Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Ambiente Ltd κ.α., Αίτηση Αρ.:Ε153/15, 16/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2019:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ/ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.:Ε153/15 Μεταξύ: Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου Αιτητών Και
- Ambiente Ltd, εκ ΧΧΧ 15, Λευκωσία
- ΧΧΧ Καζαμία, εκ ΧΧΧ 15, Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------------------------------------- Αίτηση για την έκδοση απαγορευτικών και άλλων Διαταγμάτων μετά την Απόφαση 16.1.2019 Για τους Αιτητές: κ. Κ. Βελάρης και κα. Στ. Δαμιανού για κ.κ. Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 10.1.2019, οι Αιτητές στην κυρίως Αίτηση εξαιτούνται ως ακολούθως: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση την αποξένωση, διάθεση ή επιβάρυνση οποιασδήποτε περιουσίας μέχρι αξίας €92.500 την οποία κατέχουν αποκλειστικά ή με άλλα πρόσωπα και είτε αυτή κατέχεται από αυτήν άμεσα ή έμμεσα μέσω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής δικαιώματος ή στην οποία με οποιονδήποτε τρόπο να δικαιούται και η οποία θα μπορούσε να διατεθεί με οδηγίες ή κατ' επιθυμία ή εντολή της μέχρι την τελική ικανοποίηση της εκ συμφώνου απόφασης ημερ. 20/12/
- Νοείται ότι σε περίπτωση που η Καθ' ης η Αίτηση 1 εξεύρει αγοραστή και/ή αγοραστές για την πώληση των περιουσιακών της στοιχειών, θα πρέπει να λάβει την προγενέστερη άδεια των Αιτητών ή του Δικαστηρίου, και τέτοια πώληση θα μπορεί να προχωρήσει νοουμένου ότι η Καθ' ης η Αίτηση λάβει όλα τα διαβήματα ώστε εκ του τιμήματος ή οποιουδήποτε ανταλλάγματος για αυτά τουλάχιστο μέχρι του ποσού των €92,500 κατατεθεί στο Δικαστήριο και/ή σε ειδικό Τραπεζικό Λογαριασμό που θα μπορεί να ανοιχθεί από την Καθ' ης η Αίτηση 1 για το σκοπό αυτό και θα παραμένει δεσμευμένο μέχρι την τελική ικανοποίηση της εκ συμφώνου απόφασης ημερ. 20/12/
- (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να καθορίζει ότι η παράγραφος (Α) ανωτέρω περιλαμβάνει αλλά δεν περιορίζεται, στα εμπορεύματα της καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή περιλαμβάνει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό έχει εισπραχθεί από αυτήν από την πώληση των εμπορευμάτων ή οποιονδήποτε περιουσιακών της στοιχείων, δύο τουλάχιστον μήνες πριν την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης έως και σήμερα και/ή οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο της Καθ' ης η Αίτησης 1 το οποίο δεν γνωρίζουν οι Αιτητές και το οποίο πιθανόν να αποκαλυφθεί μεταγενέστερα. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την Καθ' ης η Αίτηση 1 όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος: I. Αποκαλύψει ενόρκως στους δικηγόρους των Αιτητών ή στο Δικαστήριο την κινητή περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή κάθε ένα από τα περιουσιακά της στοιχεία και/ή την αξία των επίμαχων και/ή άλλων εμπορευμάτων και/ή κινητή περιουσία που βρισκόταν στο μίσθιο και/ή σε οποιαδήποτε αποθήκη και/ή οπουδήποτε αλλού τουλάχιστον δύο μήνες πριν την εκ συμφώνου απόφαση ημερ. 20/12/18 έως σήμερα τα οποία έχουν αξία μέχρι €92.
- Καθώς και αποκάλυψη της κινητής περιουσίας η οποία δωρήθηκε και/ή αποξενώθηκε και/ή πωλήθηκε δύο μήνες πριν την εκ συμφώνου απόφαση ημερ. 20/12/18 έως σήμερα, καθώς και τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από τις εν λόγω πωλήσεις. ΙΙ. Την ακριβή τοποθεσία που έχουν μεταφερθεί τα εμπορεύματα περί τις 18/10/18 και/ή δύο μήνες πριν την εκ συμφώνου απόφαση ημερ. 20/12/18 έως και σήμερα και/ή τον χώρο στον οποίο αποθηκεύονταν τα εμπορεύματα της Καθ' ης η Αίτηση κατά την εν λόγω χρονική διάρκεια και την αξία τους. Είτε αυτά τους ανήκουν αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα και είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής δικαιώματος ή στα οποία με οποιονδήποτε τρόπο δικαιούνται ή τα οποία θα μπορούσαν να διατεθούν καθ' υπόδειξιν, με οδηγίες ή κατ' εντολήν τους. (Δ) Περαιτέρω διάταγμα διατάσσον την Καθ' ης η αίτηση 1 όπως επισυνάψει στην ένορκη δήλωση που θα υποβληθεί τα αναγκαία έγγραφα ή πληροφορίες που να τεκμηριώνουν την αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, την τοποθεσία στην οποία ευρίσκονται και το συμφέρον της σε κάθε ένα από αυτά. (Ε) Οδηγίες και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου για τις κάτωθι εξαιρέσεις από τα διατάγματα σύμφωνα με την παρ. (Α) ανωτέρω: Ι. Τα εν λόγω διατάγματα δεν θα εμποδίζουν την Καθ' ης η Αίτηση 1 από του να διεξάγει οποιαδήποτε συναλλαγή αναφορικά με τα περιουσιακά της στοιχεία που θα αφορά την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της νοουμένου ότι θα πρέπει να λαμβάνεται η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου ή η συγκατάθεση των Αιτητών. ΙΙ. Τα εν λόγω διατάγματα δεν θα απαγορεύουν στην Καθ' ης η αίτηση 1 την διενέργεια οποιοσδήποτε πράξης αναφορικά με τα περιουσιακά της στοιχεία αν έχει προς τούτο εκ των προτέρων εξασφαλίσει την έγγραφη συναίνεση των Αιτητών ή των δικηγόρων τους. (ΣΤ) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή οδηγία το Δικαστήριο θα ήθελε θεωρήσει αναγκαία ή εύλογη. (Ζ) Έξοδα της Αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θθ.1, 2, 3, 4, 7-9 και 13, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 9, 91Α έως 91Δ και 92, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, άρθρα 309(β) και (γ), στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ. 62, άρθρα 2-5, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 2, 29, 31 και 32 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. ΧΧΧ Χατζηϊωάννου, από τη Λεμεσό. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι στην υπηρεσία των Αιτητών και κατέχει τη θέση του Διοικητικού Λειτουργού. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στη δήλωση του εκ μέρους τους προς υποστήριξη της αίτησης τους για Διατάγματα παγοποίησης περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση και διατάγματα αποκάλυψης ως επικουρικά του Διατάγματος παγοποίησης με σκοπό την εποπτεία των Διαταγμάτων παγοποίησης. Τα γεγονότα που περιέχονται στη δήλωση του εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση και όσα δεν εμπίπτουν, είναι αληθή εξ' όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει. Οι Αιτητές είναι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικού παρά την οδό ΧΧΧ 15, στη Λευκωσία, ήτοι ισογείου χώρου καταστήματος, ημιωρόφου και 3 χώρων στάθμευσης στο πίσω μέρος του κτιρίου (εν της εφεξής «το υποστατικό»). Η Καθ' ης Αίτηση 1 είναι ιδιωτική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και ασχολείται με την εμπορία επίπλων και διακοσμητικών αντικειμένων (εν τοις εφεξής «τα εμπορεύματα»). Μοναδικός διευθυντής και ο βασικός μέτοχος της Καθ' ης η Αίτηση 1, με 950 μετοχές, είναι ο Καθ' ου η Αίτηση
- Ο άλλος μέτοχος, με 50 μετοχές, είναι ο πατέρας του, κ. ΧΧΧ Καζαμίας, αποβιώσας και ο οποίος κατά πάσαν πιθανότητα κατείχε τις μετοχές για λογαριασμό του. Ο Γραμματέας της Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι κάποιος κ. ΧΧΧ Παπαδόπουλος. Η Καθ' ης η Αίτηση 1, για σκοπούς δραστηριοποίησης των εργασιών της, ήτοι την εμπορία των εμπορευμάτων της, ενοικίασε από τους Αιτητές το υποστατικό, με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 29.5.
- Κατά παράβασην των όρων του, η Καθ' ης η Αίτηση 1 ουδέν ποσό είχε καταβάλει ως μηνιαίο ενοίκιο, με αποτέλεσμα στις 31.12.15, οι Αιτητές να προχωρήσουν στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, η οποία οδήγησε στην έκδοση εκ συμφώνου απόφασης για έξωση και για το ποσό των €92.500 (εντόκως προς 4% ετησίως από 31/12/2015 έως 31/12/2016 και 3,5% ετησίως από 1/1/2017 μέχρις εξοφλήσεως), με αναστολή εκτελέσεως μέχρι 31.1.
- Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι ενημερώθηκε από τους δικηγόρους που χειρίστηκαν την υπόθεση, ότι είχε αποκαλυφθεί κατά τη συζήτηση της από τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 είχε μεγάλες υποχρεώσεις οι οποίες ενδεχομένως να υπερβαίνουν τα περιουσιακά της στοιχεία και ότι όφειλαν μεγάλα ποσό στον Φ.Π.Α. και προς ικανοποίηση των οφειλών της, σκόπευαν να πωλήσουν τα περιουσιακά της στοιχεία τα οποία ευρίσκοντο στο υποστατικό. Πέραν των ως άνω, δεν αποκαλύφθηκαν από ή εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με τις υποχρεώσεις της σε τρίτους, ώστε οι Αιτητές να μπορούν να διαπιστώσουν την αλήθεια των ισχυρισμών τους, την έκταση ή το εύρος των υποχρεώσεων της και την ενδεχόμενη προτεραιότητα εκάστης οφειλής έναντι του οφειλόμενου ποσού. Συνακόλουθα, μία ημέρα μετά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης, οι Αιτητές απέστειλαν επιστολή προς την Καθ' ης η Αίτηση 1, καθώς και στον Καθ' ου η Αίτηση 2, στις 21.12.18, με την οποία τους ζητούσαν όπως διατηρηθούν όλα τα εμπορεύματα υπό την κατοχή της εταιρείας σε ασφαλή φύλαξη, απέχοντας από οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια προς αποξένωση της ή μείωση της αξίας της, να πληροφορήσουν τους Αιτητές για το χώρο στον οποίο τα έχουν μεταφέρει και να παρέχουν στους Αιτητές πλήρη κατάλογο των εμπορευμάτων και την αξία τους, με τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία (τιμολόγια, φορτωτικές κτλ.). Ο κ. Χατζηϊωάννου λέγει ότι είναι πεποίθηση του πως η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν ενεργεί καλή τη πίστει, καθώς, ενώ γνωρίζει ότι οφείλει το ποσό των €92.500 στους Αιτητές, δεν τους απέστειλε μέχρι σήμερα τις πληροφορίες που ζητούν, αλλά τουναντίον, θεωρεί ως δικαίωμα της τη μη εξόφληση τους εξ αποφάσεως χρέους της. Ειδικότερα, η Καθ' ης η Αίτηση 1 μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή με την οποία δηλώνει ότι θα προβεί στην πώληση των εμπορευμάτων και/ή έχει προβεί στην πώληση κάποιων εμπορευμάτων για την εξόφληση του Φ.Π.Α. και μόνο, χωρίς να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και/ή στοιχεία για τις οφειλές της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή την αξία των εμπορευμάτων προς επίρρωση των ισχυρισμών της. Σημειώνεται ότι η αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση 1, εξ όσων γνωρίζει, διενεργείται από το Διευθυντή της, Καθ' ου η Αίτηση
- Οι Αιτητές πιστεύουν, με βάση τις παραστάσεις των Δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση 1, ότι τα μόνα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, είναι τα εμπορεύματα της. Με την υπό εξέταση αίτηση, προνοείται όπως τεθούν ασφαλιστικές δικλείδες ώστε με τα όποια Διατάγματα ήθελε εκδώσει το Δικαστήριο να μη στραγγαλίζεται η Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρεία ή να εμποδίζεται στις εργασίες της. Οι Αιτητές επιθυμούν μόνο τη διαφύλαξη των έννομων τους συμφερόντων και τίποτα περισσότερο, ήτοι να ακολουθηθεί η έννομη διαδικασία εξόφλησης των πιστωτών και να μη δοθεί η άδικη έναντι των Αιτητών προτεραιότητα σε άλλους πιστωτές και/ή να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αποξένωσης της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση
- Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι θα πρέπει να δοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, καθώς πληρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα: (α) Είναι ξεκάθαρο ότι η Καθ' ης η Αίτηση οφείλει στους Αιτητές το ποσό των €92.
- (β) Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα Διατάγματα, είναι απίθανο να μπορεί να έχει αντίκρισμα η υπέρ των Αιτητών απόφαση, καθώς σε περίπτωση που η Καθ' ης η Αίτηση 1 αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία αποτελούνται αποκλειστικά - εξ' όσων γνωρίζουν οι Αιτητές - από τα επίμαχα εμπορεύματα, θα στερείται περιουσίας και οι Αιτητές δεν θα ανακτήσουν ποτέ τα χρήματα τους. Περαιτέρω, η όλη συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση 1, να αποφεύγει να δώσει στους Αιτητές οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με τις οφειλές της και/ή οποιεσδήποτε οικονομικές καταστάσεις και/ή πληροφορίες για την αξία των εμπορευμάτων, καθώς και για το χώρο φύλαξης τους, καθιστά επάναγκες να εκδοθούν και τα Διατάγματα αποκάλυψης, ώστε να μην καταστούν αναποτελεσματικά τα Διατάγματα παγοποίησης. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν μονομερώς τουλάχιστον τα διατάγματα παγοποίησης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η Καθ' ης η Αίτηση 1, η οποία φαίνεται να αρνείται να τα αποκαλύψει, να αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία. Οι συνέπειες μιας τέτοιας αποξένωσης θα ήταν εντελώς καταστροφικές για τους Αιτητές, οι οποίοι σε τέτοια περίπτωση θα χάσουν το ενδεχόμενο εκτέλεσης της απόφασης τους. Συνεπώς, η ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα Διατάγματα, θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την όποια ζημιά τυχόν υποστεί η Καθ' ης η Αίτηση 1, ειδικά αφ' ης στιγμής τα Διατάγματα δεν εμποδίζουν την πώληση των εμπορευμάτων, με μόνη προϋπόθεση την αποτελεσματική διαφύλαξη των εννόμων δικαιωμάτων των Αιτητών. Εν πάση περιπτώσει, οι Αιτητές είναι πρόθυμοι να παράσχουν οποιαδήποτε εγγύηση ήθελε διατάξει το Δικαστήριο. Νομική και δικονομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Αναστολή εκτέλεσης: Όπως το Δικαστήριο είχε παρατηρήσει κατά την πρώτη παρουσίαση της υπό εξέταση αίτησης ενώπιον του, αυτή υποβλήθηκε πριν τη λήξη της αναστολής εκτέλεσης της Απόφασης, που εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 20.12.
- Αυτό άλλωστε, φαίνεται από το κείμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Απασχόλησε ιδιαίτερα το Δικαστήριο το γεγονός αυτό, καθότι εφόσον δεν έχει φθάσει ακόμα η ώρα εκτέλεσης, δεν δύνανται να ισχυριστούν οι Αιτητές ότι υπάρχει αδυναμία εκτέλεσης για τον οποιοδήποτε λόγο. Κάτι τέτοιο, εάν υφίσταται, θα το γνωρίζουν μόνο αφού αποκτήσουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης. Η παρατήρηση αυτή λαμβάνεται υπόψην και επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την εφαρμογή και πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Άρθρο 32: Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)[2], του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων, η υπό εξέταση αίτηση, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά, όταν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό. Το αίτημα για την έκδοση τέτοιου διατάγματος, δύναται να υποβληθεί από οιονδήποτε εκ των διαδίκων. Εξ' ου και τροποποίηση που επήλθε στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)(αντικατάσταση της λέξης «ενάγων» από τις λέξεις «αιτών διάδικος» από τον τροποποιητικό Νόμο Ν.17(Ι)/04). Είναι η κρίση μου ότι, ενόψει του πνεύματος και του γράμματος των άρθρων 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, και υπό το φως της νομολογίας που τα ερμήνευσε, η μόνη δικαιοδοτική βάση για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα είναι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction of the Court). Αυτό καταδεικνύεται και πιο κάτω, αναφορικά με την έκδοση διαταγμάτων για διευκόλυνση της εκτέλεσης (in aid of execution). Η υπό εξέταση αίτηση σαφώς δεν είναι ενδιάμεση αίτηση, είναι όμως αίτηση μετά την απόφαση για το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης, και καταχωρείται στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης. Δεν αφορά αίτημα που μπορεί να γίνει το αντικείμενο νέας, πρωτογενούς Αιτήσεως. Επί της ουσίας της υπό εξέταση αίτησης, παρατηρώ την επιπλέον ιδιαιτερότητα της παρούσας υπόθεσης, ότι δηλαδή:
(1)ζητούνται προστακτικά και απαγορευτικά Διατάγματα,
(2)η ουσία της υπόθεσης έχει περατωθεί,
(3)τα Διατάγματα ζητούνται προς το σκοπό εκτέλεσης της εκ συμφώνου απόφασης,
(4)η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δεν έχει ακόμα λήξει.
