ΚΑΛΛΙΑ ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Lithinesco Properties Limited ν. ΖΗΝΤΙΛΗ, Αίτηση Αρ. Ε16/2014, 22/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2019:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Ε16/2014 Μεταξύ׃ XXXXX ΚΑΛΛΙΑ ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Lithinesco Properties Limited, από Λευκωσία Αιτητή -και- XXXXX ΖΗΝΤΙΛΗ, από Ξυλοφάγου Καθ' ου η Αίτηση Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 11/04/2018 για την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής Ημερομηνία: 22/01/2019 Για τον Αιτητή: κ. Δημήτρης Σύζινος για Δ. Σύζινος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Κωστάκης Μουτσουρής για Κωστάκης Μουτσουρής & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ (α) Η Αίτηση Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής με βάση τη Δ.43Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δυνάμει της τελικής δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 19/02/2015 με την οποία, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε η ανάκτηση κατοχής του υποστατικού που βρίσκεται στην οδό XXXXX 10 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου. Το διάταγμα επιδόθηκε στον Καθ' ου στις 09/07/2015, μέσω διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 29/05/2015 και ο χρόνος συμμόρφωσης των 15 ημερών παρήλθε δίχως να παραδοθεί η κατοχή. Σημειώνεται ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής οφείλεται στο γεγονός ότι στις 7/8/2015 καταχωρήθηκε η υπ' αρ. Κ3/2015 Αίτηση Παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 19/02/
- Στις 05/04/2018, εκδόθηκε τελική απόφαση στην Κ3/2015 με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω Αίτηση Παραμερισμού καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε οποιανδήποτε προϋπόθεση για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης. * Διευκρινίζεται ότι, αν και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ως είθισται μονομερώς, ο Καθ' ου πληροφορήθηκε για την ύπαρξή της και δίχως να εξασφαλίσει άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησε Ένσταση. Παρόλα αυτά, στις 26/04/2018, οι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν όπως η παρούσα Αίτηση εξεταστεί παράλληλα με την αίτηση αναστολής ημερομηνίας 18/04/2018 την οποία καταχώρησε ο Καθ' ου στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού υπ' αριθμό Κ3/
- (β) Η Ένσταση Όσον αφορά το περιεχόμενο της Ένστασης, αυτή συμπτύσσεται στους ακόλουθους λόγους Ένστασης: · δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών για τη μονομερή έκδοση του εντάλματος, ήτοι απουσιάζει το πραγματικό υπόβαθρο για τη μονομερή έκδοσή του, · δεν θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση του εντάλματος, · έχει καταχωρηθεί έφεση κατά της απόφασης στην Κ3/2015 με την οποία δεν παραμερίστηκε η τελική απόφαση στην παρούσα διαδικασία. Επίσης καταχωρήθηκε αίτηση για αναστολή της απόφασης στην Κ3/2015, και · η έκδοση του εντάλματος θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στον Καθ' ου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου, ο οποίος αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης όπως το αντιλαμβάνεται και αναπαράγει αυτολεξεί τους λόγους ένστασης. Από όσα αναφέρει αυτό που ουσιαστικά προκύπτει ότι δεν θέλει να απωλέσει την κατοχή του ακινήτου διότι ισχυρίζεται πως ξόδεψε αρκετά χρήματα για ανακαινίσεις και αν χάσει την κατοχή θα είναι καταστροφικό για τον ίδιο. Διατείνεται επίσης ότι έχει πληρώσει όλα τα ενοίκια. Ουδεμία αναφορά κάνει στην ύπαρξη τρίτων προσώπων που έχουν τη φυσική κατοχή του επίδικου υποστατικού. (γ) Η ακροαματική διαδικασία Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων έλαβαν χώρα την 22/11/2018 και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα, δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης αλλά αφορά ζήτημα εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η διαδικασία έκδοσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής προβλέπεται στη Διαταγή 43(Α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: « 1.
(1)Where a judgment or order of a Court for the recovery or delivery of possession of any immovable property is sought to be enforced by a writ of possession, the writ may be issued by leave of the Court or a Judge obtained on an ex parte application by the plaintiff supported by an affidavit. The affidavit shall be in Form 39C and the writ in Form 39D.
(2)Such leave shall not be given unless it is shown that all persons in actual possession of the whole or any part of the property have received such notice of the proceedings as may be considered sufficient to enable them to apply to the Court for relief or otherwise.
- Upon any judgment or order for the recovery of any property and costs, there may be either one writ or separate writs of execution for the recovery of possession and for the costs at the option of the successful party.
