← Κύπρος

ΝΟΥΡΟΥ ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Αίτηση Αρ. Κ2/2018, 25/7/2019

ΝΟΥΡΟΥ ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Αίτηση Αρ. Κ2/2018, 25/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2019:12 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ2/2018 Μεταξύ׃ XXXXX ΝΟΥΡΟΥ, από την Αγία Νάπα Αιτήτρια -και- XXXXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ , από την Αγία Νάπα Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση για τροποποίηση της Απάντησης ημερομηνίας 13/03/2019 Ημερομηνία: 25/07/2019 Για τον Αιτητή/Καθ' ου στην Κυρίως Αίτηση: κα Μ. Χατζηκωνσταντή για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση/ Αιτήτρια στην Κυρίως Αίτηση : κος Α. Κεφάλας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 19/03/2018 και με αυτήν επιδιώκεται η αναπροσαρμογή του δίκαιου ενοικίου του περιγραφόμενου στις παραγράφους Α και Γ της Κυρίως Αίτησης υποστατικού, το οποίο βρίσκεται στην Αγία Νάπα και χρησιμοποιείται ως εστιατόριο. Η Αιτήτρια είναι η ιδιοκτήτρια και εν ολίγοις ισχυρίζεται ότι το ενοίκιο θα πρέπει να αυξηθεί σε €8.000 μηνιαίως από τις €2.280 που είναι το υφιστάμενο ενοίκιο. Δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι υπάρχουν καθυστερημένα ενοίκια. Η Απάντηση και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 04/04/2018 και σε αυτήν, μεταξύ άλλων, υποστηρίζεται πως το συμφωνηθέν ενοίκιο είναι €1.642 μηνιαίως και ουδέν ποσό οφείλεται στην Αιτήτρια. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα ενοίκια καταβάλλονται στον πατέρα της Αιτήτριας. Δεν αμφισβητείται ότι ο Καθ' ου είναι ο ενοικιαστής του Υποστατικού. Επί της ουσίας υποστηρίζεται ότι το καταβαλλόμενο ενοίκιο είναι πολύ ψηλό και αξιώνεται η μείωσή του τουλάχιστον κατά 20%. Η Ανταπάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 19/04/2018 μαζί με τη σχετική Κλήση για Οδηγίες δυνάμει της νέας Διαταγής 30 και ορίστηκε στις 28/06/

  1. Έγιναν εκατέρωθεν αποκαλύψεις εγγράφων και δόθηκαν οδηγίες στο Λειτουργό Εκτιμήσεων του Κτηματολογίου να ετοιμάσει σχετική Έκθεση αναφορικά με το επίδικο υποστατικό, η ετοιμασία της οποίας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. ΙΙ. ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η Αίτηση Στις 13/03/2019, καταχωρήθηκε από τον Καθ' ου στην Κυρίως διαδικασία και Αιτητή στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση (ο οποίος εφ' εξής θα προσδιορίζεται ως ο «Καθ' ου») η παρούσα αίτηση τροποποίησης με την οποία αξιώνεται η τροποποίηση της δεύτερης πρότασης της παραγράφου 2 της Απάντησης, η οποία έχει ως εξής: « Έκτοτε δε μέχρι και σήμερα ο Καθ' ου η Αίτηση κατέβαλλε ή και καταβάλλει τα οφειλόμενα ενοίκια στον πατέρα της Αιτήτριας. Ποτέ μέχρι σήμερα δεν ενημερώθηκε ο Καθ' ου η Αίτηση ότι έγινε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου από τον XXXXX Νούρου στη XXXXX Νούρου. » Με την προτιθέμενη τροποποίηση, επιχειρείται να αντικατασταθεί το πιο πάνω κείμενο με το ακόλουθο: « Το οφειλόμενο δε ενοίκιο καταβάλλεται κάθε μήνα από τον Καθ' ου η Αίτηση ή και την εταιρεία FREIJA (NORWAY) RESTAURANT LIMITED εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση, εταιρεία της οποίας είναι διευθυντής ή και αξιωματούχος ο Καθ' ου η Αίτηση, χωρίς οποιανδήποτε αντίρρηση από μέρους του XXXXX Νούρου ή και της Αιτήτριας. » Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Δ.48 και Δ.64 των Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό αναφορά αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12/03/2019 του Καθ' ου, κ. XXXXX Παπαδόπουλου. Ο ενόρκως δηλών, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι κατά το στάδιο ετοιμασίας της αποκάλυψης εγγράφων διαπίστωσε ότι το ενοίκιο καταβαλλόταν μέσω της εταιρείας FREIJA (NORWAY) RESTAURANT LIMITED και ότι η μη συμπερίληψη των προστιθέμενων τροποποιήσεων δεν ήταν σκόπιμη αλλά καλόπιστη. Τα δικαιώματα της Αιτήτριας δεν επηρεάζονται, ούτε θα υποστεί οποιανδήποτε ζημία, αντίθετα εάν δεν επιτραπεί η τροποποίηση διατείνεται ότι θα υποστεί κατάφωρη αδικία αφού δεν θα μπορέσει να παρουσιάσει ορθά και ολοκληρωμένα την υπόθεσή του και όλα τα σχετικά με αυτήν έγγραφα. (β) Η Ένσταση Η Αιτήτρια και Καθ' ης στην παρούσα αίτηση (η οποία εφ' εξής θα προσδιορίζεται ως η «Αιτήτρια») ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και προς τούτο καταχώρησε σχετική Ένσταση ημερομηνίας 30/05/2019 προβάλλοντας 4 λόγους Ένστασης, επικεντρώνοντας την αντίθεσή της στο ότι η παρούσα Αίτηση υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας ενώ αφορά γεγονότα που ήταν εξ' αρχής γνωστά στον Καθ' ου και ως εκ τούτου είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη (Λόγοι ένστασης 1 και 2 ). Υποστηρίζεται επίσης ότι η αίτηση είναι αντίθετη με τους κανονισμούς του παρόντος Δικαστηρίου και αδικαιολόγητη (Λόγοι ένστασης 3 και 4 ). Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Νούρου, πατέρα της Αιτήτριας ο οποίος ισχυρίζεται ότι ήταν μέχρι το 2013 ιδιοκτήτης του Υποστατικού οπόταν και το μεταβίβασε στη Αιτήτρια. Αναφέρει ότι ο Καθ' ου πλήρωνε το ενοίκιο άλλοτε με επιταγές μέσω της εταιρείας FREIJA (NORWAY) RESTAURANT LIMITED και άλλοτε με μετρητά. Επισυνάπτει μάλιστα αντίγραφα των εν λόγω επιταγών. Η εν λόγω εταιρεία δεν έχει σχέση με την εκμίσθωση. Υποστηρίζει ότι η παρούσα αίτηση, με βάση τη συμβουλή που έλαβε καταχωρήθηκε καθυστερημένα και ότι είναι αχρείαστη. (γ) Η ακροαματική διαδικασία Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έλαβαν χώρα στις 28/06/2019, οπότε το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Είχα σχετικά την ευκαιρία να αναγνώσω τα γραπτά κείμενα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η δυνατότητα τροποποίησης με βάση τη νέα Διαταγή
  2. Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος τροποποίησης βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 9 και 12 σε συνδυασμό με την Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας. Πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η τροποποίηση δικογράφου ήταν ζήτημα που ενέπιπτε κυρίως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι δε καλά γνώστες επί του θέματος αρχές[1] έδειχναν ότι οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός όπου διαπιστωνόταν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κακοπιστία, ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Πλέον, με την υφιστάμενη διατύπωση της Δ.25, το δικαίωμα για τροποποίηση έχει διαβαθμίσεις με σημαντικότερη αυτή που καθορίζεται στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, όπου ορίζεται ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή εφόσον προκύπτουν νεοφανή γεγονότα. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής: «

(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται µε εξαίρεση το εκ παραδροµής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδοµένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. » Επίσης, με βάση τη Δ.25 θ. 5 «το Δικαστήριο µπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και µε τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωµα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται µε σκοπό τον καθορισµό του πραγµατικού ζητήµατος ή επίδικου θέµατος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Όσον αφορά δε τα γραφικά λάθη σε δικόγραφα, με βάση τη Δ.25 θ. 6, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης. Διευκρινίζεται συναφώς στη Δ.25 θ. 7 ότι «οι διατάξεις της Δ.25 εφαρµόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαµβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα». ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
  1. Η σκοπιμότητα της επίδικης αίτησης. Η Κυρίως Αίτηση αφορά καθορισμό του δίκαιου ενοικίου. Δηλαδή το ουσιαστικό και μοναδικό επίδικο θέμα αφορά τον καθορισμό του δίκαιου ενοικίου για το επίδικο υποστατικό με βάση το άρθρο 8 του Νόμου. Η Αιτήτρια δεν ζητεί την έξωση του ενοικιαστή λόγω μη πληρωμής ενοικίων, ούτε προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό περί ύπαρξης καθυστερημένων ενοικίων. Ο δε Καθ' ου στην Απάντηση και Ανταπαίτησή του δεν αμφισβητεί την ιδιότητά του ως θέσμιος ενοικιαστής και παραδέχεται ότι ενοικιάζει το επίδικο υποστατικό. Ισχυρίζεται όμως ότι το πράττει αυτό έναντι διαφορετικού ενοικίου, ήτοι, ύψους €1.642 μηνιαίως το οποίο εισπράττεται δίχως αντίρρηση. Η συγκεκριμένη αναφορά στην Απάντηση του Καθ' ου ως προς το ύψος του τρέχοντος ενοικίου δεν αμφισβητείται ρητώς στην Ανταπάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της Αιτήτριας ούτε επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι το τρέχον ενοίκιο είναι €2.280, όπως είχε αρχικά υποστηρίξει στην Αίτησή της, ούτε η Αιτήτρια ενώνει τα επίδικα θέματα. Ούτε δηλώνεται ότι το εν λόγω ποσό εισπράττεται με οποιανδήποτε επιφύλαξη. Όπως συναφώς υποδεικνύεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, υπό το Κεφ. «Reply - Contents of Reply», στη σελ. 561: « [.] But if he delivers reply, and any allegations in the defence which he does not deny, or upon which he does not join issue, will be deemed to be admitted » Παρά όμως τα προαναφερόμενα, ο Καθ' ου καταχώρησε την παρούσα αίτηση και διατείνεται ότι υπάρχει διαφορά ως προς το «ακριβές ποσό» του τρέχοντος ενοικίου. Τέτοια όμως ισχυριζόμενη διαφορά, με βάση τα ενώπιον μου δικόγραφα δεν προκύπτει. Είναι δε αξιοσημείωτο πως η πλευρά της Αιτήτριας με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή της στην παρούσα αίτηση παρουσιάζει αντίγραφα 6 επιταγών για το ποσό των €1.642 έκαστη, μέσω των οποίων επιβεβαιώνει ότι πληρώνονταν τα ενοίκια από 04/04/2018 στο όνομά της, δίχως πάλι να αφήνεται οποιαδήποτε υπόνοια με την οποία να τίθεται εν αμφιβόλω ότι το υφιστάμενο ενοίκιο είναι €1.642 μηνιαίως. Συνεπώς, δεν υπάρχει διάσταση όσον αφορά το ύψος του καταβαλλόμενου ενοικίου, όπως λαθεμένα ο Καθ' ου υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση. Ούτε βεβαίως ο τρόπος με τον οποίο αποπληρώνεται το ενοίκιο αποτελεί αμφισβητούμενο θέμα, παρά μόνο ένα επικουρικό και ήσσονος σημασίας ζήτημα, το οποίο δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Υπενθυμίζω συναφώς ότι, με βάση το άρθρο 5 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, το παρόν Δικαστήριο είναι συνοπτικής φύσης όπου η ταχύτητα αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο για την αποτελεσματική του λειτουργία. Με βάση δε το θεμελιώδες άρθρο 4 του ίδιου Νόμου, ο σκοπός της παρούσας δικαιοδοσίας είναι η επί της ουσίας επίλυση, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητας, των αναφυόμενων διαφορών, γεγονός που επιβάλλει όπως όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας επικεντρώνονται στα πραγματικά επίδικα θέματα. Στους Κανονισμούς 8(α) και 8(β)[2] του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 ορίζεται ότι η Απάντηση εκθέτει «τα ουσιώδη γεγονότα» τα οποία υποστηρίζουν την υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση. Αντίστοιχη είναι και η Δ.19 θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου ορίζεται: « Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, enumbered consecutively. Dates, sums, and enumbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person. » Όπως αναφέρεται στη σελίδα 627 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής του 1958 (Annual Practice): « The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durhman 21 Q. B. D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q.B. p. 774; Bevan v. Barnett, 13 T. L. R. 310) » Συνακόλουθα, εύλογα η πλευρά της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι αδικαιολόγητη και αχρείαστη και κατ' επέκταση η παρούσα αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη, δίχως να χρειάζεται να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο.
  2. Κατά πόσο η παρούσα περίπτωση εντάσσεται εντός της έννοιας του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας». Παρά όμως το πιο πάνω συμπέρασμά μου, το οποίο σφραγίζει την τύχη της παρούσας αίτησης, για σκοπούς πληρότητας, θα εξετάσω και το κατά πόσο το επίδικο αίτημα καλύπτεται με βάση τη νέα Διαταγή 25, δηλαδή εάν τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης εντάσσονται εντός της έννοιας του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η αίτηση δεν πραγματεύεται νεοφανή γεγονότα. Συνεπώς, αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο το αιτούμενο διάταγμα αφορά ζήτημα που εντάσσεται εντός της κατηγορίας του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας» που, κατ' εξαίρεση, μπορεί να υποστυλώσει αίτημα για τροποποίηση σε τούτο το στάδιο, συμφώνως των διαλαμβανομένων στη νέα Δ.25 θ.1 παρ.
  3. Η επ' αυτού επιχειρηματολογία των δικηγόρων Καθ' ου, επικεντρώνεται στον ισχυρισμό ότι ο σκοπός της νέας Δ.25 δεν είναι «να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα της δίκαιης δίκης αλλά να αποτρέψει την κατάχρηση του δικαιώματος τροποποίησης των δικογράφων». Υποστηρίζεται ότι ο σκοπός είναι «η αποσαφήνιση του τρόπου καταβολής του ενοικίου» και ότι πρόκειται για μικρή παράλειψη μήτε σκόπιμη, μήτε κακόπιστη. Υποστηρίζεται ότι η έννοια του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους» έχει την έννοια της απουσίας κακοπιστίας. Τέλος, γίνεται παραπομπή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Αιτήτριας και Καθ' ης στην παρούσα Αίτηση, στην οποία γίνεται παραδεκτό ότι τα ενοίκια πληρώνονταν μέσω της εταιρείας FREIJA (NORWAY) RESTAURANT LIMITED και προβάλλεται η θέση ότι διαφορετική κατάληξη από την αποδοχή της υπό εξέταση αίτησης θα συνιστούσε «τυπολατρική προσέγγιση η οποία δεν εξυπηρετεί την απονομή της Δικαιοσύνης». Από την άλλη πλευρά ο δικηγόρος της Αιτήτριας σημειώνει ότι δεν πρόκειται για νεοφανή γεγονότα και δεν μπορεί το επίδικο θέμα να εκληφθεί ως «καλόπιστο λάθος» αφού αφορά γεγονότα που ο Καθ' ου γνώριζε αφού ο ίδιος προσωπικά εμπλεκόταν. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι το αίτημα υποβάλλεται ένα περίπου χρόνο μετά την καταχώρηση της Απάντησης του και θα έπρεπε να υποβληθεί πριν την αίτηση για κλήση για οδηγίες. Υποστηρίζει συναφώς ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Έχω εξετάσει με προσοχή την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Συγκλίνω με τις θέσεις του κ. Κεφάλα και επεξηγώ. Είναι αναντίλεκτο ότι η νέα τάξη πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί μετά την τροποποίηση της Δ.25, έχει καταστήσει αυστηρότερο το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν να επιτραπούν τροποποιήσεις επί αιτημάτων που προβάλλονται μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Ο απώτερος σκοπός τόσο της νέας Διαταγής 25 όσο και της νέας Διαταγής 30 είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διότι, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών».[3] Για την επίτευξη κάθε σκοπού απαιτείται αντίστοιχο κατάλληλο μέσο, το οποίο εν προκειμένω συνίσταται στην προετοιμασία κάθε υπόθεσης με την αρμόζουσα επιμέλεια που επιβάλλει η καταφυγή στη Δικαιοσύνη. Υπεύθυνοι για αυτό είναι όλοι οι παράγοντες της δικαστικής διαδικασίας, ήτοι οι διάδικοι, οι δικηγόροι τους καθώς και το ίδιο το Δικαστήριο, τουλάχιστον στο μέτρο που σχετίζεται με τον έλεγχο και την προώθηση εντός εύλογου χρόνου της δικαστικής διαδικασίας. Δεδομένου όμως ότι με τη νέα Δ.25, ουσιαστικές τροποποιήσεις δικογράφων μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες δεν είναι πλέον επιτρεπτές, αναπόδραστα το περισσότερο βάρος εναποτίθεται στους ώμους των διαδίκων και κυρίως των επαγγελματικών τους συμβούλων, δηλαδή των δικηγόρων τους, οι οποίοι, παράλληλα με την ετοιμασία του αρχικού δικόγραφου των πελατών τους, οφείλουν να προετοιμάζουν επί της ουσίας την υπόθεση για την ακροαματική διαδικασία. Στην υπόθεση αρ. 2895/2015 Γ. Παπαμιχαήλ κ.α. ν. Marios Kitchens Limited, ημερ. 22/3/2017 υπό Παντελή Ε. Δ., τονίστηκε ότι ο σκοπός της εν λόγω τροποποίησης είναι να θέσει τον διάδικο και τον δικηγόρο του προ των ευθυνών τους για την ορθή προετοιμασία της υπόθεσής τους. Το σχετικό απόσπασμα, με το οποίο συμφωνώ απόλυτα, έχει ως εξής: « Περιπλέον καίτοι ο διάδικος είναι η πηγή πληροφόρησης του δικηγόρου, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση της υπεράσπισης ότι αν δεν ενημερώσει δεόντως το συνήγορό του, τότε η παράλειψη αυτή θεωρείται σφάλμα που άπτεται της σύνταξης της δικογραφίας. Αν κάτι τέτοιο γινόταν αποδεκτό θα καθιστούσε το αίτημα ανέλεγκτο και υποχείριο μεγάλης γκάμας δικαιολογιών. Εύκολο θα ήταν δια κάθε συνήγορο να επικαλείται σφάλμα διαδίκου που φαινομενικά είναι καλόπιστο, ώστε να εξασφαλίσει τροποποίηση. Δεν είναι όμως αυτό που επιζητεί ο κανονισμός, ο οποίος θέτει διάδικο και συνήγορο προ των ευθυνών τους. Αναμένεται και οι δύο να μεριμνήσουν για εξασφάλιση όλων όσων χρειάζεται. » Δεδομένων των πιο πάνω, δεν είναι πειστική η επιχειρηματολογία της πλευράς του Καθ' ου η οποία συμπυκνώνεται στην εισήγηση ότι η αναφορά σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» στη νέα Δ.25 θα πρέπει να ερμηνευθεί ως η απουσία «κακοπιστίας». Η δική μου αντίληψη της εν λόγω αναφοράς είναι εντελώς διαφορετική. Επεξηγώ. Εν πρώτοις, σημειώνω ότι η εν λόγω διατύπωση αφορά επιφύλαξη, δηλαδή εξαίρεση από τον βασικό κανόνα. Με βάση τους κανόνες ως προς την ερμηνεία των επιφυλάξεων/εξαιρέσεων (provisos),[4] η εξαίρεση του «καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» υπόκειται στη βασική διάταξη, δεν την επεκτείνει, ούτε δημιουργεί αυτοτελή κανόνα δικαίου που να οδηγεί στην ακύρωση του ουσιαστικού και σαφούς κανόνα που θέτει η εν λόγω Διαταγή, ότι δηλαδή, μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες, «ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται». Όσον αφορά δε το τι ακριβώς σημαίνει η αναφορά σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας», διευκρινίζω εξ' αρχής ότι θα ήταν ακροσφαλές να επιχειρηθεί να αποδοθεί κάποιος άκαμπτος ορισμός στην εν λόγω έννοια, διότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται κάτω από τις δικές της ιδιαίτερες περιστάσεις. Η πολυπλοκότητα των επίδικων γεγονότων ή των νομικών θεμάτων, καθώς και η έκταση της μαρτυρίας που πρόκειται να προσφερθεί απαιτεί την αντίστοιχη κατά περίπτωση αξιολογική κρίση. Παρόλα αυτά, θεωρώ πως εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η φράση αυτή σημαίνει κάτι περισσότερο από ένα απλό γραφικό λάθος, (αφού το ζήτημα αυτό το πραγματεύεται η Δ.25 θ. 6), το οποίο όμως λάθος θα πρέπει να συσχετίζεται αποκλειστικά με τη σύνταξη της δικογραφίας (αφού καλόπιστο λάθος που δεν αφορά τη σύνταξη της δικογραφίας, δεν καλύπτεται). Επιπροσθέτως, τούτου του είδους το λάθος πρέπει να έχει γίνει «εκ παραδρομής». Συνάγεται σαφώς ότι η έννοια του «καλόπιστου λάθος» που αναφέρεται στη νέα Διαταγή 25, δεν στοιχειοθετείται εφόσον απουσιάζει η «κακοπιστία» εκ μέρους του αιτούντα, όπως η έννοια της «κακοπιστίας» είχε νομολογιακά ερμηνευθεί με βάση την παλαιά Διαταγή
  4. Πριν την τροποποίηση της Δ.25 οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός, συγκεκριμένων περιπτώσεων. Πλέον όμως, η παλαιότερη επί του θέματος νομολογία θα πρέπει να εξετάζεται υπό το φως της νέας διατύπωσης της Δ.25 που, επί της αρχής, επιτάσσει πως «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται.». Κρίνω συναφώς ότι η υπό εξέταση εισήγηση των δικηγόρων του Καθ' ου αντίκειται τόσο στη γραμματική όσο και στη τελολογική ερμηνεία της εν λόγω νέας Διαταγής. Εάν ο συντάκτης της νέας Διαταγής 25 ήθελε να προσδιορίσει την εξαίρεση του κανόνα με αναφορά στην απουσία «κακοπιστίας» πολύ απλά θα το έπραττε. Αντί αυτού, επέλεξε τη φράση «καλόπιστο λάθος» την οποία μάλιστα περιστοίχισε με τις φράσεις «εκ παραδρομής» και «κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» θέτοντας φραγμό σε οποιοδήποτε λάθος μπορεί να είναι μεν καλόπιστο, πλην όμως δεν προέκυψε είτε εκ παραδρομής, είτε κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Με λοιπόν βάση τα προαναφερόμενα, και επαναλαμβάνοντας ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αποκλειστικά τον καθορισμό του δίκαιου ενοικίου του επίδικου Υποστατικού, η ισχυριζόμενη παράλειψη του Καθ' ου να ενημερώσει τους δικηγόρους του για το γεγονός ότι κατάβαλλε ένα συγκεκριμένο ενοίκιο μέσω ενός νομικού προσώπου στο οποίο είναι διευθυντής, αποτελεί γεγονός το οποίο δεν ήταν ούτε δύσκολο ούτε περίπλοκο να διαπιστωθεί εκ των προτέρων και σε κάθε περίπτωση μέχρι την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Συνακόλουθα, η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και βρίσκεται εκτός του πλαισίου της νέας Διαταγής
  5. Όσον αφορά την εισήγηση των δικηγόρων Καθ' ου ότι η απόρριψη της παρούσας οδηγεί σε «καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του σε δίκαιη δίκη» και ότι τυχόν απορριπτική απόφαση θα συνιστούσε «τυπολατρική προσέγγιση η οποία δεν εξυπηρετεί την απονομή της Δικαιοσύνης» αρκούμαι να σημειώσω ότι οι προθεσμίες για την έγερση νομικών διαβημάτων, ιδιαίτερα στη σύγχρονη κοινωνία,[5] θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά καθότι αποτελούν την υποστύλωση του νομικού μας συστήματος και τη βασική παράμετρο για την αποτελεσματικότητά του.[6] Παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις,[7] πόσο μάλλον, σε μια δικαιοδοσία συνοπτικής φύσης που η ταχύτητα αποτελεί το προσδιοριστικό στοιχείο της λειτουργίας του Δικαστηρίου. Η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας το συντομότερο είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του παρόντος Δικαστηρίου,[8] τηρουμένων βεβαίως των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη,[9] κανόνες οι οποίοι δεν έχουν εν προκειμένω παραβιαστεί επειδή ο Καθ' ου και ή οι δικηγόροι του δεν άσκησαν εντός των γνωστών θεσμοθετημένων προθεσμιών τα όποια δικονομικά τους δικαιώματα. Η αποστέρηση του θεμελιακού δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, (όπως λόγου χάρη στις περιπτώσεις όπου δεν δίδεται το δικαίωμα ακρόασης ή δεν επιτρέπεται το δικαίωμα αντεξέτασης) δεν ταυτίζεται με την απώλεια μιας δικονομικής επιλογής συνεπεία ιδίας αδιαφορίας ή ελλιπούς διερεύνησης ή παράλειψης ή αμέλειας. Πρόκειται για εμφανώς διακριτά ζητήματα. Ως εκ των πιο πάνω, οι Λόγοι Ένστασης 1, 2, 4 και 5 έχουν έρεισμα. Η Αίτηση θα απορριφθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ τούτου, η Ένσταση επιτυγχάνει, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας στην Κυρίως Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές. [2] Οι κανονισμός 8(β) έχει ως εξής: «Η απάντηση εκθέτει τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση». [3] Δείτε και Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [4] Για τους κανόνες ερμηνείας επιφυλάξεων, δείτε: Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ 883. [5] Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ v. Χ" Νικόλα
(1990)1 ΑΑΔ 470. [6] Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190. [7] Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1108. [8] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 [9] Δείτε: Παπά ν. Οικονομίδου
(2012)1 Α.Α.Δ. 928. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.