ΛΑΜΠΡΟΥ κ.α. ν. ΙΩΑΚΕΙΜ κ.α., Αίτηση Αρ. Ε23/2017, 5/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2019:17 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Ε23/2017 Μεταξύ׃
- XXXXX ΛΑΜΠΡΟΥ, από τη Λάρνακα
- XXXXX ΛΑΜΠΡΟΥ, από τη Λάρνακα Αιτήτριες -και-
- XXXXX ΙΩΑΚΕΙΜ, από τη Λάρνακα
- XXXXX ΙΩΑΚΕΙΜ, από τη Λάρνακα Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για τροποποίηση της Απάντησης ημερομηνίας 28/05/2019 Ημερομηνία: 05/11/2019 Για τις Αιτήτριες 1 και 2 / Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση: κα Πάτσαλου για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 / Αιτήτριες στην Κυρίως Αίτηση : κος Ευαγγέλου για Γιώργο Α. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 18/12/2017 και με αυτήν επιδιώκεται η ανάκτηση της κατοχής του επίδικου Υποστατικού καθώς και απόφαση λόγω ισχυριζόμενων οφειλόμενων ενοικίων και συστηματικής καθυστέρησης στην αποπληρωμή τους. Γίνεται συναφώς αναφορά σε λήξασα ενοικίαση δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 10/02/2001, με αρχικό ενοίκιο Λ.Κ. 400 (€684) μηνιαίως. Οι Αιτήτριες διατείνονται πως το υφιστάμενο ενοίκιο ανέρχεται στα €600 μηνιαίως, πλην όμως οι Καθ' ων καταβάλλουν μόνο το ποσό των €500 μηνιαίως έχοντας προβεί σε μονομερή και μη αποδεκτή από τις Αιτήτριες μείωση. Στην Απάντηση αμφισβητείται η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, υπάρχει γενική άρνηση των ισχυρισμών των Αιτητριών και αμφισβήτηση της ύπαρξης του οφειλόμενου ποσού. Γίνεται επίσης μια γενική αναφορά σε κάποιους τρίτους «πραγματικούς κάτοχους και ενοικιαστές» του Υποστατικού, δίχως όμως η εν λόγω θέση να αναλύεται περισσότερο. ΙΙ. ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η Αίτηση. Στις 28/05/2019, καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων 1 και 2 στην Κυρίως διαδικασία και Αιτητές στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση (οι οποίοι εφ' εξής θα προσδιορίζονται ως οι «Ενοικιαστές») η παρούσα αίτηση τροποποίησης με την οποία αξιώνεται η τροποποίηση της Απάντησής τους, ως εξής: «
- Διαγραφή της παραγράφου 4 της απάντησης των καθ' ων η αίτηση και αντικατάσταση της με την νέα παράγραφο 4 ως ακολούθως: «
- Οι καθ' ων η αίτηση παραδέχονται την παράγραφο Α υπό τον τίτλο ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΑΙΤΗΤΗ της αίτησης των αιτητών.»
- Διαγραφή της παραγράφου 11 της απάντησης των καθ' ων η αίτηση και αντικατάσταση της με την νέα παράγραφο 11 και 11.1 ως ακολούθως: «
- Οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται και δεν παραδέχονται την παράγραφο Γ και τις υποπαραγράφους αυτής υπό τον τίτλο ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ της αίτησης των αιτητών και τους θέτουν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν την επίδικη ενοικίαση υπό την αντιπροσωπευτική τους ιδιότητα ως μελλοντικοί μέτοχοι και ή διευθυντές της προτιθέμενης της προς εγγραφή εταιρείας που ενέγραψαν στον Έφορο Εταιρειών την 04/04/2001 με την ονομασία A.G.E.L. JEWELLERY LTD, HE119559 η οποία λειτουργούσε το κατάστημα ως χρυσοχοείο και η οποία πλήρωνε τα επίδικα ενοίκια και είχε στην κατοχή της το επίδικο κατάστημα εν γνώσει και με την συναίνεση των αιτητών και εμποδίζονται οι αιτητές να ισχυρίζονται ότι οι καθ' ων η αίτηση ήταν οι ενοικιαστές του επίδικου ακινήτου από την συμπεριφορά τους και τις πράξεις τους εφόσον εισέπρατταν τα ενοίκια εδώ και τόσα χρόνια από την εν λόγω εταιρεία χωρίς καμία διαμαρτυρία και ή ένσταση και της έκδιδαν σχετικές αποδείξεις.» «11.
- Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συμφώνησαν να ανανεώσουν οι ίδιοι την συμφωνία με τους αιτητές αλλά αυτή ανανεώθηκε την 11/12/2007 από την XXXXX Ιωακείμ με δική της υπογραφή δια και για λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας η οποία ήταν ο κάτοχος και ενοικιαστής του επίδικου καταστήματος και κατέβαλλε τα επίδικα ενοίκια. Η XXXXX Ιωακείμ υπέγραψε ως διευθυντής και ή γραμματέας της εταιρείας εν γνώσει των αιτητών και χωρίς καμία προσωπική δέσμευση. Οι αιτητές κατακρατούν το ποσόν των Λ.Κ.800.- (€1.366,88.-) που τους δόθηκε ως ντεπόζιτο κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας το 2001.»
- Διαγραφή της παραγράφου 21 της απάντησης των καθ' ων η αίτηση και αντικατάσταση της με την νέα παράγραφο 21 ως ακολούθως: «
- Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι την 19/04/2019 οι αιτητές παρέλαβαν τα κλειδιά του επίδικου καταστήματος από την XXXXX Ιωακείμ ως αξιωματούχου της εταιρείας A.G.E.L. JEWELLERY LTD, HE119559 και την κατοχή του επίδικου καταστήματος χωρίς καμία επιφύλαξη και ή διαμαρτυρία και ως εκ τούτου εμποδίζονται να προβάλουν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς αναφορικά το επίδικο κατάστημα, την κατοχή του και την κατάσταση του.» » Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται, «στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο 1983 ως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 29
(3), στον Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ. 1-6 και Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 8, 7, 9, Δ.64 στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος και των Γενικών Αρχών του Δικαίου της Επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου». Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό αναφορά αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Καθ' ου
- Ο ενόρκως δηλών, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος του κατά την προετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας και κατά την μελέτη των εγγράφων διαπίστωσε ότι υπάρχουν θέματα τα οποία χρήζουν τροποποίησης της Απάντησής τους, επειδή έλαβε γνώση μέσω των εγγράφων που «τους εφοδίασαν οι Αιτητές πρόσφατα κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου» , (εννοώντας προφανώς τη διαταγή για αποκάλυψη και ανταλλαγή εγγράφων) για το περιεχόμενου του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 10/02/2011 (εννοώντας προφανώς 10/02/2001) το οποίο οι Ενοικιαστές δεν είχαν ποτέ στην κατοχή τους. Ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις «είναι καλόπιστες, ορθές και δίκαιες έτσι ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και υπό τις περιστάσεις αναγκαίες και δεν επηρεάζουν δυσμενώς και/ή οποιαδήποτε δικαιώματα των Εναγόντων (εννοώντας τις Ιδιοκτήτριες) ενώ αντίθετα δεν θα τύχουμε ολοκληρωμένης υπεράσπισης, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα τη μη σωστή απονομή της δικαιοσύνης εφόσον δεν είχαμε το συμβόλαιο στην κατοχή μας το ποιο υπογράφηκε πριν πάρα πολλά χρόνια και μετά που το είδαμε φρεσκαρίστηκε η μνήμη μας και όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μας που έχει τις νομικές γνώσεις αν δεν τροποποιηθεί η απάντηση μας τότε δεν θα μπορέσουμε να παρουσιάσουμε όλην την μαρτυρία μας που έχουν στην κατοχή μας». Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι «προέκυψαν νέα γεγονότα πρόσφατα και θα πρέπει να τα θέσουμε ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον περιορίζουν και τα επίδικα θέματα» και ότι θα εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος. (β) Η Ένσταση. Οι Αιτήτριες 1 και 2 και Καθ' ων στην παρούσα αίτηση (οι οποίες εφ' εξής θα προσδιορίζονται ως οι «Ιδιοκτήτριες») ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και προς τούτο καταχώρησαν σχετική Ένσταση ημερομηνίας 30/08/2019 προβάλλοντας τους ακόλουθους 12 λόγους Ένστασης: «
- Η αίτηση είναι πραγματικά και νομικά ανυπόστατη ή/και αβάσιμη και αντίθετη με τους Θεσμούς, την Νομολογία και τα άρθρα 4 και 5 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου.
- Από την αίτηση για τροποποίηση λείπει το νομικό υπόβαθρο γεγονότων για να ζητηθεί και/ή να δικαιολογείται η εν λόγω τροποποίηση.
- Το περιεχόμενο της Ε/Δ που συνοδεύει την Αίτηση δεν δικαιολογεί και δεν στηρίζει την αιτούμενη θεραπεία.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η Νομοθεσία ή/και η Νομολογία για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης και/ή δεν νομιμοποιείται σε αυτό το στάδιο να επιδιωχθεί η αιτούμενη τροποποίηση.
- Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση οι Αιτητές επιχειρούν να μεταβάλουν και/ή να προβάλουν ισχυρισμούς οι οποίοι ήτο εξ' αρχής γνωστοί σε αυτούς και/ή τέτοιοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν και/ή δεν θεωρούνται και/ή δεν εντάσσονται εντός της κατηγορίας του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στην σύνταξη της δικογραφίας και/ή κάποιου γεγονότος που δεν γνώριζαν και/ή δεν είχαν γνώση, λαμβανομένου υπόψη του σταδίου που προωθήθηκε το αίτημα υπό των Αιτητών ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η παρούσα Αίτηση καταχωρείται με υπέρμετρη καθυστέρηση, αδικαιολόγητα και/ή χωρίς επαρκής αιτιολογία για το λόγο καθυστέρησης και/ή ο επικαλούμενος λόγος καθυστέρησης είναι αβάσιμος, αντίθετος και/ή δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία σύμφωνα με την επί του θέματος Νομολογία και/ή Νομικό πλαίσιο.
- Η αίτηση των Αιτητών υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και δη σε στάδιο που αν γίνει αποδεκτό θα επηρεαστεί δυσμενώς και ανεπανόρθωτα η πλευρά των Αιτητριών - Καθ' ων η Αίτηση, ειδικά στο στάδιο αυτό πριν από την έναρξη της ακρόασης.
- Μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα επηρεάσει τους Αιτητές, εφόσον από το περιεχόμενο του δικογράφου της Απάντησής στην Αίτηση, προβάλλονται και/ή προκύπτουν ξεκάθαρα οι θέσεις και/ή γραμμή Υπερασπίσεως των, σε συνάρτηση επίσης με τα αποκαλυφθέντα και τον κατάλογο μαρτυρίας και σύνοψης από μέρους των Αιτητών στην παρούσα.
- Ο Αιτητές αποσκοπούν να αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι των Καθ' ων η Αίτηση.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει γενικούς και/ή αόριστους και/ή ανεδαφικούς και/ή ψευδής ισχυρισμούς με σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου και την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εφόσον η Αίτηση και οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτήν ήτο σε γνώση των Αιτητών - Καθ' ων η Αίτηση από το χρόνο καταχώρησης και/ή επίδοσης της Αίτησης σε αυτούς.
- Η ζητούμενη τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων αφού σε κάθε περίπτωση, υπάρχει και η δυνατότητα ρύθμισης των ενδιάμεσων θεμάτων στη βάση προφορικών αιτημάτων σύμφωνα με το βάση τον Κανονισμό 9 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών.
- Σε περίπτωση που εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση θα τεθούν σε δυσμενή θέση οι Καθ' ων η Αίτηση, και θα υποστούν ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή εξόδων, ενώ παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των Καθ' ων για γρήγορη και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. » Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 στην Κυρίως Αίτηση, η οποία αιτείται την απόρριψη της Αίτησης επειδή «δεν τίθεται ζήτημα διαλεύκανσης των επίδικων θεμάτων, η αίτηση είναι αχρείαστη, αδικαιολόγητη και αβάσιμη ενώ δημιουργείται κωλυσιεργία στην προώθηση της υπόθεσης». Υποστηρίζει ότι στο στάδιο που βρίσκεται η παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση διότι δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζει ότι οι Ενοικιαστές επιχειρούν να προβάλουν ισχυρισμούς σε δεδομένα και γεγονότα τα οποία ήτο εξ' αρχής γνωστά σε αυτούς. Ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. (γ) Η ακροαματική διαδικασία. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έλαβαν χώρα στις 19/09/2019, οπότε το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Είχα σχετικά την ευκαιρία να αναγνώσω τα γραπτά κείμενα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η δυνατότητα τροποποίησης με βάση τη νέα Διαταγή
- Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος τροποποίησης βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 9 και 12 σε συνδυασμό με την Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας. Πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η τροποποίηση δικογράφου ήταν ζήτημα που ενέπιπτε κυρίως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι δε καλά γνώστες επί του θέματος αρχές[1] έδειχναν ότι οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός όπου διαπιστωνόταν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κακοπιστία, ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Πλέον, με την υφιστάμενη διατύπωση της Δ.25, το δικαίωμα για τροποποίηση έχει διαβαθμίσεις με σημαντικότερη αυτή που καθορίζεται στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, όπου ορίζεται ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή εφόσον προκύπτουν νεοφανή γεγονότα. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται µε εξαίρεση το εκ παραδροµής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδοµένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. » Επίσης, με βάση τη Δ.25 θ. 5 «το Δικαστήριο µπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και µε τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωµα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται µε σκοπό τον καθορισµό του πραγµατικού ζητήµατος ή επίδικου θέµατος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Όσον αφορά δε τα γραφικά λάθη σε δικόγραφα, με βάση τη Δ.25 θ. 6, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης. Διευκρινίζεται συναφώς στη Δ.25 θ. 7 ότι «οι διατάξεις της Δ.25 εφαρµόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαµβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα». ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη αίτηση δεν πραγματεύεται «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» αλλά βασίζεται στη δεύτερη εξαίρεση επί της οποίας μπορεί να υποστυλωθεί αίτημα για τροποποίηση σε τούτο το προχωρημένο στάδιο με βάση τα διαλαμβανόμενα στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, δηλαδή σε γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό εντάσσονται εντός της κατηγορίας των «νέων δεδομένων µη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών» για καταχώρηση της Απάντησης. Η επ' αυτού υποστηρικτική επιχειρηματολογία των δικηγόρων των Ενοικιαστών, επικεντρώνεται στον ισχυρισμό ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία «αφού βασίζεται σε μεταγενέστερο γεγονός και άρα καλύπτεται από τη νέα διαταγή» και προβάλλεται πως «το επίδικο ενοικιαστήριο οι Καθ' ων ποτέ δεν είχαν στην κατοχή τους και δεν θυμόνταν την ύπαρξη του εφόσον είχε υπογραφθεί πριν πάρα πολλά χρόνια». Ως τέτοιο «μεταγενέστερο γεγονός» χαρακτηρίζουν το ότι έλαβαν γνώση του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου συνεπεία της αποκάλυψης εγγράφων που διενήργησαν οι Ιδιοκτήτριες. Από την άλλη πλευρά, ο δικηγόρος των Ιδιοκτητριών αναφέρει ότι όσα επικαλούνται οι Ενοικιαστές και ο δικηγόρος τους δεν αφορούν νεοφανή γεγονότα και συνεπώς το αίτημα δεν καλύπτεται από τη σχετική εξαίρεση της νέας Διαταγής
- Ως εκ των ανωτέρω, το καθοριστικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο τα έγγραφα που αποκαλύπτονται από διάδικο στο πλαίσιο της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων και τα οποία μέχρι τότε δεν ήταν υπόψιν[2] του αντιδίκου του όταν ο εν λόγω αντίδικος καταχωρούσε το δικόγραφό του, εμπίπτουν εντός της έννοιας «των νέων δεδομένων μη υπαρκτών» ως η έννοια αυτή προσδιορίζεται στη νέα Διαταγή
- Έχω εξετάσει με προσοχή την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Συγκλίνω με τις θέσεις του κ. Ευαγγέλου. Διασαφηνίζω. Η γραμματική ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης είναι σαφέστατη. Αναφέρεται σε νέα δεδομένα, μη «υπαρκτά» κατά την καταχώρηση της Δικογραφίας και όχι δεδομένα υπαρκτά αλλά άγνωστα στον αιτούντα την τροποποίηση. «Υπαρκτό» είναι αυτό που υπάρχει, που έχει υπόσταση, που αποτελεί στοιχείο της πραγματικότητας (δείτε: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Μπαμπινιώτη, 4η έκδοση, σελ. 2012). Η πλευρά των Ενοικιαστών εσφαλμένα ταυτίζει την έννοια της ανυπαρξίας με την έννοια της (δικής της) άγνοιας. Τυχόν δε αποδοχή της διαφορετικής εισήγησης των Ενοικιαστών θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση της υπό εξέταση εξαίρεσης της Διαταγής 25, αφού θα συναρτούσε το δικαίωμα τροποποίησης με καθαρά υποκειμενικά ζητήματα και συμπεριφορές. Δεν είναι όμως αυτό που επιτάσσει η εν λόγω νέα Διαταγή
- Η νέα τάξη πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί μετά την τροποποίηση της Δ.25, έχει καταστήσει αυστηρότερο το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν να επιτραπούν τροποποιήσεις επί αιτημάτων που προβάλλονται μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Ο απώτερος σκοπός τόσο της νέας Διαταγής 25 όσο και της νέας Διαταγής 30 είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διότι, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών».[3] Για την επίτευξη κάθε σκοπού απαιτείται αντίστοιχο κατάλληλο μέσο, το οποίο εν προκειμένω συνίσταται στην προετοιμασία κάθε υπόθεσης με την αρμόζουσα επιμέλεια που επιβάλλει η καταφυγή στη Δικαιοσύνη. Υπεύθυνοι για αυτό είναι όλοι οι παράγοντες της δικαστικής διαδικασίας, ήτοι οι διάδικοι, οι δικηγόροι τους καθώς και το ίδιο το Δικαστήριο, τουλάχιστον στο μέτρο που σχετίζεται με τον έλεγχο και την προώθηση εντός εύλογου χρόνου της δικαστικής διαδικασίας. Δεδομένου όμως ότι με τη νέα Δ.25, ουσιαστικές τροποποιήσεις δικογράφων μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες δεν είναι πλέον επιτρεπτές, αναπόδραστα το περισσότερο βάρος εναποτίθεται στους ώμους των διαδίκων και κυρίως των επαγγελματικών τους συμβούλων, δηλαδή των δικηγόρων τους, οι οποίοι, παράλληλα με την ετοιμασία του αρχικού δικόγραφου των πελατών τους, οφείλουν να προετοιμάζουν επί της ουσίας την υπόθεση για την ακροαματική διαδικασία. Στην υπόθεση αρ. 2895/2015 Γ. Παπαμιχαήλ κ.α. ν. Marios Kitchens Limited, ημερ. 22/3/2017 υπό Παντελή Ε. Δ., τονίστηκε ότι ο σκοπός της εν λόγω τροποποίησης είναι να θέσει τον διάδικο και τον δικηγόρο του προ των ευθυνών τους για την ορθή προετοιμασία της υπόθεσής τους. Το σχετικό απόσπασμα, με το οποίο συμφωνώ απόλυτα, έχει ως εξής: « Περιπλέον καίτοι ο διάδικος είναι η πηγή πληροφόρησης του δικηγόρου, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση της υπεράσπισης ότι αν δεν ενημερώσει δεόντως το συνήγορό του, τότε η παράλειψη αυτή θεωρείται σφάλμα που άπτεται της σύνταξης της δικογραφίας. Αν κάτι τέτοιο γινόταν αποδεκτό θα καθιστούσε το αίτημα ανέλεγκτο και υποχείριο μεγάλης γκάμας δικαιολογιών. Εύκολο θα ήταν δια κάθε συνήγορο να επικαλείται σφάλμα διαδίκου που φαινομενικά είναι καλόπιστο, ώστε να εξασφαλίσει τροποποίηση. Δεν είναι όμως αυτό που επιζητεί ο κανονισμός, ο οποίος θέτει διάδικο και συνήγορο προ των ευθυνών τους. Αναμένεται και οι δύο να μεριμνήσουν για εξασφάλιση όλων όσων χρειάζεται. » Δεν πρέπει συναφώς να παραγνωρίζεται ότι οι αναφορές στη νέα Διαταγή 25 τόσο σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» όσο και «σε περιπτώσεις που έχουν προκύψει νέα δεδοµένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης» αφορούν επιφυλάξεις δηλαδή εξαιρέσεις από τον βασικό κανόνα. Με βάση τους κανόνες ως προς την ερμηνεία των επιφυλάξεων/εξαιρέσεων (provisos),[4] οι εν λόγω εξαιρέσεις υπόκεινται στη βασική διάταξη, δεν την επεκτείνουν, ούτε δημιουργούν αυτοτελή κανόνα δικαίου που να οδηγεί στην ακύρωση του ουσιαστικού και σαφούς κανόνα που θέτει η εν λόγω Διαταγή, ότι δηλαδή, μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες, «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται». Κατά συνέπεια, τα γεγονότα που επικαλούνται οι Ενοικιαστές για θεμελίωση του αιτήματός τους για τροποποίηση της Απάντησής τους, δεν καλύπτονται από τη νέα Διαταγή 25 και δεν μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο για έγκριση του αιτήματος. Καταληκτικά και πέραν των προαναφερόμενων, θα πρέπει να σημειωθεί πως ο σκοπός της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων είναι να αποκαλύψει τα έγγραφα (κυρίως) επί των οποίων βασίζονται οι υφιστάμενοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί έτσι ώστε η δίκη να διεξαχθεί με όλα τα χαρτιά των διαδίκων πάνω στο τραπέζι της διαδικασίας και τα μέρη να μπορούν να αξιολογήσουν καλύτερα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της υπόθεσής τους, δίχως εκπλήξεις κατά την ακρόαση. Παράλληλα, η εν λόγω δικονομική δυνατότητα αποσκοπεί στον περιορισμό των δικαστικών εξόδων και την υποβοήθηση της εξώδικης διευθέτησης των διαφορών (δείτε: σύγγραμμα Disclosure, των Matheus and Malek, 2007, Chapter 1, Introduction (A) Nature and Purposes of disclosure, σελ.4 παρ.102). Σε ουδεμία όμως περίπτωση δύναται να χρησιμοποιηθεί για το ψάρεμα μαρτυρίας (δείτε: Ε. Κωνσταντίνου ν. Κ. Ξιούρου
(2014)1Α Α.Α.Δ 581), ούτε μέσω αυτής μπορούν να δημιουργηθούν νέες αιτίες αγωγής ή βάσεις υπεράσπισης. Στο σύγγραμμα Documentary Evidence, του C. Hollander, 10η Έκδοση, σελ. 181, παρ. 8-16 αναφέρεται: « Ιt has always been a general principle that disclosure may not be used as a fishing expedition to seek out possible claims or defences. » Ως εκ των ανωτέρω, η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ο Λόγος Ένστασης αρ. 5 έχει έρεισμα. Η Αίτηση θα απορριφθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ τούτου, η Ένσταση επιτυγχάνει, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Αιτητριών 1 και 2 στην Κυρίως Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές. [2] Παρόλο που η πλευρά των Ιδιοκτητών αμφισβητεί και αυτόν τον ισχυρισμό. [3] Δείτε και Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [4] Για τους κανόνες ερμηνείας επιφυλάξεων, δείτε: Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ 883. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο