← Κύπρος

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΦΟΥ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΕΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΦΟΥ ν. CHARALAMBOUS & PANAYIOTOU TOURIST ENTERPRISES LIMITED (ΠΡΩΗΝ NEOPAN

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΦΟΥ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΕΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΦΟΥ ν. CHARALAMBOUS & PANAYIOTOU TOURIST ENTERPRISES LIMITED (ΠΡΩΗΝ NEOPAN DEVELOPMENTS LIMITED) κ.α., Αίτηση Αρ. Ε31/2015, 27/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2019:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Σ. Χατζηχαραλάμπους Σ. και Α. Ισαΐα, Παρέδρων Αίτηση Αρ. Ε31/2015 Μεταξύ׃ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΦΟΥ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΕΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΦΟΥ Αιτητές και

  1. CHARALAMBOUS & PANAYIOTOU TOURIST ENTERPRISES LIMITED (ΠΡΩΗΝ NEOPAN DEVELOPMENTS LIMITED), από την Κάτω Πάφο
  2. ΧΧΧΧ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, από τη Λυσό
  3. ΧΧΧΧ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από τη Τσάδα Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 27/05/2019 Για τους Αιτητές: κ. Βασιλειάδης Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Καλαβάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Η παρούσα υπόθεση αφορά το κατάστημα με αριθμό ΧΧΧΧ, που βρίσκεται στο ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, στη ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, στην Κάτω Πάφο (στο εξής: το Υποστατικό»). Α. Η Κυρίως Αίτηση. Με την Κυρίως Αίτηση ημερομηνίας 29/07/2015, οι Αιτητές αξιώνουν από τους Καθ' ων η Αίτηση τα εξής: «
  4. Απόφαση ή και Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση 1 όπως εκκενώσει και παραδώσει ελεύθερη κατοχή του καταστήματος με αρ. ΧΧΧΧ, στο ΧΧΧΧΧΧΧΧ, στην ΧΧΧΧΧΧ, στην Κάτω Πάφο.
  5. Απόφαση ή και Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση όπως πληρώσουν το ποσό των €79.684,47σ που αντιπροσωπεύει τα καθυστερημένα ενοίκια Σεπτεμβρίου 2009 (μέρος) και Οκτωβρίου 2009 μέχρι και Μάρτιο 2015, τα οποία οφείλονται νόμιμα από τους Καθ' ων η Αίτηση στους Αιτητές.
  6. Ενδιάμεσα ενοίκια ή κέρδη προς €1399,- μηνιαίως από 01/04/2015 μέχρι παράδοση ελεύθερης κατοχής του επίδικου καταστήματος.
  7. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνη ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
  8. Τόκο 9% επί εκάστου καθυστερημένου ποσού μέχρι την εξόφληση.
  9. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. » Οι Αιτητές ισχυρίζονται συναφώς ότι είναι οι ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι κατοχής του Υποστατικού, το οποίο έχει ανεγερθεί πριν το
  10. Το Υποστατικό το έχουν ενοικιάσει στους Καθ' ων η Αίτηση 1, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 01/10/1989, για περίοδο από 01/10/1989 μέχρι 30/09/1991 με ενοίκιο €290,46σ (£170) μηνιαίως, πληρωτέο προκαταβολικά, την 1η εκάστου μηνός. Ισχυρίζονται ότι η ενοικίαση του καταστήματος ανανεωνόταν αυτόματα κατά τη λήξη έκαστης διετίας και το ενοίκιο θα αυξανόταν κατά 14%. Οι Καθ' ων 2 και 3 είναι εγγυητές των Καθ' ων
  11. Το τελευταίο ενοίκιο ήταν €1.
  12. Απέστειλαν προειδοποιητικές επιστολές, λόγω οφειλόμενων ενοικίων, δίχως ανταπόκριση. Αξιώνουν €79.684,47, πλέον ενδιάμεσα κέρδη μέχρι την παράδοση της κατοχής του Υποστατικού. Β. Η Απάντηση των Καθ' ων 1 και 3 Στην Απάντησή τους ημερομηνίας 21/09/2015, οι Καθ' ων 1 και 3[1] αμφισβητούν ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό, αντιθέτως προβάλλουν ότι οι Αιτητές έλαβαν περισσότερα χρήματα από όσα δικαιούνταν, καθότι ισχυρίζονται ότι το συμφωνηθέν ενοίκιο δεν μπορούσε να αυξάνεται κατά 14% ετησίως, αφού το ενοικιαστήριο έγγραφο έληξε. Κατ' επέκταση, διαφωνούν ότι το τελευταίο ενοίκιο αντιστοιχούσε στο ποσό των €1.399 μηνιαίως. Περαιτέρω, αμφισβητούν τη νομική προσωπικότητα των Αιτητών. Αναφέρουν ότι η Καθ' ης η αίτηση αρ. 1 δεν έχει την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Πέραν αυτών, αμφισβητείται η επίδοση των επιστολών, η ύπαρξη της εγγύησης καθώς και η νομική της ισχύ κατά τη θέσμια ενοικίαση. ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακρόαση για την πλευρά των Αιτητών έδωσε μαρτυρία ο κ. ΧΧΧΧ Κονναρής ενώ από τους Καθ' ων 1 και 3 έδωσε μαρτυρία ο Καθ' ου
  13. Α. Η μαρτυρία του μάρτυρα των Αιτητών (Μ. Α. 1) Ο κ. Κονναρής κατέθεσε Γραπτή Δήλωση η οποία σημειώθηκε ως «ΕΓΓΡΑΦΟ Α». Ανάφερε ότι είναι ο Ελεγκτής των Ιερών Ναών της Μητροπολιτικής Περιφέρειας Πάφου. Οι Αιτητές είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Παρουσίασε την επίδικη συμφωνία ενοικίασης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Ενοικιαστές είναι οι Καθ' ων αρ. 1, όπως αυτοί έχουν μετονομαστεί με βάση τα στοιχεία του Εφόρου Εταιρειών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Εγγυητές είναι οι Καθ' ων 2 και
  14. Το επίδικο χρησιμοποιείτο ως «εστιατόριο - έτοιμα φαγητά». Ανεγέρθηκε πριν το
  15. Η ενοικίαση τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητας των Καθ' ων 1 λόγω μη πληρωμής των οφειλόμενων ενοικίων, οι οποίοι, συστηματικώς παρέλειπαν να καταβάλλουν το οφειλόμενο ενοίκιο. Το τελευταίο ενοίκιο ήταν €1.399,
  16. Παρουσίασε σχετικές προειδοποιητικές επιστολές (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) προς τις οποίες ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση των Καθ' ων. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς των Καθ' ων. Προσκόμισε απόσπασμα από τον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, στο άρθρο 80

(3)του οποίου αναφέρεται ότι οι Ενοριακοί Ναοί αποτελούν νομικά πρόσωπα που αντιπροσωπεύονται ενώπιον δικαστηρίων από τον οικείο Επίσκοπο ή κατόπιν έγκρισης αυτού από τον πρόεδρο η μέλος της Εκκλησιαστικής Ενοριακής Επιτροπής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Παρουσίασε και κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 κατάσταση λογαριασμού της Ελληνικής Τράπεζας από 01/01/2011 μέχρι 10/09/
  1. Είπε ότι στον λογαριασμό αυτόν κατατίθενται μόνο ενοίκια της εκκλησίας. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός παρουσιάζει τα χρήματα που κατατέθηκαν από τους Καθ' ων, τα οποία σημείωσε με κίτρινο χρώμα. Συνολικά παρέπεμψε σε 4 καταθέσεις από τις 09/03/2011 μέχρι 14/10/
  2. Οι δύο από την εταιρεία V.G.A.C. ENTERPRISES LTD και οι άλλες δύο καταθέσεις που περιγράφονται μόνο ως κατάθεση επιταγής. Όλες ήταν για το ποσό των €
  3. Τέλος, παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού και πληρωμών των ενοικίων των Καθ' ων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) στην οποία φαίνονται οι πιστώσεις και χρεώσεις των ενοικίων. Ζητά την παράδοση των καταστημάτων και την εξόφληση των ενοικίων. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι εργάζεται στην ιερά μητρόπολη στην Πάφο από τον Φεβρουάριο του
  4. Για το τι συνέβαινε πριν το 2008 η ενημέρωσή του είναι βάσει το αρχείου που διατηρείται στη μητρόπολη. Είναι ο επικεφαλής του ελεγκτικού τμήματος της μητρόπολης. Η ενημέρωση που γίνεται από τους ναούς είναι μέσω διπλοτύπων και καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών. Υπέδειξε ότι ο ιερός ναός Αγίου Θεοδώρου «δεν υπενοικίαζε οτιδήποτε στην V.G.A.C Enterprises Ltd». Διευκρίνισε ότι «το ενοίκιο μπορεί να το καταθέσει όποιος θέλει για το επίδικο κατάστημα» και πρόσθεσε πως «η V.G.A.C Enterprises Ltd δεν είναι η εταιρεία που ενοικιάζει το κατάστημα μας» και θεωρεί πως τα χρήματα τα «κατέθετε για λογαριασμό της Νeopan Ltd». Ουδέποτε παρέλαβαν οι ίδιοι οι Αιτητές επιταγές. Οι επιταγές γίνονταν κατάθεση απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του ναού. Του υποβλήθηκε ότι ήταν εις γνώση της πλευράς των Αιτητών ότι την κατοχή του επίδικου ακινήτου την είχε η εταιρεία V.G.A.C ENTERPRISES LTD. Διαφώνησε. Όσον αφορά την ενοικίαση ανέφερε ότι υπογράφθηκε μόνο το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο. Του ζητήθηκε να προσδιορίσει το ενοίκιο. Συγκεκριμένα το ενοίκιο για το
  5. Απάντησε ότι το ενοίκιο από 1/10/2013 ανέρχεται στα €1.399 το οποίο ισχύει μέχρι και σήμερα. Το ποσό των €1.399 προέκυψε ως εξής: Την 1/10/2009 το ενοίκιο ήταν €
  6. Από 1/10/2011 μέχρι 30/9/2013 ήταν €1.
  7. Από 1/10/2013 μέχρι 30/3/2015 είναι €1.
  8. Υπολόγισε τα ποσά επί τόπου, κάνοντας μαθηματικές πράξεις. Συγκεκριμένα, πρόσθετε ανά διετία 14% επί του τελευταίου ενοικίου των €
  9. Του υποβλήθηκε ότι οι αυξήσεις είναι μονομερείς και αυθαίρετες και ότι το έγγραφο δεν δικαιολογούσε την επιβολή οιωνδήποτε αυξήσεων. Επίσης του υποβλήθηκε ότι το τελευταίο ενοίκιο το οποίο είχε συμφωνηθεί ήταν €
  10. Διαφώνησε σε όλα. Επίσης διαφώνησε ότι την υποχρέωση καταβολής ενοικίου την είχε η εταιρεία V.G.A.C ENTERPRISES LTD. Ανέφερε ακόμη ότι το υποστατικό συναποτελεί μαζί με άλλα δύο υποστατικά ένα ενιαίο εστιατόριο στην Κάτω Πάφο. Το επίδικο είναι το μεσαίο. Ως προς το διεκδικούμενο ποσό των €79.684,47 παρέπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 και ανάφερε ότι «παίρνοντας τα ενοίκια και αφαιρώντας τις καταθέσεις που γίνονταν και βάσει των αυξήσεων ανά διετία προκύπτει το ποσό των €
  11. 684, 47». Του υποδείχθηκε η επιστολή ημερομηνίας 15/07/2014 με την οποία οι Αιτητές διεκδικούσαν από τους Καθ' ων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) το ποσό των €88.703, 24, δεν ήταν όμως σε θέση να επεξηγήσει πως τεκμηριώνεται το εν λόγω ποσό. Β. Η μαρτυρία του Καθ' ου αρ.
  12. Η γραπτή δήλωση του εν λόγω προσώπου κατατέθηκε ως «ΕΓΓΡΑΦΟ Β». Ισχυρίστηκε ότι από το 1994 ενοικιαστής είναι η εταιρεία V.G.A.C. ENTERPRISES LTD και όχι οι Καθ' ων αρ. 1 της οποίας είναι διευθυντής. Οι Αιτητές γνώριζαν ότι η εταιρεία V.G.A.C. ENTERPRISES LTD είχε την κατοχή του ακινήτου. Όλες οι πληρωμές γίνονταν από την V.G.A.C. ENTERPRISES LTD. Το ενοίκιο που καταβαλλόταν ήταν €850 μηνιαίως. Ουδέποτε του κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε επιστολή. Διατείνεται ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Κατά την αντεξέτασή του, αναγνώρισε την υπογραφή του τόσο ως εγγυητής όσο και εκ μέρους των συμβαλλομένων στο ενοικιαστήριο έγγραφο. Η πληρωμή των ενοικίων γινόταν είτε μέσω τράπεζας, είτε μέσω επιταγών που ο ίδιος έπαιρνε στο λογιστήριο της Μητρόπολης. Δεν γνωρίζει εάν υπογράφηκε άλλο έγγραφο πέραν του ενοικιαστηρίου. Του υποβλήθηκε ότι δεν έχει αποδείξεις για τον ισχυρισμό του ότι ανέλαβε η εταιρεία V.G.A.C. ENTERPRISES LTD την ενοικίαση του υποστατικού. Συμφώνησε ότι το τελευταίο συμφωνηθέν ενοίκιο είναι €
  13. Συμφώνησε ότι οφείλονται ορισμένα ενοίκια, δεν ξέρει πόσα, δεν τα λογάριασε. Του υποβλήθηκε ότι μετά τον Οκτώβριο του 2011 δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ενοίκιο. Δεν αρνήθηκε. Γ. Οι Αγορεύσεις Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων που έλαβε χώρα στις 03/12/2018, οι δικηγόροι των διαδίκων παρουσίασαν και υιοθέτησαν γραπτά κείμενα και η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. ΙΙΙ. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων και λαμβάνοντας υπόψιν την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και τις αγορεύσεις, προχωρώ ακολούθως σε σύνοψη, περιορισμό και προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Κατ' αρχάς, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το ακίνητο συμπληρώθηκε πριν το 2000, βρίσκεται σε ελεγχόμενη περιοχή και αφορά ενοικίαση που κατέστη θέσμια. Το πρώτο που αμφισβητείται είναι η ενοικιαστική σχέση μεταξύ Αιτητών και Καθ' ων
  14. Επίσης αμφισβητείται γενικώς η ύπαρξη της αξίωσης αλλά και ειδικώς το σύνολο των οφειλόμενων, αφού υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το ύψος του τελευταίου ενοικίου. Πέραν αυτού, πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποδείξει την ευθύνη του Καθ' ου 3 ως εγγυητή της επίδικης συμφωνίας. IV. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια της ενυπάρχουσας δικαιοδοσίας του προς επίλυση των διαφορών που αναφύονται σχετικά με τις θέσμιες (προστατευόμενες) ενοικιάσεις καθώς και επί οποιουδήποτε κύριου ή παρεμπίπτοντος συναφούς με αυτές θέματος, εκτός από τα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την ανάκτηση της κατοχής και την αναπροσαρμογή ενοικίου, πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, τα θέματα που άπτονται της επιδίκασης των καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων καθώς επίσης και αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που προκαλούνται σε ελεγχόμενα υποστατικά.[2] Α. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου. Η ανάκτηση κατοχής λόγω καθυστερημένων ενοικίων προβλέπεται στο άρθρο 11
(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου το οποίο έχει ως εξής: « Ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα εκδίδεται διά την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, διά το οποίον ισχύει ο παρών Νόμος, ή διά την εκ τούτου έξωσιν θεσμίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην οιονδήποτε νομίμως οφειλόμενον ενοίκιον καθυστερείται επί είκοσι μίαν ή περισσοτέρας ημέρας μετά την επίδοσιν εγγράφου ειδοποιήσεως απαιτήσεως εις τον ενοικιαστήν και δεν υπάρξει οιαδήποτε προσφορά τούτου προ της καταχωρίσεως αιτήσεως δι' ανάκτησιν κατοχής: Νοείται ότι ενοίκιον θα θεωρήται προσφερθέν δυνάμει της παραγράφου αυτής, εάν τούτο εστάλη διά συστημένης επιστολής εις το πρόσωπον το δικαιούμενον να εισπράξη τούτο: Νοείται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δε διατάζει την ανάκτηση από τον ιδιοκτήτη της κατοχής, όταν ο ενοικιαστής πληρώσει μέσα σε περίοδο δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση σ' αυτόν της αίτησης παν ποσό το οποίο οφείλεται ή δυνατό να καταστεί οφειλόμενο από αυτόν εκτός αν ο ενοικιαστής διαρκούσης της μισθώσεως δεν καταβάλλει συστηματικά το νομίμως οφειλόμενον. » Συνεπώς, με βάση το άρθρο 11
(1)(α) του Νόμου για να εκδοθεί διάταγμα ανάκτησης κατοχής λόγω καθυστερημένων ενοικίων, σωρευτικά πρέπει να:
(1)υπάρχει καθυστέρηση στην πληρωμή του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου,
(2)αποσταλεί προς τούτο σχετική γραπτή ειδοποίηση απαίτησης,
(3)υφίσταται καθυστέρηση 21 τουλάχιστον ημερών του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου από την επίδοση της εν λόγω απαίτησης,
(4)παρέλθουν, περαιτέρω 14 μέρες[3] από την επίδοση της Αίτησης για Ανάκτηση Κατοχής. Β. Η έννοια της θέσμιας ενοικίασης. Πριν παραθέσω το νομικό πλαίσιο που σχετίζεται με την έκταση της δέσμευσης μιας εγγύησης σε ενοικίαση που καθίσταται θέσμια, κρίνω ορθό να επεξηγήσω επιγραμματικά την έννοια της «θέσμιας ενοικίασης». Με δύο λόγια, πρόκειται για την επενέργεια του Νόμου στη συμβατική σχέση, η οποία ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. Η θέσμια ενοικίαση σχετίζεται με το μίσθιο και δεν εξαρτάται από τη σχέση ιδιοκτήτη - ενοικιαστή.[4] Παρόλο που η δημιουργία θέσμιας ενοικίασης προϋποθέτει την ύπαρξη ενοικίασης,[5] η θέσμια ενοικίαση είναι πλάσμα νόμου, δεν είναι καν σύμβαση, αλλά το προσωπικό δικαίωμα του αμετακίνητου (statutory right of irremovability). Στην υπόθεση Αναφορικά με τις Αιτήσεις του Αβραάμ Δίσπυρου
(1990)1 Α.Α.Δ. 365, λέχθηκε: « Η θέσμια ενοικίαση δεν είναι σύμβαση, είναι το δικαίωμα του αμετακίνητου με τις επιφυλάξεις του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και είναι προσωπικό δικαίωμα (Dudley and District Benefit Building Society v. Emerson [1949] Ch.707, Marcrοft Wagons v. Smith [1951] 2 All E.R. 271).[6] » Όπως συναφώς αναφέρεται στο σύγγραμμα των Megarry & Wade, The Law of Real Property, Seventh Edition, σελ. 1027, παρ. 22-130, υπό τον τίτλο «1. Statutory Tenancy»: « A statutory tenancy is not really a tenancy at all, in the common law sense of the word: the tenant has no estate or interest in the land, but instead a mere personal right of occupation which has been termed a "status of irremovability" » Γ. Η εγγύηση σε θέσμια ενοικίαση (έννοια, δικαιοδοσία, έκταση δέσμευσης). - Η έννοια της σύμβασης εγγύησης Η έννοια της σύμβασης εγγύησης προσδιορίζεται στο άρθρο 84 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149): « "Σύµβαση εγγύησης" είναι η σύµβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση µη εκπλήρωσης από τον τρίτο το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής". » Η σύμβαση εγγύησης είναι δευτερεύουσα και παρεπόμενη[7] υποχρέωση της ουσιαστικής υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη, με την οποία είναι λειτουργικά συνδεδεμένη. Για τον λόγο αυτό, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο εγγυητής απαλλάσσεται[8] από τη σύμβαση εγγύησης, όπως για παράδειγμα στη Holme v Brunskill
(1877)3 QBD 495[9] στην οποία υπήρξε απαλλαγή του εγγυητή λόγω διαφοροποίησης των όρων της βασικής συμφωνίας ενοικίασης, χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή. Μια σύμβαση εγγύησης μπορεί να έχει τον χαρακτήρα της ειδικής (specific) ή της συνεχούς (continuing) εγγύησης. Η ειδική εγγύηση καλύπτει μια συγκεκριμένη υποχρέωση, ή μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων, ενώ η συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή. Ως προς τη διαπίστωση του κατά πόσο η παρασχεθείσα εγγύηση είναι ειδική ή συνεχής, καθοδηγητικά είναι τα αναφερόμενα στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 180:[10] « Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, 1972, σελ. 619). ΄Εχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασιστεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Heffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599). Η λεκτική διατύπωση των όρων της συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 2.2.1998, όπως ορθά, κατά την άποψή μας, ερμηνεύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών. Να εξασφαλιστούν οι εφεσίβλητοι για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρήσουν στο μέλλον στον Γ. Γεωργίου. » Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla - The Indian Contract and Specific Relief Acts Updated 14th Edition - Chap. VIII - Of Indemnity and Guarantee - Nature of Contract of Guarantee, σελ. 1383-1384, κάτω από τον τίτλο «Strict Construction of Surety's Obligation», αναφέρεται ότι ο εγγυητής δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για περισσότερα από όσα έχει αναλάβει: « Α surety's liability depends upon the terms of the contract; and he is entitled to insist on the strict adherence to the terms of his obligation by the creditor, and cannot be made liable for more than he has undertaken. The guarantee extends to a liability precisely answering the description contained in the guarantee. His liability cannot be enhanced beyond the proper meaning of his written agreement. » - Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων ως προς το ζήτημα της παρασχεθείσας εγγύησης. Στη Cedrus Estates Limited v. Πισσαρίδη
(1994)1ΑΑΔ 590 σημειώθηκε πως η διαφορά μεταξύ του ιδιοκτήτη και του εγγυητή αποτελεί επακόλουθο της ενοικίασης και επομένως θέμα που απέρρεε από την διαφορά που είχε αναφυηθεί μεταξύ του ιδιοκτήτη και του ενοικιαστή σε σχέση με την ενοικίαση για το οποίο αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων με βάση το άρθρο 4
(1)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Ούτε η έκδοση απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη, ούτε το γεγονός ότι η σύμβαση εγγύησης συνιστά συμφωνία ξεχωριστή από το αντικείμενο της εγγύησης, δηλαδή την ενοικίαση, μεταβάλλουν τα δεδομένα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. - Η δεσμευτικότητα της παρασχεθείσας εγγύησης όταν η συμβατική ενοικίαση μετατρέπεται σε θέσμια. Στη Michael v. Nishanian
(1966)1 C.L.R. 150 λέχθηκε ότι εφόσον η περίπτωση αφορά ανανεωθείσα πριν τη λήξη ενοικίαση, τότε η εγγύηση θεωρείται ότι συνεχίζει να ισχύει και για την περίοδο ανανέωσης, καθότι παραμένει συμβατική. Εντούτοις, η εγκαθίδρυση θέσμιας ενοικίασης δεν ανανεώνει την ισχύ της αρχικής διάρκειας του συμβολαίου και της παρασχεθείσας εγγύησης, αφού, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η θέσμια ενοικίαση δεν είναι σύμβαση αλλά πλάσμα νόμου. Το δε βασικότερο χαρακτηριστικό της θέσμιας ενοικίασης είναι η ισχύς της για απροσδιόριστο χρόνο. Έπεται ότι, για να θεωρηθεί ότι μια εγγύηση συνεχίζει να ισχύει επ' αόριστο και πιθανόν για δεκαετίες, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε ως εγγυητής της αρχικής ενοικίασης, κατά τον χρόνο της υπογραφής του μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τούτη τη συνέπεια, μέσω ξεκάθαρης και σαφέστατης διατύπωσης επί του ίδιου του εγγυητηρίου εγγράφου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο σύγγραμμα Woodfall: Landlord and Tenant, παρ. 5.153, Extent of guarantor's obligation: « In the absence of clear words, a surety's liability under his contract of guarantee will extend only for the duration of the contractual term; it will not carry over into a period during which the tenant holds over under the Landlord and Tenant Act 1954. Even where the surety's liability is contractually extended into such period, further clear words are needed in order to make him liable for interim rent in excess of the contractual rent. » Στη Kyriakidou v. Mangaldjian
(1969)1 C.L.R. 1[11] αξιώνονταν ενοίκια από τον εγγυητή περιόδου 11 μηνών από 15/3/1965 έως 15/02/1966. Η αρχική συμφωνία ενοικίασης, διάρκειας ενός έτους (1962-1963) είχε λήξει και ο ενοικιαστής είχε καταστεί θέσμιος. Ο όρος για την εγγύηση είχε ως εξής: « Εγγυώμαι προσωπικώς και αλληλεγγύως μετά του ενοικιαστού την ακριβή και πιστήν τήρησιν των όρων του παρόντος εγγράφου, μέχρι της εκκενώσεως και παραδόσεως της οικίας εις τον ιδιοκτήτην. » Το ερώτημα ήταν κατά πόσο η εγγύηση κάλυπτε και την περίοδο της θέσμιας ενοικίασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναλυτική αναφορά στη σχετική επί του θέματος νομολογία, επισημαίνοντας τον διαφορετικό χαρακτήρα της συμβατικής ενοικίασης από τη θέσμια, κατέληξε ότι εκτός όπου χρησιμοποιείται ισχυρή (strong) και καθαρή (clear) γλώσσα σε σύμβαση εγγύησης, αυτή δεν θα ισχύει σε θέσμια ενοικίαση. Απέρριψε επίσης την εισήγηση περί συνεχούς (continuous) εγγύησης. Το σχετικό απόσπασμα της αναφερόμενης απόφασης έχει ως εξής: « Since there is nothing in the Rent (Control) Law that interferes with the contractual rights of outside parties in respect of matters like guarantees, I would be prepared to express the view, that it is conceivable in a case where strong and clear language has been used in a guarantee, that the Court would be ready to reach a conclusion that the guarantee would also apply to the payment of rent in a statutory tenancy. However, in view of the different character of the statutory tenancy,—as distinct from the contractual tenancy—particularly its indefinite duration, I am of the opinion, that the language in this contract of guarantee is not so clearly worded as to warrant a finding that the parties intended it to extend to the statutory tenancy and that the guarantor undertook to bind himself until the delivery of the premises in question including the period the tenant was so holding over as a statutory tenant. Counsel for the appellant, further contended that it was within the contemplation of the parties that the guarantee was a continuous guarantee guaranteeing the rent accruing even during the statutory tenancy. I am unable to accept the submission of counsel that the contract of guarantee continued and applied to the statutory tenancy. In my view, a continu­ing guarantee is one which extends to a series of transactions and is not exhausted by nor confined to a single credit or transaction. Of course, whether in a particular case a guarantee is continuing or not is a question of the intention of the parties, as expressed by the language they have employed, understanding it fairly in the sense in which it is used; and this intention is best ascertained by looking to the relative position of the parties at the time the instrument is written. In the case in hand, the language employed in the contract of guarantee viewed in the light of clauses 2(θ) and 4 of the contract of tenancy, in my opinion, shows that the parties did not intend and/or contemplate when the guarantee was given, that it would be a continuing guarantee. » Πολύ πρόσφατα στη Μάντζαλος ν. Μιχαηλίδη κ.α., Πολιτική Εφεση αρ. 74/2013, ημερομηνίας 14/02/2019 επιβεβαιώθηκε η παλαιότερη επί του θέματος νομολογία και λέχθηκαν τα εξής: « Προκύπτει αβίαστα ότι η θέσμια ενοικίαση είναι διαφορετική μορφή ενοικίασης από τη συμβατική. Με αυτό ως δεδομένο, η εγγύηση καταβολής ενοικίου σε σχέση με συμβατική ενοικίαση δεν καλύπτει μετέπειτα θέσμια ενοικίαση, εκτός εάν με ξεκάθαρο τρόπο προκύπτει τέτοια υποχρέωση από το λεκτικό της συμφωνίας εγγύησης. Τότε και μόνο το Δικαστήριο θα μπορεί να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι η σύμβαση εγγύησης εφαρμόζεται και σε σχέση με την πληρωμή ενοικίου θέσμιας ενοικίασης. Ας μη διαφεύγει ότι η θέσμια ενοικίαση είναι απροσδιορίστου χρονικής διάρκειας, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό και το οποίο συνιστά επιπρόσθετο βάρος στους ώμους του όποιου εγγυητή καταβολής ενοικίου. Το ζήτημα διαφοροποιείται βεβαίως στις περιπτώσεις όπου στο ίδιο το ενοικιαστήριο έγγραφο προβλέπεται περίοδος ανανέωσης ή όπου η συμφωνία ενοικίασης έχει δυνητικά καταληκτικό χρόνο τη λήξη της περιόδου ανανέωσης. Σε τέτοια περίπτωση και με δεδομένο ότι ο εγγυητής γνώριζε για το δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης και ότι η ανανέωση επήλθε, η εγγύηση θεωρείται ότι ισχύει και για την περίοδο ανανέωσης (Michael v. Nishanian
(1966)1 C.L.R. 150, Αργύρη (ανωτέρω). Επανερχόμενοι στα γεγονότα της ενώπιόν μας περίπτωσης, είναι η κρίση μας ότι το λεκτικό της σύμβασης εγγύησης δεν εμπίπτει στα πλαίσια της ξεκάθαρης ανάληψης υποχρέωσης κάλυψης και θέσμιας ενοικίασης, ούτως ώστε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν η επέκταση της και σε αυτή τη μορφή ενοικίασης και ότι ο εγγυητής δεσμεύθηκε στην καταβολή των ενοικίων και για την εν λόγω περίοδο. Η αναφορά στην επίδικη συμφωνία εγγύησης σε εξασφάλιση του ενοικίου μέχρι την παράδοση του καταστήματος στον ιδιοκτήτη, συνδεόταν άμεσα με «την τήρηση των όρων του παρόντος Ενοικιαστηρίου Εγγράφου» και όχι με οποιαδήποτε μεταβολή της ενοικίασης από συμβατική σε θέσμια. » V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικές αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όπως επιβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα στη ΝΑΤ JANGO FASHION LTD ν. Α.Κ.ΠΟΧΤΖΕΛΙΑΝ & ΥΙΟΙ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A443, Πολ.΄Εφεση Αρ. 105/2014, ημερ. 15/10/2018 η μαρτυρία αξιολογείται σφαιρικά και όχι μικροσκοπικά. Συναφώς, θα πρέπει να είναι πάντα υπόψιν ότι κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός. Οι ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα, το επίπεδο μόρφωσης και ο τρόπος έκφρασης του μάρτυρα δεν πρέπει να αποτελούν στοιχεία που να επενεργούν αρνητικά εις βάρος της ίδιας της αξιοπιστίας του. Όπως πολύ εύστοχα υποδείχθηκε στη Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)Α.Α. Δ.676: « Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ΄ ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής. » Έχοντας υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[12] και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Διευκρινίζω ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο των τεκμηρίων που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μου και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Α. 1 Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν ήταν πρωτογενής αλλά στηριζόταν εξ' ολοκλήρου σε πληροφορίες που έλαβε από τα αρχεία των Αιτητών. Εντούτοις, γενικώς, θετική ήταν η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ο εν λόγω μάρτυρας. Απαντούσε ήρεμα, συγκροτημένα δίχως πλατειασμούς και υπερβολές. Δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες κλονίζουν την αξιοπιστία του και θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός παρουσιάστηκε για να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δέχομαι συνεπώς ότι την 01/10/1989 υπογράφηκε συμφωνία ενοικίασης του Υποστατικού μεταξύ των Αιτητών / ιδιοκτητών και των Καθ' ων 1 με την εγγύηση του Καθ' ου
  1. Η διάρκεια της ήταν διετής. Αρχικό ενοίκιο ήταν ΛΚ
  2. Δέχομαι επίσης ότι μέχρι και σήμερα οφείλονται ενοίκια από τους Καθ' ων και ότι εκ μέρους των ιδιοκτητών έχουν αποσταλεί οι επιστολές που παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήρια, όπως τις οποίες συνάγεται ότι έχουν παρέλθει οι εκ του Νόμου ελάχιστες προθεσμίες. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι μέχρι και σήμερα οι Καθ' ων 1 διατηρούν την κατοχή και χρήση του Υποστατικού. Όσον αφορά τις εισπράξεις των ενοικίων που γίνονταν μέσω της εταιρείας V.G.A.C. ENTERPRISES LTD, δέχομαι τη θέση του ότι οι Αιτητές δεν γνώριζαν ότι την κατοχή του Υποστατικού την είχε η υπό αναφορά εταιρεία. Παρά τα προαναφερόμενα, δεν αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του αναφερόμενου προσώπου. Συγκεκριμένα από τη μαρτυρία του δεν αποδέχομαι τις αναφορές του ως προς το συνολικό ύψος των οφειλόμενων ενοικίων. Σημειώνω ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει με αμεσότητα και πειστικότητα το πως ακριβώς υπολογίστηκαν τα διεκδικούμενα από τους Αιτητές ποσά. Αναγκάστηκε να καταφύγει στη διενέργεια επί τόπου μαθηματικών πράξεων παρουσιάζοντας την εικόνα ότι ούτε ο ίδιος ήταν κοινωνός της φόρμουλας υπολογισμού των χρεώσεων εις βάρος των Καθ' ων. Όμως, το ζήτημα αυτό, το οποίο έχει και νομικές προεκτάσεις, αφορά ουσιαστικά την αποδεικτική της αξία[13] όσων ανέφερε και όχι τη φιλαλήθεια του μάρτυρα. Επιπλέον, ήταν εμφανές ότι ο μάρτυρας δεν ήταν θέση να γνωρίζει το ύψος του τελευταίου συμφωνηθέντος ενοικίου αφού η γνώση του για τα τεκτενόμενα δεν είναι πρωτογενής. Ανέφερε ότι το ενοίκιο είναι €1.399 αλλά για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό προέβη σε μαθηματικές πράξεις και υπολογισμούς, ενέργεια που υποδηλώνει ότι μιλούσε συμπερασματικά ενώ και οι απαντήσεις του στις σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέτασή του, αναφορικά με το ότι οι αυξήσεις ήταν αποτέλεσμα μονομερών ενεργειών των Αιτητών, ήταν απλά «δεν συμφωνώ». Β. Η Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Καθ' ου αρ. 3 Μπορώ να πω ότι έχω σχηματίσει θετική άποψη για τον εν λόγω μάρτυρα. Παρόλο που δεν δέχομαι τη θέση του ότι αντισυμβαλλόμενος των Αιτητών είναι η εταιρεία V.G.A.C. ENTERPRISES LTD, σημειώνω ότι η θέση του αυτή, επί της ουσίας δεν αποτελεί γεγονός αλλά συμπέρασμα, βασιζόμενο στο πραγματικό και αποδεκτό γεγονός ότι μέσω αυτής της εταιρείας πλήρωνε τα ενοίκια. Γενικώς, θεωρώ ότι ο Καθ' ου παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια όπως ο ίδιος την κατανοεί. Απλοϊκά, παρουσίασε την δική του εκδοχή των γεγονότων δίχως να προσπαθήσει να παραπλανήσει ή να υπεκφύγει απαντήσεων κατά την αντεξέτασή του. Χαρακτηριστικό είναι ότι παρά τη διαφορετική θέση στη γραπτή του δήλωση, κατά την αντεξέτασή του, αποδέχθηκε ότι οφείλονται κάποια ενοίκια και ειδικότερα δεν αρνήθηκε την υποβολή ότι μετά τον Οκτώβριο του 2011 δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ενοίκιο. Επίσης, θετικά αξιολογώ ότι αναγνώρισε πως είχε υπογράψει το αρχικό ενοικιαστήριο έγγραφο. Περαιτέρω, όπως προανέφερα, από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι τις πληρωμές των ενοικίων τις διενεργούσε μέσω της εταιρείας V.G.A.C. ENTERPRISES LTD της οποίας είναι διευθυντής. Σημειώνω όμως επί τούτου ότι ο Καθ' ου 3 συμφώνησε πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενημέρωση των Αιτητών ή συμφωνία με τους Αιτητές για την αντικατάσταση της Καθ' ης 1 από την V.G.A.C. ENTERPRISES LTD και αποδέχθηκε ότι οι Αιτητές ουδέποτε συναίνεσαν στην αντικατάσταση στην ενοικιαστική σχέση των Καθ' ων από την εν λόγω εταιρεία. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι ότι το τελευταίο συμφωνηθέν ενοίκιο που καταβαλλόταν ήταν €850 μηνιαίως. Τούτο εξάλλου επιβεβαιώνεται και από τις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν οι Αιτητές. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δεσμευτικές[14] για τους Αιτητές υποβολές που έγιναν στον μάρτυρα από τον δικηγόρο τους, ότι δηλαδή οι μεταγενέστερες αυξήσεις ήταν αποτέλεσμα μονομερών ενεργειών των Αιτητών. Το ακόλουθο απόσπασμα κατά την αντεξέταση του μάρτυρα είναι χαρακτηριστικό: « E. Η θέση μου είναι ότι ακολουθήσετε το αρχικό έγγραφο και βάζετε 14% και φτάσετε εκεί και σταματήσατε στο
  3. Τι λες; A. Μπορεί να είναι έτσι, δεν θυμούμαι. E. Όμως δεν το αποκλείετε, μπορεί και να είναι έτσι; A. Μπορεί. [...] E. [..] σας υποβάλλω ότι με το 14% του εγγράφου η Αιτήτρια καθόρισε το ενοίκιο για την περίοδο από 1.
  4. 2013 μέχρι 30.9.15, 1399 ευρώ. Σας υποβάλλω ότι αυτό ήταν το ενοίκιο που καθορίστηκε σύμφωνα με το έγγραφο από την Αιτήτρια. Α. Μα αφού εγώ ζήτησα, που ήταν 850 το ενοίκιο να μου το χαμηλώσουν. Πώς είναι δυνατό να πάω στα 1350, ένα μαγαζούι 1 επί
  5. » Όπως ήδη έχω επισημάνει, η μαρτυρία του Καθ' ου 3 για το ζήτημα του τελευταίου ενοικίου είναι πρωτογενής και της δίδω αυξημένη βαρύτητα σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Α.
  6. Ο Μ. Α. 1 ως προς τούτο το ζήτημα φάνηκε ότι δεν είχε ιδία γνώση αλλά μιλούσε συμπερασματικά με βάση όσα προέκυπταν από τη μελέτη των εγγράφων του αρχείου της μητρόπολης. VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Α. Τα πραγματικά Γεγονότα. Με βάση τα ενώπιον μου γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Την 01/10/1989 υπογράφηκε συμφωνία ενοικίασης του Υποστατικού μεταξύ των Αιτητών / ιδιοκτητών και των Καθ' ων
  7. Η διάρκεια της ήταν διετής. Αρχικό ενοίκιο ήταν ΛΚ
  8. Η ενοικίαση έληξε και κατέστη θέσμια 2 χρόνια αργότερα. Το ποσό του ενοικίου αυξανόταν κατά καιρούς και το τελευταίο συμφωνηθέν ενοίκιο είναι για το ποσό των €850 μηνιαίως, το οποίο πληρωνόταν μέσω επιταγών της εταιρείας V.G.A.C. ENTERPRISES LTD δίχως όμως να προκύψει αντικατάσταση (novation) των Καθ' ων αρ. 1 από την εν λόγω εταιρεία. Η τελευταία πληρωμή ενοικίου έγινε τον Οκτώβριο του 2011 και μέχρι και σήμερα οφείλονται τα υπόλοιπα ενοίκια. Εκ μέρους των ιδιοκτητών έχουν σχετικά αποσταλεί επιστολές με βάση τις διατάξεις του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και έχουν παρέλθει οι εκ του Νόμου ελάχιστες προθεσμίες. Οποιοδήποτε ποσό πέραν των €850 που διεκδικείται από τους Αιτητές δεν είναι αποτέλεσμα συμφωνίας με τους Καθ' ων 1, αλλά δικών τους μονομερών ενεργειών. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι μέχρι και σήμερα οι Καθ' ων 1 διατηρούν την κατοχή και χρήση του Υποστατικού. Κατά πόσο έχει αποδειχθεί το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων, αυτό θα εξεταστεί στη συνέχεια. Οι Καθ' ων 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις των Καθ' ων 1, με τον τρόπο και κατά την έκταση που περιγράφεται στο επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο. Β. Κατά πόσο έχει προκύψει αντικατάσταση του ενοικιαστή Η πλευρά των Καθ' ων ισχυρίζεται ότι ενοικιαστές είναι πλέον η εταιρεία V.G.A.C. ENTERPRISES LTD και όχι οι Καθ' ων αρ.
  9. Διαφωνώ και επεξηγώ. Το δικαίωμα αντικατάστασης μιας σύμβασης ή και ενός συμβαλλόμενου μέρους σε αυτήν (novation) προβλέπεται στο άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου, το οποίο έχει ως εξής: «
  10. Αν οι συµβαλλόµενοι συµφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύµβαση µε νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύµβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύµβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση. » Σχετικά, στο Chittys on Contracts 31st Edition, Volume 1, σελ. 1515 παρ. 19-086 αναφέρονται τα εξής: « Novation. There is no doubt that with the consent of both contracting parties all contracts of any kind may be transferred, and the term "novation" has been introduced from Roman law to describe this species of transfer. Novation takes place where the two contracting parties agree that a third, who also agrees, shall stand in the relation of either of them to the other. » Όπως επιπλέον εξηγείται στο Chittys η αντικατάσταση μπορεί να αφορά ολόκληρο, μέρος μιας συμφωνίας, ή ακόμα και πολυμερή συμφωνία με επηρεασμό μόνο συγκεκριμένων συμβαλλομένων και εξακολούθηση της ισχύος της αρχικής συμφωνίας για τα υπόλοιπα μέρη. Σε αντίθεση με την εκχώρηση δικαιωμάτων, η αντικατάσταση απαιτεί τη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων και αντί να μεταβιβάζει υφιστάμενες υποχρεώσεις, τις καταργεί και τις αντικαθιστά με νέες υποχρεώσεις. Στον περί Συμβάσεων Νόμο δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος τύπος συντέλεσης της αντικατάστασης, οι δε υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με τη νέα σύμβαση, μπορεί να είναι οι ίδιες ή διαφορετικές με εκείνες που είχαν αναληφθεί με τη σύμβαση η οποία αντικαθίσταται.[15] Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στην ΠΙΓΚΟΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A628, Πολιτική Εφεση Αρ. 304/2009, ημερ. 28/09/2015: « Η αντικατάσταση υπάρχουσας σύμβασης με νέα, ως αποτέλεσμα συμφωνίας των εμπλεκομένων μερών, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αποδέσμευση από τις προηγούμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο όρος «novation» εισήχθη από το ρωμαϊκό δίκαιο. Απαιτείται, ως ουσιαστικό στοιχείο, η λήψη της συγκατάθεσης όλων των μερών μιας συμφωνίας, προκειμένου αυτή να αντικατασταθεί. Συνήθως παίρνει τη μορφή αντικατάστασης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη μιας σύμβασης από τρίτο πρόσωπο και συνεπάγεται τη μεταβίβαση τόσο των δικαιωμάτων όσο και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση. Είναι βέβαια δυνατό η νέα σύμβαση να αφορά αντικατάσταση της προηγούμενης με τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη. Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας νέας σύμβασης (Chitty on Contracts, 26th ed., vol. 1, para 1436, p. 902). » Όσον αφορά ιδιαιτέρως τις συμφωνίες ενοικιάσεως, όπως τονίσθηκε στη MAXIMOS COURT LTD v.
  11. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΙΕΡΗ κ.α.
(2001)1Β ΑΑΔ 875 η αποδοχή ενοικίου από τρίτο πρόσωπο δεν επιμαρτυρεί, άνευ ετέρου, τη συνομολόγηση νέας ενοικίασης αλλά μόνο στοιχείο συνυπολογισμού. Θα πρέπει τα εκάστοτε περιστατικά να καταδεικνύουν την πρόθεση όλων των μερών για τη δημιουργία νέας συμφωνίας.[16] Για να πληρούνται δε οι προϋποθέσεις του άρθρου 62 του περί Συμβάσεων Νόμου για αντικατάσταση (novation) του ενοικιαστή σε μια συμφωνία ενοικίασης απαιτείται συμφωνία όλων των εμπλεκομένων.[17] Στη Pantazis and Sons Co Ltd v Νικολάου
(2002)1Α Α.Α.Δ 217 αναφέρθηκαν τα εξής: « Η σύσταση της εταιρείας και η διεξαγωγή των εργασιών της, έστω εν γνώσει των εφεσειόντων, απέμεινε εσωτερικό ζήτημα και, στο πλαίσιο των δεδομένων, δεν επέφερε την ανάδειξή της σε ενοικιαστή κατά αντικατάσταση του εφεσίβλητου. » Εν προκειμένω, τα επίδικα περιστατικά ουδόλως καταδεικνύουν την πρόθεση όλων των μερών για τη δημιουργία νέας συμφωνίας. Η πληρωμή ενοικίων μέσω τρίτου προσώπου δεν αποτελεί επαρκές και αυτοτελές υπόβαθρο στοιχειοθέτησης σύναψης νέας ενοικιαστικής σχέσης μεταξύ των Αιτητών και του όποιου τρίτου προσώπου. Απαιτείται, ως προαναφέρεται, ταυτόχρονα η ρητή συμφωνία όλων εμπλεκομένων για να συντελεστεί η αντικατάσταση. Με βάση όμως τα ενώπιον μου δεδομένα, δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές συναίνεσαν για την αντικατάσταση των Καθ' ων 1 από την εταιρεία μέσω της οποίας πληρώνονταν τα ενοίκια. Συνεπώς, η εισήγηση απορρίπτεται. Γ. Κατά πόσο δικαιολογούνται οι Αιτούμενες θεραπείες της Κυρίως Αίτησης.
(1)Η Αξίωση για διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Η κατοχή υποστατικού δυνάμει ενοικιαστικής σχέσης δημιουργεί αντίστοιχη και αλληλένδετη υποχρέωση για καταβολή ενοικίου.[18] Είναι δεδομένο ότι υφίσταται καθυστέρηση στην πληρωμή του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου. Αδιαμφισβήτητο είναι και ότι έχουν αποσταλεί προς τούτο σχετικές γραπτές ειδοποιήσεις απαίτησης και έχουν παρέλθει άπρακτες οι προθεσμίες για πληρωμή. Οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις της πλευράς των Καθ΄ ων 1 και 3 δεν γίνονται αποδεκτές. Οι προειδοποιητικές επιστολές που απεστάλησαν (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4 και 5) είναι επαρκώς προσδιοριστικές (δείτε: Μιχαήλ ν. ΒΑΒΕΛ ΜΠΟΥΤΙΚ ΛΤΔ κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ 241 και ΝΑΤ JANGO FASHION LTD ν. Α.Κ.ΠΟΧΤΖΕΛΙΑΝ ανωτέρω) και υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις του Νόμου για παροχή προειδοποίησης 21 ημερών αφού δόθηκε αρχικά 15μέρη προειδοποίηση και μετά απεστάλη 2η επιστολή με 21ήμερη προειδοποίηση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 αντίστοιχα) και η οποία προθεσμία παρήλθε πριν να καταχωρηθεί η παρούσα Αίτηση. Συγκεκριμένα, η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 29/07/2015, ενώ η επιστολή επιδόθηκε στις 07/07/2015, ήτοι την 22η μέρα από την επίδοση της επιστολής ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5. Συνεπώς, νοουμένου αποδειχθεί ότι οφείλονται ενοίκια, ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου και οι Αιτητές δικαιούνται σε διάταγμα ανάκτησης κατοχής του Υποστατικού.
(2)Η αξίωση για τα οφειλόμενα ενοίκια. Οι Καθ' ων αμφισβητούν το κατά πόσο οι Αιτητές απέδειξαν τα οφειλόμενα ενοίκια. Το βάρος απόδειξης για τούτο το θέμα είναι στους ώμους των Αιτητών. Στη C&F Orologas & Sons Ltd ν Μίτας, ECLI:CY:AD:2015:A46, Πολιτική Έφεση αρ. 366/09, ημερομηνίας 30/01/2015 που εφεσείοντες ήταν οι ιδιοκτήτες, αναφέρθηκε ότι: « Το βάρος απόδειξης ότι τα εν λόγω ενοίκια παραμένουν οφειλόμενα βαρύνει τους εφεσείοντες. Η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε σε συνάρτηση με τα οφειλόμενα ενοίκια είναι του ΜΑ1, η οποία κρίθηκε ως ανωτέρω. Συνακόλουθα, ορθά το Δικαστήριο δεν εξέδωσε απόφαση για το ποσό αυτό. Δεν κρίνουμε ότι υπάρχει οποιοδήποτε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνακόλουθα και αυτός ο λόγος έφεσης απορρίπτεται. » Όσον αφορά λοιπόν την αποδεικτική αξία, η μαρτυρία που δόθηκε από την πλευρά των Αιτητών ως προς την απόδειξη του διεκδικούμενου ποσού των €79.684,47 δεν είναι ικανοποιητική αφού το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 επί του οποίου επιχειρήθηκε να αποδειχθεί το ποσό αυτό είναι ελλιπές και δεν αποτελεί ενδεδειγμένη κατάσταση λογαριασμού επί της οποίας μπορεί κάποιος να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Διασαφηνίζω. Οι καταστάσεις λογαριασμού δεν έχουν αυταπόδεικτη αξία. Μια ενδεδειγμένη κατάσταση λογαριασμού για να είναι ικανοποιητική θα πρέπει κατ' αρχάς να είναι πλήρης. Δηλαδή να αρχίζει από την έναρξη της συμβατικής σχέσης, ή τουλάχιστον από σημείο όπου ο λογαριασμός παρουσιάζει μηδενικό υπόλοιπο. Επίσης, θα πρέπει να παρουσιάζει ευκρινώς και αναλυτικά τις πιστώσεις και τις χρεώσεις σε συνδυασμό με το εκάστοτε υπόλοιπο. Στις περιπτώσεις δε που κατά την περίοδο που αφορά η κατάσταση λογαριασμού προκύπτει αναπροσαρμογή του ενοικίου θα πρέπει τούτο να προσδιορίζεται επακριβώς. Στην παρούσα περίπτωση, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 δεν αποτελεί ενδεδειγμένη κατάσταση λογαριασμού. Στην πρώτη του σελίδα παρουσιάζει μόνο τις ισχυριζόμενες πληρωμές που έγιναν από τις 12/01/
  1. Στη δεύτερη σελίδα, γίνεται αναφορά σε ένα «υπόλοιπο σε μεταφορά» από 01/01/2009, ύψους €6.030,47, δίχως να έχει δοθεί η παραμικρή εξήγηση για τι αφορά το ποσό αυτό. Ούτε μέσω άλλης γραπτής η προφορικής μαρτυρίας επεξηγήθηκε τούτη η ισχυριζόμενη απαίτηση των €6.030,
  2. Η παρουσίαση κατάστασης με υπόλοιπο εκ μεταφοράς εντάσσει την απαίτηση αυτή εντός του πλαισίου που καθορίστηκε στις υποθέσεις Σαλούμη και Γρηγορίου [19] όπου η ανεπάρκεια της παρουσιασθείσας μαρτυρίας, και ειδικά των καταστάσεων λογαριασμού, δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ των εναγουσών τραπεζών. Επίσης, παρουσιάζονται να χρεώνονται ομαδοποιημένα για τις περιόδους 01/10/2009 - 30/09/2011, 01/10/2011 - 30/09/2013 και 01/10/2013 - 30/03/2015, τα ποσά των €25.824,00, €29.448,00 και €25.182,00 αντίστοιχα, δίχως να έχουν επεξηγηθεί. Μάλλον, το πρώτο ποσό των €25.824,00 θα υπολογίστηκε για 24 μήνες με ενοίκιο €1.
  3. Για τα υπόλοιπα ποσά όμως δεν παρέχεται η παραμικρή εξήγηση επί ποιου ενοικίου υπολογίστηκαν. Επιπροσθέτως το τελικό ποσό που διεκδικείται ύψους €79.684,47 (αφού αφαιρούνται κάποιες πιστώσεις) είναι αποτέλεσμα υπολογισμών ενοικίου σίγουρα μεγαλύτερου των €850 ευρώ, μάλλον με αύξηση κατά 14% ανά διετία. Με βάση όσα έχουν ενώπιον μου λεχθεί, τούτη η διεργασία έγινε από τους Αιτητές επειδή διατείνονται ότι δικαιούνται σε αύξηση 14% ανά διετία. Έχουν όμως τέτοιο δικαίωμα με βάση το ενοικιαστήριο; Το επίδικο ενοικιαστήριο αναφέρει: « Το παρόν έγγραφο ισχύει μόνον μέχρι την 30.9.
  4. Συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η ενοικίαση του καταστήματος ανανεώνεται αυτομάτως κατά την λήξιν εκάστης διετίας με αύξησιν επί του ενοικίου 14% ανα διετίαν. » Η εν λόγω διατύπωση δεν επιδέχεται διαφορετικών ερμηνειών. Είναι σαφέστατη. Από τη στιγμή που στην ενοικίαση ρητά διαλαμβάνεται ότι έχει ισχύ «μόνον μέχρι την 30.9.1991», τούτο συνεπάγεται ότι από την 1η Οκτωβρίου 1991 επέρχεται η λήξη της συμβατικής ενοικίασης και καθίσταται θέσμια με όλες τις συνεπακόλουθες συνέπειες. Μια από αυτές τις επιπτώσεις είναι ότι η πρόνοια για 14% αύξηση ανά διετία δεν είναι πλέον εφαρμόσιμη. Τούτο διότι, η πεμπτουσία του περί Ενοικιοστασίου Νόμου είναι ο περιορισμός τόσο των αυξήσεων των ενοικίων (άρθρο 8), όσο και των εξώσεων των θέσμιων ενοικιαστών (άρθρο 11). Στα εν λόγω άρθρα ρητά διαλαμβάνεται ότι ουδεμία αύξηση και ουδεμία έξωση εις βάρος θέσμιου ενοικιαστή επιτρέπεται πλην των ρητά καθοριζομένων λόγων που ο σχετικός Νόμος προσδιορίζει. Στο δε άρθρο 27 του Νόμου προσδιορίζεται ότι οι όροι της συμβατικής ενοικίασης συνεχίζουν να ισχύουν και όταν η ενοικίαση καταστεί θέσμια, εφ' όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Έπεται ότι οι οποιεσδήποτε αυξήσεις ενοικίου που προβλέπονταν δυνάμει της αρχικής συμβατικής ενοικίασης δεν ισχύουν εφόσον η ενοικίαση καταστεί θέσμια. Η επί τούτου νομολογία είναι ξεκάθαρη. Παραπέμπω στη Άλκης Χ''Κυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ v. Terzian Trading House Ltd
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1292 όπου λέχθηκαν τα εξής: [20] « Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και κατ΄ αντίθεση προς το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τη γραπτή συμφωνία των διαδίκων, σύμφωνα με την οποία ο ενοικιαστής συμφωνεί να καταβάλλει στον ιδιοκτήτη αύξηση 10%, κάθε δύο χρόνια, η οποία περιέχεται στο ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 7/11/1988, σαν όρος 15 αυτού και, εσφαλμένα δεν επέβαλε την εφαρμογή της. Και, επιπλέον, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τη δεύτερη επιφύλαξη της παραγράφου
(2)του άρθρου 8 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/83, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 51/83, κρίνοντας και/ή αποφασίζοντας ότι "επειδή δε δόθηκε γραπτή ειδοποίηση ανανέωσης του ενοικιαστηρίου εγγράφου, σύμφωνα με τον όρο 15 αυτού και, επειδή ο ενοικιαστής έγινε θέσμιος και η συμβατική ενοικίαση μετατράπηκε σε θέσμια, δεν ισχύει η "προσυμφωνία" - όπως τη χαρακτηρίζει - αυξήσεως αλλά υπερισχύει ο Νόμος." Δεν συμφωνούμε με τη θέση αυτή της συνηγόρου της εφεσείουσας. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την πρόνοια του όρου 15 της σύμβασης ενοικίασης για αύξηση κατά 10%, μετά τη μετατροπή της συμβατικής ενοικιάσεως σε θέσμια από το 1990, επειδή, ακριβώς, η ενοικίαση είχε μετατραπεί σε θέσμια αφ΄ ης στιγμής δεν ελειτούργησε ο όρος 15 με την άσκηση του δικαιώματος ανανέωσης με γραπτή προειδοποίηση και η εφεσίβλητη συνέχισε να παραμένει στο κατάστημα. » Συνεπώς ο εν λόγω όρος που επιβάλλει αυξήσεις μετά τη λήξη της συμβατικής ενοικίασης είναι ανίσχυρος. Σημειώνω ότι, η παρούσα περίπτωση σαφώς διακρίνεται από τα λεχθέντα στη Nishanian (ανωτέρω) όπου εκεί είχε ρητά συμφωνηθεί ότι η συμβατική ενοικίαση θα συνέχιζε εκτός εάν διδόταν έγκαιρη προειδοποίηση. Συγκεκριμένα, στη Nishanian ο όρος ήταν διατυπωμένος ως εξής: « Two months before the termination of the lease each of the contracting parties is entitled to notify the other about the termination of the lease agreement. If not, the obligation continues in force for one year under the above terms » Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, η διατύπωση του όρου του επίδικου ενοικιαστηρίου δεν επιβεβαιώνει τις αιτιάσεις των Αιτητών για επιδίκαση υπέρ τους οποιωνδήποτε ποσών με πέραν του τελευταίου συμφωνηθέντος ενοικίου των €850, είτε με αύξηση κατά 14% είτε άλλως πως, καθότι οποιεσδήποτε τέτοιες αυξήσεις είναι αποτέλεσμα ανεπίτρεπτων μονομερών ενεργειών των Αιτητών. Συνακόλουθα, τα προαναφερόμενα δεν επιτρέπουν στους Αιτητές να καρπωθούν το συγκεκριμένο ποσό που διεκδικούν, ήτοι το ποσό των €79.684,47 πλέον ενδιάμεσα οφέλη από το
  1. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως πρόσφατα υποδείχθηκε στη Ρώσσος ν. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A543, Πολ. Έφεση αρ. 448/2012, ημερομηνίας 17/12/2018 η κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για απόδειξη μιας υπόθεσης. Στην αναφερόμενη υπόθεση, αν και πρωτόδικα δεν είχε επιτραπεί η κατάθεση της κατάστασης λογαριασμού λόγω μη αποκάλυψης, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ της ενάγουσας τράπεζας, θεωρώντας ότι, οι μάρτυρες της τράπεζας επέσεισαν το βάρος απόδειξης, με βάση τη λοιπή μαρτυρία που προσέφεραν. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση, αναφέροντας, μεταξύ άλλων τα εξής: « Εν προκειμένω, η αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι δεν υστερούσε, λόγω της μη κατάθεσης κατάστασης λογαριασμού. Παρείχε στο Δικαστήριο πλήρη εικόνα, τόσο για τα ποσά που πληρώθηκαν από τους εναγόμενους όσο και για τις χρεώσεις που διενεργήθηκαν από τους εφεσίβλητους, στη βάση του επίδικου συμβολαίου, και για το πώς απέληγαν στο αξιούμενο από τους εφεσίβλητους ποσό, επιτρέποντας στο Δικαστήριο δικαίως να παρατηρήσει πως η μαρτυρία αυτή του έδωσε «όλη την πληροφόρηση που χρειαζόταν σε ότι αφορά την υπόθεση». Ορθά δε θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παρούσα υπόθεση διαχωρίζεται από τις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσείοντα, δεδομένου ότι σε εκείνες, σε αντίθεση με την παρούσα, διαπιστώθηκαν κενά στη μαρτυρία των εναγόντων ως προς την κίνηση του σχετικού λογαριασμού ή τα στοιχεία των συναλλαγών τα οποία, κατ' ισχυρισμό, απέληγαν στο οφειλόμενο υπόλοιπο. » Συνεπακόλουθα και κατά μείζονα λόγο, στην παρούσα υπόθεση, παρά την ανεπάρκεια της κατάστασης λογαριασμού, με βάση το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας διαπιστώνω ότι υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων που μου επιτρέπει να επιδικάσω το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Τα πράγματα δεν είναι περίπλοκα. Το υπόβαθρο που απαιτείται είναι απλό και συγκεκριμένο. Αποτελείται από το ύψος του πραγματικού μηναίου ενοικίου επί του διαστήματος των καθυστερήσεων. Και τα δύο στοιχεία υπάρχουν. Το τελευταίο συμφωνηθέν ενοίκιο είναι το ποσό των €850 μηνιαίως. Το διάστημα των καθυστερήσεων είναι από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι και σήμερα. Συνεπώς, τα οφειλόμενα που έχουν αποδειχθεί συμποσούνται ως εξής: · 2 μήνες για το 2011 (Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2011) · 84 μήνες για τα ενοίκια για τα έτη 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018 (7 Χ 12) · 5 μήνες για το
  2. Σύνολο οφειλόμενων μηνών = €77.350 (91 Χ €850 μηνιαίως)
(3)Η αξίωση για τόκο προς 9,00%. Οι Αιτητές διεκδικούν και τόκους προς 9,00%. Η απαίτηση αυτή αφορά αποζημίωση για ειδική ζημία. Οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται με μεγάλη λεπτομέρεια, να αποδεικνύονται με ιδιαίτερη αυστηρότητα[21] και να έχουν μεταξύ τους αιτιώδη συνάφεια (causation). Να αποτελούν δηλαδή το άμεσο και λογικό συνεπακόλουθο της πράξης που προκάλεσε τη ζημία ή απώλεια. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Law of Damages, 2η Έκδοση, Τhe right to interest, The position at common law, par. 10.13, σελ. 252: « In particular, interest losses, whether simple of compound, must be proved with some specificity [.] loss must be proved. Absent such proof, there will be no claim at common law. » Στο ενοικιαστήριο δεν εμπεριέχεται οποιοσδήποτε όρος που να παρέχει τέτοιο δικαίωμα στους Αιτητές. Ούτε καν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη της ισχυριζόμενης ζημιάς των Αιτητών και με την αιτιώδη συνάφεια προς τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου, δεν έχει αποδειχθεί η αξίωση αυτή και οι Αιτητές δικαιούνται μόνο νόμιμο τόκο από την καταχώρηση. Δ. Κατά πόσο έχει ευθύνη ο Καθ' ου 3 ως εγγυητής της επίδικης συμφωνίας. Ο σχετικός όρος του επίδικου ενοικιαστηρίου, έχει ως εξής: « ΕΓΓΥΗΤΗΡΙΟ Εμείς οι υπογεγραμμένοι ΧΧΧΧΧ Φιλίππου εκ ΧΧΧΧ Πάφου αρ. ταυτ. ΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ Χαραλάμπους εκ ΧΧΧΧ αρ. ταυτ. ΧΧΧΧΧ εγγυώμεθα αλληλεγγύως μετά του ενοικιαστή την τήρηση των όρων της ενοικιάσεως και την πληρωμή των ενοικίων και τυχόν αποζημιώσεων και γενικά την πλήρη εκπλήρωση όλων των όρων αυτού του εγγράφου. » Οι αξιώσεις των Αιτητών εναντίον του Καθ' ου 3 εδράζονται αποκλειστικά σε ενοίκια που προέκυψαν εντός της περιόδου της θέσμιας ενοικίασης, ήτοι από το 1991 και έπειτα. Υπενθυμίζω ότι στο δικόγραφο του Καθ' ου 3, η σύναψη της εγγύησης δεν αμφισβητείται, εντούτοις ισχυρίζεται ότι απαλλάχθηκε επειδή η εν λόγω εγγύηση δεν επεκτείνεται κατά τη διάρκεια της θέσμιας ενοικίασης. Κρίνω ότι η επιχειρηματολογία του δικηγόρου του Καθ' ου 3 έχει έρεισμα και ότι η αξίωση των Αιτητών αναφορικά με την ευθύνη του Καθ' ου 3 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Από όσα τέθηκαν ενώπιον μου επουδενί αποδεικνύεται ότι η εγγύηση του Καθ' ου 3 θα συνέχιζε κατά τη διάρκεια της περιόδου όπου η ενοικίαση κατέστη θέσμια, ήτοι από το 1991 και έπειτα. Όπως επεξηγώ ανωτέρω κατά την παράθεση του νομικού πλαισίου, το βασικότερο χαρακτηριστικό της θέσμιας ενοικίασης είναι η ισχύς της για απροσδιόριστο χρόνο. Όπως σαφέστατα προκύπτει μεταξύ άλλων από τις υποθέσεις Μάντζαλος ν. Μιχαηλίδη και Kyriakidou v. Μangaldjian (ανωτέρω) για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη εγγυητή σε θέσμια ενοικίαση θα πρέπει να καταδειχθεί ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε ως εγγυητής της αρχικής ενοικίασης, κατά τον χρόνο της υπογραφής του μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τούτη τη συνέπεια, μέσω ξεκάθαρης και αδιαμφισβήτητης διατύπωσης επί του ίδιου του εγγυητήριου εγγράφου. Δηλαδή, δεν αρκεί απλά να αποδειχθεί ότι το αρχικό συμβόλαιο προέβλεπε για εγγύηση οποιουδήποτε τρίτου. Η εν λόγω εγγύηση πρέπει να έχει συνταχθεί με τρόπο που να είναι σαφές και αναντίλεκτο ότι θα εξακολουθήσει να ισχύει στη θέσμια ενοικίαση. Το ισχυρό και καθαρό περιεχόμενο είναι επιτακτική προϋπόθεση. Εν προκειμένω, η διατύπωση του εγγυητήριου αποτελεί ακριβώς το αντίθετο παράδειγμα. Είναι γενικό, αόριστο και συναρτάται αποκλειστικά με τη διετή διάρκεια το ενοικιαστηρίου εγγράφου και τίποτα περισσότερο. Το εν λόγω περιεχόμενο, ουδόλως μπορεί να θεωρεί ότι δεσμεύει τον εγγυητή κατά την ισχύ της θέσμιας ενοικίασης, ήτοι 3 περίπου δεκαετίες αφότου ολοκληρώθηκε η συμβατική ενοικίαση. Υπενθυμίζοντας ότι η εγγύηση αποτελεί συμπληρωματική και δευτερεύουσα υποχρέωση της βασικής υποχρέωσης των Καθ' ων 1, η απαίτηση των Αιτητών εναντίον του Καθ' ου 3 δεν μπορεί να πετύχει και η Αίτηση ως προς αυτόν θα απορριφθεί. VIΙ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των προαναφερομένων, και με τη σύμφωνη γνώμη των παρέδρων η Αίτηση επιτυγχάνει στην έκταση που καθορίζεται λεπτομερώς ανωτέρω και εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: (α) Εκδίδεται Διάταγμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου Υποστατικού, ήτοι του καταστήματος με αριθμό ΧΧΧ που βρίσκεται στο ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, στη ΧΧΧΧΧΧΧΧ, στην Κάτω Πάφο. (β) Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και/ή οποιοσδήποτε τυχόν αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος και/ή υπηρέτης τους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει συμφέρον ή δικαίωμα από αυτούς, εκκενώσει και παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του προαναφερόμενου υπό «Α» υποστατικού. (γ) Ως χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται η περίοδος των 15 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος. (δ) Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 για το ποσό των €77.350 για οφειλόμενα ενοίκια προς €850 μηνιαίως από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι και τον Μάιο του 2019 (91 μήνες). (ε) Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 προς €850 μηνιαίως, για ενδιάμεσα κέρδη από Ιούνιο του 2019 και κάθε 1η μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι παραδόσεως κενής και ελεύθερης της κατοχής του επίδικου υποστατικού. (στ) Επιδικάζονται τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας υπέρ των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (ζ) Όσον αφορά τον Καθ' ου 3 η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (η) Όλα τα πιο πάνω ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.)................. (Υπ.)................. Σ. Χατζηχαραλάμπους Α. Ισαΐας Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Όσον αφορά τον Καθ' ου 2, η Αίτηση δεν προωθήθηκε. [2] Συναφώς, Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Petsas v. Pavlides
(1980)3 C.L.R. 158, Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 261 και Π. Παρλάτα ν. Σ. Δημητρίου ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014. [3] Στη Μ. Σ. Σχίζα ν. Μ. Θεοφίλου Θεοφίλου κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2011, ημερομηνίας 03/11/2016 υποδείχθηκε σχετικά ότι η εν λόγω προθεσμία θέτει το μέγιστο όριο της προθεσμίας και δεν αποκλείει την πληρωμή πριν από την επίδοση. [4] Συναφώς Polycast v. Vourkas Fabrics
(1986)1 C.L.R. 107 και Dias United Publishing Co. Ltd. V. Chr. Hjikyriacos Estates Ltd.
(1986)1 C.L.R. 173. [5] Αναφορικά με την Αίτηση του Χρ. Πετεινού
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [6] Στην αναφερόμενη Marcroft Wagons v. Smith λέχθηκαν τα εξής παραστατικά: «.. a new monstrum horrendum, informe, ingens has come into our ken - the conception of a statutory tenancy, the conception that a person may have such right of exclusive possession of property as to entitle him to bring an action of trespass against the owner of that property, but yet that such right would not confer any interest whatever in the land on the occupier.. It is, as has been said, a statutory right of irremovability». [7] Δείτε: Pollock & Mulla - The Indian Contract and Specific Relief Acts Updated 14th Edition - Chap. VIII - Of Indemnity and Guarantee - Nature of Contract of Guarantee, σελ. 1353-
  2. [8] Συναφή είναι τα άρθρα 91, 92, 93 και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου. [9] Επίσης: Aviva Insurance Ltd v Hackney Empire Ltd [2012] EWCA Civ
  3. [10] Δείτε και Αναστασία Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 862. [11] Επίσης, σχετικά δείτε Metochis v. Schiza
(1952)1 C.L.R. 149 και Αργύρη v. Χρυσοστόμου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1362. [12] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018. [13] Συναφώς δείτε: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ V. Σαλούμη
(2006)1Β Α.Α.Δ 1347 και Γεωργίου Γρηγορίου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ 846. [14] Δείτε: Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 556, in Re Charalambous
(1985)1 C.L.R. 746 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ετ. Τεχνικών Έργων Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, 95. [15] Ελληνική Τράπεζα Λτδ. ν. Πολυδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 68 [16] Συναφώς δείτε: Λιμνατίτη και άλλη ν. Σύννου και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 817, Κυθραιώτης κ.ά. v. Milington-Ward
(2001)1(B) A.Α.Δ. 1480 και A. M. C. Hotels v. Α. Κάτση
(2011)1Α Α.Α.Δ
  1. [17] Chittys on Contracts 31st Edition, Volume 1, σελ. 1515 παρ. 19-
  2. [18]Σχετικά: P.P. Body Art Gym Ltd v. Shiptrans Estate Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 300/2012, ημερομηνίας 14/12/
  3. [19] Δείτε προηγουμένως, υποσημείωση αρ.
  4. [20] Επίσης, Katsikides v. Constantinides
(1969)1 C.L.R. 31, Elli Meitz and others v. Pelengaris
(1977)1 C.L.R. 226. [21] Μεταξύ άλλων: Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1157. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.