(1)Προστακτικά διατάγματα: Για τις γενικές αρχές επί των οποίων εκδίδεται προστακτικό διάταγμα βλέπετε Morris v. Redland Bricks Ltd.
(1970)A.C. 652, στις σελίδες 665-666 και R.K.B. Leathergoods Ltd. v. Βιργινίας Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 1071, στις σελίδες 1084-1086. Σχετικό και ιδιαίτερα διαφωτιστικό το παρατεθέν απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή κ. Μ. Φωτίου, στην αυθεντία Σχίζας v. Αδάμου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 395, στη σελίδα 404[3]. Ο έντιμος Δικαστής ασχολήθηκε όμως με προστακτικά διατάγματα ως τελική θεραπεία και όχι με αίτηση ως η υπό εξέταση.
(2)Διατάγματα προς το σκοπό διευκόλυνσης της εκτέλεσης απόφασης και συμφυής εξουσία - Injunctions in aid of execution - inherent jurisdiction: (α) Συμφυής εξουσία: Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [4]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Παραθέτω ένα απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 222, που έχει χαρακτηρισθεί ως αποκαλυπτικό της φύσης και προσδιοριστικό των παραμέτρων της δικαιοδοσίας: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» [δική μου υπογράμμιση] (β) Διάταγμα προς το σκοπό διευκόλυνσης της εκτέλεσης: Το Δικαστήριο έχει τη συμφυή εξουσία να εκδώσει Διάταγμα μετά την έκδοση τελικής απόφασης, προς το σκοπό ελέγχου της ενώπιον του διαδικασίας και ειδικότερα προς το σκοπό παρεμπόδισης οποιασδήποτε πιθανής κατάχρησης τέτοιας διαδικασίας. Βλέπετε σχετικά την Κυπριακή αυθεντία Linmare Shipping v. Βoustani
(1981)1 C.L.R. 386, αλλά και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφος 808 [5]. Στην προαναφερθείσα αυθεντία Linmare Shipping v. Boustani, ο έντιμος Δικαστής κ. Λ. Σαββίδης, καθοδηγήθηκε από την Αγγλική αυθεντία Stewart Chartering v. C. & O. Managements
(1980)1 All ER 718 και την απόφαση του Δικαστή Robert Goff (βλέπετε απόσπασμα από τη σελίδα 399 [6]), για να αποφασίσει τη συνέχιση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος Mareva μετά την έκδοση τελικής απόφασης. Τέτοια Διατάγματα είναι συνήθως του τύπου Mareva, όπου είχε δοθεί προσωρινό διάταγμα και διατάζεται η συνέχιση της ισχύς του μετά την έκδοση απόφασης (βλέπετε Jet West Ltd. and another v. Haddican and Others,
(1992)1 W.L.R. 487) ή ακόμα και Anton Piller Orders. Ζητούνται δε κατά κόρον από τον Ενάγοντα / Αιτητή και/ή επιτυχών διάδικο, με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης που έχει εξασφαλίσει. Βλέπετε σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφοι 866 και 872. Σχετικά με προσωρινά διατάγματα τύπου Mareva, βλέπετε τις Κυπριακές αυθεντίες ABP Holdings Ltd. v. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ.248, Παντελίδη v. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111, και Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd. κ.α.,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301. Υπάρχουν ακόμα, περιπτώσεις στις οποίες δυνατόν να εκδοθεί διάταγμα όπου υπάρχει η περίπτωση να διαπραχθεί ή έχει διαπραχθεί, το αδίκημα της καταφρόνησης Δικαστηρίου δια της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου. Έμμεση αναφορά στο ίδιο θέμα γίνεται στην παράγραφο 808 του συγγράμματος Halsbury's (πιο πάνω), αλλά βλέπετε και το σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, όπου στη σελίδα 626: "It is competent for the Court, where a contempt is threatened, or has been committed, to take the more lenient course of granting an injunction, instead of making an order for committal or sequestration" με παραπομπή, μεταξύ άλλων, στην Αγγλική αυθεντία J & P Coats v. Chadwick
(1894)1 Ch 347. Η περίπτωση εκείνη όμως αφορούσε καταφρόνηση Δικαστηρίου δια της δημοσιοποίησης πληροφοριών σε σχέση με εκκρεμή υπόθεση και την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και όχι διατάγματος μετά την απόφαση. Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος, Κεφ. 62: Οι Αιτήσεις που καταχωρούνται κάτω από το Κεφ. 62, ανήκουν στην κατηγορία Αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των Αγωγών (βλέπετε σχετικά Ιωακείμ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1),
(2003)1(Α) Α.Δ.Δ. 198). Κρίνεται εάν η οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας είναι δόλια ή μη και διατάζεται ή μη η ακύρωση της από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί (άρθρο 4). Η αίτηση ακύρωσης της μεταβίβασης ή άλλης διάθεσης περιουσίας, δύναται να αφορά μεταβίβαση που έγινε πριν ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχθεί (άρθρο 4). Το άρθρο 3 του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62, προνοεί ως ακολούθως: «3
(1)Κάθε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν από αυτόν, τα χρέη αυτού ή αυτών, θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τέτοια δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση, η περιουσία που φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ή έτυχε μεταχείρισης κατά άλλο τρόπο δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικανοποίηση οποιουδήποτε χρέους από δικαστική απόφαση που οφείλεται από το πρόσωπο που προβαίνει στη δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση.
(2)Σε οποιαδήποτε αίτηση, βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης οποιασδήποτε περιουσίας που έγινε σε οποιοδήποτε γονιό, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή του δικαιοπάροχου ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισοδύναμης αξίας ή με καλή αντιπαροχή, το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε καλή τη πίστει και δεν έγινε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του θα έχει ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.
(3)Καμία πώληση, υποθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση που γίνεται με αντάλλαγμα χρημάτων ή άλλης περιουσίας ισοδύναμης αξίας δεν θα είναι ακυρώσιμη βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός αν ο αγοραστής, ο ενυπόθηκος δανειστής, ο δικαιοδόχος ή εκδοχέας φανεί ότι έχει αποδεχτεί αυτή εν γνώσει του ότι η πώληση αυτή, υποθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε από τον πωλητή, ενυπόθηκο οφειλέτη, δικαιοπάροχο ή εκχωρητή με πρόθεση να καθυστερήσει ή καταδολιεύσει τους πιστωτές του.» Στην προκείμενη περίπτωση, υπάρχει εξ' αποφάσεως χρέος το οποίο οφείλει στους Αιτητές η Καθ' ης η Αίτηση
- Οι Αιτητές είναι εξ' αποφάσεως πιστωτές. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμός και/ή μαρτυρία για οποιαδήποτε μεταβίβαση περιουσίας, η οποία να έγινε χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα ή αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισοδύναμης αξίας. Επειδή ακριβώς η ώρα για την εκτέλεση της απόφασης δεν έχει ακόμη έλθει, δεν υπάρχει, κατά την κρίση μου, δυνατότητα και επίκληση του Κεφ.
- Η διαδικασία με βάση το Κεφ. 62 είναι αυτοτελής, παρόλο που αίτηση για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων καταχωρείται στον ίδιο φάκελο της διαδικασίας όπου εκδόθηκε η τελική απόφαση. Οι πρόνοιες του Νόμου είναι συγκεκριμένες και δεν μπορεί να γίνει επίκληση τους σ' αυτό το στάδιο, εφόσον δεν μπορεί και δεν έχει γίνει προσπάθεια εκτέλεσης. Ακόμα, η ενώπιον μου αίτηση δεν αποτελεί διαδικασία με βάση το Κεφ.
- Όσον αφορά τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμο, το Άρθρο 309, το οποίο επικαλούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών, θα απασχολήσει,, αν απασχολήσει, στο τέλος της ημέρας το Πολιτικό Δικαστήριο το οποίο θα έχει ενώπιον του αίτηση για τη διάλυση της εταιρείας και θα κληθεί να εξετάσει πράξεις που είχαν γίνει σε συγκεκριμένους χρόνους, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Περαιτέρω, οι Αιτητές στα πλαίσια της παρούσης αιτήσεως, αναφέρονται σε πληροφόρηση που είχαν λάβει από τους Καθ' ων η Αίτηση, σε σχέση με οφειλές της Καθ' ης η Αίτηση 1 προς το Φ.Π.Α. Περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113: Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία κατά τον παρόντα χρόνο, αναφορικά με οποιεσδήποτε οφειλές της Καθ' ης η Αίτηση 1, όπως ούτε και οι ίδιοι οι Αιτητές γνωρίζουν, παρά μόνο αναφορές που είχαν γίνει πριν την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης. Επειδή όμως γίνεται μνεία σε οφειλές στο Φ.Π.Α., με τον τρόπο που γίνεται, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να επισημάνει για σκοπούς της υπό εξέτασης αίτησης ότι οι περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί (Company (Winding-up) Rules) προνοούν για την κατάταξη με σειρά προτεραιότητας των πιστωτών μιας εταιρείας. Προτεραιότητα έχουν οι οφειλές προς το Κράτος. Ο εξ' αποφάσεως Πιστωτής έχει συγκεκριμένη κατάταξη στη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τον ίδιο Κανονισμό. Κατάληξη: Η παράγραφος (Α) της υπό εξέτασης αίτησης είναι αρκετά δραστική. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να εξετάσει την παράγραφο (Α) σε συνδυασμό με την παράγραφο (Ε) και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια θέτοντας οποιουσδήποτε περιορισμούς και/ή ασφαλιστικές δικλείδες κρίνει, ούτως ώστε να δυνηθεί να εκδοθεί το Διάταγμα της παραγράφου (Α) με διευκολύνσεις προς τους Καθ' ων η Αίτηση 1 σύμφωνα με την παράγραφο (Ε), έτσι ώστε να διεξάγει τις εργασίες της η εταιρεία. Προς πίστην του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών διευκρίνισε προς το Δικαστήριο ότι οι πελάτες του δεν επιθυμούν το στραγγαλισμό της Καθ' ης η Αίτηση
- Η έγνοια τους είναι να εισπράξουν το λαβείν τους και όχι να παρεμποδίσουν την εταιρεία να λειτουργήσει, τόσο προς δικό της όφελος όσο και προς όφελος οποιωνδήποτε πιστωτών της. Φρονώ ότι οι ασφαλιστικές δικλείδες οι οποίες προτείνονται ίσως να μην είναι αρκετές ή κατάλληλες και ότι ο μόνος τρόπος για να διαπιστωθεί ποιες θα ήταν οι κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες σε περίπτωση έκδοσης Διατάγματος με βάση την παράγραφο (Α), θα ήταν να ακουστεί η εταιρεία και να διευκρινιστούν οι διευκολύνσεις τις οποίες θα χρειαστεί να έχει για την καθημερινή της λειτουργία, ούτως ώστε να καταγραφούν στο οποιοδήποτε Διάταγμα. Κάτι άλλο το οποίο απασχόλησε ιδιαίτερα όμως το Δικαστήριο είναι ότι πρέπει πάντοτε να εκδίδει Διατάγματα τα οποία είναι σε θέση να ελέγξει. Το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να εκδίδει οποιαδήποτε Διατάγματα την εφαρμογή των οποίων δεν δύναται να ελέγξει ή θα είναι δύσκολο να ελέγξει και ο λόγος γι' αυτό είναι η ύπαρξη της δυνατότητας να ακολουθήσουν της έκδοσης ενός οπισθογραφημένου Διατάγματος, προστακτικού ή απαγορευτικού, άλλες διαδικασίες. Στην προκειμένη, περίπτωση κρίνεται ότι θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο για το Δικαστήριο να ελέγξει την εφαρμογή του Διατάγματος, εάν και εφόσον αυτό εκδοθεί ως η παράγραφος (Α) και πιθανότατα η προσφυγή στο Δικαστήριο για την οποιαδήποτε πράξη επιθυμούν να κάνουν οι Καθ' ων η Αίτηση 1, να είναι μη πρακτική έως αδύνατη. Κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο σ' αυτό το στάδιο να εκδοθούν μονομερώς διατάγματα ως το (Γ) και (Δ) της υπό εξέταση αίτησης. Με την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων θα διασφαλιστούν τα δικαιώματα των Αιτητών σ' αυτό το στάδιο και θα ξεκαθαρίσει και η θέση των Καθ' ων η Αίτηση, ούτως ώστε να προδιαγράφει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η πορεία της εκτέλεσης και εφαρμογής της Απόφασης του Δικαστηρίου σ' αυτή την υπόθεση. Απόφαση: Υπό το φως των ανωτέρω, εκδίδονται Διατάγματα ως το (Γ) και (Δ) της αίτησης. Δίδονται οδηγίες για την επίδοση της αίτησης αναφορικά με τις παραγράφους (Α), (Β) και (Ε). Ορίζεται για επίδοση την 29.1.
