← Κύπρος

Μιχάλη Κτίστη ν. Χριστίνας Καρεφυλλίδου, Αίτηση Αρ.: Ε151/19, 4/12/2020

Μιχάλη Κτίστη ν. Χριστίνας Καρεφυλλίδου, Αίτηση Αρ.: Ε151/19, 4/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2020:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Ε151/19 Μεταξύ: Μιχάλη Κτίστη, από [ ], Λευκωσία Αιτητή και Χριστίνας Καρεφυλλίδου, από [ ], Λευκωσία Καθ' ης η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για παράταση του χρόνου ανάκτησης κατοχής 4.12.2020 Για την Αιτήτρια - Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση: κα. Λ. Πατσαλίδου για κ.κ. Λουκής Γ. Λουκαίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση - Αιτητή στην κυρίως Αίτηση: κα. Μ. Αρκαδίου για κ.κ. Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 31.8.2020, η Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «η Καθ' ης η Αίτηση»), εξαιτείται Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος ανάκτησης κατοχής του υποστατικού επί της οδού [ ] 9Α, 2311 Λακατάμεια, Λευκωσία, επειδή είναι αδύνατον, παρά τις μέχρι σήμερα προσπάθειες της, να βρει νέα κατοικία. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Δ.43Α, Δ.48 θθ.1-4 και 8, Δ.57 θ.2, Δ.64 και στην καθιερωμένη αρχή δικαίου «Lex non cogit ad impossibilia» (o Νόμος δεν αναγκάζει ένα άνθρωπο να κάνει το αδύνατο) ή ως άλλως διατυπώνεται, «impotentia excusat legem» (η αδυναμία σε εξαιρεί από τον Νόμο) [Paradine ν. Jane ΑΙ.27, cited per Lawrence, J., in Hadley v. Clarke, 8T. R. 259, at 267. See Evans v. Hutton, 5 Scott, N. R. 670], στη διακριτική εξουσία και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στα άρθρα 11

(1)και 16 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/
  1. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας. Χριστίνας Καρεφυλλίδου, από τη Λευκωσία. Κατέθεσε ότι, την 29.7.2020, εκδόθηκε Απόφαση που επιτρέπει στον Αιτητή να προχωρήσει σε έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής του υποστατικού στο οποίο διαμένει, επί της οδού [ ] 9Α, 2311 Λακατάμεια, Λευκωσία και κατάσχεση και εκποίηση της κινητής της περιουσίας. Κατέβαλε πάρα πολλές προσπάθειες για να πετύχει μια νέα στέγαση, άλλα αυτό έχει αποδειχθεί αδύνατον και δεν προβλέπει να πετύχει πολύ σύντομα. Κατέθεσε ότι αντιμετωπίζει αδυναμία να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Δικαστηρίου και ζητεί ένα λογικό χρονικό διάστημα για να εξαντλήσει τις προσπάθειες της. Τυγχάνει δε συμβουλής ότι η φυσική αδυναμία συμμόρφωσης της με Απόφαση Δικαστηρίου, είναι λόγος εξαίρεσης του επηρεαζόμενου, όπως αναφέρεται και στην αίτηση. Ιστορικό και διαδικασία: Η αίτηση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 8.9.2020 και το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να επιδοθεί στην άλλη πλευρά και έδωσε σχετικές οδηγίες. Από το φάκελο της υπόθεσης, φαίνεται ότι είχε δοθεί άδεια για την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής, στις 29.7.2020, μετά την απόρριψη στις 17.8.2020, αίτησης της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα, για την αναστολή εκτέλεσης Απόφασης, η οποία είχε καταχωριστεί στα πλαίσια της Αίτησης Κ6/
  2. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και λαμβάνοντας υπόψην ότι δεν πρόκειται για την ουσία της υπόθεσης, η οποία έχει εκδικασθεί, αλλά για αίτημα μετά την Απόφαση, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία. Το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους του Αιτητή στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «ο Αιτητής»), καταχωρίστηκε την 17.9.2020 και αυτή βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό άρθρα 7 μέχρι 11, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Δ.43Α, Δ.48 θθ.1-4, 8, Δ.57, Δ.59, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 31, 32, 41 και 47, στις αρχές της νομολογίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  3. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αβάσιμη και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  4. Η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται η αίτηση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αντίκεται στις διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και/ή παρούσα αίτηση στερείται της ορθής νομικής βάσης.
  5. Η αίτηση της Καθ' ης η αίτηση είναι καταχρηστική και έχει ως σκοπό να στερήσει στον Αιτητή - Καθ' ου η αίτηση το δικαίωμα του να εκτελέσει την εκδοθείσα απόφαση ημερ. 31/01/20 και το διάταγμα ημερ. 29/07/
  6. Η αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν αποκαλύπτει κανένα βάσιμο λόγο για παράταση του χρόνου ανάκτησης κατοχής του υποστατικού και/ή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 31/01/20 και/ή του διατάγματος ημερ. 29/07/
  7. Η υπό κρίση αίτηση δεν ικανοποιεί τις καθιερωμένες νομικές αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα.
  8. Η αίτηση παράτυπα δεν συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να την δικαιολογεί και συνεπώς πάσχει δικονομικά.
  9. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  10. Δεν συντρέχουν σωρευτικά οι λόγοι έκδοσης προσωρινού διατάγματος και/ή δεν ικανοποιούνται οι υπό του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις έκδοσης του.
  11. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση είναι ανακριβή και/ή ανεπαρκή και/ή αναληθή και/ή ψευδή και/ή η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν αποτάθηκε στο δικαστήριο με «καθαρά χέρια», και/ή στην ένορκη δήλωση της η Χριστίνα Καρεφυλλίδου παραθέτει ψευδή και/ή αναληθή και/ή ανακριβή γεγονότα και/ή παραπλανεί το Δικαστήριο.
  12. Οι αρχές της επιείκειας επιβάλλουν την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης καθότι η ζημιά και/ή βλάβη που θα υποστεί ο Αιτητής - Καθ' ου η αίτηση από την έκδοση του διατάγματος είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σύγκριση με την ζημιά ή βλάβη που τυχόν θα υποστεί η Καθ' ης η αίτηση - Αιτήτρια από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  13. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι καταχρηστικές καθώς μοναδικό σκοπό έχουν την επέμβαση ή/και τον ανεπίτρεπτο περιορισμό της απόλαυσης της ιδιοκτησίας της περιουσίας του Αιτητή-Καθ' ου η Αίτηση.
  14. Η οποιαδήποτε ζημιά της Καθ' ης η Αίτηση - Αιτήτριας μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ή/και η Καθ' ης η Αίτηση-Αιτήτρια δύναται να αποζημιωθεί πλήρως.
  15. Η Καθ' ης η Αίτηση-Αιτήτρια δεν έχει καλή υπόθεση και δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
  16. Η Καθ' ης η Αίτηση-Αιτήτρια δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας.
  17. Η καταχώριση της αίτησης αποτελεί περιφρόνηση των δικαιωμάτων του Αιτητή - Καθ' ου η Αίτηση και κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
  18. Δεν είναι εύλογο ή/και δίκαιο και σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετείτε από τα γεγονότα της αίτησης της και/ή της ένορκης δήλωσης η έκδοση των αιτούμενων θεραπειών.
  19. Η Καθ' ης η Αίτηση - Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια οικίας στην οποία μπορεί να μετακομίσει αλλά το αποκρύβει σκόπιμα από το Δικαστήριο.
  20. Η Αιτήτρια-Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε την απόφαση του Δικαστηρίου και έδειξε περιφρόνηση και αμέλεια.
  21. Εάν εκδοθούν τα σχετικά διατάγματα θα πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης.
  22. Καμία προϋπόθεση του Νόμου ή/και της νομολογίας δεν συντρέχει για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  23. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Αιτητή -Καθ' ου η Αίτηση.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Μιχάλη Κτίστη, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Αιτητής και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Αρνείται τις αιτούμενες με την υπό εξέταση αίτηση θεραπείες και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση, εκτός όπου προβαίνει ρητά σε παραδοχή. Την 31.1.2020, εκδόθηκε Διάταγμα προς όφελος του Αιτητή, για ανάκτηση κατοχής μίας οικίας ευρισκόμενη στην οδό [ ] 9Α, 2311 Λακατάμεια, Λευκωσία. Αντίγραφο του Διατάγματος επιδόθηκε δεόντως στην Καθ' ης η Αίτηση. Με αίτηση του ημερομηνίας 12.3.2020, αιτήθηκε από το Δικαστήριο την έκδοση Διατάγματος ανάκτησης κατοχής της εν λόγω οικίας. Η αίτηση απορρίφθηκε, καθότι η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την Αίτηση αρ. Κ6/20, ημερομηνίας 5.3.2020, ζητώντας από το Δικαστήριο να εκδώσει Διάταγμα που να ακυρώνει την Απόφαση ημερομηνίας 31.1.
  24. Στα πλαίσια της Αίτησης Κ6/20, στις 9.3.2020, η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης ημερομηνίας 31.1.2020 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Ε151/19, μέχρι εκδικάσεως, πλήρους αποπεράτωσης και έκδοσης απόφασης στην Αίτηση Κ6/
  25. Το Δικαστήριο, μετά από εξέταση της αίτησης ημερομηνίας 9.3.2020, εξέδωσε προσωρινό Διάταγμα, με το οποίο διέταξε την αναστολή εκτελέσεως της Απόφασης και/ή του Διατάγματος το οποίο εκδόθηκε την 31.1.2020 στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, μέχρι εκδικάσεως και τέλειας αποπεράτωσης της Αίτησης Κ6/
  26. Ο Αιτητής καταχώρισε ένσταση μέσω των δικηγόρων του, κατά ή περί την 17.6.
  27. Στις 17.7.2020, το Δικαστήριο, μετά ακροαματική διαδικασία, απέρριψε την αίτηση, με έξοδα υπέρ του κ. Κτίστη. Κατά ή περί την 21.7.2020, ο τελευταίος καταχώρησε αίτηση για ανάκτηση κατοχής της επίδικης οικίας και την 29.7.2020, εκδόθηκε ένταλμα ανάκτησης κατοχής. Την 26.8.2020, το Διάταγμα ημερομηνίας 29.7.2020, επιδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση από ιδιώτη επιδότη. Μέχρι σήμερα, η Καθ' ης η Αίτηση διαμένει στην επίδικη οικία. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την 7.8.2020, τροποποιημένη αίτηση με αριθμό Κ6/20 με την οποία ζητά όπως ακυρωθεί ή/και παραμερισθεί η Απόφαση που εκδόθηκε στις 31.1.2020 εναντίον της στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η Καθ' ης η Αίτηση καταχράται τις διαδικασίες του Δικαστηρίου ή/και περιφρονεί το Δικαστήριο, στην προσπάθεια της να παραμείνει εντός της οικίας. Πρόσθετα δε, η Καθ' ης η αίτηση σκόπιμα και δόλια δεν έχει αναφέρει στο Δικαστήριο ότι είναι ιδιοκτήτρια οικίας εντός της Επαρχίας Λευκωσίας και κατά συνέπεια, μπορεί να μετακομίσει σ' αυτή χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Περαιτέρω, το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής έχει επιδοθεί στην Καθ' ης η Αίτηση από την 26.8.2020 και της δόθηκε αρκετός χρόνος για να βρει άλλη οικία για ενοικίαση ή/και να μετακομίσει στη δική της οικία. Πέραν τούτου, ο Αιτητής της είχε αναφέρει από τον Ιούνιο 2019, ότι χρειάζεται την οικία του και παρ' όλα αυτά, η Καθ' ης η Αίτηση δεν προέβη σ' όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξεύρει μέχρι και σήμερα νέα οικία ή/και να μετακομίσει στη δική της οικία. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει καμία πρόθεση να εγκαταλείψει την επίδικη οικία, παρά το Διάταγμα του Δικαστηρίου για ανάκτηση κατοχής και γι' αυτό έχει καταχωρήσει διάφορες αιτήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, με μοναδικό σκοπό να σπαταλά τον πολύτιμο Δικαστικό χρόνο και/ή να καταχράται τις Δικαστικές διαδικασίες. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του ότι η Καθ' ης η Αίτηση κινεί παράλληλες διαδικασίες, αιτούμενη διαφορετικές θεραπείες, με μοναδικό σκοπό τη μη εκτέλεση της Απόφασης ημερομηνίας 29.7.
  28. Ειδικότερα, με την υπό εξέταση αίτηση, η Καθ' ης η Αίτηση αιτείται παράτασης του χρόνου ανάκτησης κατοχής του υποστατικού, ενώ με την Αίτηση αρ. Κ6/20, αιτείται όπως ακυρωθεί ή/και παραμερισθεί η Δικαστική απόφαση ημερομηνίας 31.1.2020 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Επιπλέον, η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει καταβάλει οποιαδήποτε προσπάθεια για την ανεύρεση οικίας ή ακόμα να μετακομίσει στη δική της, ιδιόκτητη, κατοικία. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει τον ισχυρισμό της, ο οποίος περιλαμβάνεται στην ένορκο δήλωση της, ότι είναι αδύνατον να συμμορφωθεί ή/και ότι λόγω φυσικής αδυναμίας, δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι ιδιοκτήτρια οικίας, ως εκ τούτου ουδεμία αδυναμία υπάρχει εν προκειμένω, παρά μόνο καταφρόνηση και σκόπιμη παρακοή του Διατάγματος. Νομική και δικονομική πτυχή: Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Διαταγή 57: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Διαταγή 57 θεσμός 2 [2] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει των προνοιών του Κανονισμού 12(α) πιο πάνω και στην απουσία ειδικής και/ή αντίστοιχης ρύθμισης στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο ή Κανονισμούς, τυγχάνει εφαρμογής ο εν λόγω θεσμός σε υποθέσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επί του θέματος υπάρχει αρκετή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην αυθεντία Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 895, η οποία αφορούσε αίτηση για την παράταση του χρόνου υποβολής περιγράμματος αγόρευσης σε Έφεση, για το θέμα της παράτασης προθεσμιών για τη λήψη θεσμικών μέτρων, ο έντιμος Πρόεδρος κ. Γ.Μ. Πικής, είπε (σελίδα 898): «Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί το γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που τίθενται είτε από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είτε από διαταγή του δικαστηρίου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων. Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. Κάθε απόκλιση από αυτούς πρέπει να δικαιολογείται ' γίνεται δεκτή εφόσον δεν αντιστρατεύεται τα θέσμια της δικαίας δίκης, ως η περίπτωση της ηθελημένης αδιαφορίας για την τήρηση τους. Τα συμφέροντα του αντιδίκου, του διαδίκου που εξαιτείται την παράταση, λαμβάνονται υπόψη, όλως ιδιαίτερα, ο πιθανός επηρεασμός των ουσιαστικών, καθώς και των δικονομικών του δικαιωμάτων. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον η παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Η αντίστοιχη της Διαταγής 57 θεσμός 2, είναι η παλαιά Αγγλική πρόνοια Order 64 rule 7. Στην υποσημείωση με την επικεφαλίδα «Scope of Rule», στη σελίδα 1813 του Annual Practice 1958, αναφέρεται ότι: "Where the time, sought to be enlarged, is not 'appointed by these Rules' but by the Practice Masters' Rules (which have no statutory force) or some other rule of practice, r.7 does not apply, and in interlocutory proceedings the Court or Judge has inherent jurisdiction to extend the time independently of it (see Keymer v. Reddy, [1912] 1 K.B. p. 221, C.A.; Pole-Carew v. Western Counties Manure Co., Ltd.
(1919), 89 L.J. Ch.100, C.A.) Semble, the same applies to the extension of a period of time fixed by an interlocutory order of the Court or Judge for doing some act or taking some proceeding: there is an inherent jurisdiction (apart from this rule) to extend the time (unless the order was by consent, Australasian Automatic, etc., Co. v. Walter, [1891] W.N. 170)." [δική μου υπογράμμιση] Στην αυθεντία Αυξεντίου v. Σάββα
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1963, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ενώπιον του το θέμα έκδοσης Διατάγματος παράτασης χρόνου εντός του οποίου ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούτο να δώσει λογαριασμό στον εξ' αποφάσεως πιστωτή και αποφάσισε ότι το Δικαστήριο είχε σύμφυτη εξουσία να διατάξει την έκδοση του εν λόγω διατάγματος ώστε να καταστεί δυνατή η εφαρμογή της απόφασης του (βλέπετε σελίδες 1966 και 1967 [3]). Είναι η κρίση μου ότι η οποιαδήποτε παράταση του χρόνου ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού, δύναται να εξεταστεί και υπό το φως της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, εφόσον ο χρόνος συμμόρφωσης με το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής, καθορίζεται από αυτό τούτο το Διάταγμα και όχι από τους Θεσμούς. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου εξετάζεται πιο κάτω. Συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction): Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [4]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Είναι η κρίση μου ότι ένας πρέπει πάντα να έχει κατά νουν, πως είναι υποχρέωση του διαδίκου να πράξει ότι είναι δυνατόν υπό το φως των προσωπικών του περιστάσεων να εμφανιστεί ή εκπροσωπηθεί σε υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου και να συμμορφωθεί με όλες τις πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών. Το ίδιο ισχύει για όλες τις αστικές υποθέσεις. Υπό το φως και του άρθρου 30.3(β) του Συντάγματος της Δημοκρατίας, τυγχάνει εφαρμογής η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ευσταθίου κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1007, όπου, ειρήσθω εν παρόδω, υπήρξε παράλειψη του δικηγόρου στην καταχώριση υπεράσπισης ενωρίτερα. Στη σελίδα 1010 ο έντιμος Δικαστής κ. Γ. Κωνσταντινίδης, είπε τα εξής: «Θεωρούμε πως με την αδιαμφισβήτητη ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο προς καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και υπεράσπιση ευλόγως δεν θα αναμενόταν, πάντως όχι πέντε μήνες αργότερα, έκδοση τελικής απόφασης για τέτοια παράλειψη. Η δε εξομοίωση, στη περίπτωση, της παράλειψης του δικηγόρου προς παράλειψη που αντανακλούσε περιφρονητική διαγωγή του διαδίκου, δεν εδικαιολογείτο.» Το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί, το οποίο διασφαλίζεται με το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος, πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα ακρόασης μίας υπόθεσης σε εύλογο χρόνο δυνάμει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το οποίο επίσης συνιστά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και εχέγγυο για τη διασφάλισης της λειτουργίας της Δικαστικής εξουσίας (βλέπετε Μουγής v. Σπανούδης
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 997 και Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας v. Sazen Fast Food Ltd.,
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1283, όπου γίνεται και αναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων). Στην προκείμενη περίπτωση, από την ενώπιον μου μαρτυρία, φαίνεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν συμμορφώθηκε με οπισθογραφημένο Διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του κ. Κτίστη) και εξαιτείται παράταση του χρόνου συμμόρφωσης της, χωρίς να δίδει λεπτομέρειες για την ανάγκη παράτασης του χρόνου, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί το χρόνο τον οποίο ζητεί και ενώ η ίδια είναι ιδιοκτήτρια οικίας στη Λευκωσία, κάτι για το οποίο παρέλειψε να πληροφορήσει το Δικαστήριο (Τεκμήριο Ε στην ένορκο δήλωση του κ. Κτίστη). Όλα αυτά, υπό το φως της Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.7.2020, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Κ6/20, μεταξύ των ιδίων διαδίκων (Τεκμήριο Β στην ένορκο δήλωση του κ. Κτίστη), με την οποία ακυρώθηκε προσωρινό Διάταγμα εκδοθέν υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση, για την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης ημερομηνίας 31.1.2020, με την οποία διατάχθηκε να παραδώσει την κατοχή της επίδικης οικίας. Είναι η κρίση μου ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι ένοχη κατάχρησης διαδικασίας. Βλέπετε σχετικά πιο κάτω. Βλέπετε επίσης την αυθεντία Evand Promotions κ.ά. v. Rutman (Αρ. 2),
(1998)1Δ) Α.Α.Δ. 2123, στη σελίδα 2127 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα εξής: «Η τήρηση των προθεσμιών και γενικά των κανόνων που διέπουν τη λήψη δικαστικών μέτρων, αποτελεί παράγοντα, ο οποίος άπτεται σε κάθε περίπτωση των συμφερόντων της δικαιοσύνης ... δεν είναι όμως αφ' εαυτού καθοριστικός, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, εκτός όπου επιδεικνύεται αδιαφορία για τα θέσμια, σε βαθμό και έκταση που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου». Κατάχρηση διαδικασίας (abuse of Court process): Η επιδίωξη του ίδιου στόχου με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Βλέπετε σχετικά Constantinides v. Vima Ltd (πιο πάνω), Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), Beogradska D.D. (πιο πάνω), Σοφία Νικολάου Βασιλείου v. Μάριου Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798, Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90, καθώς και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 931. Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 223: «Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιτευχθούν σε μία διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt
(1905)1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: «.Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» ..» Κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, μετά την απόρριψη της αίτησης της ημερομηνίας 9.3.2020, στα πλαίσια της Αίτησης Κ6/20, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, για τον ίδιο, ουσιαστικά, σκοπό. Αδυναμία συμμόρφωσης: Από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση προβάλλεται η αδυναμία συμμόρφωσης (lex non cogit ad impossibilia). Η αδυναμία συμμόρφωσης προβάλλεται ως υπεράσπιση σε ποινικές και οιονεί ποινικές υποθέσεις ή διαδικασίες. Η αδυναμία αυτή απαραιτήτως πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός και το βάρος απόδειξης βαρύνει αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται ένα Διάταγμα (το οποίο δεν υπάκουσε) και ο οποίος προβάλλει το γεγονός της αδυναμίας (βλέπετε σχετικά τις αυθεντίες Μακρίδης v. Cyber Group Ltd.
(2005)2 Α.Α.Δ. 57, Ι.Μ. v. Ρ.Μ., Έφεση Αρ. 19/2016, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στη δικαιοδοσία του ως Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, ημερομηνίας 12.11.2018 και Ρασποπούλου v. Μακρή, Ποινική Έφεση αρ. 287/2015, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.5.2017). Καίτοι η παρούσα δεν είναι ποινική υπόθεση ούτε οιονεί ποινική διαδικασία, διαπιστώνεται, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της αδυναμίας συμμόρφωσης με το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει καν ικανοποιητικά υποδείξει αυτή τούτη την αδυναμία εκ μέρους της. Απόφαση: Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι ένστασης επιτυγχάνουν και η υπό εξέταση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Αιτητή στην κυρίως Αίτηση και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της αρχικής Απόφασης, ημερομηνίας 31.1.2020, ήτοι έως €500.- (Υπ). Λ.Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα: «57
(2)Ένα Δικαστήριο ή Δικαστής θα έχει την εξουσία να επεκτείνει ή να μειώνει τον χρόνο που καθορίζεται από αυτούς τους κανονισμούς ή ορίζεται από οιονδήποτε διάταγμα επεκτάσεως του χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία υπό τοιούτους όρους (αν υπάρχουν) που το δίκαιο της περίπτωσης θα απαιτεί και οιαδήποτε τέτοια επέκταση του χρόνου μπορεί να διαταχθεί παρόλον που η αίτηση για αυτό το σκοπό θα έχει γίνει μετά τη λήξη του χρόνου που ορίστηκε ή επετράπη νοούμενου ότι όταν ο χρόνος για την παράδοση οιουδήποτε δικογράφου ή εγγράφου ή καταχώρισης οιασδήποτε ενόρκου δηλώσεως, απαντήσεως ή εγγράφου ή τελέσεως οιασδήποτε πράξεως είναι ή έχει ορισθεί ή καθοριστεί από οιονδήποτε των κανονισμών αυτών ή από οιανδήποτε οδηγία ή διάταγμα του Δικαστηρίου ή Δικαστού, τα έξοδα οιασδήποτε αιτήσεως για παράταση τοιούτου χρόνου και οιουδήποτε διατάγματος θα καταβάλλονται από το διάδικο που κάμνει την τοιαύτη αίτηση εκτός εν το Δικαστήριο ή Δικαστής διατάξει διαφορετικά.» [3] «Η Δ.57 θ.2 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο 'to enlarge or abridge the time appointed by this rule, or fixed by any order enlarging time ..'. Αντίστοιχος θεσμός είναι η Αγγλική O.64 r.7. Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή μόνο όπου ο χρόνος καθορίζεται από νομοθετική ρύθμιση, όπως οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες περιπτώσεις. Επισημαίνεται όμως ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να παρατείνει το χρόνο, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ v. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. 'Η φύση και τα όρια της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσία ανεξάρτητης από το νόμο και τους θεσμούς.' .. Είναι προφανές από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης πως αν το Δικαστήριο αρνηθεί να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης, τούτο αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε εξουδετέρωση του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με το οποίο διέταξε την υποβολή λογαριασμών. .. Είναι, έτσι, κατά την άποψη μας, η παρούσα μία κλασσική περίπτωση όπου υπάρχει σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, έστω και αν δεχθούμε ότι η Δ.57 θ.2 για παράταση του χρόνου δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου ώστε να εφαρμοστεί η απόφαση του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφαση του Δικαστηρίου άνευ σημασίας.» [4] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may be exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In summary, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.