- Every writ of possession shall be passed to a bailiff for execution, and, where costs are to be recovered under the same writ, the provisions of Order 44 shall be observed in so far as they are applicable except that every writ of possession issued shall be entered in a separate register. » Όπως ρητά προβλέπεται από τη Διαταγή 43(Α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής αξιώνεται μονομερώς. Η εν λόγω διαδικασία συνιστά θεραπεία του κοινοδικαίου με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση της κατοχής από τον ενάγοντα/αιτητή. Δεν πρόκειται για προσωποπαγή (in personam) θεραπεία εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση, αλλά πραγματοπαγή (in rem), με την οποία δίδεται η εξουσία στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για να αποδώσει την ελεύθερη κατοχή του υποστατικού στον ενάγοντα/αιτητή.[1] Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις όπου ο Πρωτοκολλητής εκτελεί το ένταλμα εναντίον συγκεκριμένου προσώπου, έχει τη δυνατότητα να προβεί σε έξωση όλων των προσώπων που ελκύουν δικαιώματα από το προαναφερόμενο πρόσωπο. Το Δικαστήριο έχει βεβαίως πάντοτε την ευχέρεια να ρυθμίσει την όλη διαδικασία ώστε να αποτρέψει οποιανδήποτε καταπίεση.[2] Βασικός σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι να επιστραφεί η κατοχή στον νόμιμο της ιδιοκτήτη και να δοθούν σχετικές προειδοποιήσεις σε τυχόν τρίτους που επηρεάζονται για οποιονδήποτε λόγο από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν την αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος ανάκτησης κατοχής, με βάση τη Διαταγή Δ.48, θ. 8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας,[3] όπως έχει κατ' επανάληψη επιβεβαιωθεί από τη σχετική νομολογία.[4] Θα πρέπει βεβαίως να τονισθεί ότι η αναφορά στην εν λόγω Διαταγή 43(Α) σε «relief or otherwise» δεν ισοδυναμεί με απόδοση οποιωνδήποτε νέων δικαιωμάτων είτε στον ενοικιαστή, είτε σε άλλο κάτοχο του υποστατικού. Όπως εξηγείται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, σελ. 1142 υπό τον τίτλο «Writ of Possession» αναφορικά με την αγγλική Δ.47 (αντίστοιχη με την ημεδαπή Δ.43Α): « "For relief or otherwise:" It should be observed that the Rule does not confer any new rights on a tenant or other occupier. Its only effect is to give those who may apply for a relief an opportunity of doing so. » Ως εκ τούτου, για να παραμεριστεί ένα ένταλμα ανάκτησης κατοχής, θα πρέπει ο αιτών τον παραμερισμό να αποδείξει ότι η εκτέλεση του διατάγματος θα είναι είτε άσκοπη, είτε, ότι αυτό, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδικαιολόγητα είχε εξ' αρχής εκδοθεί. Σχετικά είναι τα αναφερόμενα[5] στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η Έκδοση, Τόμος 17, Κεφ. Particular Forms of Execution, Writ of Possession, σελ. 303, παρ. 500 αναφέρονται τα εξής: « The writ of possession will not be set aside unless the defendant can prove that the writ would be futile or that its issue was not justified by the particular circumstances. » Στο σύγγραμμα Woodfall's Law on Landlord and Tenant, Τόμος 1, παρ. 19.090, Setting aside warrants and writs, αναφέρεται ότι η δυνατότητα για τον παραμερισμό εντάλματος ανάκτησης κατοχής είναι περιορισμένη και αφορά τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όταν ακυρωθεί το διάταγμα επί του οποίου βασίστηκε η έκδοση του εντάλματος, ή (β) όταν το ένταλμα έχει εξασφαλιστεί με απάτη (obtained by fraud), ή τέλος, (γ) όταν υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας ή καταπίεση (oppression) κατά την εκτέλεση. IΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, καθώς και τις νομικές αρχές στις οποίες έχω αναπτύξει λεπτομερώς υπό το νομικό πλαίσιο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το διάταγμα ανάκτησης κατοχής έχει επιδοθεί δεόντως στον Καθ' ου. Κατά πόσο το πρόσωπο που έχει πραγματική κατοχή έλαβε γνώση της διαδικασίας. Αυτό που συνάγεται, πλην όμως δεν απαντάται ευθέως, μέσω της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, είναι η 2η προϋπόθεση του άρθρου 43Α, ήτοι, εάν: « ο κάτοχος του ακινήτου έχει λάβει επαρκή ειδοποίηση της διαδικασίας.[6] » Υπενθυμίζω συναφώς ότι ο Καθ' ου καταχώρησε ένσταση δίχως καν να του επιδοθεί η εν λόγω αίτηση, άρα, η γνώση του για την επίδικη διαδικασία είναι δεδομένη. Περαιτέρω, είναι ξεκάθαρο ότι ο Καθ' ου είναι ο μοναδικός κάτοχος του επίδικου υποστατικού. Όπως σαφέστατα προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης που συνοδεύει την εν λόγω ένστασή του, ο αποκλειστικός κάτοχος είναι ο ίδιος. Ουδεμία νύξη γίνεται προς την κατεύθυνση ότι κάποιος τρίτος κατέχει όλο ή μέρος του ενοικιαζόμενου από αυτόν επίδικου υποστατικού, παρά μόνο, προβάλλονται ισχυρισμοί περί εξόφλησης ενοικίων και μεγάλων επενδύσεων που ο ίδιος διενήργησε στο υποστατικό. Τούτες οι αναφορές καταδεικνύουν ακριβώς ότι ο Καθ' ου είναι το μοναδικό πρόσωπο που έχει τη φυσική κατοχή του υποστατικού. Συνεπώς, όλες οι τυπικές προϋποθέσεις για έκδοση του εντάλματος πληρούνται. * Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι ο κ. Μουτσουρής επικεντρώνει την αγόρευσή του σε αυτό το σημείο υποστηρίζοντας ότι τρίτα πρόσωπα έχουν την φυσική κατοχή, αλλά τέτοιο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο δεν υπάρχει στην ένσταση και την ένορκη δήλωση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για τη νομική υποστύλωση εκείνων των ισχυρισμών που εν πρώτοις, θα έπρεπε να είχαν εκτεθεί με την απαραίτητη ακρίβεια ως λόγοι ένστασης (έτσι ώστε η πλευρά του Αιτητή να έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επ' αυτών στην αγόρευσή της), και ακολούθως, να υποστηρίζονταν και να αποδεικνύονταν μέσω της μαρτυρίας που παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επουδενί μια αγόρευση μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο για τη στοιχειοθέτηση είτε λόγων ένστασης, είτε γεγονότων. Στη Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την Kouppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, το περιεχόμενο του οποίου είναι αυτόδηλο: « Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. » Ομοίως, στη Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 92 λέχθηκαν τα εξής: « Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο. » Στη YUGOS FINANCE BV κ.α. ν. HALEBAY HOLDINGS LIMITED
(2013)1Α Α.Α.Δ 569 τονίσθηκε ότι ούτε η ιδιομορφία της αίτησης για παρακοή διατάγματος επιτρέπει οποιανδήποτε ελαστικότητα σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συναφώς, σε εκείνη την υπόθεση η εξ ιδίας πρωτοβουλίας του Δικαστηρίου να εξετάσει το ζήτημα της αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης, κρίθηκε εσφαλμένη και ανατράπηκε. Συνακόλουθα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει λόγος ένστασης που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς που τίθενται στην αγόρευση του δικηγόρου του Καθ' ου περί κατοχής του υποστατικού από τρίτα πρόσωπα, το ζήτημα που εγείρει ο κ. Μουτσουρής δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστεί εξ' ιδίας πρωτοβουλίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Εξάλλου, στη πρακτική διάσταση του ζητήματος, εάν κατά το μεταγενέστερο στάδιο της εκτέλεσης του εντάλματος διαπιστωθούν λόγοι που να δικαιολογούν την αναθεώρησή του, το δικαίωμα οποιουδήποτε τρίτου να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό, διασφαλίζεται με βάση τη Διαταγή Δ.48, θ. 8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εξέταση υπόλοιπων λόγων ένστασης Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους ένστασης, αυτοί είναι εντελώς άσχετοι με το υπό εξέταση ζήτημα. Ούτε έχει ακυρωθεί το διάταγμα επί του οποίου βασίστηκε η έκδοση του εντάλματος, ούτε επιχειρείται να εξασφαλισθεί με απάτη, ούτε υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας ή καταπίεση (oppression) κατά την εκτέλεσή του. Όπως συναφώς υποδεικνύεται στο Woodfall's Law on Landlord and Tenant, Τόμος 1, παρ. 19.090, Setting aside warrants and writs, δεν νοείται η ύπαρξη καταπίεσης δίχως την άδικη (unfair) χρήση των δικαστικών διαδικασιών. Απαιτείται συναφώς η στοιχειοθέτηση κάτι περισσότερο από την απλή χρησιμοποίηση των διαδικασιών που απολήγουν στην ανάκτηση της κατοχής και έχει επ' αυτού κριθεί ότι δεν είναι αρκετό ο ενοικιαστής να έχει παρανοήσει τη νομική του υπόσταση. Συνακόλουθα, οι ισχυρισμοί του Καθ' ου περί πληρωμής ενοικίων δεν αφορούν τούτο το στάδιο εκτέλεσης. Τα περί τεραστίων προβλημάτων που θα του προκληθούν τίθενται γενικά και αόριστα και ούτε αυτά αποτελούν ζητήματα που αφορούν το στάδιο