- Τα έξοδα στην πορεία της αίτησης. (Υπ.) Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Δικαστηρίου [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τα περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδηται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι, εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερον στάδιον.» [3] «Σύμφωνα με τη νομολογία και τα σχετικά συγγράμματα, η έκδοση ενός διατάγματος είναι πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία όμως πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση ορισμένα κριτήρια και όχι αυθαίρετα. Ειδικά για διατάγματα διατακτικής μορφής (mandatory injunctions) στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση σελ. 328 παράγραφο 7-06 παρατίθενται κριτήρια τα οποία βοηθούν το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Τα κριτήρια αυτά, περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: Διάταγμα διατακτικής μορφής εκδίδεται μόνο όπου (α) ο ενάγων δείχνει ότι υπάρχει πολύ δυνατή πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά αν δεν επέμβει το δικαστήριο και (β) όπου η ζημιά που προκαλείται από την άρνηση έκδοσης του διατάγματος είναι τέτοια που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με αποζημιώσεις. (γ) Το δικαστήριο θα αρνηθεί τη θεραπεία αν η συμμόρφωση με το διάταγμα από τον εναγόμενο θα είναι παράνομη. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη και το κόστος που θα υποστεί ο ενάγων για σκοπούς συμμόρφωσης. (Morris v. Redland Bricks Ltd. [1970] A.C. 652). (δ) Εάν το δικαστήριο θα κλίνει υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, τότε θα πρέπει να εξεταστεί και το κατά πόσο ο εναγόμενος θα γνωρίζει ακριβώς τι πρέπει να κάνει. Αναφορικά με το (γ) πιο πάνω, το γεγονός ότι θα στοιχίσει αρκετά στον εναγόμενο για να συμμορφωθεί με το διάταγμα, δυνατό να μην είναι εμπόδιο στην έκδοση του διατάγματος αν φανεί ότι ο εναγόμενος ενήργησε ετσιθελικά, παράνομα και ενάντια των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση Wrothams Park Estate Company v. Parkside Homes Ltd. a. o. [1974] 1 All E.R. 321 σελ 336 όπου φαίνεται ότι ακόμα και εκεί που ο εναγόμενος επίσπευσε την ανέγερση, παρά τη διαμαρτυρία του ενάγοντα, δεν υπάρχει γενικός κανόνας ότι πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Απλώς το γεγονός αυτό, σε κατάλληλη υπόθεση, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη εναντίον του εναγομένου ούτως ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» [4] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In sum, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." [5] 808. "Injunction in aid or in lieu of other remedies. Although the court cannot compel the Treasury to pay to sequestrators a pension granted to the defendant, the defendant can be prevented from receiving it and the sequestrators can be authorised to receive it. Where defendants were in breach of an undertaking given in lieu of the injunction sought, and the plaintiffs then moved to sequestrate the defendants' property, the court, while holding that the facts strictly enabled it to make a sequestration order, granted an injunction in the terms of the undertaking and penalised the defendants in costs. An injunction may be granted in aid or in lieu of equitable execution. An injunction can also be granted in support of a charging order on land, securities or money in court. A mareva injunction may be granted or continued after judgment in aid of execution." [δική μου υπογράμμιση] [6] (σελίδα 399) " I am therefore presented with the paradoxical situation that, because the plaintiffs have obtained an injunction designed to prevent the defendants from removing assets from the jurisdiction in order to prevent the plaintiffs from satisfying any judgment, they are inhibited from signing judgement in default of appearance which is, in the present situation the next step which would ordinarily be taken by them with a view to enforcing their claim. The solution to this problem lies, in my judgment, in the inherent jurisdiction of the Court to control its own process, and in particular to prevent any possible abuse of that process. If the plaintiffs were unable to obtain a judgment in the present case without abandoning their Mareva injunction, it would be open to a defendant to defeat the very purpose of the proceedings simply by declining to enter an appearance. Such conduct would be an abuse of the process of the Court; and in my judgment the Court has power to take the necessary steps, by virtue of its inherent jurisdiction, to prevent any such abuse of its process. The appropriate action to be taken by the Court in such circumstance is, in my judgment to grant leave to the plaintiffs, in an appropriate case, to enter judgment in default of appearance, notwithstanding that the writ is indorsed with a claim for an injunction. If the Court so acts, it can also order that the Mareva injunction continue in force after the judgment, in aid of execution. The purpose of a Mareva injunction is to prevent a defendant from removing his assets from the jurisdiction so as to prevent the plaintiff from obtaining the fruits of his judgment; from this it follows that the policy underlying the Mareva injunction can only be given effect to if the Court has power to continue the Mareva injunction after judgment in aid of execution. In my judgement, the present case is an appropriate case for the Court so to proceed. I therefore give leave to the plaintiffs to enter judgment; and I shall also order that the Mareva injunction continue in force in aid of execution." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο