← Κύπρος

ΑΓΛΑΪΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. SOTIRIS ANDREA IOANNOU IL CAVALIERI LTD κ.α., Αίτηση Αρ. Ε6/2016, 5/11/2019

ΑΓΛΑΪΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. SOTIRIS ANDREA IOANNOU IL CAVALIERI LTD κ.α., Αίτηση Αρ. Ε6/2016, 5/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2019:18 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Ε6/2016 Μεταξύ׃

  1. ΑΓΛΑΪΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ 39376, από το Παραλίμνι
  2. XXXXX ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Α.Δ.Τ. XXXXX1203 υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Αλκιβιάδη, δυνάμει δικαστικού Διατάγματος ημερομηνίας 26ης Ιουνίου 2018, από το Παραλίμνι Αιτητές -και-
  3. SOTIRIS ANDREA IOANNOU IL CAVALIERI LTD, από το Παραλίμνι
  4. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ, από τη Λευκωσία
  5. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ, από τη Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση - Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 17/01/2019 - Αίτηση για τροποποίηση της Απάντησης ημερομηνίας 26/02/2019 Ημερομηνία: 05/11/2019 Για τους Αιτητές 1, 2 και 3 / Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση: κος Γ. Παπαθεοδώρου Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 / Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση : κος Ν. Γ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 06/05/2016 και με αυτήν επιδιώκεται η ανάκτηση της κατοχής του επίδικου Υποστατικού καθώς και απόφαση λόγω ισχυριζόμενων οφειλόμενων ενοικίων και συστηματικής καθυστέρησης στην αποπληρωμή τους. Γίνεται συναφώς αναφορά, μεταξύ άλλων, σε τερματισθείσα ενοικίαση δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 01/03/2008 δεκαετούς διάρκειας με πρωτοφειλέτη τους Καθ' ων 1 και εγγυητές τους Καθ' ων 2 και 3 και με αρχικό ενοίκιο €3.560,00 μηνιαίως. Οι Αιτητές διατείνονται πως το υφιστάμενο ενοίκιο ανέρχεται στα €4.740,00 μηνιαίως. Στην Απάντηση, πέραν της γενικής άρνησης, μεταξύ άλλων, αμφισβητείται η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, η νομιμότητα του τερματισμού και το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων. Αμφισβητείται επίσης το ύψος του τελευταίου ενοικίου. ΙΙ. ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η Αίτηση. Στις 26/02/2019, καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων 1, 2 και 3 στην Κυρίως διαδικασία και Αιτητές στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση (οι οποίοι εφ' εξής θα προσδιορίζονται ως οι «Ενοικιαστές») η παρούσα αίτηση τροποποίησης με την οποία αξιώνεται η τροποποίηση της Απάντησής τους, ως εξής: « Την διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 9 της ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1, 2 και 3 και την αντικατάστασή της με την ακόλουθη νέα παραγράφου.
  6. (α) Αρνούνται οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 τους ισχυρισμούς των Αιτητών της παραγράφου 4 της Αίτησης των Αιτητών και αρνούνται ειδικότερα ότι αυτοί εγγυήθησαν τους Καθ' ων η Αίτηση 1, με τον ισχυριζόμενο είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Σε περίπτωση κατά την οποία οι Αιτητές αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 εγγυήθησαν τις ισχυριζόμενες υποχρεώσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1, τότε οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 θα ισχυρισθούν ότι η εγγύηση που τυχόν αποδειχθεί ότι πρόσφεραν για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 προς τους Αιτητές, θα ίσχυε και θα τους δέσμευε μόνο κατά τη διάρκεια της συμβατικής περιόδου ενοικίασης και σε καμιά περίπτωση κατά τον χρόνο που οι Καθ' ων η Αίτηση 1 θα καθίσταντο θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου ακινήτου. (β) Περαιτέρω οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 σε περίπτωση κατά την οποία οι Αιτητές αποδείξουν ότι αυτοί εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1 προς τους Αιτητές, τότε οι Καθ' ων 2 και 3 θα ισχυρισθούν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Αιτητές προέβησαν σε αλλαγή των όρων του συμβολαίου ή των υποχρεώσεών τους ή άλλως πως, χωρίς την έγκριση ή τη συμμετοχή των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, με αποτέλεσμα η τυχόν αποδειχθείσα εγγύηση να παύσει να ισχύει και να δεσμεύει τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος ούτε ενημερώθησαν ούτε αποδέχθησαν τους νέους ή τροποποιημένους όρους ενοικίασης του επίδικου ακινήτου. Την διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 13 της Απάντησης και την αντικατάστασή της με την ακόλουθη νέα παράγραφο 13 (α) (β) 13 ως ακολούθως: Αρνούνται οι Καθ' ων 1, 2 και 3 ένα έκαστο ως και όλους μαζί τους ισχυρισμούς των Αιτητών τους εκτιθέμενους στις παραγράφους (Δ)
  7. και (Δ)
  8. της Αίτησης. (α) Ειδικότερα αρνούνται οι Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια απέστειλε με τον ισχυριζόμενο είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την ισχυριζόμενη επιστολή ημερομηνίας 21.12.2015 με τον ισχυριζόμενο είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. (β) Περαιτέρω αρνούνται οι Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια απέστειλε σε αυτούς είτε σε οποιονδήποτε από αυτούς την ισχυριζόμενη επιστολή ημερ. 10.2.2016 είτε ότι αυτοί παρέλαβαν με τον ισχυριζόμενο είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την ισχυριζόμενη αυτή επιστολή. » Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται «στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ2 και 10, Δ.25 θ.θ. 1-5, Δ.48 Θ.1, 2, 4, 7 και 9 επί των περί ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 1983 Θ.1, 2, 3, 4, 7, 9, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου άρθρα 31 και 41, επί του άρθρου 30 του Συντάγματος και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Σεβ. Δικαστηρίου.» Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό αναφορά αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22/02/2019 του δικηγόρου των Ενοικιαστών κ. XXXXX Παπαθεοδώρου. Ο ενόρκως δηλών, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι παρόλο που οι πελάτες του ανέφεραν σε αυτόν ότι δεν έλαβαν τις επιστολές ημερομηνίας 21/12/2015 και 10/02/2016, ο ίδιος εκ λάθους παραδέχθηκε την παραλαβή τους. Διατείνεται επίσης ότι παρόλο που του αναφέρθηκε από τους πελάτες του ότι οι Καθ' ων 2 και 3 δεν εγγυήθηκαν την επίδικη συμφωνία, ο ίδιος εκ λάθους και αντίθετα με τις οδηγίες τους παραδέχθηκε τους εν λόγω ισχυρισμούς στην Απάντησή τους. Ισχυρίζεται ότι η διόρθωση είναι απαραίτητη και δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Ιδιοκτητών. (β) Η Ένσταση. Οι Αιτητές 1 και 2 και Καθ' ων στην παρούσα αίτηση (οι οποίοι εφ' εξής θα προσδιορίζονται ως οι «Ιδιοκτήτες») ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και προς τούτο καταχώρησαν σχετική Ένσταση ημερομηνίας 11/04/2019 προβάλλοντας τους ακόλουθους 12 λόγους Ένστασης: «
  9. Η παρούσα αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, λανθασμένη, παράτυπη και/ή άκυρη.
  10. Η παρούσα αίτηση γίνεται καταχρηστικά και κακόπιστα από τους Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητές. Ειδικότερα, μέσα από το περιεχόμενο της επίδικης αίτησης καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής η κακή πίστη και πρόθεση τους ως προς το χειρισμό της παρούσας υπόθεσης εκ μέρους τους.
  11. Οι Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητές επέλεξαν να καταχωρήσουν την επίδικη αίτηση τους καθόλα καθυστερημένα και πάντως μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας άλλης υπόθεσης που αφορούν τους ιδίους διαδίκους και αφότου οι Αιτητές 1 και 2/Καθών η Αίτηση παρέθεσαν την μαρτυρία τους στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης.
  12. Η παράθεση μαρτυρίας του συνηγόρου υπεράσπισης των Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητών προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης δεν είναι επιτρεπτή και το σεβαστό Δικαστήριο δεν θα πρέπει να την αποδεχθεί.
  13. Τα αιτήματα των Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητών επί του αιτητικού της επίδικης αίτησης τους ως έχουν θα επιφέρουν με απόλυτη ακρίβεια σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στην υπόθεση των Αιτητών 1 και 2/Καθών η Αίτηση και δεν θα μπορεί να θεραπευτεί μόνο με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
  14. Οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και τα συμφέροντα των Αιτητών 1 και 2/Καθών η Αίτηση από τυχόν αποδοχή τροποποίησης της Απάντησης των Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητών σε σύγκριση με τα δικά τους δικαιώματα και συμφέροντα επί της παρούσας υπόθεσης δεν θα αντισταθμίζονται.
  15. Τυχόν αποδοχή του αιτήματος των Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητών θα καταστρατηγήσει το καλώς νοούμενο συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης καθώς επίσης θα παραβιαστεί κατάφωρα το συνταγματικώς κατοχυρωμένο και θεμελιώδες δικαίωμα των Αιτητών 1 και 2/Καθών η Αίτηση στην διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με το Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος.
  1. Οι Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητές δεν δικαιολογούν επαρκώς τα αιτήματα τους, ούτε γιατί επέλεξαν να προωθήσουν τώρα την επίδικη αίτηση.
  2. Αυτά που κατ' ισχυρισμό επικαλούνται οι Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητές για τροποποίηση και/ή αντικατάσταση της Απάντησης τους δεν συνιστούν πραγματικά γεγονότα και δη πραγματικά γεγονότα χρονικά μεταγενέστερα της καταχώρησης της Απάντησης τους.
  3. Αυτά που κατ' ισχυρισμό επικαλούνται ο Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητές για αντικατάσταση αυτών που ήδη καταγράφονται επί της Απάντησης τους, εισαγάγουν νέους λόγους υπεράσπισης και μια εντελώς διαφορετική υπερασπιστική γραμμή η οποία ουδόλως συνδέεται με την υφιστάμενη υπερασπιστική γραμμή τους.
  4. Η μεθοδευμένη προσπάθεια των Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητών για την άρδην μεταβολή της υπερασπιστικής γραμμής τους μετά και την παράθεση της μαρτυρίας των Αιτητών 1 και 2/Καθών η Αίτηση στα πλαίσια άλλης υπόθεσης που αντιμετωπίζουν, θα τους θέσει προ εκπλήξεως και θα πρέπει να μεταβάλουν τις δικές τους θέσεις και να επαναπροσδιορίσουν τα επίδικα ζητήματα.
  5. Τυχόν αποδοχή της αιτούμενης θεραπείας των Καθών η Αίτηση 1, 2 και 3/Αιτητών αδιαμφισβήτητα θα περιπλέξει και τη μετέπειτα πορεία της παρούσας υπόθεσης. » Η Ένσταση υποστηρίζεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του Αιτητή αρ. 2 στην Κυρίως Αίτηση, ο οποίος αιτείται την απόρριψη της Αίτησης ως δόλιας και κακόβουλης. Μεταξύ άλλων, επικαλείται την εκκρεμούσα Αίτηση αρ. Κ5/2015 που αφορά τους ίδιους διαδίκους κατά αντίστροφους ρόλους και με την οποία οι ενοικιαστές αξιώνουν μείωση του καταβαλλόμενου ενοικίου και πως η επίδικη αίτηση είναι αποτέλεσμα εγγράφων που η πλευρά των ενοικιαστών εξασφάλισε στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας. Υποστηρίζει ότι στο στάδιο που βρίσκεται η παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση διότι θα εκτροχιαστεί η όλη διαδικασία και επιπροσθέτως αναφέρει ότι υφίσταται μεγάλη καθυστέρηση για την οποία δεν παρέχεται η παραμικρή αιτιολόγηση. Αμφισβητεί την ειλικρίνεια του ενόρκως δηλούντα για τους ενοικιαστές. Αναφέρει επίσης ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις συνιστούν αλλαγή υπερασπιστικής γραμμής και όχι διόρθωση λαθών. (γ) Η ακροαματική διαδικασία. Ζητήθηκε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα για τους Ενοικιαστές. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αντεξέταση του κ. Παπαθεοδώρου έλαβε χώρα στις 27/06/
  6. Κατά την αντεξέτασή του, ο κ. Παπαθεοδώρου επέμεινε πως διαπίστωσε το σφάλμα τον Φεβρουάριο του 2019 όταν μελετούσε την υπόθεση με σκοπό να καταχωρήσει τροποποιημένη Απάντηση επί της τροποποιηθείσας Αίτησης των Αιτητών. Δεν συμφώνησε ότι το αίτημα είναι βάσει πληροφόρησης και μαρτυρίας που έλαβε στο πλαίσιο της Κ5/
  7. Του υποβλήθηκε ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι ειλικρινής. Συμφώνησε ότι ήταν εις γνώση του από παλαιά και επανέλαβε ότι εκ λάθους δεν προχώρησε εξ' αρχής σε διαφοροποίηση όσον αφορά τους Καθ' ων 2 και
  8. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έλαβαν χώρα στις 17/09/2019, οπότε το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Είχα σχετικά την ευκαιρία να αναγνώσω τα γραπτά κείμενα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η δυνατότητα τροποποίησης με βάση τη νέα Διαταγή
  9. Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος τροποποίησης βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 9 και 12 σε συνδυασμό με την Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας. Πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η τροποποίηση δικογράφου ήταν ζήτημα που ενέπιπτε κυρίως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι δε καλά γνώστες επί του θέματος αρχές[1] έδειχναν ότι οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός όπου διαπιστωνόταν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κακοπιστία, ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Πλέον, με την υφιστάμενη διατύπωση της Δ.25, το δικαίωμα για τροποποίηση έχει διαβαθμίσεις με σημαντικότερη αυτή που καθορίζεται στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, όπου ορίζεται ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή εφόσον προκύπτουν νεοφανή γεγονότα. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται µε εξαίρεση το εκ παραδροµής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδοµένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. » Επίσης, με βάση τη Δ.25 θ. 5 «το Δικαστήριο µπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και µε τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωµα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται µε σκοπό τον καθορισµό του πραγµατικού ζητήµατος ή επίδικου θέµατος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Όσον αφορά δε τα γραφικά λάθη σε δικόγραφα, με βάση τη Δ.25 θ. 6, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης. Διευκρινίζεται συναφώς στη Δ.25 θ. 7 ότι «οι διατάξεις της Δ.25 εφαρµόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαµβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα». (β) Η έννοια του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας». Όσον αφορά δε το τι ακριβώς σημαίνει η αναφορά σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας», διευκρινίζω εξ' αρχής ότι θα ήταν ακροσφαλές να επιχειρηθεί να αποδοθεί κάποιος άκαμπτος ορισμός στην εν λόγω έννοια, διότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται κάτω από τις δικές της ιδιαίτερες περιστάσεις. Η πολυπλοκότητα των επίδικων γεγονότων ή των νομικών θεμάτων, καθώς και η έκταση της μαρτυρίας που πρόκειται να προσφερθεί απαιτεί την αντίστοιχη κατά περίπτωση αξιολογική κρίση. Παρόλα αυτά, θεωρώ πως εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η φράση αυτή σημαίνει κάτι περισσότερο από ένα απλό γραφικό λάθος, (αφού το ζήτημα αυτό το πραγματεύεται η Δ.25 θ. 6), το οποίο όμως λάθος θα πρέπει να συσχετίζεται αποκλειστικά με τη σύνταξη της δικογραφίας (αφού καλόπιστο λάθος που δεν αφορά τη σύνταξη της δικογραφίας, δεν καλύπτεται). Επιπροσθέτως, τούτου του είδους το λάθος πρέπει να έχει γίνει «εκ παραδρομής». Συνάγεται σαφώς ότι η έννοια του «καλόπιστου λάθος» που αναφέρεται στη νέα Διαταγή 25, δεν στοιχειοθετείται εφόσον απουσιάζει η «κακοπιστία» εκ μέρους του αιτούντα, όπως η έννοια της «κακοπιστίας» είχε νομολογιακά ερμηνευθεί με βάση την παλαιά Διαταγή
  1. Πριν την τροποποίηση της Δ.25 οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός, συγκεκριμένων περιπτώσεων. Πλέον όμως, η παλαιότερη επί του θέματος νομολογία θα πρέπει να εξετάζεται υπό το φως της νέας διατύπωσης της Δ.25 που, επί της αρχής, επιτάσσει πως «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται.». Συμπληρώνω ότι η αναφορά σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» στη νέα Δ.25 δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως απουσία «κακοπιστίας». Εάν ο συντάκτης της νέας Διαταγής 25 ήθελε να προσδιορίσει την εξαίρεση του κανόνα με αναφορά στην απουσία «κακοπιστίας» πολύ απλά θα το έπραττε. Αντί αυτού, επέλεξε τη φράση «καλόπιστο λάθος» την οποία μάλιστα περιστοίχισε με τις φράσεις «εκ παραδρομής» και «κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» θέτοντας φραγμό σε οποιοδήποτε λάθος μπορεί να είναι μεν καλόπιστο, πλην όμως δεν προέκυψε είτε εκ παραδρομής, είτε κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η αίτηση δεν εντάσσεται εντός της κατηγορίας των «νέων δεδομένων µη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών» για καταχώρηση της Απάντησης που αποτελεί τη δεύτερη εξαίρεση επί της οποίας μπορεί να υποστυλωθεί αίτημα για τροποποίηση σε τούτο το προχωρημένο στάδιο, συμφώνως των διαλαμβανομένων στη νέα Δ.25 θ.1 παρ.
  2. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο το αιτούμενο διάταγμα αφορά ζήτημα που εντάσσεται εντός της κατηγορίας του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας» που αποτελεί την πρώτη εξαίρεση επί της οποίας μπορεί να υποστυλωθεί αίτημα για τροποποίηση σε τούτο το στάδιο. Ο κ. Παπαθεοδώρου ευθαρσώς αναγνώρισε και ανέλαβε πλήρως την ευθύνη για τα σφάλματα στην υφιστάμενη δικογραφία των πελατών του. Εντούτοις, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο τα επικαλούμενα δικηγορικά σφάλματα εμπίπτουν εντός της κατηγορίας του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας» όπως διαλαμβάνει η νέα Διαταγή
  3. Σημειώνω ότι ούτε η πλευρά των ενοικιαστών ούτε των ιδιοκτητών επιχειρηματολογούν σε σχέση με αυτό το ζήτημα, αφού όσα υποστηρίζουν βασίζονται σε νομολογία που ίσχυε πριν την αναθεώρηση της Δ.25 παραβλέποντας ότι με βάση την παράγραφο 9 της νέας Διαταγής 25, από 01/01/2016, η εν λόγω νέα Διαταγή 25 τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Αναντίλεκτα, η νέα τάξη πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί μετά την τροποποίηση της Διαταγής 25, έχει καταστήσει αυστηρότερο το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν να επιτραπούν τροποποιήσεις επί αιτημάτων που προβάλλονται μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Ο απώτερος σκοπός τόσο της νέας Διαταγής 25 όσο και της νέας Διαταγής 30 είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διότι, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών».[2] Για την επίτευξη κάθε σκοπού απαιτείται αντίστοιχο κατάλληλο μέσο, το οποίο εν προκειμένω συνίσταται στην προετοιμασία κάθε υπόθεσης με την αρμόζουσα επιμέλεια που επιβάλλει η καταφυγή στη Δικαιοσύνη. Υπεύθυνοι για αυτό είναι όλοι οι παράγοντες της δικαστικής διαδικασίας, ήτοι οι διάδικοι, οι δικηγόροι τους καθώς και το ίδιο το Δικαστήριο, τουλάχιστον στο μέτρο που σχετίζεται με τον έλεγχο και την προώθηση εντός εύλογου χρόνου της δικαστικής διαδικασίας. Δεδομένου όμως ότι με τη νέα Δ.25, ουσιαστικές τροποποιήσεις δικογράφων μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες δεν είναι πλέον επιτρεπτές, αναπόδραστα το περισσότερο βάρος εναποτίθεται στους ώμους των διαδίκων και κυρίως των επαγγελματικών τους συμβούλων, δηλαδή των δικηγόρων τους, οι οποίοι, παράλληλα με την ετοιμασία του αρχικού δικογράφου των πελατών τους, οφείλουν να προετοιμάζουν, με τη δέουσα επαγγελματική επιμέλεια,[3] επί της ουσίας την υπόθεση για την ακροαματική διαδικασία. Στην υπόθεση αρ. 2895/2015 Γ. Παπαμιχαήλ κ.α. ν. Marios Kitchens Limited, ημερ. 22/3/2017 υπό Παντελή Ε. Δ., τονίστηκε ότι ο σκοπός της εν λόγω τροποποίησης είναι να θέσει τον διάδικο και τον δικηγόρο του προ των ευθυνών τους για την ορθή προετοιμασία της υπόθεσής τους. Το σχετικό απόσπασμα, με το οποίο συμφωνώ απόλυτα, έχει ως εξής: « Περιπλέον καίτοι ο διάδικος είναι η πηγή πληροφόρησης του δικηγόρου, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση της υπεράσπισης ότι αν δεν ενημερώσει δεόντως το συνήγορό του, τότε η παράλειψη αυτή θεωρείται σφάλμα που άπτεται της σύνταξης της δικογραφίας. Αν κάτι τέτοιο γινόταν αποδεκτό θα καθιστούσε το αίτημα ανέλεγκτο και υποχείριο μεγάλης γκάμας δικαιολογιών. Εύκολο θα ήταν δια κάθε συνήγορο να επικαλείται σφάλμα διαδίκου που φαινομενικά είναι καλόπιστο, ώστε να εξασφαλίσει τροποποίηση. Δεν είναι όμως αυτό που επιζητεί ο κανονισμός, ο οποίος θέτει διάδικο και συνήγορο προ των ευθυνών τους. Αναμένεται και οι δύο να μεριμνήσουν για εξασφάλιση όλων όσων χρειάζεται. » Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται πως η αναφορά σε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» αφορά επιφύλαξη, δηλαδή εξαίρεση από τον βασικό κανόνα. Με βάση τους κανόνες ως προς την ερμηνεία των επιφυλάξεων/εξαιρέσεων (provisos),[4] η εξαίρεση του «καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» υπόκειται στη βασική διάταξη, δεν την επεκτείνει, ούτε δημιουργεί αυτοτελή κανόνα δικαίου που να οδηγεί στην ακύρωση του ουσιαστικού και σαφούς κανόνα που θέτει η εν λόγω Διαταγή, ότι