αυτό. Ομοίως, η καταχώρηση έφεσης και αίτησης αναστολής κατά της απόφασης στην Κ3/2015 με την οποία δεν παραμερίστηκε η τελική απόφαση στην παρούσα διαδικασία, όχι μόνο δεν συναρτώνται και δεν επηρεάζουν άμεσα την παρούσα διαδικασία αλλά έχουν καταστεί και άνευ ουσίας λόγω της σημερινής απόφασης μου με την οποία έχω απορρίψει την αίτηση για αναστολή στην Κ3/2015. Περαιτέρω, όσον αφορά το συμφέρον της δικαιοσύνης, αρκούμαι να σημειώσω ότι η έννοια αυτή επιτάσσει όπως οι δικαστικές αποφάσεις έχουν ουσιαστικό αντίκρισμα καθότι η ποιότητα της δικαιοσύνης συναρτάται με την αποτελεσματικότητά της. Η ένσταση δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση Πέραν όσων προαναφέρονται, πρέπει να σημειώσω ότι η ένσταση του Καθ' ου δεν μπορεί να πετύχει καθότι δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση. Σύμφωνα με τη νομολογία, αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται μια αίτηση είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη.[7] Η δε παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης και όχι θεραπεύσιμη παρατυπία που μπορεί να θεραπευθεί είτε με βάση τον Κανονισμό 12(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού, είτε, με βάση τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως επίσης αναφέρθηκε στη ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΑΡ. 1)
(2012)1Α Α.Α.Δ 643:[8] « Επομένως, η παρούσα αίτηση δεν συνάδει με την πάγια θεμελιωμένη αρχή της νομολογίας μας, ότι στο σώμα μιας αίτησης και ειδικά μιας ενδιάμεσης αίτησης, θα πρέπει να αναγράφονται ρητά και συγκεκριμένα οι νομικές και δικονομικές διατάξεις στις οποίες αυτή βασίζεται. » Ο κ. Μουτσουρής αναφέρει ότι δικαιοδοτική βάση στο αίτημά του παρέχει η Δ.40, Θ.11. Η εν λόγω θέση κρίνεται ως εσφαλμένη καθότι η εν λόγω διάταξη σχετίζεται με την αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης και όχι το επίδικο ζήτημα. Όπως λέχθηκε στην Stavrou v. Christopoulos
(1985)1 C.L.R. 449: « O.40 r.11 is specifically intended to confer jurisdiction to stay a judgement or order pending the determination of an appeal in the proceedings. It is therefore irrelevant to the present proceedings. Nor does s.47 of the Courts of Justice Law confer jurisdiction to impeach in the way sought in this proceedings the finality of a judgement. » ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των προαναφερομένων, και επαναλαμβάνοντας ότι με τη Δ.43Α δεν δύναται να αποδοθούν νέα δικαιώματα είτε στον ενοικιαστή, είτε σε άλλο κάτοχο του υποστατικού, καταλήγω ότι ο Καθ' ου απέτυχε να καταδείξει ότι η έκδοση του διατάγματος θα είναι είτε εσφαλμένη, είτε άσκοπη, είτε αδικαιολόγητη και διαπιστώνω ότι δεν υφίσταται λόγος που να εμποδίζει στην έκδοσή του. Συνεπώς, δίδεται άδεια για την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής του υποστατικού που βρίσκεται στην οδό XXXXX 10, στην Αγία Νάπα, της Επαρχίας Αμμοχώστου. Δίδεται επίσης άδεια για την κατάσχεση και εκποίηση επιτρεπόμενης κινητής περιουσίας η οποία βρίσκεται στο υποστατικό και ανήκει στον Καθ' ου η Αίτηση προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους, πλέον των εξόδων της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστηρίο, στη κλίμακα €10.000 - €50.000. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Manchester Corporation v Conolly and others [1970] 1 ALL ER 961. [2] Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, σελ. 320 υπό τον τίτλο «Forfeiture of Lease». [3] Η Διαταγή Δ. 48, θ. 8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει: «
(4)Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» [4] Μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την Αίτηση της Salavu Ltd για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Πολιτική Αίτηση αρ. 45/2015 ημερ. 02/04/2015, Mainland Global Investments Ltd, Πολ. Αίτ. 167/2012, ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2012. [5] Επίσης, Knight v Clarke
(1885)15 QBD 294, CA. [6] Αναφορικά με την Αίτηση του Κώστα Κυριάκου
(2005)1Β Α.Α.Δ 1071. [7] Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α
(2007)1Α Α.Α.Δ 393 [8] Bank For Foreign Trade of Russian Federation «VNESHTORGBANK», ν. ICC CHEMICALS (UK) LTD
(1999)1Γ Α.Α.Δ 172. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο