τον Αιτητή έγγραφα. Συνεπώς, τυχόν έγκριση του αιτήματος θα ισοδυναμούσε με οπισθοδρόμηση όλης της διαδικασίας αφού, αναπόδραστα, θα πρέπει να καταχωρηθούν τόσο νέοι κατάλογοι μαρτύρων όσο και συμπληρωματικές αποκαλύψεις εγγράφων. Καταλήγω ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση βρίσκεται εκτός του πλαισίου της νέας Διαταγής
- Συνεπώς, ο σχετικός λόγος ένστασης επιτυγχάνει και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
- Κατά πόσον η Αίτηση συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και/ή κατάχρηση διαδικασίας (14ος, 15ος, 16ος και 21ος Λόγος Ένστασης). Πέραν των προαναφερόμενων, αναφύεται και το ζήτημα της κατάχρησης δικαιώματος. Η καταχρηστική συμπεριφορά μπορεί να εκλάβει διάφορες εκφάνσεις και διαστάσεις. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση ARTESA TRADING CO. LIMITED κ.α. ν. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολ. Έφεση αρ. 147/2012, ημερ. 03/04/2018: « Η έννοια της κατάχρησης δικαιοδοσίας, αλλά και διαδικασίας, είναι πολυσχιδής στις εκφάνσεις της και, όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1 Α.Α.Δ. 1176, μια υπόθεση, που περιλαμβάνει βεβαίως και το στάδιο της έφεσης, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται συνειδητά για αλλότριους σκοπούς. Το Δικαστήριο έχει πάντοτε την εξουσία καταστολής καταχρηστικών διαδικασιών ως μέρος της αυτονομίας και αυτοτέλειας της δικαστικής λειτουργίας, (Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 και Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Κάθε αναφυόμενο ζήτημα κατάχρησης δικαιοδοσίας και διαδικασίας εξετάζεται υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων της υπόθεσης, δεδομένου ότι δεν μπορεί εκ προοιμίου να στεγανοποιηθεί εκείνη η συμπεριφορά που εξεταζόμενη κρίνεται ως καταχρηστική, (Ηλία (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). » Το Δικαστήριο οφείλει πάντοτε να εξετάζει τη σκοπιμότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 627 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής του 1958 (Annual Practice): « The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durhman 21 Q. B. D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q.B. p. 774; Bevan v. Barnett, 13 T. L. R. 310) » Ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση χωρίς να θέσει ενώπιον μου τη γενική οπισθογράφηση της Αγωγής υπ' αριθμό αρ. 695/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου η οποία επισυνάφθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στην ένσταση των Καθ' ων. Απλή ανάγνωση του εν λόγω τεκμηρίου φανερώνει ότι η εν λόγω Αγωγή αδιαμφησβήτητα πραγματεύεται ζήτημα μεταξύ των ίδιων διαδίκων στην παρούσα Αίτηση, για το ίδιο υποστατικό το οποίο αφορά η παρούσα κυρίως διαδικασία και με ουσιαστική αξίωση τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για την απώλεια της κατοχής του εν λόγω ενοικιαζόμενου υποστατικού από τον Αιτητή. Οι δε αξιούμενες θεραπείες στην εν λόγω γενική οπισθογράφηση της Αγωγής υπ' αριθμό αρ. 695/2017 είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που αξιώνονται να εισαχθούν στην παρούσα διαδικασία με την υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης, αφού αξιώνονται και στις δύο περιπτώσεις αποζημιώσεις για ανακαινίσεις, διαφυγόντα κέρδη, απώλεια εμπορικής εύνοιας κλπ. Οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις στην αγόρευση των δικηγόρων του Αιτητή εξαντλούνται σε γενικότητες και δεν είναι πειστικές. Τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα δημιουργήσει την παραδοξότητα να εγείρεται το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα σε δύο διαφορετικής δικαιοδοσίας Δικαστήρια, δηλαδή να αξιώνονται όμοιες ή παρόμοιες θεραπείες, επί ίδιων γεγονότων. Σημειώνοντας ότι το αγώγιμο δικαίωμα δεν προσδιορίζεται με βάση τη δικαιοδοσία που καταχωρείται μια υπόθεση, ούτε με βάση το νομικό περίβλημα της απαίτησης, δηλαδή το λεγόμενο «form of action», αλλά στη βάση της συγκεκριμένης κατάστασης γεγονότων,[3] δεν νοείται να υφίσταται παράλληλη δικαιοδοσία για το ίδιο ζήτημα του παρόντος εξειδικευμένου Δικαστηρίου με Δικαστήριο πολιτικής δικαιοδοσίας. Επιπροσθέτως, τυχόν έγκριση του αιτήματος θα απολήξει στη δημιουργία παράλληλης διαδικασίας με την οποία θα επιδιώκεται παρόμοιος με τον επιδιωκόμενο σκοπό στην Αγωγή υπ' αριθμό αρ. 695/2017. Ο Αιτητής, με την καταχώρηση, στις 22/12/2017, της Αγωγής υπ' αριθμό αρ. 695/2017 επέλεξε να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Δεν μπορεί παράλληλα να απευθύνεται για το ίδιο ζήτημα στο παρόν Δικαστήριο. Τούτη η συμπεριφορά συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και δεν είναι αποδεκτή. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση και καθήκον να παρεμποδίζει και να αποτρέπει την κατάχρηση της δικαιοδοσίας του.[4] Ως εκ τούτου, η Ένσταση επιτυγχάνει και για αυτόν το λόγο. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ τούτου, η Ένσταση επιτυγχάνει, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές. [2] Η Δ.48 θ. 4
(1)αναφέρει: «Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει του συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.» Στον δε «Τύπο 47» προσδιορίζεται ρητά η απαίτηση για συγκεκριμενοποίηση των λόγων ένστασης, με την αναφορά «Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:» [3] Letang v. Cooper [1964] 2 All ER 929 [4] Διευθυντής των Φυλακών ν. Jennaro Perella
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο