← Κύπρος

LANOMEX DEVELOPMENT LTD ν. CATERCOM LTD, Αίτηση Αρ. E10/2016, 23/4/2019

LANOMEX DEVELOPMENT LTD ν. CATERCOM LTD, Αίτηση Αρ. E10/2016, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2019:9 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. E10/2016 Μεταξύ׃ LANOMEX DEVELOPMENT LTD, από τη Λάρνακα Αιτητές και CATERCOM LTD, από τη Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 06/02/2019 για επαναφορά της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Ημερομηνία: 23/04/2019 Για τους Αιτητές 1, 2 και 3: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση : κα Πιερή για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΙΣΤΟΡΙΚΟ Στις 20/01/2016 καταχωρήθηκε η παρούσα Κυρίως Αίτηση. Βασικό αίτημα είναι η ανάκτηση κατοχής λόγω κατεδάφισης και ανέγερσης νέας οικοδομής. Μέσα στον δικαστικό φάκελο της υπόθεσης δεν καταχωρήθηκε επίδοση της Αίτησης. Εντούτοις, στις 20/01/2017, καταχωρήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων «σημείωμα εμφάνισης» από το δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Έκτοτε δεν ελήφθη οποιοδήποτε άλλο διάβημα για την προώθηση της υπόθεσης. Υποθέσεις οι οποίες δεν προωθούνται τίθενται από τη Γραμματεία ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς απόρριψης. Έτσι έγινε και με την παρούσα υπόθεση. Στις 18/01/2018, ο φάκελος τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, αφού σημείωσε ότι υπάρχει «σημείωμα εμφάνισης» που δεν προβλέπεται με βάση τον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό, ανέφερε ότι δεν υπάρχει επίδοση εντός φακέλου της Αίτησης και ότι: « Η ισχύς της κυρίως Αίτησης έληξε χωρίς να έχει επιδοθεί και χωρίς να έχει ανανεωθεί. Έχει εκπνεύσει για σκοπούς επίδοσης. Η Αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. » ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ - ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ (α) Η επίδικη Αίτηση Στις 06/02/2019, δηλαδή αφότου παρήλθε ένας και πλέον χρόνος από την απόρριψη της Κυρίως Αίτησης, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση για επαναφορά, με δικονομική βάση τη Δ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 30 του Συντάγματος, τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, το δίκαιο της επιείκιας, τη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος, ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση επιδόθηκε την 13/01/2017 και προς τούτο παρουσιάζει αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης του ιδιώτη επιδότη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Ισχυρίζεται ότι το επιδοτήριο δεν τοποθετήθηκε εντός του φάκελου της υπόθεσης επικαλούμενη την αλλαγή της πρακτικής των Πρωτοκολλητείων, η οποία εκείνο τον χρόνο ήταν να μην αποδέχονται επιδόσεις αλλά αυτές να καταχωρούνται απευθείας στο Δικαστήριο. Η παρούσα αποτελεί μέρος ευρύτερου συνόλου υποθέσεων. Μετά την καταχώριση της Αίτησης ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων (ΤΕΚΜΗΡΙΑ Β έως και Ε). Οι δικηγόροι των Αιτητών ζήτησαν από τους Καθ' ων συνάντηση για εξώδικη διευθέτηση με επιστολή ημερ. 04/01/2017 που επιδόθηκε στις 13/01/

  1. Οι δικηγόροι των Καθ' ων αυθημερόν απάντησαν στην εν λόγω επιστολή εκφράζοντας την ετοιμότητά τους για συνάντηση με σκοπό την εξεύρεση φιλικής διευθέτησης. Εισηγήθηκαν μάλιστα όπως η συνάντηση πραγματοποιηθει μεταξύ 23/01/2017 με 27/01/
  2. Παράλληλα παρακάλεσαν όπως λάβουν τη διαβεβαίωση ότι «κανένα διάβημα δεν θα ληφθεί στην Αίτηση μέχρι να γίνει η συνάντηση μας». Στις 17/01/2017 οι δικηγόροι των Καθ' ων διαβεβαίωσαν «ότι δεν θα προωθηθεί περαιτέρω η αίτηση χωρίς ενημέρωση σας» σημειώνοντας ότι, λόγω απουσίας και του εκτελεστικού διευθυντή των δικών τους πελατών στο εξωτερικό, θα επανέρχονταν για τη διευθέτηση ημερομηνίας συνάντησης. Λόγω των προαναφερόμενων, η πλευρά των Αιτητών ισχυρίζεται ότι δεν προχώρησε σε περαιτέρω μέτρα και επειδή δεν προέκυψε εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου δεν τέθηκε η ένορκη δήλωση επίδοσης εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Περιήλθε εις γνώση της πλευράς των Αιτητών η απόρριψη της Αίτησης όταν τον Δεκέμβριο του 2018 καταχώρισαν αίτηση για συνεκδίκαση αυτής μαζί με άλλες σχετικές υποθέσεις (ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ). Κατά την πρώτη εμφάνιση στην αναφερόμενη αίτηση συνεκδίκασης ενημερώθηκαν ότι η παρούσα Κυρίως Αίτηση απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης. Η απόρριψη έγινε χωρίς προηγουμένως να ειδοποιηθούν από το Πρωτοκολλητείο «όπως προνοούν οι σχετικοί κανονισμοί». Προχώρησαν αμέσως στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης ισχυριζόμενοι ότι η Αίτηση είχε επιδοθεί και ότι η απόφαση για απόρριψη λήφθηκε στην απουσία τους κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. (β) Η Ένσταση Στις 28/02/2019, οπόταν ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η μονομερώς καταχωρηθείσα παρούσα Αίτηση, η πλευρά των Καθ' ων εμφανίστηκε, δήλωσε ότι έλαβε γνώση για τη διαδικασία και ζήτησε και έλαβε χρόνο για καταχώρηση ένστασης, όπως και έγινε. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 07/03/19 και οι λόγοι ένστασης έχουν ως εξής: «
  3. Το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Άνευ βλάβης της νομικής αυτής θέσης, οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλουν και τους ακόλουθους λόγους ένστασης.
  4. Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήριχτη και/ή αντικανονική και/ή στηρίζεται επί λανθασμένης νομικής βάσης και δεν συντρέχουν ούτε και πληρούνται οι λόγοι και/ή οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση των αιτούμενων θεραπειών, ως αυτές έχουν καθοριστεί από την σχετική επί του θέματος νομολογία.
  5. (α) Οι Αιτητές επέδειξαν τεράστια καθυστέρηση και/ή ολιγωρία στην προώθηση της Αίτησης Ε10/2016 σε τέτοιο βαθμό που συνιστά αδιαφορία και/ή εγκατάλειψη της υπόθεσης τους και η όλη στάση και/ή συμπεριφορά και/ή διαγωγή τους καταδεικνύει ασέβεια και/ή καταφρόνηση προς το Δικαστήριο και/ή τις δικαστικές διαδικασίες και/ή τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση, τέτοιου βαθμού που είναι ασύγγνωστη. (β) Η Αίτηση Ε 10/2016 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 18/01/2018 καθότι η ισχύς της έληξε και/ή εξεπνευσε χωρίς να έχει επιδοθεί και/η ανανεωθεί.
  6. Υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει κανένα νομικά έγκυρο και/ή σοβαρό λόγο και/ή επαρκή αιτιολογία και/ή εξήγηση που να δικαιολογεί και/ή αιτιολογεί γιατί καθυστέρησαν 1 ολόκληρο χρόνο από την ημερομηνία απόρριψης της Αίτησης Ε10/2016 και/ή από την εκπνοή της Αίτησης Ε10/2016 να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση και/ή γιατί από την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης Ε10/2016, ήτοι από την 20/1/2016 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2018 (όταν είχαν καταχωρήσει αίτηση για συνένωση της παρούσας υπόθεσης με άλλες υποθέσεις) παρέλειψαν να λάβουν οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα.
  7. Η παρούσα Αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική και/ή αδικαιολόγητη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή απαράδεκτη καθότι αυτό που ουσιαστικά επιζητείται και/ή επιδιώκεται είναι η άρση και/ή εξάλειψη και/ή ακύρωση των συνεπειών της αμέλειας και/ή παράλειψης και/ή αδιαφορίας των Αιτητών να προωθήσουν την υπόθεση τους.
  8. Η παρούσα Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή στοιχεία και/ή τεκμήρια, ούτε και δεικνύουν οποιουσδήποτε εύλογους και/ή σοβαρούς και/ή ικανοποιητικούς λόγους για την πολύμηνη καθυστέρηση των Αιτητών να προωθήσουν την Αίτηση Ε10/2016 τους.
  9. Η παρούσα Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν καταδεικνύουν κανένα βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη των Αιτητών να λάβουν οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα από την ημέρα καταχώρησης της Αίτησης Ε10/2016 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2018, όταν είχαν καταχωρήσει αίτηση για συνένωση της παρούσας υπόθεσης με άλλες υποθέσεις, ενώ γνώριζαν ότι η Αίτηση εκπνέει εάν δεν επιδοθεί εντός ενός έτους από την καταχώρηση της.
  10. Η διαγωγή και/ή συμπεριφορά των Αιτητών συνιστούν ασύγγνωστη αδιαφορία σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και/ή των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση Αιτητές και οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή τεκμήρια και/ή στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν το αντίθετο.
  11. Τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης καταστρατηγεί και/ή προσβάλλει το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση για δίκαιη δίκη και/ή ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων και/ή εκδίκαση της επίδικης διαφοράς εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
  12. Η παρούσα Αίτηση είναι αντίθετη και/ή αντίκειται και/ή έρχεται σε σύγκρουση με την αρχή της τελεσιδικίας και/ή την βεβαιότητα των δικαστικών διαδικασιών.
  13. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασία του Δικαστηρίου (Abuse of the process of the Court).
  14. Η παρούσα Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει δεν προβάλλουν κανένα ισχυρισμό και/ή δεν παραθέτει κανένα τεκμήριο και/ή στοιχείο που να αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση και/ή βάση και/ή πιθανότητες επιτυχίας της αίτησης ώστε να μπορεί το σεβαστό Δικαστήριο να στηριχθεί για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού της απόφασης ημερ. 18/01/2018 και επαναφοράς της Αίτησης Ε10/
  15. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται Ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Μανέντζου ημερ. 06/03/2019, η οποία εν ολίγοις ανακυκλώνει τους νομικούς ισχυρισμούς και υποστηρίζει ότι πρόκειται για αδιαφορία και παράλειψη που δεν θεραπεύεται εκ των υστέρων «αφού δεν έλαβαν οποιοδήποτε διάβημα εδώ και 3 ολόκληρα χρόνια». Επίσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν αποκαλύπτεται «συζητήσιμη υπόθεση». Επιπλέον, προβάλλεται η θέση ότι η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται μόνον με την προβολή της θέσης ότι γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης «οι οποίες μάλιστα δεν συγκεκριμενοποιούνται». Όσον αφορά ειδικά το κατά πόσο η Αίτηση έχει όντως επιδοθεί όπως διατείνονται οι Αιτητές, προβάλλεται κατ' αρχάς στην παρ. 11 της ένορκης της δήλωσης μια γενική άρνηση, ενώ, στην παρ. 13, αναφέρεται επί λέξει ότι: «ουδεμία αναφορά δεν γίνεται στην εν λόγω επιστολή περί επίδοσης της αναφερόμενης στο θέμα της επιστολής Αίτησης Ε10/2016». (γ) Η ακροαματική διαδικασία Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η ακροαματική διαδικασία έλαβε χώρα στις 19/03/2019, οπόταν οι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και απάντησαν σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Είναι δυνατόν να διαταχθεί η επαναφορά απορριφθείσας Αγωγής, και κατ' ανάλογο τρόπο εναρκτήριας Κυρίως Αίτησης που καταχωρείται στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, η οποία απορρίπτεται δίχως εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας αλλά λόγω δικονομικών παραλείψεων όπως η μη εμφάνιση κατά τη δικάσιμο (Διαταγή 33) και η παράλειψη καταχώρησης δικογράφων (Διαταγή 26). Ειδικότερα, όσον αφορά τη μη εμφάνιση κατά τη δικάσιμο, η Δ.33, θ. 1 αναφέρεται σε περιπτώσεις που και οι δύο διάδικοι παραλείπουν να εμφανισθούν κατά τη δίκη.[1] Η δε Δ.33 Θ. 5, σχετίζεται με απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, η οποία μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση που καταχωρείται εντός των επόμενων 15 ημερών.[2] Στη Mesolongitis v. Koutas

(1986)1 C.L.R. 161 αποφασίστηκε ότι η επαναφορά αγωγής η οποία απορρίπτεται χωρίς αναφορά στην ουσία της μπορεί να αποκατασταθεί μόνο από το ίδιο το Δικαστήριο το οποίο την απέρριψε μετά από αίτημα του επηρεαζόμενου διαδίκου. Στη Toumbouros Est. Ltd. v. Ιωαννίδου κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1512 λέχθηκε ότι η εν λόγω διαταγή δίδει γενική εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίζει απόφαση του που εκδίδεται ερήμην. Στη Χαραλαμπίδης ν Πέτρου κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ 2071, επαναλήφθηκε ότι η μόνη οδός για την επαναφορά Αγωγής είναι μέσω του ιδίου Δικαστηρίου που την απέρριψε με την υποβολή αιτήματος προς τούτο και πως δεν χωρεί έφεση κατά τέτοιας απόφασης. Πρόσφατα όμως, στη F.N. & A.G. DEVELOPERS LTD ν. KERMIA PROPERTIES & INVESTMENTS LTD κ.α. ECLI:CY:AD:2018:A285, Πολιτική Έφεση Αρ. 31/2012, ημερομηνίας 11/06/2018, αποφασίστηκε να μην ακολουθηθούν οι υποθέσεις Mesolongitis και Toumbouros λόγω διαπίστωσης ότι πρόκυπτε σύγκρουση νομολογίας. Διασαφηνίστηκε συναφώς ότι, εφόσον κατά την ακρόαση εμφανίζεται δικηγόρος ως εκπρόσωπος του διαδίκου, η απουσία του ίδιου του διαδίκου δεν μπορεί να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες της Δ.33 θθ.1-5 για απόρριψη της υπόθεσης. Όσον αφορά την ευχέρεια επαναφοράς σε συνάρτηση με την παράλειψη καταχώρησης δικογράφων, στη Δ.26 θ.14 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: « ORDER 26: DEFAULT OF PLEADING [..] 14. Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit. » Στην Evagorou v. Christodoulou and Another
(1982)1 C.L.R. 771 επισημάνθηκε η εν λόγω Διαταγή 26 θ. 14 έχει καθολικό χαρακτήρα. Σημειώθηκε επίσης ότι αυτή διέπει τα της επαναφοράς υπόθεσης η οποία απορρίπτεται λόγω παράλειψης (default) διαδίκου να ενεργήσει κατά τα δέοντα και όχι όταν η απόρριψη αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης. Στην In Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, υποδείχθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην, δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε περιορισμούς, παρά μόνο όσους μπορεί να επιβληθούν από το ίδιο Δικαστήριο, στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του εξουσίας. Η εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε στην Evagorou. Επίσης, δικαίωμα για παραμερισμό μονομερώς εκδοθείσας απόφασης[3] προβλέπεται και στη Δ.17 θ. 10. Η δυνατότητα των δικαστηρίων να απορρίπτουν υποθέσεις λόγω μη προώθησης είναι δεδομένη. Όπως συναφώς αναφέρεται στο All England Annual Review του 1995, Practice and Procedure, Dismissal for delay, Want of prosecution: « It is well established (and of late even commonplace) that a court may dismiss an action for inordinate and inexcusable delay. » Συνακόλουθα, με βάση τη Δ.17 θ.14, Αγωγή για την οποία ο Ενάγων αμελεί να λάβει έγκαιρα τα προβλεπόμενα μέτρα μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, υπόκειται σε απόρριψη λόγω μη προώθησης (for want of prosecution). Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν προβλέπεται η καταχώρηση «σημειώματος εμφάνισης». Όπως έχει σχετικά υποδειχθεί στη ΒΑΒΥ ΒΑGS NURSERY LTD ν. ΛΟΥΪΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Πολιτική Έφεση Αρ. 270/2016, ημερομηνίας 22/05/2018 η δικονομική οντότητα καθ' ου η αίτηση αποκτάται με την καταχώρηση Απάντησης η οποία αποτελεί το μοναδικό δικονομικό διάβημα με βάση τον σχετικό διαδικαστικό κανονισμό. H επαναφορά λόγω δικονομικών παραλείψεων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και να μην προκαλεί πασιφανή αδικία. Το πλαίσιο άσκησής της, όπως σημειώθηκε στη Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, συναρτάται με την εξισορρόπηση δύο θεμελιωδών παραγόντων απονομής της δικαιοσύνης, αφενός τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου, και αφετέρου, τη ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Συναφώς, στην Ευριδίκη Παπανικολάου ν Κυριακής Κότσαπα
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1800 λέχθηκε: « Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου. » Η αδιαφορία που προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου συνηγορεί στην απόρριψη του αιτήματος.[4] Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο ευκολότερα διαπιστώνεται η αδιαφορία.[5] Στη ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ κ.α. ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Π. Έφεση Ε68/2014, ημερομηνίας 18/04/2019 λέχθηκαν τα εξής: « Μας βρίσκει σύμφωνους η πρωτόδικη προσέγγιση. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί (Φυλακτού κ.ά. ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210), η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αρχή, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με ένα εξίσου σημαντικό παράγοντα για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη δηλαδή υποστήριξης της τελεσιδικίας. Το Δικαστήριο έχει κάθε εξουσία να αρνηθεί το επανάνοιγμα υπόθεσης, εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. » Το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους εκείνου που αιτείται την επαναφορά. Η συγκεκριμενοποίηση είναι αναγκαία. Ιδίως όταν υπάρχει αμφισβήτηση, θα πρέπει να επιδιώκεται είτε η αντεξέταση με βάση τη Δ.39 θ. 1, είτε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δυνάμει της Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.[6] IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Οι προθεσμίες για την έγερση νομικών διαβημάτων, ιδιαίτερα στη σύγχρονη κοινωνία,[7] θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά καθότι αποτελούν την υποστύλωση του νομικού μας συστήματος και τη βασική παράμετρο για την αποτελεσματικότητά του.[8] Παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα, όπως προαναφέρεται, δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.[9] Η δικαιοδοσία αυτή είναι συνοπτικής φύσης. Η ταχύτητα αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της λειτουργίας του Δικαστηρίου. Σε αντίθεση με το αντιπαραθετικό σύστημα που εφαρμόζεται στις πολιτικές υποθέσεις, ο χαρακτήρας της παρούσας δικαιοδοσίας είναι αμιγώς εξεταστικός[10] και διερευνητικός. Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου, ούσα συνοπτική και μη δεσμευόμενη από τους κανόνες απόδειξης,[11] αποσκοπεί στην «μεθ' όλης της λογικής ταχύτητας» ουσιαστική επίλυση των αναφυόμενων διαφορών.[12] Η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας το συντομότερο είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του παρόντος Δικαστηρίου,[13] τηρουμένων βεβαίως των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.[14] Θα μπορούσε συναφώς να υποστηριχθεί ότι η απόρριψη υποθέσεων οι οποίες δεν προωθούνται από τους διαδίκους με τη δέουσα ταχύτητα και επιμέλεια αποτελεί υποχρέωση που συναρτάται με τον ίδιο τον σκοπό και στόχο της δικαιοδοσίας αυτής που αφορά την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Των πιο πάνω λεχθέντων, εάν το όλο ζήτημα εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η Αίτηση αναπόδραστα θα απορριπτόταν λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης των Αιτητών να προβούν στα δέοντα. Η καθυστέρηση από την καταχώρηση της εναρκτήριας Αίτησης στις 20/01/2016 μέχρι και τις 31/01/2019 που έλαβαν γνώση ότι είχε προ πολλού απορριφθεί, είναι πασιφανής. Από την ημερομηνία που παρουσιάζεται να επιδίδεται η αίτηση (13/01/2017), πέραν της ανταλλαγής κάποιας αλληλογραφίας μέχρι τις 17/01/2017 και την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης στις 20/01/2017, μεσολάβησαν πέραν των δύο
(2)ετών δίχως να παρέχεται η οποιαδήποτε επεξήγηση τι έπραξαν οι Αιτητές στο μεσοδιάστημα. Προσφάτως, στη ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Πολιτική Έφεση Αρ. Ε66/2014, ημερομηνίας 12/04/2019 τα γεγονότα ήταν τα εξής. Στις 30/05/2013, εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης εναντίον του εφεσείοντα. Στις 26/06/2013 καταχωρήθηκε αίτηση για παραμερισμό η οποία απορρίφθηκε και υπήρξε το αντικείμενο της εν λόγω έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σημειώνοντας ότι: « Επιπροσθέτως, το δικαστήριο έκρινε και, ορθώς, ότι δεν έχει δικαιολογηθεί δεόντως η παρέλευση του χρονικού διαστήματος μεταξύ της έκδοσης απόφασης και της καταχώρισης της παρούσας αίτησης, ήτοι περίοδος περίπου ενός μηνός. » Εν προκειμένω, ο χρόνος που παρήλθε καθιστούσε όπως η αιτιολόγηση για την καθυστέρηση της προώθησης είναι ανάλογα λεπτομερής και επαρκής. Εντούτοις, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με πολλαπλάσια καθυστέρηση και δίχως οποιανδήποτε αιτιολόγηση. Είναι κατανοητό ότι προ διετίας υπήρξε ανταλλαγή κάποιας αλληλογραφίας και κάποια δέσμευση των δικηγόρων Αιτητών προς τους δικηγόρους των Καθ' ων. Όμως η δέσμευση δεν ήταν ότι οι δικηγόροι θα αποστούν από την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης παρά μόνο ανέλαβαν να ενημερώσουν τους δικηγόρους των Καθ' ων σε περίπτωση όπου θα λάμβαναν περαιτέρω μέτρα. Και κυρίως, ακόμα και να υπήρχε οποιαδήποτε δέσμευση θα αποτελούσε ζήτημα ήσσονος σημασίας αφού η προώθηση μιας δικαστικής υπόθεσης δεν εξαρτάται από τις όποιες μεταξύ των δικηγόρων συνεννοήσεις. Υπάρχουν δικονομικοί κανόνες που πρέπει να τηρούνται. Η κα Ζαχαρίου επικαλέστηκε τη Διαταγή 17 θ.14 προβάλλοντας τη θέση ότι η Γραμματεία του Δικαστηρίου έχει ευθύνη να ενημερώσει την πλευρά των Αιτητών πριν να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για απόρριψη. Δεν συμφωνώ. Πέραν του γεγονότος είναι άδικο να επιχειρείται να μετακυλιστεί η ευθύνη για τη δέουσα προώθηση της παρούσας από τους ώμους των Αιτητών στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, επισημαίνω ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, με βάση τον κανονισμό 12(α) του εν λόγω περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για να συμπληρώσουν ζητήματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και νοουμένου ότι η εφαρμογή τους συνάδει με τους σκοπούς του Νόμου.[15] Όπως προαναφέρω κατά το νομικό πλαίσιο, στη ΒΑΒΥ ΒΑGS (ανωτέρω) έχει κριθεί ότι η καταχώρηση «σημειώματος εμφάνισης» στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων αποτελεί άγνωστη δικονομική έννοια αφού η δικονομική οντότητα καθ' ου η αίτηση αποκτάται με την καταχώρηση Απάντησης η οποία αποτελεί το μοναδικό δικονομικό διάβημα με βάση τον σχετικό διαδικαστικό κανονισμό. Εφόσον δηλαδή η Δ.16 που αναφέρεται στην εμφάνιση εναγομένου δεν τυγχάνει εφαρμογής, κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων η Δ.17 των Θεσμών που αναφέρεται στις συνέπειες παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Και σε κάθε περίπτωση, η διατύπωση της εν λόγω διαταγής με την αναφορά «and the Court or Judge may thereupon direct the Registrar to give notice» υποδηλώνει ότι η αποστολή προειδοποίησης πριν την απόρριψη της Αίτησης δεν αποτελεί επιτακτική προϋπόθεση, παρά μόνο δυνητική ενέργεια.[16] Ούτε το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί μια εκ πολλών συνδεδεμένων και συναφών υποθέσεων που σχετίζονται με το ίδιο επίδικο υποστατικό αποτελεί ζήτημα που μπορεί να αποτελέσει στοιχείο στάθμισης για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Όμως, η ουσία της παρούσας υπόθεσης είναι άλλη. Η Αίτηση απορρίφθηκε λόγω του ότι θεωρήθηκε πως δεν είχε επιδοθεί. Όπως εκ των υστέρων προκύπτει, μέσω των στοιχείων που έχουν παρουσιαστεί από τους Αιτητές στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, η επίδοση συντελέστηκε, ανεξαρτήτως εάν τα αποδεικτικά προς τούτο στοιχεία δεν είχαν τεθεί μέσα στον φάκελο του Δικαστηρίου. Τούτη η μαρτυρία της πλευράς των Αιτητών δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας αφού η γενική άρνηση δεν εξυπακούει προβολή θετικών ισχυρισμών. Στην ένορκη δήλωση των Καθ' ων διαπιστώνω ότι υπάρχει μια στοχευμένη ασάφεια εκ μέρους τους να τοποθετηθούν επί της ουσίας ως προς το καίριο αυτό ζήτημα. Ούτε προβάλλεται οποιαδήποτε αντικρουστική θέση ως προς τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση, ότι δηλαδή κατά τον ουσιώδη χρόνο οι επιδόσεις δεν καταχωρούνταν μέσω πρωτοκολλητείου αλλά απευθείας στο Δικαστήριο. Επ' αυτού οι Καθ' ων δηλώνουν άγνοια. Η καταχώρηση «σημειώματος εμφάνισης» εκ μέρους των Καθ' ων συνεπάγεται δικονομική ανυπαρξία. Παρόλα αυτά, η πρακτική διάσταση του ζητήματος φανερώνει την ύπαρξη γνώσης για την εκκρεμοδικία. Ομοίως, το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 13/01/2017 των δικηγόρων των Καθ' ων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ στην Αίτηση) φέρει τίτλο «Αίτηση Ενοικιοστασίου αρ. Ε10/16 υπό Lanomex Development Ltd (η «Αίτηση»)». Το δε περιεχόμενό της και ειδικά η αναφορά ότι «παρακαλούμε να μας επιβεβαιώσετε ότι κανένα διάβημα δεν θα ληφθεί στην Αίτηση μέχρι να γίνει η συνάντησή μας» συνηγορεί προς την ουσιαστική θέση των Αιτητών ότι δηλαδή η Αίτηση είχε δεόντως επιδοθεί. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η πλευρά των Καθ' ων αμφισβήτησε κατά τον χρόνο της επίδοσης το νομότυπο αυτής, αξιώνοντας λόγου χάριν τον παραμερισμό της. Επακόλουθα, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον το Δικαστήριο, κατά τον χρόνο που απέρριψε την Αίτηση είχε εξουσία να ενεργήσει σχετικά, αφού προαπαιτούμενο για τούτη την ενέργεια είναι η μη επίδοσή της εντός 12 μηνών, ως διαλαμβάνεται στη Δ.4 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει, τέτοια προϋπόθεση δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και το Δικαστήριο, βρισκόμενο σε πλάνη ως προς τα πραγματικά περιστατικά, εξέλαβε ότι είχε τέτοια εξουσία. Ως εκ των προαναφερομένων, το όλο ζήτημα δεν συνυφαίνεται με θέμα που άπτεται παραμερισμού μιας νομότυπης δικαστικής πράξης που έλαβε χώρα συνεπεία αμέλειας ή παράλειψης των Αιτητών ώστε να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να τίθεται ευχέρεια επιλογής. Το σφάλμα είναι θεμελιακό. Ο παραμερισμός και η επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση επέρχεται επιτακτικώς και αυτοδικαίως (ex debito justitiae) δίχως να χωρεί θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας[17] από το Δικαστήριο αφού πρόκειται για χρέος οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη. Στην Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 700, τονίσθηκε ότι το ανυπόστατο δεν μπορούσε να μετατραπεί σε κανονικό. Στη Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολιτική Έφεση αρ. 413/2011, ημερ. 03/02/2017 υποδείχθηκε ότι η μεταγενέστερη συμπεριφορά του αιτούντα τον παραμερισμό παραμένει αδιάφορο στοιχείο. Δεν δύναται κατ' επίκληση αυτής της συμπεριφοράς, είτε αυτή παραπέμπει σε απεμπόληση δικαιώματος είτε σε καταχρηστική συμπεριφορά, να θεμελιωθεί άρνηση ακύρωσης απόφασης βασισμένης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου. » Κατά ανάλογο τρόπο δεν τίθεται ζήτημα κατά πόσο οι Αιτητές υποχρεούνται να αποκαλύψουν την ύπαρξη «συζητήσιμης υπόθεσης». Εξάλλου, η εν λόγω προϋπόθεση συναρτάται με τη διατάραξη της τελεσιδικίας στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται απόφαση επί της ουσίας, άρα ζήτημα που γενικώς δεν αφορά την παρούσα υπόθεση. Τα προαναφερόμενα θεωρώ ότι καλύπτουν και απαντούν στους πλείστους λόγους Ένστασης των Καθ' ων. Το μόνο ζήτημα που χρίζει περαιτέρω απάντησης είναι κατά πόσο η παρούσα Αίτηση στηρίζεται σε ορθή δικονομική βάση. Το επίδικο ζήτημα δεν συσχετίζεται με δικονομική παράλειψη. Εν προκειμένω η εξουσία του Δικαστηρίου είναι σύμφυτη[18] (inherent), εκπηγάζει από τη δικαιοδοτική του λειτουργία και αποσκοπεί στην αυτοπροστασία του δικαίου. Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και αυτό κρίνεται ικανοποιητικό. Η Αίτηση θα πετύχει. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Αίτηση επιτυγχάνει. Το διάταγμα ημερομηνίας 18/01/2018 ακυρώνεται. Εκδίδεται διάταγμα επαναφοράς της επίδικης Αίτησης. Η Απάντηση των Καθ' ων να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν τα δικονομικά προβλεπόμενα. Ως προς τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρόλο που η Αίτηση έχει πετύχει, λαμβάνοντας υπόψιν τα ιδιαίτερα περιστατικά που έχουν μεσολαβήσει καθώς και την ευρύτατη διακριτική εξουσία που παρέχεται στο παρόν Δικαστήριο ως προς τούτο το ζήτημα με βάση τον κανονισμό 13(β) του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού, αλλά και τη σχετική νομολογία,[19] θεωρώ πως θα ήταν ορθότερο όπως μην εκδώσω οποιανδήποτε διαταγή. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1]Συναφώς: Λαουτάρης ν 1. Παγκύπριου Οδοντιατρικού Συλλόγου κ.α.
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1411. [2] Δείτε: Ann -Clair Developments Ltd v Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1Α.Α.Δ.
  1. [3]Συναφώς: NTR BEACH DINERS LTD κ.ά. ν. ADAMOU CONSTRUCTION AND MAINTENANCE LTD, Πολ. Έφ. 373/2012, ημερ. 15 Ιανουαρίου
  2. [4] Δείτε: Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941, Chr. Morfou Trading Ltd v MR Waterproof Ltd
(2007)1B A.A.Δ.
  1. [5] Σχετικά: NSM Democars Ltd κ.ά. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.
  2. [6] Δείτε: Χρυσοδόντας ν. Ακουoλογικό Κέντρο Λάρνακας Γιώργος Παναγιώτου Λτδ, Πολ. Έφ. Ε10/2013, ημερ. 6 Ιουνίου
  3. [7] Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χ" Νικόλα (ανωτέρω). [8] Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190. [9] Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1108. [10] Στη Δημοκρατία ν. Πέτσα
(1996)1 ΑΑΔ 1342, κατά προσόμοιο τρόπο, ως προς τις δυνατότητες του επαρχιακού δικαστηρίου όταν χρησιμοποιεί εν μέρει εξεταστική διαδικασία για καθορισμό αποζημίωσης στις περιπτώσεις απαλλοτρίωσης, σημειώθηκαν τα εξής: «Η εναπόθεση της ευθύνης εξ ολοκλήρου στα μέρη, με διαδικασία αμιγούς αντιπαράθεσης, θα εξαρτούσε την έκβαση υπέρμετρα από τους χειρισμούς στους οποίους εκείνοι θα προέβαιναν. Και έτσι να μην παρείχετο ενδεχομένως η δυνατότητα για τον καθορισμό αποζημίωσης με τα αναγκαία γνωρίσματα της δίκαιης και εύλογης.» [11] Άρθρο 5 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. [12] Άρθρο 4 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. [13] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 [14] Παπά ν. Οικονομίδου
(2012)1 Α.Α.Δ. 928. [15] Για παράδειγμα, στην IRONFX GLOBAL LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε338/2016, ημερομηνίας 23/03/2017, έχει κριθεί ότι δεν συνάδει με τον σκοπό και τον χαρακτήρα τούτης της δικαιοδοσίας η καταχώρηση αίτησης για συνοπτική απόφαση. [16] Σχετικά στο σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 12η Έκδοση, σελ. 324 αναφέρεται: «In ordinary usage, "may" is permissive and "must" us imperative, and in accordance with such usage, the word "may" in a statute will not generally be held to be mandatory». [17] Μεταξύ άλλων: Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 43, και J.Z. Classic Music Pro Ltd ν. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1151. [18] Σχετικά: Τουβλοποιεία Παλαικύθρου ΓΙΓΑΣ Λτδ ν. Ουστά (αρ.1),
(1994)1 Α.Α.Δ. 109, Αυξεντίου ν. Σάββα,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963. [19] Μεταξύ άλλων: Katsiantonis ν. Fragkeskou
(1981)1 CLR 566. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.