δηλαδή, μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες, «ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται». Με βάση λοιπόν τα προαναφερόμενα, διαπιστώνω ότι τα ισχυριζόμενα σφάλματα του δικηγόρου των Καθ' ων δεν μπορούν να ενταχθούν εντός των εξαιρέσεων που θέτει η νέα Διαταγή 25 διότι θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση τόσο της γραμματικής ερμηνείας όσο και του σκοπού που η εν λόγω νέα Διαταγή 25 υπηρετεί. Όσα επικαλούνται οι Καθ' ων δεν είναι ζητήματα δύσκολα ή περίπλοκα και θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα και σε κάθε περίπτωση, μέχρι την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Συνακόλουθα, η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και βρίσκεται εκτός του πλαισίου της νέας Διαταγής
  4. Ως εκ τούτου, παρέλκει οποιαδήποτε ειδικότερη αναφορά στους επιμέρους ισχυρισμούς των διαδίκων και στη σκοπιμότητα της επίδικης τροποποίησης. Πέραν όμως των προαναφερόμενων, καταληκτικά προσθέτω ότι βρισκόμαστε σε δικαιοδοσία συνοπτικής φύσης που η ταχύτητα αποτελεί το προσδιοριστικό στοιχείο της λειτουργίας του Δικαστηρίου. Η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας το συντομότερο είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του παρόντος Δικαστηρίου,[5] τηρουμένων βεβαίως των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.[6] Συνεπώς, ακόμα και εάν το ζήτημα εξεταζόταν με βάση τη παλαιότερη Διαταγή 25 και τη σχετική με αυτή νομολογία, η κατάληξή μου δεν θα ήταν διαφορετική, καθότι, δικαίως η πλευρά των Ιδιοκτητών παραπονείται ότι δεν δικαιολογείται επαρκώς[7] η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Δεν θα ήταν αρκετός ο ισχυρισμός του δικηγόρου των Καθ' ων ότι αντιλήφθηκε την προβληματική δικογράφηση μόλις τον Φεβρουάριο του
  5. Δεδομένου ότι καταχώρησε την Απάντηση των πελατών του από τις 08/06/2016, θα έπρεπε να δικαιολογηθεί επαρκώς η μεσολαβούσα καθυστέρηση. Αυτό δεν έγινε. Ως εκ των ανωτέρω, η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η Αίτηση θα απορριφθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ τούτου, η Ένσταση επιτυγχάνει, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Αιτητριών 1 και 2 στην Κυρίως Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. Η Κυρίως Αίτηση ορίζεται για ακρόαση στις 21/11/2019 ώρα 10:
  6. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές. [2] Δείτε και Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [3] Δείτε σχετικά: Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 525. Όπως συναφώς εξηγείται στο σύγγραμμα The Law of Tort, 2η Έκδοση
(2007), Professional Liability, Legal Professionals, σελ. 877-878 κ.ε. ανάμεσα στις γενικές επαγγελματικές υποχρεώσεις ενός δικηγόρου είναι η εξασφάλιση επαρκών πληροφορίων για το είδος του προβλήματος, η επιβεβαίωση του σχετικού νομικού πλαισίου, η γοργή και κατάλληλη δράση και η συνεχής ενημέρωση του πελάτη για την πρόοδο του όλου ζητήματος. Για παράδειγμα στη Re Massey and Carrey
(1884)26 Ch D 459 κρίθηκε ένοχος αμέλειας ο δικηγόρος που παρέλειψε να καταχωρήσει δικόγραφο εντός της καθορισθείσας προθεσμίας ενώ στη Losner v. Michael Cohen and Co
(1975)Sol Jo 340 θεωρήθηκε αμελής η ενέργεια να εγερθεί αγωγή εναντίον εσφαλμένου εναγόμενου. [4] Για τους κανόνες ερμηνείας επιφυλάξεων, δείτε: Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ 883. [5] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89. [6] Δείτε: Παπά ν. Οικονομίδου
(2012)1 Α.Α.Δ. 928. [7] C. & A. Pelekanos Associates Ltd. v. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 (Γ) Α.Α.δ. 2075. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.