ΠΑΛΑ ν. ΠΙΣΚΟΠΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ. Κ6/2018, 15/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2019:17 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ6/2018 Μεταξύ׃ XXXXX ΠΑΛΑ, από την Πάφο Αιτητή και
- XXXXX ΠΙΣΚΟΠΟΥ, από την Πάφο
- XXXXX ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, από την Πάφο Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 25/09/2018 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 15/05/2019 Για τον Αιτητή: κ. Σάββας Ζαννούπας Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Μαρία Παπαδημήτρη για Μαρία Σ. Παπαδημήτρη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα υπόθεση σχετίζεται με την ενοικίαση ενός ημιυπόγειου υποστατικού που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας στην Πάφο, το οποίο στο εξής θα προσδιορίζεται ως «το Υποστατικό». Tο Υποστατικό χρησιμοποιείται ως συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων. Στις 25/09/2018 καταχωρήθηκε η Κυρίως Αίτηση με την οποία αξιώνονται από τον Αιτητή και θέσμιο ενοικιαστή, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα, ως επίσης και αποζημιώσεις εναντίον των Καθ' ων 1 και 2, ιδιοκτητών του επίδικου Υποστατικού. Ταυτόχρονα καταχωρήθηκε η παρούσα μονομερής Αίτηση η οποία βρίσκεται στο στάδιο όπου θα κριθεί κατά πόσο θα οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα, το οποίο είχε εκδοθεί μονομερώς την 26η Σεπτεμβρίου
- ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η επίδικη Αίτηση. Ο Aιτητής με την παρούσα Αίτηση αξίωσε διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν στους Καθ' ων και στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους να «διακόπτουν την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος» και να «επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο» στο Υποστατικό. Στήριξε την Αίτηση του στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τον σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό, στον περί Πολιτικής στα άρθρα 4 έως και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθώς και στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η εν λόγω αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Αιτητή. Συνοπτικά, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι: · Είναι ο ενοικιαστής του επίδικου Υποστατικού. Η ενοικίαση άρχισε από το 1998 με προφορική συμφωνία. Μεταγενέστερα υπεγράφη ενοικιαστήριο έγγραφο με ισχύ από 01/01/2002 μέχρι 01/01/2007 με ενοίκιο Λ.Κ.200, που αντιστοιχεί σε €340 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην ένορκη δήλωσή του). Έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής. Η Καθ' ης αρ. 2 είναι η ιδιοκτήτρια της οικοδομής η οποία αποτελείται από ημιυπόγειο, ισόγειο και τον πρώτο όροφο. · Από την έναρξη της ενοικίασης η ηλεκτροδότηση του υποστατικού γινόταν από το άνωθεν διαμέρισμα αρ. 101 με αριθμό μετρητή 77301140000, ο οποίος είναι στο όνομα του Καθ' ου
- Επισυνάπτει ένα παλαιό σχετικό λογαριασμό ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β στην ένορκη δήλωσή του. · Ο Αιτητής κατέχει όλες τις σχετικές άδειες άσκησης επαγγέλματος (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ στην ένορκη δήλωσή του) και από την εργασία του διατείνεται ότι κερδίζει €3.000 μηνιαίως. · Ισχυρίζεται ότι «από την έναρξη της ενοικίασης μέχρι και σήμερα καταβάλλω ανελλιπώς όλα τα τρέχοντα ενοίκια και δεν οφείλω κανένα ποσό στους Καθ' ων η αίτηση» δίχως όμως να παρουσιάζει οποιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμής του ενοικίου. · Ως προς την ουσιαστική του αξίωση, αναφέρει αυτολεξεί ότι: «οι Καθ' ων 1 και 2, την 01/09/2018 χωρίς οποιονδήποτε λόγο, εντελώς παράνομα και αδικαιολόγητα απέκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος του ενοικιασθέν υποστατικού μου με σκοπό να με εξαναγκάσουν να φύγω από το υποστατικό, αφού κατ' επανάληψη μου ζητούσαν να απομακρυνθώ και εγώ αρνήθηκα». · Ισχυρίζεται ότι στο Υποστατικό έχει δημιουργήσει φήμη και πελατεία και προσθέτει ότι είναι αδύνατον να μετακομίσει, αφού αυτό βρίσκεται μέσα σε κεντρική Λεωφόρο της Πάφου και θα χάσει πελάτες. · Μετά την αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύματος ισχυρίζεται ότι η επιχείρησή του: «κατέστη μη λειτουργήσιμη καθώς όλα τα μηχανήματα που χρησιμοποιώ λειτουργούν μόνο με ηλεκτρικό ρεύμα». Κάλεσε επανειλημμένως τους Καθ' ων να επανασυνδέσουν το ηλεκτρικό ρεύμα, τόσο ο ίδιος όσο και μέσω δικηγόρου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε στην ένορκη δήλωσή του), δίχως όμως ανταπόκριση. · Αναφέρει ότι από την έναρξη της ενοικίασης είχε ζητήσει από τους Καθ' ων να τοποθετήσουν στο Υποστατικό ξεχωριστή παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και του υποσχέθηκαν πως θα ενεργούσαν σχετικά. Συμφώνησαν όπως, μέχρι να τοποθετηθεί ξεχωριστός μετρητής, θα πλήρωνε αυτός το ρεύμα και θα του επέστρεφαν το ½ του ποσού. Εντούτοις, του επέστρεφαν μόλις €
- Παρουσιάζει απόδειξη πληρωμής λογαριασμού της ΑΗΚ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ στην ένορκη δήλωσή του). · Ο ίδιος δεν μπορεί να αποταθεί στην ΑΗΚ για να εξασφαλίσει ξεχωριστή εγκατάσταση, καθότι απαιτείται όπως οι ενέργειες αυτές να γίνουν από τον ιδιοκτήτη. · Έχει καλή βάση αγωγής, μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας και θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί μετά το πέρας της Αίτησης δικαιοσύνη και αιτείται προσωρινή προστασία. * Όσα είχαν εκτεθεί ενώπιον μου από τον Αιτητή κρίθηκαν ικανοποιητικά και στις 26/09/2019 εξέδωσα διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε στους Καθ' ων να διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο Υποστατικό και επίσης διατάχθηκαν όπως αποκαταστήσουν και να μεριμνήσουν για την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό. Το διάταγμα εκδόθηκε υπό συγκεκριμένους όρους, η μη πλήρωση των οποίων το καθιστούσε άκυρο εξ' υπαρχής. Συγκεκριμένα, ο ενοικιαστής διατάχθηκε να υπογράψει εγγύηση ύψους €2.000 και περαιτέρω τέθηκε σε αυτόν ο όρος όπως, από 01/10/2018, συνεχίσει την καταβολή μηνιαίως του ποσού των €340 έναντι του μισθώματος, και περαιτέρω όπως καταβάλλει το ποσό που του αναλογεί για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Το Διάταγμα ορίστηκε για επίδοση/επιστρεπτέο στις 8/10/
- (β) Η επίδικη Ένσταση των Καθ' ων 1 και
- Η πλευρά των Kαθ' ων αίτηση αρ. 1 αντέδρασε στην έκδοση του διατάγματος και με ένσταση ημερομηνίας 07/11/2018 προβάλει 12 διαφορετικούς λόγους ένστασης το περιεχόμενο των οποίων έχει ως ακολούθως: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
- Ο Αιτών δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων, τα οποία αν εγνώριζε το Δικαστήριο θα επηρέαζαν την κρίση του και δεν θα εξέδιδε το επίδικο διάταγμα.
- Ο Αιτών παρουσίασε και/ή το Δικαστήριο βασίστηκε σε ψευδή και/ή αναληθή γεγονότα για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
- Δεν υφίσταται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις για την έκδοση του διατάγματος.
- Η αίτηση δεν φέρει την ορθή νομική βάση και/ή είναι αντικανονική και/ή η παράνομη και/ή η αίτηση δεν έχει έρεισμα στο νόμο και/ή στους διαδικαστικούς κανονισμούς και την δικαστηριακή πρακτική είναι παράτυπη, αντικανονική και δεν τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις εγκρίσεως της.
- Το διάταγμα στηρίζεται πάνω σε παράνομη βάση και/ή δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο και/ή είναι αντίθετο με νομοθετικές πρόνοιες και/ή κανονισμούς και/ή διατάζει τους Καθ' ων η αίτηση να διαπράξουν παρανομία.
- Κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα και/ή το Νόμο.
- Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν συμμορφωθεί πλήρως με το επίδικο διάταγμα και/ή επανένωσαν τη παροχή ρεύματος στον Αιτούντα όμως αργότερα η παροχή του διακόπηκε μετά από σχετικές συστάσεις της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και στην παρουσία αρμόδιων υπαλλήλων της ΑΗΚ, καθότι αυτή ήταν παράνομη.
- Υπάρχει αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με το επίδικο διάταγμα.
- Το επίδικο διάταγμα έχει παύσει να ισχύει και/ή με βάση τις προϋποθέσεις και/ή όρους που έχουν τεθεί σε αυτό δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ και/ή έχει παύσει να ισχύει αυτόματα, ένεκα της μη καταβολής του ενοικίου από τον Αιτούντα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της ακύρωσης του επίδικου διατάγματος. » Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXXX Πίσκοπου, Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1, ο οποίος ισχυρίζεται συνοπτικά τα ακόλουθα: · Ότι η ενοικίαση είναι παράνομη και ο Καθ' ου «έχει καταστεί επεμβασίας στο υποστατικό». · Προσθέτει ότι όπως τον ενημέρωσαν οι δικηγόροι του, απαγορεύεται η παροχή ρεύματος από ένα υποστατικό σε άλλο το οποίο δεν έχει δικό του μετρητή. · Αναφέρει ότι το Υποστατικό δεν κατέχει τις αιτούμενες άδειες και παράνομα λειτουργεί ως γκαράζ αυτοκινήτων. · Διατείνεται ότι ο Αιτητής παραλείπει να καταβάλει τα ενοίκια και να πληρώσει τους λογαριασμούς που του αναλογούν. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι του οφείλονται ενοίκια ύψους €19.540 και υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι καταβάλλει κανονικά τα ενοίκια είναι ψευδείς. Επισυνάπτει, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3, δέσμη επιστολών με τις οποίες για χρόνια μέσω δικηγόρου καλούσε τον Αιτητή να καταβάλει τα ενοίκια. Προσθέτει ότι ο Αιτητής «ελάχιστες μόνο φορές πλήρωσε τους λογαριασμούς του ρεύματος». · Ισχυρίζεται ότι μετά την επίδοση του μονομερούς διατάγματος, οι Καθ' ων επανένωσαν την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος, όμως η παροχή διακόπηκε αναγκαστικά στις 02/10/2018 «μετά από συστάσεις της ΑΗΚ και στην παρουσία των αρμοδίων υπαλλήλων της ΑΗΚ» οι οποίοι τους είπαν ότι εάν δεν διακοπτόταν η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος θα διέκοπτε την παροχή τόσο στο Υποστατικό όσο και στο διαμέρισμά τους και θα προέβαινε σε καταγγελία εναντίον τους «ένεκα της παράνομης φύσης της ηλεκτροδότησης». Επισυνάπτει, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, βεβαίωση της ΑΗΚ. · Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν υπέστη οποιανδήποτε ζημιά και ότι μέχρι σήμερα συνεχίζει να λειτουργεί το Υποστατικό χρησιμοποιώντας γεννήτρια και λαμβάνοντας ρεύμα από γειτονικό υποστατικό. · Αρνείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και ότι υφίσταται αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με το διάταγμα. · Τέλος, ισχυρίζεται ότι το διάταγμα έχει παύσει να ισχύει καθότι ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε προς τον όρο για πληρωμή του μηνιαίου ενοικίου. (γ) Η Ακροαματική Διαδικασία. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η ακρόαση έλαβε χώρα μόλις στις 27/03/2019 οπότε το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση οφείλεται στο γεγονός ότι ζητήθηκε κατ' επανάληψη χρόνος από του διαδίκους για εξώδικη διευθέτηση, δίχως όμως θετική κατάληξη. Οι συνήγοροι υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και απάντησαν σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις. Σημειώνεται ότι επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και ούτε άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει διηνεκή και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960).[1] Όπως προκύπτει από το υπό αναφορά άρθρο θα πρέπει σωρευτικά, να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Να υπάρχει σοβαρό προς εκδίκαση ζήτημα.
- Ο Αιτών το προσωρινό διάταγμα να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη κυρίως διαδικασία.
- Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης[2] (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει συναφώς να καταδειχθεί, μικρή έστω, πλην όμως ορατή, πιθανότητα επιτυχίας στη κυρίως διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού.[3] Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτών το προσωρινό διάταγμα και, σε περίπτωση έγερσης από την άλλη πλευρά αντίθετων ισχυρισμών, για να το αποσείσει οφείλει να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης.[4] Στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[5] Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, χωρίς όμως να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και αποφεύγοντας τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της κυρίως δίκης. Δεν χρειάζεται δηλαδή η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του.[6] Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται προς την αγωγή δεν αποκλείεται,[7] παρόλο που τούτο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου, είναι ανεπαρκής.[8] Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει αποφασιστεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[9] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Ακόμα και αν πληρούνται οι τρείς προπαρατεθείσες θεσμικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια,[10] συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στους διαδίκους και σε τρίτα πρόσωπα, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τη καθυστέρηση, και τη διαφύλαξη του «status quo ante», δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου ξεκινούσε τις ενέργειες για τις οποίες παραπονείται ο αιτών. Προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Όσον αφορά ιδιαίτερα το παρόν Δικαστήριο, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καθ' ύλην αρμοδιότητα[11], ενώ επιπροσθέτως, έγκριση διατάγματος τέτοιου είδους θα πρέπει να μην υπερβαίνει τη δικαιοδοσία[12] του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι αυτά που προβλέπονται στο Νόμο, ιδιαίτερα τα διηνεκή,[13] και τα απαγορευτικά που σχετίζονται με την αθέτηση αρνητικής συμβατικής συμπεριφοράς.[14] Ιδιαίτερα, όσον αφορά τον ενοικιαστή, αυτά που τον υποχρεώνουν να τηρεί τους όρους του συμβολαίου του, όπως για παράδειγμα την παρεμπόδιση παράνομης υπενοικίασης και που τον διατάσσουν να επιτρέψει στον ιδιοκτήτη να ασκήσει το δικαίωμα εισόδου για να επιδιορθώσει σοβαρή ζημιά. Όσον αφορά τα προσωρινά διατάγματα που σχετίζονται με τις υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη, αυτά κατά κύριο λόγο σχετίζονται με το δικαίωμα του ενοικιαστή σε ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή του μισθίου. ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σύνοψη μαρτυρίας Για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, τα επίδικα ουσιαστικά γεγονότα, που τα περισσότερα εξ' αυτών δεν αμφισβητούνται, συνοψίζονται στα εξής: · Ο Αιτητής είναι ο ενοικιαστής και οι Καθ' ων 1 και 2 οι ιδιοκτήτες και/ή οι δικαιούμενοι σε κατοχή του επίδικου υποστατικού. Η επίδικη ενοικίαση άρχισε από το 1998 με προφορική συμφωνία. Μεταγενέστερα υπογράφηκε και σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο επί του οποίου η διάρκεια της ενοικίασης καθορίζεται από 01/01/2002 μέχρι 01/01/
- Το υφιστάμενο ενοίκιο είναι €
- · Ανέκαθεν η ηλεκτροδότηση του υποστατικού γινόταν από το διαμέρισμα αρ. 101 που διαμένουν οι Καθ' ων και ειδικότερα μέσω του μετρητή με αριθμό 77301140000, ο οποίος είναι στο όνομα του Καθ' ου
- · Περί την 1η Σεπτεμβρίου οι Καθ' ων 1 και 2, απέκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο υποστατικό. Η ενέργεια αυτή φαίνεται ότι έχει επηρεάσει την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης του Καθ' ου. · Παλαιότερα, οι Καθ' ων είχαν αποστείλει προειδοποιητικές επιστολές προς τον Αιτητή αξιώνοντας πληρωμή οφειλόμενων ενοικίων. Η ενοικίαση έχει προ πολλού καταστεί θέσμια. Το Υποστατικό βρίσκεται σε ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή. Το επίδικο ζήτημα είναι θέμα που αφορά τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου. Α. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟΥ
(1)Η 1η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα πληρούται. Με βάση τα πιο πάνω και το ενώπιον μου υλικό αποτελεί συμπέρασμά μου ότι η προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, πληρούται, αφού η παρούσα Αίτηση, σε συνάρτηση με τα όσα δικογραφούνται στην Κυρίως Αίτηση, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση, υπό την έννοια ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι επιπόλαιη και ενοχλητική.[15]
(2)Κατά πόσο πληρούται η 2η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Η πλήρωση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, έχει την έννοια ότι αντικειμενικά κρινόμενη η υπόθεση των Αιτητών, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση[16] (arguable case), δηλαδή, έστω μικρή, πιθανότητα επιτυχίας στη κυρίως διαδικασία. Το δικαίωμα του ενοικιαστή για ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή του υποστατικού είναι θεμελιώδες.[17] Συναφώς, στο σύγγραμμα The Law of Real Property των Megarry & Wade, 8η έκδοση, σελ 868 - 870, Κεφάλαιο «Common obligations of Landlord and Tenant», στο οποίο, σε συνάρτηση είτε με τη ρητή, είτε με την εξυπακουόμενη[18] υποχρέωση του ιδιοκτήτη για να διασφαλίζει στον ενοικιαστή ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή (quiet enjoyment) του μισθίου, παρατίθεται περιπτωσιολογία όπου διαπιστώθηκε παραβίαση τούτης της υποχρέωσης, και μεταξύ άλλων, αναφέρεται: « Examples of where a landlord has been held to be in breach of the covenant include where: [..] (
- iv)he inflicts physical discomfort on the tenant by cutting off his water, gas, or electricity or depriving him of proper washing facilities » Ομοίως, στο σύγγραμμα Woodfall on Landlord and Tenant, κάτω από το Κεφάλαιο «Covenants for quiet enjoyment - breach of Covenant, παρ. 11.285, παρατίθενται τα ακόλουθα: « Thus a breach of covenant for quiet enjoyment may be commited: (
- a)where access to a tenant's shop-window and door is obstructed by scaffolding erected on the instructions of the landlord for the purpose of carrying out repairs to the landlord's upper premises (
- b)where occupation of the tenant's property is made intolerable because of noise, dust and dirt caused by building work carried out by the landlord (
- c)[..] (
- d)where the landlord cut off the supply of gas and electricity to a flat thereby forcing the tenant out (
- e)[..] (
- g)by excessive noise » Η ισχυριζόμενη από τους Καθ' ων παρανομία των Αιτητών. Επί του θέματος αυτού οι Καθ' ων επικαλούνται τον παράνομο τρόπο με τον οποίο παρείχαν ηλεκτρικό ρεύμα στον Αιτητή για την απαλλαγή τους. Από την άλλη ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων εμποδίζονται λόγω της συμπεριφοράς και της σύμπραξής τους να προβάλλουν τούτο τον ισχυρισμό. Η κα Παπαδημήτρη με παρέπεμψε συναφώς σε εκτενές απόσπασμα από την απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 156/2018, ημερομηνίας 20 Μαρτίου 2019 στην οποία εκδόθηκε προνομιακό ένταλμα certiorari με το οποίο ακυρώθηκαν προσωρινά ενδιάμεσα διατάγματα που είχε εκδώσει επαρχιακό δικαστήριο για να εισηγηθεί ότι «το ίδιο συμβαίνει και στην υπό κρίση περίπτωση». Δεν συμφωνώ με την εισήγηση. Επεξηγώ. Κατ' αρχάς, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ουσιωδώς διαφορετικά από τα γεγονότα της υπόθεσης Αναφορικά με την Αίτηση της Εθνικής Τράπεζας. Η πεμπτουσία του σκεπτικού του Δικαστηρίου στην υπό αναφορά απόφαση φαίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα: « Δεν μπορεί ένα «δικαστήριο του Νόμου» να δημιουργεί με δικαστική του πράξη τέτοια κατάσταση ώστε ο διάδικος να βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο να αντιμετωπίσει συνέπειες για την παράβαση ποινικού νόμου. » (ο τονισμός των λέξεων είναι δικός μου) Εξάλλου, εάν συνέβαινε το ίδιο στην παρούσα περίπτωση, ίδια θα έπρεπε να ήταν και η συνέπεια όταν η πλευρά των Καθ' ων αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση προβάλλοντας παρόμοιους ισχυρισμούς περί παρανομίας, στα πλαίσια της Αίτησης του Πίσκοπου κ.α. Πολιτική Αίτηση αρ. 133/2018, ημερομηνίας 06/11/2018. Τουναντίον, το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν συμμερίστηκε τις αιτιάσεις των Αιτητών και ενεργώντας εντελώς διαφορετικά από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Εθνικής Τράπεζας απέρριψε αυθημερόν την αίτηση για προνομιακό διάταγμα. Σημείωσε δε τα ακόλουθα, το περιεχόμενο των οποίων θεωρώ πως είναι αυτόδηλο: « Επί του προκειμένου οι αιτητές ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα λόγω του ότι το συνεργείο του ενοικιαστή εφοδιάζεται με ηλεκτρικό ρεύμα παράνομα. Παραβλέπουν όμως ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί από το κατώτερο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης προς οριστικοποίηση ή μη του Διατάγματος και ενόψει τούτου θα αποφύγω να εκφέρω οποιαδήποτε άποψη ως προς τις συνέπειες της σύμπραξης τους στην κατ΄ ισχυρισμό παρανομία του ενοικιαστή. Και δη από το 1998 που αυτοί του εκμίσθωσαν το υπόγειο. Κατά τα άλλα δεν εντοπίζω στο επίδικο πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου έκδηλη νομική πλάνη, δόλο ή προκατάληψη στη βάση των οποίων το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για χορήγηση άδειας προς καταχώριση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος. » Η άποψη μου λοιπόν για το εγειρόμενο ζήτημα της «παρανομίας», εμπερικλείεται στα ακόλουθα. Ουδείς μπορεί να αναζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου για προσωρινό διάταγμα, εφόσον η συμφωνία της οποίας επιδιώκει την εκτέλεση είναι παράνομη.[19] Ούτε ό,τι απαγορεύεται ρητώς νομοθετικά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νόμιμης σύμβασης, όπως για παράδειγμα να αξιωθεί το αντίτιμο για υπενοικίαση υποστατικού για τη δημιουργία οίκου ανοχής.[20] Εντούτοις, η παρούσα υπόθεση δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία των υποθέσεων. Ο σκοπός της επίδικης θέσμιας ενοικίασης που αποτελεί και το ουσιαστικό αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δεν είναι ούτε παράνομος και ούτε η ίδια η ενοικίαση αντίκειται σε οποιονδήποτε νόμο ή δημόσια πολιτική. Όταν διαπιστώνεται ότι ένα υποστατικό χρησιμοποιείται για παράνομους σκοπούς, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος, στο άρθρο 11
(1)(β) παρέχει στον ιδιοκτήτη το δικαίωμα να αξιώσει την έξωση του ενοικιαστή. Παρ' όλ' αυτά η δικαστική παρεμβολή αποτελεί επιτακτική προϋπόθεση. Ενέργειες που έχουν τον χαρακτήρα αυτοδικίας ουδέποτε έχουν γίνει αποδεκτές από τα Δικαστήρια, υπό οποιανδήποτε έκφανση ή μανδύα. Στη KENNEDY HOTELS LTD ν. HAIG INDJIRDJIAN
(1992)1Α Α.Α.Δ 400, υποδείχθηκε ότι η απώλεια του δικαιώματος στην κατοχή ουδόλως νομιμοποιεί τον ιδιοκτήτη να προβεί σε μονομερείς ενέργειες που αποσκοπούν βίαιη έξωση του ενοικιαστή, καθότι, ο νόμος αναγνωρίζει τέτοια κατάλοιπα δικαιώματος στον κάτοχο που επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωσή του. Τα προαναφερόμενα συσχετίζονται και με τη βασική αρχή ότι αδικοπραγείσας δεν επιτρέπεται να αποκομίσει οφέλη από την άδική του πράξη.[21] Πέραν των πιο πάνω, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος και ο περί Ηλεκτρισμού Νόμος (Κεφ. 170), επί του οποίου προφανώς οι Καθ' ων στηρίζουν το επιχείρημά τους, δεν συνδέονται μεταξύ τους, δηλαδή, κατά τη νομική ορολογία δεν πρόκειται για νομοθεσίες που βρίσκονται in pari material καθότι εξυπηρετούν διαφορετικούς, απόλυτα διακριτούς σκοπούς. Στο μέτρο δε που η εισήγηση των Καθ' ων που σχετίζεται με το δόγμα ex turpi causa non oritur action, όπως αυτό αναλύεται μεταξύ άλλων στη Χριστοδούλου ν. Vraets
(2009)1 A.A.Δ. 802, αρκούμαι να σημειώσω ότι η εν λόγω αρχή δεν είναι απόλυτη αλλά έχει σημαντικές εξαιρέσεις[22] εντός των οποίων, τουλάχιστον για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας διαδικασίας, αξιολογώ ότι εντάσσεται και η παρούσα υπόθεση. Επί του βασικού παραπόνου του Αιτητή, διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει αντίλογος από την πλευρά των Καθ' ων όσον αφορά το γεγονός ότι διαταραχθεί το δικαίωμα του ενοικιαστή σε ειρηνική και ανεμπόδιστη (quiet enjoyment) κατοχή του μισθίου, λόγω ενεργειών των Καθ' ων 1 και 2 και συγκεκριμένα λόγω της ενέργειας τους να διακόψουν την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στο Υποστατικό, παροχή η οποία για 20 περίπου χρόνια παρείχαν οι ίδιοι μέσω του διαμερίσματός τους που βρίσκεται άνωθεν του Υποστατικού. Βεβαίως, τι ακριβώς ισχύει στην παρούσα υπόθεση και ποιες θα είναι συνεπακόλουθες συνέπειες στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων, δεν είναι θέμα που θα επιλυθεί οριστικά στα πλαίσια του προσωρινού διατάγματος, αλλά θα αποφασισθεί κατά την ακρόαση της κυρίως Αίτησης με την παρουσίαση της εκατέρωθεν μαρτυρίας και των σχετικών τεκμηρίων. Ως εκ των ανωτέρω, και επαναλαμβάνοντας ότι δεν αποφαίνομαι οριστικά για οτιδήποτε ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης, έχω ικανοποιηθεί ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος του Αιτητή και καταλήγω ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της Κυρίως Αίτησης, καθότι, οι ενέργειες των Καθ' ων φαίνεται ότι αδικαιολόγητα παραβιάζουν το δικαίωμα του ενοικιαστή σε ειρηνική και ανεμπόδιστη κατοχή του μισθίου.
(3)Η 3η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα πληρούται. Όπως επεξηγείται στη σχετική νομολογία, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[23] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την αυστηρή έννοια της υλικής ζημιάς. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, διότι, η διακοπή των εργασιών επιχείρησης, θεωρείται ως περίπτωση όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων κρίνεται ως μη επαρκής, καθότι η ζημιά θεωρείται ως ανεπανόρθωτη.[24] Επ' αυτού του σημείου, ο απαντητικός ισχυρισμός των Καθ' ων ότι η προϋπόθεση αυτή δεν ικανοποιείται επειδή ο Αιτητής προμηθεύεται ηλεκτρικό ρεύμα από γειτονικό υποστατικό, δεν γίνεται αποδεκτός. Ανεξαρτήτως του κατά πόσον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα τούτη η θέση, ουσιαστικό επί τούτου συμπέρασμα στο παρόν στάδιο δεν είναι αναγκαίο να εξαχθεί επειδή οι Καθ' ων δεν μπορούν να ζητούν όπως υπολογιστεί προς όφελός τους ότι ενήργησαν για να άρουν την παρανομία καθότι «απαγορεύεται η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από ένα υποστατικό σε άλλο υποστατικό το οποίο δεν έχει δικό του μετρητή»,[25] και ταυτόχρονα για τους σκοπούς της παρούσας προϋπόθεσης να ζητούν να ενεργήσει υπέρ τους το γεγονός ότι η παρανομία συνεχίζεται μέσω κάποιου τρίτου γειτονικού υποστατικού. Περαιτέρω, ούτε οι αιτιάσεις περί συνέχισης των εργασιών του Καθ' ου μέσω γεννήτριας δικαιολογούν τη συμπεριφορά τους, επειδή, από όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν φαίνεται ότι έχει αναλάβει ο ίδιος ο ενοικιαστής την αποκλειστική ευθύνη για την ηλεκτροδότηση του Υποστατικού.
(4)Το ζήτημα του κατεπείγοντος - η ισχυριζόμενη καθυστέρηση. Ως προς το ζήτημα κατεπείγοντος για τη μονομερή έκδοση του διατάγματος, ο χρόνος περί των 20 ημερών που μεσολάβησε από την αποκοπή του ρεύματος μέχρι την καταχώρηση της παρούσας θεωρώ ότι πως δεν είναι αποτρεπτικός για τον Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψιν ότι έγιναν αρχικώς προφορικές παραστάσεις και ακολούθως ανταλλάχθηκε και αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων. Η εν λόγω καθυστέρηση δεν κρίνεται παράλογη, ούτε συνεπεία αυτής έχουν προκληθεί στους Καθ' ων δυσμενείς επιπτώσεις. Η καθυστέρηση κρίνεται επουσιώδης και δεν αποτελεί λόγο για ακύρωση του διατάγματος.
(4)Το ισοζύγιο της ευχέρειας. Υπάρχει τέλος και το γενικότερο ζήτημα που συναρτάται με την αναλογικότητα των επιδιωκόμενων διαταγμάτων προς τον σκοπό που επιδιώκεται επί της κυρίως Αίτησης. Το υπό αναφορά ζήτημα αποτελεί και τον τελευταίο λόγο ένστασης των Καθ' ων. Αναμφίβολα η ενέργεια των Καθ' ων να αποκόψουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ανέτρεψε το status quo ante που ίσχυε μεταξύ των διαδίκων για 2 και πλέον δεκαετίες. Ο δε επηρεασμός των δικαιωμάτων του Αιτητή εάν αναγκαστεί να κλείσει την επιχείρησή του, φαντάζει πως θα είναι καταλυτικός. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η πλευρά των Καθ' ων εγείρει δύο σημαντικά ζητήματα που συναρτώνται με αυτό το ζήτημα.[26] Το πρώτο σχετίζεται με το κατά πόσο έχει εκπληρωθεί ο όρος που τέθηκε στον ενοικιαστή για την πληρωμή του μηνιαίου ενοικίου, και το δεύτερο σχετίζεται με το κατά πόσον ο Αιτήτης όταν απευθύνθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο προσήλθε με καθαρά χέρια, αποκαλύπτοντας πλήρως όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Και τα δύο αυτά θέματα έχουν δεόντως εγερθεί ως ξεχωριστοί λόγοι Ένστασης και προωθούνται κατάλληλα στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Καθ' ων. (α) Κατά πόσο το διάταγμα έχει καταστεί άκυρο συνεπεία μη τήρησης του όρου πληρωμής του μηνιαίου ενοικίου. Οι Καθ' ων εγείρουν το ζήτημα αυτό στον λόγο ένστασης αρ. 11, τον οποίο παραθέτω ξανά για σκοπούς εύκολης αναφοράς: « Το επίδικο διάταγμα έχει παύσει να ισχύει και/ή με βάση τις προϋποθέσεις και/ή όρους που έχουν τεθεί σε αυτό δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ και/ή έχει παύσει να ισχύει αυτόματα, ένεκα της μη καταβολής του ενοικίου από τον Αιτούντα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. » Ο σχετικός όρος για τον οποίο οι Καθ' ων διατείνονται ότι δεν έχει τηρηθεί, έχει ως εξής: « (α) [..] (β) ο Αιτητής θα καταβάλλει προς τους Καθ' ων η Αίτηση μηνιαίως από 01/10/2018 και 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, με πέντε
(5)μέρες χάριν, το ποσό των €340 μηνιαίως έναντι της αποπληρωμής του μισθώματος, πλέον, το ποσό που του αναλογεί στον αντίστοιχο λογαριασμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Σε περίπτωση μη τήρησης οποιουδήποτε όρου, το παρόν Διάταγμα ακυρώνεται αυτόματα. » (β) Κατά πόσο υπήρξε παράβαση του όρου. Υπενθυμίζω ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, ούτε επιδιώχθηκε η καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η σχετική επί του θέματος νομολογία καταδεικνύει ότι όταν παραλείπεται η αντεξέταση μάρτυρα επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του, παρέχεται στο Δικαστήριο η ευχέρεια[27] να εκλάβει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή[28] των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς. Βεβαίως τούτο δεν συνεπάγεται απροβλημάτιστη[29] αποδοχή όσων η άλλη πλευρά εισηγείται, αλλά απαιτείται αξιολόγηση των αντίθετων ισχυρισμών, σε συνάρτηση με τους λόγους που οδήγησαν στην παράλειψη αντεξέτασης.[30] Το όλο ζήτημα σχετίζεται και με το ποιος κατά περίπτωση φέρει το βάρος απόδειξης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση όπου προβάλλεται η ανυπαρξία καλής πίστης το βάρος απόδειξης παραμένει σε αυτόν που προβάλλει τον ισχυρισμό αυτόν, δίχως να καθίσταται αυταπόδεικτος[31] επειδή δεν υπήρξε ρητή αμφισβήτησή του. Όσον αφορά ειδικά διαδικασίες αυτής της φύσης, όπως υποδεικνύεται στη Σεβαστού ν. Σεβαστού (ανωτέρω) όταν υπάρχει αμφισβήτηση, θα πρέπει να επιδιώκεται είτε η αντεξέταση με βάση τη Δ.39 θ. 1, είτε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δυνάμει της Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς, με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, αφ' ης στιγμής η πλευρά των Καθ' ων 1 και 2 πρόβαλε στην ένστασή της τη σαφή θέση ότι ο Αιτητής δεν τήρησε τον όρο για την καταβολή του μηνιαίου ενοικίου, εναπόκειτο πλέον στη πλευρά του Αιτητή, είτε μέσω συμπληρωματικής μαρτυρίας είτε αντεξετάζοντας τον Καθ' ου 1 να αντικρούσει τη θέση αυτή. Η καταβολή του ενοικίου σύμφωνα με τους όρους του μονομερώς εξασφαλισθέντος διατάγματος, συνιστά συνεχή υποχρέωση που βαρύνει τον ίδιο τον Αιτητή. Κατ' επέκταση, σε περίπτωση αμφισβήτησης, ευρίσκεται στους δικούς του ώμους[32] το βάρος να αποδείξει ότι συνεχίζει να είναι συμμορφωμένος με τον όρο αυτό. Θεωρώ ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να τεθεί σε εγρήγορση και να πράξει τα δέοντα συνυπολογίζοντας και τον έτερο συναφή ισχυρισμό των Καθ' ων, ότι δηλαδή, κατά το στάδιο της μονομερούς εξασφάλισης του διατάγματος ο Αιτητής αναληθώς είχε υποστηρίξει ότι καταβάλλει πλήρως και ανελλιπώς το ενοίκιο. Όμως ο Αιτητής, δεν ενέργησε με αυτόν τον τρόπο. Ούτε ζήτησε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ούτε επιδίωξε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα για την πλευρά των Καθ' ων, παρά μόνο, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο δικηγόρος του ισχυρίστηκε ότι το ενοίκιο προσφέρθηκε αλλά η πλευρά των Καθ' ων δεν το αποδέχθηκε. Η δήλωση αυτή συνιστά δεσμευτική παραδοχή[33] επί της ουσιαστικής θέσης των Καθ' ων ότι όντως το ενοίκιο δεν καταβάλλεται σύμφωνα με τον τεθέντα όρο. Πέραν τούτου, εάν η παράλειψη ήταν δικαιολογημένη ή όχι (αν δηλαδή το ενοίκιο πράγματι προσφέρθηκε με ποιόν τρόπο και ότι η προσφορά δεν έγινε αποδεκτή), δεν είναι ζήτημα που στοιχειοθετείται μέσω δικηγορικών παραστάσεων κατά το στάδιο των αγορεύσεων αφού η αγόρευση δεν αποτελεί μαρτυρία και ούτε υποκαθιστά δικόγραφα.[34] Συνεπώς, ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία υφίσταται ενώπιον μου προς δικαιολόγηση της παράλειψης αυτής. (γ) Η συνέπεια της μη συμμόρφωσης με τον όρο του διατάγματος. Γενικώς ομιλούντες, οι συμμετέχοντες σε μια δικαστική διαδικασία οφείλουν να ακολουθούν τις οδηγίες και τις δικαστικές προθεσμίες,[35] καθότι το όλο ζήτημα συναρτάται με την καθολική ευρυθμία του συστήματος δικαιοσύνης και επηρεάζει τα δικαιώματα διαδίκου.[36] Η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά βασική απόκλιση προς τη πιο θεμελιώδη αρχή δικαίου, ήτοι την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή την υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει και τους δύο διαδίκους πριν εκδώσει την απόφασή του, ως επιτάσσει το Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος. Συνακόλουθα, αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ υποχρέωση κάθε διαδίκου που απευθύνεται μονομερώς στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει μονομερές διάταγμα να συμμορφώνεται με τους όρους που τίθενται από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της μονομερούς εξασφάλισης του διατάγματος. Το γεγονός ότι στο άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου - Κεφ. 6, καθίσταται επιτακτική η παροχή εγγύησης για την εξασφάλιση μονομερούς διατάγματος υποδηλώνει τη σημασία που τόσο ο νομοθέτης όσο και η νομολογία αποδίδουν στην ανάγκη να διασφαλίζονται τα δικαιώματα του διαδίκου ο οποίος στερείται, σε πρώτο στάδιο, της ευκαιρίας να υπερασπιστεί. Για τούτο τον λόγο η έννοια του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων και επιπροσθέτως παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να θέτει και εκείνους τους όρους που κρίνει αναγκαίους. Συναφώς, το άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου παρέχει γενικές και απεριόριστες προς τούτο εξουσίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι και με βάση το άρθρο 16 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου η δυνατότητα επιβολής όρων είναι δεδομένη και ευρεία. Συμπληρώνω ότι στα πλαίσια εξασφάλισης προσωρινής προστασίας, η αδυναμία εκπλήρωσης όρου ή χρηματικής εγγύησης ήθελε τελεί για αποζημίωση των Καθ΄ ων για ενδεχόμενες ζημιές, βλάβες ή δαπάνες από την χωρίς εύλογη αιτία έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποτελεί λόγο για τη μη έκδοσή του.[37] Στην πρόσφατη απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των GROUP DF HOLDINGS LTD, Πολιτική Αίτηση αρ. 4/2019, ημερομηνίας 31/01/2019, γίνεται ιστορική ανασκόπηση και επεξηγείται η σημασία και ο σκοπός για τον οποίο παρέχεται η εγγύηση κατά την εξασφάλιση προσωρινής προστασίας. Στο δια ταύτα. Τα ενώπιον μου δεδομένα είναι αναντίλεκτα. Ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε με τον όρο για καταβολή του ενοικίου και η συνέπεια είναι, όπως στο ίδιο το διάταγμα διαλαμβάνεται η αυτόματη ακύρωσή του. Συνεπώς, η μη τήρηση του συγκεκριμένου όρου, καθιστά το εκδοθέν διάταγμα άκυρο και εμποδίζει τον Αιτητή να αναζητεί την επί της ουσίας εξέταση του αιτήματός του. Ο λόγος ένστασης αρ. 12 έχει έρεισμα. Η αίτηση θα απορριφθεί. (δ) Η ισχυριζόμενη μη πλήρης αποκάλυψη εκ μέρους του Αιτητή. Υπάρχει όμως ακόμη ένας επιπρόσθετος λόγος για την απόρριψη της Αίτησης. Σχετικός είναι ο 3ος Λόγος Ένστασης. Απαρέγκλιτη προϋπόθεση για τη μονομερή έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι η πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων.[38] Τούτο διότι, όπως εκτίθεται προηγουμένως η εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος δίχως να ακουστεί προηγουμένως η άλλη πλευρά αποτελεί εξαίρεση της φυσιολογικής πορείας μιας δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς, ο Αιτών το διάταγμα θα πρέπει να προσέλθει στο Δικαστήριο καλή τη πίστη και με καθαρά χέρια διότι σε διαφορετική περίπτωση, εφόσον δηλαδή διαπιστωθεί παράλειψη ουσιώδους γεγονότος που θα επηρέαζε την κρίση του δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης, το όλο ζήτημα εκλαμβάνεται ως προσπάθεια εξαπάτησης και το δικαστήριο αρνείται πλέον να ακούσει τον διάδικο που χρησιμοποίησε τέτοιες μεθόδους. Στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. ν. Adeona Holdings Limited κ.α. Πολ. Έφεση αρ. Ε6/2014 ημερ. 27/2/2015 αναλύθηκαν οι σχετικές αρχές και μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα εξής: « Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. » Επί του προκειμένου. Οι Καθ' ων προβάλλουν ότι ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι οφείλει ενοίκια ύψους €19.540 και παραπέμπουν στη δέσμη επιστολών ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 οι οποίες είναι προειδοποιητικές επιστολές για οφειλόμενα ενοίκια. Ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση είχε διαφορετικά υποστηρίξει ότι «από την έναρξη της ενοικίασης μέχρι και σήμερα καταβάλλω ανελλιπώς όλα τα τρέχοντα ενοίκια και δεν οφείλω κανένα ποσό στους Καθ' ων η αίτηση». Το εγειρόμενο ζήτημα, αντικειμενικά, είναι κρίσιμο και ουσιαστικό. Η θέσμια ενοικίαση είναι μια εξειδικευμένη συμβατική σχέση επί της οποίας οι βασικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων τυγχάνουν εφαρμογής[39] και είναι σημαντικό να τηρούνται οι ουσιαστικές εκατέρων υποχρεώσεις, που όσον αφορά τον ενοικιαστή σχετίζονται κυρίως με την εμπρόθεσμη πληρωμή του ενοικίου. Έχω εξετάσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου τεκμήρια και πληροφορίες, τόσο εκ μέρους του Αιτητή όσο και εκ μέρους των Καθ' ων. Κρίνω ότι οι Καθ' ων δικαίως παραπονούνται για τούτο το ζήτημα. Διαπιστώνω ότι πως πράγματι υπήρξε προσπάθεια παραπλάνησής μου. Οι επιστολές που παρουσιάζονται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3, θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον μου κατά τον χρόνο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έστω και εάν ο ίδιος ο Αιτητής υποστηρίζει κάτι διαφορετικό. Θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει τις επιστολές αυτές και να επεξηγήσει τους λόγους για τους οποίους διαφωνεί. Ούτε έχε σημασία εάν ο Αιτητής είχε πρόθεση εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στη Delincyp Company Limited v Wolfgang κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 206/2011, ημερομηνίας 04/04/2017: « Η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης ουσιωδών γεγονότων » Η αμέλεια αυτή είναι καταλυτική, αφού όσα εκτίθενται στις επιστολές αυτές αναμφίβολα θα επηρέαζαν τη διακριτική μου ευχέρεια. Όχι ως προς την έκδοση του διατάγματος, αλλά ως προς το ύψος της εγγύησης και τους όρους που θα έθετα για την έκδοσή του. Η παράλειψη αυτή του Αιτητή μου αποστέρησε την ευκαιρία κατά τον κρίσιμο χρόνο να έχω μια σφαιρική εικόνα της όλης κατάστασης. Η συμπεριφορά αυτή είναι ανεπίτρεπτη. Ως εκ των προαναφερόμενων, η Αίτηση θα απορριφθεί και για τον λόγο αυτό. * Καταληκτικά, τα ζητήματα που σχετίζονται με τη δέουσα αποκάλυψη και την πληρωμή του ενοικίου ως ο σχετικός όρος του διατάγματος, δεν μου επιτρέπουν να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια για την οριστικοποίηση του διατάγματος. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Ένσταση επιτυγχάνει και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 26/09/2018 ακυρώνεται. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Άρθρο 32: (Απαγορευτικά διατάγματα και παραλήπται)
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1),δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος, και εάν τοιαύτη αγωγή έχει ήδη εγερθεί το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» [2] Δείτε: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782. [3] Δείτε: Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν Χρ. Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [4] Δείτε: Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [5] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [6] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802. [7] Δείτε: Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 Χ. Κουνουνά ν. C. & A. SIMONOS LTD,
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου Π.Ε.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 228. [8] Δείτε: Κιτρομηλίδου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165. [9] Δείτε: Κυρίσαββα κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245. [10] Δείτε:Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ 788. [11] Δείτε: Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 CLR
- [12] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D42, Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.
- [13] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 10: Διατάγματα σε διάφορους τομείς δικαίου, Β. Ενοικιοστάσιο», σελ.
- [14]Δείτε: Ακίνητα Ν. & Κ. Αγρότης Λτδ ν. Δημητρίου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 863. [15] Δείτε: American Cyanamid Co v. Ethicon [1975] 1 ALL ER 504 HL, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. [16] Σχετικά: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη (ανωτέρω). [17] Δείτε: Γεωργία Χριστοφόρου ν. Μαρίας Τρακκούδη Κυπριανού, ECLI:CY:AD:2018:A133, Πολιτική Έφεση αρ. 68/2012, ημερομηνίας 27/3/2018 [18] Δείτε: Χρ. Ροδοσθένους ν. Γ. Ο. Φουρουκλά
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1154. [19] Δείτε: Davies v Makuna
(1885)29 Ch D 596, 50 JP 5. [20] Δείτε: Smith v. White
(1866)L. R. 1 Eq.
- [21] Δείτε: Παπαδημητρίου ν. Αντωνίου κ.α. Πολιτική Εφεση Αρ. 273/2010, ημερομηνίας 8/04/
- [22] Δείτε: Πχ: Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ
(2010)1Β Α.Α.Δ
- [23] Δείτε: Κυρίσαββα (ανωτέρω). [24] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Εκδ. 2016, Κεφ. 6, σελ.
- [25] Δείτε: Παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης του Καθ' ου 1 στην Ένσταση. [26] Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Εκδ. 2016, Κεφ. 6 - «Παράγοντες που επηρεάζουν τη διακριτική ευχέρεια του δικαστή» σελ.
- [27] Δείτε: Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 383 [28] Σχετικά: Ζαχαρίου v. Ζαχαρίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 159, Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1Γ ΑΑΔ 1527 [29] Συναφώς: Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291 [30] Δείτε: Phipson on Evidence, 16η Έκδοση, σελ. 332, παρ. 12 -35,
(20)duty to cross-examine. [31] Σχετικά: Ι. Γ. Κασουλίδης & Υιός Λτδ ν. Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση Αρ. E187/2013, ημερομηνίας 9/10/2018. [32] Δείτε:Phipson on Evidence, 16η Έκδοση, σελ. 127, παρ. 06 -06,
(2)Burden of Proof in civil cases (a) general rule. [33] Σχετικά: Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 556. [34]Δείτε: R v Bircham [1972] Crim LR 430, CA και Phipson on Evidence (ανωτέρω). [35] Συναφώς: Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χ" Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 και Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1108, [36]Δείτε: Μήλος ν Λουκαΐδης ECLI:CY:AD:2018:A436, Πολιτική Έφεση αρ. 89/2012, ημερομηνίας 09/10/2018 [37] Δείτε: Brigid Foley Ltd v Ellott and others [1982] R. P. C. 433, 435 (40-50)- 436
(5). [38] Σχετικά: Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82. [39] Δείτε:Ηλία Αριστοδήμου ν Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ 319. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο