Φανής Παπαϊωάννου ν. Αγγελικής Ιωάννου κ.α., Αίτηση Αρ.: Κ13/20, 10/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2020:24 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Κ13/20 Μεταξύ: Φανής Παπαϊωάννου Αιτήτριας και
- Αγγελικής Ιωάννου
- Πέτρου Ιωάννου Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------------------------------------------- Αίτηση για την αναστολή ή ακύρωση Εντάλματος Ανάκτησης Κατοχής 10.6.2020 Για την Αιτήτρια: κ. Κ. Παπαϊωάννου Για την Καθ' ης η Αίτηση 1: κα. Ι. Κατσιδήμα για κ.κ. Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16.3.2020, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «η Αιτήτρια»), εξαιτείται την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να αναστέλλει και/ή ακυρώνει το ένταλμα ανάκτησης κατοχής υπ' αριθμόν 2961, sheriff 9/20 και αριθμός sheriff Λευκωσίας 145/20, που εκδόθηκε στις 7.2.2020, στο πλαίσιο της Αίτησης Ε2/15 αναφορικά με τα καταστήματα που κείνται επί της οδού Τροοδιτίσσης υπ' αριθμός 6 Α και 6 Β, στην Ακρόπολη, Λευκωσία, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της πρωτογενούς Αιτήσεως. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, Μέρος 7 (73-81), άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 29, 31, 32, 47 και 48, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας 1954, Δ.48 θ.1, Δ.43, Δ.44 θθ.1, 2, 3, 5, 6, και 9, Δ.48 θ.2 και Δ.64, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ενοικιοστασίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση, εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της κας. Φανής Παπαϊωάννου, εκ Λευκωσίας. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι η Αιτήτρια στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα που την αφορούν, ως και τη δικογραφία την οποίαν έχει αναγνώσει και κατανοεί πλήρως. Την 5.4.2016, στο πλαίσιο της Αίτησης αρ. Ε2/15, εκδόθηκε Απόφαση εναντίον της για το ποσόν των €10.300 ως οφειλόμενα ενοίκια μέχρι και την 30.4.2016, εντόκως προς 4% ετησίως από 5.4.2016 μέχρις εξοφλήσεως, για το ποσόν των €300.- μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 1.5.2016 και Διάταγμα έξωσης της από τα καταστήματα υπ' αριθμόν 6Α και 6Β, επί της οδού Τροοδιτίσσης, στην Ακρόπολη Λευκωσίας. Το Δικαστήριο ανέστειλε το Διάταγμα έξωσης έως την 30.4.2016 και στη συνέχεια, ανεστέλλετο από μήνα σε μήνα, νοουμένου ότι την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός, αρχής γενομένης την 1.5.2016, με επτά
(7)μέρες χάρη, θα κατέβαλλε το ποσόν των €200.- έναντι και/ή προς εξόφλησιν του ως άνω ποσού των €10.300, πλέον €300.- μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη. Άμα τη εμπροθέσμω καταβολή ποσού εκ €8.200 έναντι του ποσού των καθυστερημένων ενοικίων εκ €10.300, όλο το ποσό των €10.300 θα θεωρείτο εξοφληθέν και το Διάταγμα θα ακυρωνόταν και/ή θα έπαυε να ισχύει. Η κα. Παπαϊωάννου λέγει ότι, παρά το ότι έχει καταβάλει συνολικά το ποσόν των €8.400 έναντι των οφειλομένων ενοικίων, ως και το ποσόν των €300.- κάθε μήνα ως ενδιάμεσο όφελος δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος, οι Καθ' ων η Αίτηση, μετά τη λήψη του ως άνω ποσού και ενάντια στις πρόνοιες του Διατάγματος ημερομηνίας 5.4.2016, καταχώρησαν εναντίον της ένταλμα ανάκτησης κατοχής των ρηθέντων καταστημάτων. Οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν αποδεχθεί σιωπηλώς όλες τις πληρωμές τις οποίες είχε κάνει, χωρίς να αντιδράσουν σε οιαδήποτε προηγούμενη στιγμή. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι το ένταλμα ανάκτησης κατοχής είναι εξ' αρχής παράνομο και στερούμενο οποιασδήποτε νομιμότητας, αφού το Διάταγμα επί του οποίου έπρεπε να εδράζεται, ακυρώθηκε και/ή έπαυσε να ισχύει, το δε ένταλμα ανάκτησης κατοχής εξεδόθη δυνάμει ψευδών δηλώσεων της Αιτήτριας (αντιλαμβάνομαι ότι εννοεί την Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα). Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η έκδοση του αιτουμένου Διατάγματος είναι κατεπείγουσα, αφού εάν εκτελεστεί το ένταλμα ανάκτησης κατοχής που αναφέρεται στο αιτητικό της υπό εξέταση αίτησης, θα της δημιουργήσει ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί ή/και αποκατασταθεί. Η κα. Παπαϊωάννου επισυνάπτει στην ένορκο δήλωση της, Κατάσταση στην οποία εμφαίνονται όλες οι πληρωμές που έχει κάνει προς την Αιτήτρια. Ιστορικό: Δικόγραφα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε την 16.3.2020 και μ' αυτήν η Αιτήτρια εξαιτείται ως ακολούθως: «Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου και/ή απόφασιν και ή δήλωσιν του Δικαστηρίου που να ακυρώνη και ή αναθεωρή και ή τερματίζει και ή αναστέλλη την ισχύν του διατάγματος έξωσης ή και το διάταγμα έξωσης που εξεδόθη στις 5/04/2016 εις το πλαίσιο της αιτήσεως Ε2/15, καθ' ότι το ως άνω Διάταγμα έχει τερματιστεί δυνάμει των προνοιών αυτού. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίον να ακυρώνει το ένταλμα ανάκτησης κατοχής υπ' αριθμόν 2961 sheriff 9/20 και αριθμός sheriff Λευκωσίας 145/20 που εκδόθηκε στις 7/02/2020 αναφορικά με τα καταστήματα που κείνται επί της οδού Τροοδιτίσσης υπ' αριθμός 6 Α και 6 Β εις Ακρόπολη Λευκωσίας και το οποίο εδράζεται επί του διατάγματος ημερομηνίας 5/04/2016 που εξεδόθη δυνάμει απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή απάτης και ή ανυπόστατων ισχυρισμών. Ε. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ήθελε διατάξει το σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης.» Η Αιτήτρια περιγράφει την ιδιότητα της ως ενοικιάστρια και την ιδιότητα των Καθ' ων η Αίτηση ως ιδιοκτήτες. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν καταχωρίσει Απάντηση. Προσωρινό Διάταγμα: Στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, την 30.3.2020, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό Διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της υπό εξέταση αίτησης. Το Διάταγμα τελεί υπό την αίρεση της καταβολής από την Αιτήτρια επί μηνιαίας βάσεως του ενοικίου και/ή ενδιαμέσου οφέλους, για τα επίδικα υποστατικά, ύψους €300.-, από την 1η Απριλίου 2020 και την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, με επτά
(7)μέρες χάρη. Επίσης, τέθηκε ως όρος η παροχή από την Αιτήτρια εγγύησης ύψους €12.000, ποσό άμεσα σχετιζόμενο με το χρηματικό μέρος της απόφασης στην Αίτηση αρ. Ε2/
- Αίτηση Ε2/15: Η συνταγμένη Απόφαση και το Διάταγμα ημερομηνίας 5.4.2016, τα οποία εκδόθηκαν από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης αρ. Ε2/15, υπό των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα εναντίον της Αιτήτριας στην παρούσα, έχει επισυναφθεί στην κυρίως Αίτηση, στην ένορκο δήλωση της Αιτήτριας η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, καθώς και στην ένορκο δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση 1 που συνοδεύει την ένσταση. Η Απόφαση και το Διάταγμα είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου. Διαδικασία: Δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούσες και το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαιδεύτους συνήγορους σε αγορεύσεις την 4.5.
- Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Ένσταση: Ένσταση υπό της Καθ' ης η Αίτηση 1 καταχωρήθηκε την 27.4.2010 και αυτή βασίζεται στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.43Α, Δ.48 θθ.1, 2, 3, 4, 7, 8, 9 και 11, Δ.39 θθ.1 - 5 και 9, Δ.9 θ.2, στα άρθρα 2, 6, 11
(1)(α), 15, 16 και 31 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, Ν.23/1983, στους Κανονισμούς 3(στ), 7, 8(α), και 12(α) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 (2/1983), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της Επιείκειας, στην νομολογία, στην πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- «Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει της Αίτηση είναι αντικανονική ενώ περιέχει ψευδείς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πληροφορίες. Εν πάση περιπτώσει, τα εκτεθέντα σ' αυτή γεγονότα, δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αφού μεταξύ άλλων: i. Η κυρίως αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και έχει συνταχθεί κατά παράβαση του Κανονισμού 7(ζ)(ί) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 (2/1983) αφού δεν καταγράφονται σε αυτή και/ή δεν δικογραφούνται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αναθεώρηση και/ή ακύρωση του διατάγματος έξωσης που εκδόθηκε την 05/04/2016 εις το πλαίσιο της Αίτησης υπ' αριθμό Ε2/
- ii. Το διάταγμα έξωσης που εκδόθηκε την 05/04/2016 εις το πλαίσιο της Αίτησης υπ' αριθμό Ε2/2015 έχει ορθώς και δικαίως εκδοθεί χωρίς οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και/ή απάτη και/ή ουσιώδες λάθος. iii. Δεν προβάλλεται και/ ή δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που καθορίζει το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 (Ν.23/1983) για να δικαιολογείται η αναθεώρηση και/ή ακύρωση του διατάγματος έξωσης ημερομηνίας 05/04/
- iν. Το διάταγμα έξωσης που εκδόθηκε την 05/04/2016 εις το πλαίσιο της αίτησης υπ' αριθμό Ε2/2015 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και ουδέποτε ακυρώθηκε και/ή έπαυσε να ισχύει καθώς η Αιτήτρια δεν κατέβαλε με την έννοια που προβλέπει το διάταγμα έξωσης το ποσό των €8.200 εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019, εντούτοις συστηματικά αρνείτο και/ή αρνείται να συμμορφωθεί με τους όρους αναστολής του διατάγματος έξωσης ακόμη και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, οπότε ολόκληρο το ποσό της απόφασης έχει καταστεί απαιτητό. ν. Η Αιτήτρια προβαίνει σε αυθαίρετη και λανθασμένη ερμηνεία μέρους του διατάγματος έξωσης ημερομηνίας 05/04/2016, ενώ παράλληλα παραλείπει επιμελώς να αναφερθεί στην κρίσιμη καταληκτική διευκρίνηση της παραγράφου 3 του διατάγματος έξωσης που αναφέρει ότι η παράλειψη καταβολής οποιοσδήποτε δόσης εκ €200 ή ενδιάμεσου οφέλους, πέραν της περιόδου χάριτος, καθιστά το διάταγμα άμεσα εκτελεστό και ολόκληρο το ποσό της απόφασης εκ €10.300, άμεσα απαιτητό και πληρωτέο.
- Δεν συντρέχει και δεν έχει καταδειχθεί με σχετική και/ή ικανοποιητική μαρτυρία η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημίας και ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία είναι αόριστοι και αβάσιμοι χωρίς αντίκρισμα και τεκμηρίωση.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει ξεκάθαρα προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση 1 και προς ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος και απόρριψης της αίτησης, ούτως ώστε να τερματιστεί η συστηματική παραβίαση των όρων του διατάγματος έξωσης ημερομηνίας 05/04/2016 και/ή των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας της με την εκτέλεση της απόφασης.
- Η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή απέκρυψε και/ή προσπάθησε εντέχνως και ανεπιτυχώς να διαφοροποιήσει τα γεγονότα και να παραπλανήσει το Δικαστήριο στην προσπάθεια προς εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή πραγματικά γεγονότα και/η στοιχεία της υπόθεσης, ούτως ώστε να επιτύχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος από το Δικαστήριο.
- Η Αιτήτρια εξαιτείται τελική θεραπεία και/η τελικό διάταγμα και/ή θεραπεία που αποφασίζει την ουσία της κυρίως αίτησης, πράξη δικονομικά και νομικά ανεπίτρεπτη.
- Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αναστείλει ες αεί την εκτέλεση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession) υπ' αριθμό 002961 ημερομηνίας 07/02/2020 όπως επιδιώκεται από την Αιτήτρια.
- Η Αίτηση είναι παράτυπη καθώς η Αιτήτρια εξαιτείται την ακύρωση και/ή αναστολή του εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession) υπ' αριθμό 002961 ημερομηνίας 07/02/2020 χωρίς ωστόσο να ζητά την ακύρωση της άδειας/διατάγματος του Δικαστηρίου (order) ημερομηνίας 17/01/2020 με το οποίο επετράπει η έκδοση του επίδικου εντάλματος ανάκτησης κατοχής.
- Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession) υπ' αριθμό 002961 ημερομηνίας 07/02/2020 και συνακόλουθα να επιτρέψει την περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος έξωσης ημερομηνίας 05/04/2016 και να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο ως εφετείο του εαυτού του. Εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ακύρωσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession) υπ' αριθμό 002961 ημερομηνίας 07/02/ 2020 και ούτε κατέδειξε μέσω της ένορκης δήλωσής της ποιες είναι οι ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή του.
- Το ένταλμα ανάκτησης κατοχής (writ of possession) υπ' αριθμό 002961 ημερομηνίας 07/02/2020 έχει εκδοθεί ορθώς και δικαίως, κατόπιν εξασφάλισης σχετικής άδειας/διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/01/
- Η Καθ' ης η Αίτηση 1 θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα εξαιτίας της συμπεριφοράς της Αιτήτριας, ήτοι την συστηματική καθυστέρηση στη καταβολή ενοικίων και την παράλειψη καταβολής ορισμένων δόσεων ακόμη και μετά την πάροδο της προθεσμίας χάριτος και επίσης δεν θα μπορέσει να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας της και να αξιοποιήσει την περιουσία της. Παράλληλα, διαφαίνεται ότι αν η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν παραλάβει την κατοχή των υποστατικών, η Αιτήτρια θα επαναλαμβάνει τακτικά την μη πληρωμή ενοικίων με αποτέλεσμα να βρίσκονται εκ νέου στα Δικαστήρια.
- Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της κας. Αγγελικής Ιωάννου. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι η Καθ' ης η Αίτηση 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, λόγω προσωπικής της εμπλοκής στην υπόθεση και από μελέτη αριθμού εγγράφων τα οποία σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, ενώ για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της. Έχει δε τύχει νομικής συμβουλής. Η κα. Ιωάννου λέγει ότι το περιεχόμενο των παραγράφων 3 και 4 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, γίνεται εν μέρει παραδεκτό. Διευκρινίζεται όμως επιπλέον, ότι η επενέργεια της εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους ύψους €10.300 με την εμπρόθεσμη καταβολή από την Αιτήτρια του ποσού των €8.200, θα συνέβαινε μόνο εφόσον πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις που τα ίδια τα μέρη έταξαν. Ως εκ τούτου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, εάν η Αιτήτρια δεν κατέβαλε οποιαδήποτε δόση εκ €200.- ή ενδιάμεσου οφέλους, εντός της προθεσμίας αναστολής, δεν θα διατηρούσε πλέον το δικαίωμα να επικαλεστεί την εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους με την καταβολή του ποσού των €8.
- Άλλωστε, ήταν σαφής όρος του Διατάγματος έξωσης που εκδόθηκε την 5.4.2016, στον οποίο η Αιτήτρια παραλείπει επιμελώς να αναφερθεί με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ότι η παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης εκ €200.- ή ενδιάμεσου οφέλους, πέραν της περιόδου χάριτος, καθιστά το διάταγμα άμεσα εκτελεστό και ολόκληρο το ποσό της απόφασης εκ €10.300, άμεσα απαιτητό και πληρωτέο. Η κα. Ιωάννου απορρίπτεται κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, πλην της καταβολής συνολικά μέχρι σήμερα του ποσού των €8.
- Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι κατέβαλε τα οφειλόμενα ενοίκια και το ποσό εκ €300.- για κάθε μήνα ως ενδιάμεσο όφελος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος έξωσης, είναι ψευδής και ατεκμηρίωτος. Η Αιτήτρια συστηματικά και διαρκώς αρνείτο και/ή αρνείται να συμμορφωθεί με τους όρους αναστολής του Διατάγματος έξωσης, ακόμη και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από μέρους της Καθ' ης η Αίτηση
- Θα ανέμενε κάποιος ότι, δεδομένης της προαναφερθείσας θέσης της Καθ' ης η Αίτηση 1, αυτή θα σχολίαζε την επισυνημμένη στην ένορκο δήλωση της Αιτήτριας, πολυσέλιδη Κατάσταση, την οποία η τελευταία παρουσίασε προς υποστήριξην του ισχυρισμού της ότι εμπρόθεσμα κατέβαλε το ποσό των €8.200 και τα ανάλογα για την ίδια περίοδο ενδιάμεση οφέλη και ότι, συνακόλουθα, το Διάταγμα έξωσης ακυρώθηκε. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν σχολιάζει την Κατάσταση Λογαριασμού της Αιτήτριας, αλλά προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς περί παραβίασης από πλευράς της Αιτήτριας των όρων αναστολής του Διατάγματος έξωσης: - Η Αιτήτρια για το μήνα Μάιο 2016 κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο περιόδου χάριτος, ήτοι στις 9.5.2016 το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια, αλλά ουδέποτε κατέβαλε, ακόμη και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.- - Η Αιτήτρια για το μήνα Ιούλιο 2016, δεν κατέβαλε εντός της προθεσμίας χάριτος ούτε το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.- ούτε το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια. Τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν μετά από 2 μήνες, ήτοι στις 12.9.
- - Η Αιτήτρια για το μήνα Οκτώβριο 2016, κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.-, ήτοι το κατέβαλε στις 10.10.
- - Για τους μήνες Δεκέμβριο 2016 και Ιανουάριο 2017, η Αιτήτρια κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.-, όσο και το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια, ήτοι τα κατέβαλε στις 9.12.2016 και 9.1.2017 αντίστοιχα. - Η Αιτήτρια για το μήνα Νοέμβριο 2017 κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.-, ήτοι το κατέβαλε στις 9.11.
- - Για τον μήνα Απρίλιο 2018 η Αιτήτρια κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.-, όσο και το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια, ήτοι τα κατέβαλε στις 11.4.
- - Η Αιτήτρια για το μήνα Μάιο 2018 κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.-, ήτοι το κατέβαλε στις 10.5.
- - Για τους μήνες Σεπτέμβριο 2018, Οκτώβριο 2018 και Δεκέμβριο 2018, η Αιτήτρια κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.-, όσο και το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια, ήτοι τα κατέβαλε στις 11.9.2018, 18.10.2018 και 11.12.2018, αντίστοιχα. - Για τον μήνα Ιανουάριο 2019, η Αιτήτρια ουδέποτε κατέβαλε, ακόμη και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια, όσο και το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.- - Για το μήνα Απρίλιο 2019, η Αιτήτρια κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.-, όσο και το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια, ήτοι τα κατέβαλε στις 9.4.
- - Για το μήνα Ιούνιο 2019, η Αιτήτρια ουδέποτε κατέβαλε, ακόμη και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια, όσο και το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.- - Για το μήνα Αύγουστο 2019, η Αιτήτρια κατέβαλε εκπρόθεσμα και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.-, όσο και το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια, ήτοι τα κατέβαλε στις 12.8.
- - Για το μήνα Φεβρουάριο 2020, η Αιτήτρια ουδέποτε κατέβαλε, ακόμη και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια όσο και το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.- - Για το μήνα Μάρτιο 2020, η Αιτήτρια κατέβαλε μόνο το ποσό των €200.- ως ενδιάμεσο όφελος. Επί του θέματος της εμπρόθεσμης πληρωμής, βλέπετε σχετικά και πιο κάτω. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 συνεχίζει και λέγει ότι, εξακολουθούν να οφείλονται μέχρι σήμερα, ακόμη και μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, τόσο το ενδιάμεσο όφελος εκ €300., όσο και το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Ιανουάριο 2019, Ιούνιο 2019 και Φεβρουάριο
- Επίσης, εξακολουθούν να οφείλονται μέχρι σήμερα το ενδιάμεσο όφελος εκ €300.- για το μήνα Μάιο 2016, το ποσό των €200.- ως οφειλόμενα ενοίκια για το μήνα Μάρτιο 2020 και το ποσό των €100.- ως διαφορά, για ενδιάμεσο όφελος για το μήνα Μάρτιο
- Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 έχει αποδειχθεί τις πληρωμές χωρίς να αντιδράσει σε οποιαδήποτε στιγμή στο παρελθόν, είναι αναληθής, ψευδής και εν πάση περιπτώσει, ατεκμηρίωτος. Όλες οι πληρωμές πραγματοποιούνται από την Αιτήτρια σε τραπεζικό λογαριασμό τον οποίο διατηρεί η Καθ' ης η Αίτηση 1 και ως εκ τούτου, δεν έχει τη δυνατότητα να απορρίψει και/ή να εμποδίσει την καταβολή οποιουδήποτε ποσού σ' αυτόν. Σε κάθε περίπτωση, επανειλημμένως στο παρελθόν προέβη σε έκκληση προς την Αιτήτρια να συμμορφωθεί με τους όρους του Διατάγματος έξωσης, χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα. Η κα. Ιωάννου υποστηρίζει ότι, ενδεικτικό του γεγονότος πως ουδέποτε αποδέχθηκε τη στάση της Αιτήτριας, αποτελεί και το γεγονός ότι κατά ή περί την 19.7.2016, αποτάθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε ένταλμα ανάκτησης κατοχής, το οποίο αργότερα απέσυρε άνευ βλάβης και κατόπιν παρακλήσεων και διαβεβαιώσεων της Αιτήτριας ότι θα προβεί άμεσα στην εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού με βάση το Διάταγμα έξωσης και θα συμμορφωθεί με τους όρους του Διατάγματος έξωσης, πράγμα το οποίο δεν συνέβη. Είναι η θέση της ότι, η Αιτήτρια, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να δικαιολογήσει τις εκτός της ταχθείσας προθεσμίας πληρωμές καθώς και τις οφειλές της, προβαίνει σε μια σαφέστατα αυθαίρετη και λανθασμένη ερμηνεία μέρους του Διατάγματος έξωσης που αφορά την εξόφληση της απόφασης με την εμπρόθεσμη καταβολή του ποσού των €8.200, χωρίς ωστόσο η ίδια να συμμορφωθεί με τους όρους αναστολής του Διατάγματος έξωσης και παραλείποντας επιμελώς να αναφερθεί στην κρίσιμη καταληκτική διευκρίνηση της παραγράφου 3 του Διατάγματος έξωσης, που αναφέρει ότι η παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης εκ €200.- ή ενδιάμεσου οφέλους, πέραν της περιόδου χάριτος, καθιστά το Διάταγμα άμεσα εκτελεστό και ολόκληρο το ποσό της απόφασης εκ €10.300, άμεσα απαιτητό και πληρωτέο. Διαφαίνεται ότι η εμπρόθεσμη καταβολή του ποσού των €8.200, θα έπρεπε με βάση τους όρους του Διατάγματος έξωσης να συντελεστεί μέχρι το Σεπτέμβριο 2019, κάτι το οποίο εμφανώς δεν συνέβη, καθώς η Αιτήτρια παραλείποντας να καταβάλει κάποιες δόσεις των €200.- συμπλήρωσε το ποσό των €8.200 αργότερα, ήτοι τον Νοέμβριο
- Το κείμενο του Διατάγματος έξωσης είναι ενιαίο και από το σύνολό του προκύπτει η πλήρης πρόθεση και συμφωνία των διαδίκων. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αντικρίζεται αποσπασματικά και μικροσκοπικά, ενώ σε καμία περίπτωση η Αιτήτρια δεν μπορεί να αιτείται και να εξασφαλίζει την απόδοση σ' αυτήν ευνοϊκών ωφελημάτων, από τη στιγμή που η ίδια δεν τηρεί τις πρόνοιες και τους όρους του εν λόγω Διατάγματος. Το Διάταγμα έξωσης ουδέποτε έπαυσε να ισχύει, είναι άμεσα εκτελεστό και ολόκληρο το ποσό της απόφασης εκ €10.300, είναι άμεσα απαιτητό. Περαιτέρω, το Διάταγμα έξωσης εκδόθηκε δικαίως και ορθώς, χωρίς την οποιαδήποτε απάτη, ψευδή παράσταση ή οποιοδήποτε ουσιώδες λάθος που να δικαιολογεί τον παραμερισμό του. Εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια, παρά το γεγονός ότι έχει το βάρος απόδειξης, δεν πρόβαλλε και δεν κατάφερε να αποδείξει ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που καθορίζει το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, για να δικαιολογείται η αναθεώρηση ή η ακύρωση του Διατάγματος έξωσης. Επίσης, το ένταλμα ανάκτησης κατοχής (writ of possession) υπ' αριθμό 002961 ημερομηνίας 7.2.2020, έχει εκδοθεί ορθώς και δικαίως, κατόπιν εξασφάλισης σχετικής άδειας/Διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 17.1.
- Η Αιτήτρια, παρά το γεγονός ότι έχει το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ακύρωσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής και δεν κατέδειξε ποιες είναι οι ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή του. Από τη στιγμή που η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε ένα ένταλμα και επί της οποίας εδράζεται, είναι σε ισχύ, δεν υπάρχει δικαιοδοσία ακύρωσης ή αναστολής εκτέλεσης αυτού. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession) υπ' αριθμό 002961 ημερομηνίας 7.2.2020 και συνακόλουθα, να επιτρέψει την περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης ημερομηνίας 5.4.2016 και να ενεργήσει μ' αυτό τον τρόπο ως Εφετείο του εαυτού του. Η κυρίως Αίτηση είναι παράτυπη, καθώς η Αιτήτρια εξαιτείται την ακύρωση και/ή αναστολή του εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession) υπ' αριθμό 002961 ημερομηνίας 7.2.2020, χωρίς ωστόσο να ζητά την ακύρωση της άδειας/Διατάγματος του Δικαστηρίου (order) ημερομηνίας 17.1.2020 με το οποίο επετράπη η έκδοση του επίδικου εντάλματος ανάκτησης κατοχής. Είναι η θέση της κας. Ιωάννου ότι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60) για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, δεν πληρούνται, καθώς η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει και δεν αποδεικνύει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η κυρίως Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, αφού δεν καταγράφονται σ' αυτή και δεν δικογραφούνται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αναθεώρηση και/ή ακύρωση του Διατάγματος έξωσης, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Δεν υπάρχει περίπτωση, υπό τις περιστάσεις, η Αιτήτρια να υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί. Σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία είναι αόριστοι και αβάσιμοι, αποτελούν δικά της, αυθαίρετα, συμπεράσματα τα οποία δεν στηρίζονται σε οποιαδήποτε μαρτυρία, βασιζόμενα σε αναληθείς ισχυρισμούς. Η Αιτήτρια εξαιτείται ως ενδιάμεσο Διάταγμα, τελική θεραπεία και/ή θεραπεία που αποφασίζει την ουσία της κυρίως Αίτησης, πράξη δικονομικά και νομικά ανεπίτρεπτη και αυτό αποτελεί λόγο απόρριψης του αιτούμενου Διατάγματος. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και προσπάθησε εντέχνως και ανεπιτυχώς, να διαφοροποιήσει τα γεγονότα και να παραπλανήσει το Δικαστήριο στην προσπάθεια εξασφάλισης του προσωρινού Διατάγματος. Από την έκδοση του εν λόγω Διατάγματος, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η Καθ' ης η Αίτηση 1, εξαιτίας της συμπεριφοράς της Αιτήτριας, ήτοι τη συστηματική καθυστέρηση στην καταβολή ενοικίων και την παράλειψη καταβολής ορισμένων δόσεων ακόμη και μετά την πάροδο της προθεσμίας χάριτος και επίσης, δεν θα μπορέσει να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας της και να αξιοποιήσει την περιουσία της. Παράλληλα, διαφαίνεται ότι αν δεν παραλάβει την κατοχή των υποστατικών, η Αιτήτρια θα επαναλαμβάνει τακτικά τη μη πληρωμή ενοικίων, με αποτέλεσμα να βρίσκονται εκ νέου στα Δικαστήρια. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν αναφέρεται στον όρο του Διατάγματος σχετικά με την καταβολή του ποσού των ενδιαμέσων οφελών επί μηνιαίας βάσεως, με τον οποίο εξασφαλίζεται το λαβείν της. Ισχυρίζεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει ξεκάθαρα προς όφελος της και προς ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού Διατάγματος και απόρριψης της υπό εξέταση αίτησης. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 επισυνάπτει στην ένορκο δήλωση της, Κατάσταση δικού της τραπεζικού λογαριασμού, όπου φαίνονται οι πληρωμές του ενοικίου και των δόσεων, όπως ισχυρίζεται. Σημειώνεται ότι, τόσο στην Κατάσταση της Αιτήτριας όσο και στην Κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1, φαίνεται ότι οι πληρωμές γίνονταν από κάποιο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία FEMCON LTD. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι οι πλείστες αναφορές της Καθ' ης η Αίτηση 1 πιο πάνω, σε πληρωμές μετά την πάροδο των επτά ημερών χάρη που είχε δοθεί στο Διάταγμα και την Απόφαση στην Ε2/15, στην Κατάσταση Λογαριασμού της Αιτήτριας φαίνεται ότι έγιναν εντός της περιόδου χάριτος. Αυτές οι επισημάνσεις παρέμειναν ασχολίαστες, ενώ η δεύτερη φρονώ ότι έπρεπε να είχε τύχει σχολιασμού από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση
- Πραγματικά Γεγονότα για σκοπούς εξέτασης της αίτησης: Λαμβάνοντας υπόψη ότι σε αιτήσεις της φύσεως της υπό εξέταση αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος (Δ.48 θ.4
(2)), και λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς, αρνήσεις και παραδοχές που περιλαμβάνονται στη γραπτή μαρτυρία ενώπιον μου, καθώς και ποιοι από τους ισχυρισμούς παρέμειναν αναντίλεκτοι, βρίσκω, ότι, για τους σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης μόνον: Η Αιτήτρια είναι η ενοικιάστρια δύο καταστημάτων επί της οδού Τροοδιτίσσης αρ. 6 Α και Β, Ακρόπολη, Λευκωσία. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 είναι οι ιδιοκτήτες των εν λόγω καταστημάτων. Στα πλαίσια άλλης, προηγούμενης υπόθεσης μεταξύ των διαδίκων, με αρ. Ε2/15, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου απόφαση και Διάταγμα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 στην παρούσα και εναντίον της Αιτήτριας στην παρούσα. Η εκτέλεση του Διατάγματος ανάκτησης κατοχής ανεστάλη και ανεστέλλετο επί μηνιαίας βάσεως, εάν καταβαλλόταν το ενοίκιο ή ενδιάμεσο όφελος και ένα ποσό έναντι των καθυστερημένων ενοικίων. Με την εμπρόθεσμη συμπλήρωση ποσού €8.200, το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής θα ακυρωνόταν και θα έπαυε να έχει ισχύ. Η Αιτήτρια κατέβαλε ποσό €8.400 έναντι το ποσού των καθυστερημένων ενοικίων. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής ακυρώθηκε σύμφωνα με τους όρους του, ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 1 υποστηρίζει ότι αυτό είναι ισχυρό και εκτελεστό, εφόσον δεν τηρήθηκαν επακριβώς και εμπρόθεσμα, οι όροι της αναστολής εκτέλεσης του. Οι Καθ' ων η Αίτηση και/ή η Καθ' ης η Αίτηση 1, στα πλαίσια της Αίτησης Ε2/15, εξέδωσε ένταλμα ανάκτησης κατοχής των επίδικων καταστημάτων, αρ. 2961, sheriff 9/20 και sheriff Λευκωσίας 145/
- Το εκδοθέν μονομερώς προσωρινό Διάταγμα τελεί υπό την αίρεση της καταβολής μηνιαίως του ποσού του ενδιάμεσου οφέλους, ως αυτό αναφέρεται και στην Απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση Ε2/
- Με την κυρίως Αίτηση επιζητείται η ακύρωση ή αναθεώρηση του Διατάγματος έξωσης καθότι αυτό τερματίστηκε δυνάμει των προνοιών του και η ακύρωση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής το οποίο εδράζεται επί του Διατάγματος έξωσης, επειδή αυτό εξεδόθη δυνάμει απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ανυπόστατων ισχυρισμών. Νομική και δικονομική πτυχή: Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων δυνάμει του Κανονισμού 12(α)[1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9 [2] του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να καταδεικνύουν το επείγον της υπό εξέταση αίτησης, με την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας. Έχει εκδοθεί ένταλμα ανάκτησης κατοχής προς εκτέλεσην Διατάγματος έξωσης. Βλέπετε σχετικά την αυθεντία Τσιαντής v. Hellenic Bank (Investments) Ltd.,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029, όπου στη σελίδα 2039, ο έντιμος Δικαστής κ. Κ. Καλλής, είπε: «Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6 (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864). Στην υπό εξέταση αίτηση γίνεται αναφορά σε μέτρα εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης, για την αναστολή της οποίας χρήζουν εξέτασης τα άρθρα 9 του Κεφ. 6 και 32 του Ν. 14/60. Κρίνεται ότι η Αιτήτρια απευθύνθηκε στο Δικαστήριο με την υπό εξέταση αίτηση, πολύ σύντομα αφού πληροφορήθηκε για τη διαδικασία εκτέλεσης εναντίον της, χωρίς να επιδείξει καθυστέρηση. Συμφυής εξουσία - Inherent jurisdiction: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται επίσης επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [3]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The court's power to stay proceedings should not be confused with its power to stay the execution of a final judgement or order. The court has an inherent jurisdiction to control its own proceedings so as to prevent an abuse of process, and accordingly to stay proceedings which are frivolous, vexatious or harassing, or which are manifestly groundless or in which there is clearly no cause of action in law or equity, or where the justice of the case so requires. The court does not, however, have an inherent jurisdiction over all judgements or orders which it has made under which it can stay execution in all cases. On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgement or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself.» [δική μου υπογράμμιση] Κατ' αρχάς διαπιστώνεται ότι η αναστολή μέτρων εκτέλεσης δεν δύναται επ' ουδενί να καταλήγει στη μετατροπή του Δικαστηρίου σε Εφετείο του εαυτού του. Εκ δευτέρου, κρίνεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση επιζητείται η αναστολή μέτρων εκτέλεσης Διατάγματος του Δικαστηρίου, η οποία δυνατόν να εμπίπτει στην άσκηση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, βάσει λόγων που αφορούν αυτή τούτη τη διαδικασία εκτέλεσης. Εντάλματα εκτέλεσης: Εντάλματα εκτέλεσης Δικαστικών αποφάσεων εκδίδονται από τα αρμόδια Πρωτοκολλητεία των διαφόρων Δικαστηρίων, ανάλογα με την περίπτωση (βλέπετε σχετικά το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 420). Η μόνη περίπτωση μετά την έκδοση απόφασης κατά την οποία το Δικαστήριο ασχολείται με την εκτέλεση της απόφασης δια της έκδοσης εντάλματος, είναι στην περίπτωση που οι Κανονισμοί προνοούν την παροχή άδειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του εντάλματος, όπως στην περίπτωση ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής (βλέπετε σχετικά Halsbury's ως ανωτέρω και Διαταγή 43Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Το Δικαστήριο δύναται να τροποποιήσει ένταλμα σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Βλέπετε Halsbury's Laws of England, (ως ανωτέρω), παράγραφος 425: "If there is a defect or error in any writ, indorsement or return the court may allow it to be amended upon such terms as may be just. As a general rule an amendment should be allowed if it can be made without injustice. Leave will be given to amend the writ even after levy when it has been issued for too small or too large a sum, or when the date in the writ does not correspond with the date of the judgement. The indorsement will be amended when the wrong amount is inserted, or interest is omitted either on the judgement debt or costs." Από την στιγμή που η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε ένα ένταλμα και επί της οποίας αυτό εδράζεται, είναι σε ισχύ, κρίνω ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία ακύρωσης του εντάλματος ή αναστολής εκτέλεσης αυτού και κατ' επέκτασην, της άδειας με βάση την οποία αυτό εκδόθηκε. Επί τούτου, παραπέμπω στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, (ως ανωτέρω), παράγραφος 451, η οποία αφορά και την άσκηση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου (βλέπετε πιο πάνω). Όμως, με την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια ζητεί την αναστολή εκτέλεσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής, λόγω και μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης Παραμερισμού, με την οποία εξαιτείται ακύρωσης αυτού τούτου του Διατάγματος έξωσης, εκ του λόγου της ακύρωσης αυτού σύμφωνα με τους δικούς του όρους. Συνεπώς, είναι η κρίση μου ότι υπάρχει η δυνατότητα να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης του εκδοθέντος εντάλματος, για τον περιορισμένο σκοπό και χρόνο που ζητείται και με τους κατάλληλους όρους. Προϋποθέσεις και νομολογία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων: Εξέταση κυρίως Αίτησης - άρθρα 32 και 6: Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 [4] του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Για να οριστικοποιηθεί το προσωρινό Διάταγμα, πρέπει να ικανοποιηθώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται θεραπείας και ότι, εκτός αν οριστικοποιηθεί το Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται από το αποδεικτικό υλικό της Αιτήτριας. Τα δύο κριτήρια είναι αλληλένδετα, όμως το πρώτο εξετάζεται σε σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης και το δεύτερο συσχετίζει την νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Αν η Αιτήτρια είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται κατά το τέλος της υπόθεσης, θεωρείται ότι έχει επιτύχει να ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο. Βλέπετε σχετικά πιο κάτω. Άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου: Η κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, υπέχει θέση Αγωγής έναντι της υπό εξέταση αίτησης. O περί Ενοικιοστασίου Νόμος, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προνοεί ρητά τις περιπτώσεις στις οποίες δυνατόν να ακυρωθεί, αναθεωρηθεί ή τροποποιηθεί προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιες συνέπειες ή δικαιώματα απορρέουν από την ακύρωση, ή αναθεώρηση (βλέπετε άρθρα 6 και 15 του Νόμου και Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679). Για σκοπούς ακύρωσης ή παραμερισμού ή αναθεώρησης του Διατάγματος έξωσης ημερομηνίας 5.4.2016, στα πλαίσια της Αίτησης αρ. Ε2/15, η Αιτήτρια πρέπει να αποδείξει ένα ή περισσότερους από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Ν. 23/
- Με την Αίτηση της, η Αιτήτρια επικεντρώνεται ουσιαστικά, σ' ένα λόγο, που αντιστοιχεί στο εδάφιο (β), το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τα ακολούθους περιπτώσεις: (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή η απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους.» Σημειώνω σ' αυτό το στάδιο, ότι ο ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση 1 (λόγος ένστασης 3(i)) περί παρατυπίας της κυρίως Αίτησης επειδή δεν καταγράφονται σ' αυτήν τα γεγονότα που δικαιολογούν την αναθεώρηση και/ή ακύρωση του Διατάγματος έξωσης, έχει βάση, εφόσον, εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση ακολουθεί εν μέρει τον Τύπο 2 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ο οποίος είναι ο ενδεδειγμένος Τύπος για Αιτήσεις αυτής της φύσεως και εν μέρει τον τύπο αίτησης δια κλήσεως με βάση τη Διαταγή 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Βλέπετε επίσης σχετικά τον Κανονισμό 7(ζ) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. Όμως, αφενός μεν το ζήτημα φαίνεται να αφορά παρατυπία η οποία δυνατόν να θεραπευθεί με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα, αφετέρου η κυρίως Αίτηση παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι επιζητείται ουσιαστικά δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Διάταγμα έξωσης έχει τερματιστεί δυνάμει αυτών τούτων των προνοιών του. Η κυρίως Αίτηση ως έχει σήμερα, αποκαλύπτει λόγο ακύρωσης δυνάμει του άρθρου
- Περαιτέρω εξέταση αυτού του ζητήματος, εμπίπτει στα πλαίσια της εξέτασης της ουσίας της κυρίως Αίτησης και εκφεύγει αυτού του προκαταρκτικού σταδίου. Εδάφιο (β): Τονίζω πρωτίστως ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του. Η αναστολή μέτρων εκτέλεσης δεν δύναται να καταλήγει στην μετατροπή του Δικαστηρίου σε Εφετείο του εαυτού του για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του και/ή την εξέταση ισχυρισμών που έπρεπε να είχαν εγερθεί ως υπεράσπιση (βλέπετε σχετικά το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451, πιο πάνω). Ο σκοπός του άρθρου 6 είναι η αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου από το ίδιο το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αποδεικνύονται τα όσα αναφέρονται σε ένα τουλάχιστον από τα εδάφια του άρθρου. Τίποτε απ' αυτά δεν συνεπάγεται τον έλεγχο του κατά πόσον το Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το Νόμο, ορθά έκρινε τη μαρτυρία, οι προϋποθέσεις του Νόμου πληρούνταν και ελήφθησαν υπόψη όλα όσα έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Όλα αυτά εμπίπτουν στη δικαιοδοσία Εφετείου και όχι του ιδίου του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Έρεισμα για τη ρηθείσα θέση βρίσκω στην ίδια την νομοθεσία και στις αυθεντίες Kennedy Hotels Ltd. v. Georghiou
(1982)2 J.S.C. 173 και Savvides v. Boscovits
(1965)1 C.L.R. 116. Για σκοπούς ευκολότερης κατανόησης, σημειώνω ότι τα άρθρα 6 και 15 του Νόμου 23/83 απαντώνται, με παρόμοιο ή πανομοιότυπο λεκτικό, στο Rent (Control) Law, Cap. 86, ως άρθρα 14 και 21, στο Rent Control (Business Premises) Law 1961, Νόμος 17/61, ως άρθρα 5 και 13 και στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1975, Ν. 36/75, άρθρα 5 και 19, αντίστοιχα. Με τη δεύτερη αυθεντία πιο πάνω, κατέστη ξεκάθαρο ότι, κάτω από το άρθρο 5 του Νόμου 17/61, η εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου ουδόλως επηρεάζει τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι περιπτώσεις στις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να αναθεωρήσει ή παραμερίσει δική του απόφαση, δεν αποτελούν λόγους έφεσης. Προϋποθέσεις επιφύλαξης άρθρου 32: Επανερχόμενη στο άρθρο 32, διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως, από τα ενώπιον μου τεθέντα, φαίνεται ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με την ύπαρξη ουσιώδους λάθους και/ή ψευδών παραστάσεων από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση σχετικά με τη συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος έξωσης το οποίο εκδόθηκε στην Αίτηση Ε2/15, ώστε δυνατόν να δικαιολογείται η διαπίστωση του Δικαστηρίου περί της ακύρωσης του. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε σχετικά Karydas Taxi Co. Ltd. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321). Έχω λάβει υπόψη τόσο την καθαρή γλώσσα της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1), όσο και την νομολογία που την ερμηνεύει, καθώς και σχετικές Αγγλικές αυθεντίες (βλέπετε Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Attorney General & Another v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Acropol Shipping Co. Ltd. and Others v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Hadjikyriacos & Co. v. United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd.
(1975)1 All E.R. 504, Fellowes and Another v. Fisher
(1975)2 All E.R. 829, Jonitexo v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Cyprus Sulphur κ.ά. ν. Παραρλάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040 και 1051, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201), Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169, Χρ. Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd.,
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1361, Papapetrou Bros Ltd. v. Παπαπέτρου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 741, Polyford Holdings Ltd. κ.ά. v. Rosestage Enterprises Ltd.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1042), Highgate Primary School Ltd. κ.ά. v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317) και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd.,
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1235. Είναι η κρίση μου ότι, εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία και ότι υπάρχει πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται θεραπείας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, παραπέμπω στην αυθεντία Κ. Κυρισάββα κ.α. v. Κύζη,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι (στη σελίδα 1253): «Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρης απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 231)». Κρίνω ότι, εκτός αν οριστικοποιηθεί το προσωρινό Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον η Αιτήτρια θα απωλέσει την κατοχή των επίδικων καταστημάτων ως αποτέλεσμα εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του Διατάγματος έξωσης. Υπό το φως της ενώπιον μου μαρτυρίας, οι προϋποθέσεις πληρούνται. Σημειώνω δε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του» (βλέπετε σχετικά T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, στη σελίδα 1809). Κρίνω ότι είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιηθεί το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα και ότι το ισοζύγιο του βολικού (balance of convenience) γέρνει υπέρ της οριστικοποίησης του, με τους ίδιους όρους. Οι όροι που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο, σκοπό έχουν να διασφαλίσουν ότι δεν θα συμβεί οτιδήποτε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της κυρίως Αίτηση το οποίο θα επηρεάσει αρνητικά τα συμφέροντα των Καθ' ων η Αίτηση. Το ισοζύγιο του βολικού κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, στοιχεία (βλέπετε σχετικά Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Βλέπετε σχετικά και πιο κάτω, στην αναφορά στην αυθεντία Ντέμιαν κ.ά. v. Τσαγγαρίδης κ.ά. Αναστολή εκτέλεσης: Σχετικό είναι το άρθρο 11
(5)[5] του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο, κατά την έκδοση της Απόφασης ημερομηνίας 5.4.2016, διέταξε την αναστολή εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης και προνόησε για την τελική ακύρωση του. Περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης - νομολογία: Σχετική είναι η Αγγλική αυθεντία Moore v. Registrar of Lambeth County Court
(1969)1 All E.R., σελ. 782, που αφορούσε την περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης διατάγματος έξωσης μετά τη λήξη περιόδου αναστολής την οποία το Δικαστήριο είχε δώσει με την έκδοση της απόφασης. Η εν λόγω αυθεντία έχει υιοθετηθεί στην Κυπριακή νομολογία (βλέπετε σχετικά Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256). Βλέπετε επίσης σχετικά το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451 (πιο πάνω), απόσπασμα που σκιαγραφεί τα όρια της δικαιοδοσίας όλων των Δικαστηρίων στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας τους, μετά την έκδοση απόφασης. Η αυθεντία Δημητρίου (πιο πάνω) αφορούσε την αναστολή εκτέλεσης απόφασης για περίοδο πέραν της περιόδου που προνοείται στη νομοθεσία και ο έντιμος Δικαστής κ. Στυλιανίδης, είπε τα εξής (σελίδα 262): «Στην Αγγλική υπόθεση Moore v. Registrar of Lambeth County Court [1969] 1 All E.R. 782, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι μετά την ημερομηνία της παράδοσης της κατοχής το Δικαστήριο της Κομητείας δεν είχε εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση του εντάλματος κατοχής. Στη σελ. 785, ο Edmund Davies, L.J. είπε:- "In my judgment this clearly is not so. Indeed, I very much doubt and am prepared here and now to hold, that the county court judge had no power after 3rd January had passed to suspend possession yet further." Ο θέσμιος ενοικιαστής διατηρεί την κατοχή όχι δυνάμει συμβάσεως, αλλά δυνάμει του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Η θέσμια ενοικίαση τερματίζεται με την έκδοση του διατάγματος εξώσεως ή παραδόσεως της κατοχής. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει εξουσία ή αρμοδιότητα να αναστείλει πάνω από ένα χρόνο την εκτέλεση της απόφασης ανάκτησης κατοχής. Η δικαιοδοσία των κατωτέρων Δικαστηρίων περιορίζεται εις εκείνη που ο ιδρυτικός νόμος τους απονέμει - (Christofi and Others v. Iacovidou [1986] 1 C.L.R. 236).» Σχετική είναι η απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στ. Ναθαναήλ (σε μονομελή σύνθεση), στην αυθεντία Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.2015. Στη σελίδα 9 της απόφασης και με αναφορά στο άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ο έντιμος Δικαστής λέγει: «Η πιο πάνω πρόνοια είναι κατά το Δικαστήριο σαφέστατη στο λεκτικό της. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων εκδίδοντας απόφαση ή διάταγμα ανάκτησης κατοχής υποστατικού, τηρουμένου του όρου ότι ο ενοικιαστής θα πληρώσει παν οφειλόμενο ποσό, δύναται να αναστείλει την εκτέλεση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Αυτή η πρόνοια παραπέμπει στην άπαξ ευχέρεια του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστείλει το διάταγμα κατοχής κατά ανώτατο όριο για ένα έτος, με μόνη άλλη πρόνοια την περίπτωση της διαφορετικής μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Αυτό το δικαίωμα ή ευχέρεια αναστολής παρέχεται στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων κατά την ώρα της έκδοσης της απόφασης. Δεν είναι επιτρεπτό να δοθεί, όπως έγινε στην υπό κρίση υπόθεση, περίοδο πρόσθετης αναστολής η οποία αρχικά καθορίστηκε να ήταν το αργότερο μέχρι 20.8.2014, δηλαδή, για περίοδο έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Μεταγενέστερα όμως δόθηκε πρόσθετος χρόνος με αφορμή την αίτηση που εισήγαγαν οι καθ' ων ως ενοικιαστές, με αποτέλεσμα ο χρόνος παράδοσης της κατοχής να έχει επιμηκυνθεί έτι περαιτέρω. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει δικαίωμα, ως φαίνεται να προκύπτει από το σκεπτικό του, πρόσθετων και διαδοχικών παρατάσεων μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους. Η παράταση δίδεται κατά διακριτική ευχέρεια στη βάση των γεγονότων που συνθέτουν την όλη υπόθεση και όταν εκδίδεται η απόφαση. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό του άρθρου 11
(5), όπου αναφέρεται «το Δικαστήριο εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα.». [δική μου υπογράμμιση] Και στη σελίδα 11: «Δεν υπάρχει άλλη πρόνοια στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο που να επιτρέπει εκ των υστέρων στον υπό έξωση ενοικιαστή να υποβάλει αίτημα για παράταση του αρχικού χρόνου που δόθηκε με τη δικαστική απόφαση.» Η πιο πάνω αυθεντία αφορούσε την έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης λόγω καταχώρησης Έφεσης. Στη μεταγενέστερη αυθεντία Ανδρέας Μιχαηλίδης v. Θωμάς Σάββα Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, απόφαση ημερομηνίας 22.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:A314, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ.Ν. Γιασεμής (σε τριμελή σύνθεση), με αναφορά στην υπόθεση Ποχτζελιάν, είπε τα εξής (σελίδα 2 της απόφασης): «Στην πιο πάνω υπόθεση, με βάση παλαιότερη νομολογία (Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256), επιβεβαιώθηκε ότι το εν λόγω Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να παρατείνει το χρόνο αναστολής που προβλέπεται στο άρθρο 11
(5)του Ν. 23/1983. Διαπιστώθηκε, όμως, ότι αυτό δεν εμποδίζεται, όπως, ακριβώς, προκύπτει από την υπόθεση Παπά v. Οικονομίδου κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 58, να αναστείλει την απόφαση του, δυνάμει της Δ.35, Κ. 18, των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.» Στην αυθεντία Ντέμιαν κ.ά. v. Τσαγγαρίδης κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, απόφαση ημερομηνίας 22.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A302, η έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα. Π. Παναγή (σε τριμελή σύνθεση), με αναφορά και στην απόφαση Ανδρέας Μιχαηλίδης v. Θωμάς Σάββα Λτδ (πιο πάνω), είπε τα εξής (σελίδα 4 της απόφασης): «Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35, Θ.18. Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός που περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης.» [δική μου υπογράμμιση] Ακόμα, στη σελίδα 8 της απόφασης, η έντιμη Δικαστής είπε: «Εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα πρόγνωση, στη βάση του ενώπιον μας υλικού, ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης. Σε περίπτωση δε που εγκριθεί η αίτηση, θα επηρεαστούν δυσμενώς οι εφεσίβλητοι ιδιοκτήτες αφού θα στερηθούν της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος, ενόσω υφίσταται αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος κατοχής. Αυτός ο επηρεασμός όμως είναι κατά πολύ μικρότερος έναντι του δυσμενούς επηρεασμού που θα υποστεί η εφεσείουσα σε περίπτωση που παραδοθεί το μίσθιο, δεδομένου ειδικά ότι η διαφορά των διαδίκων αφορά ουσιαστικά στο κατά πόσο η εφεσείουσα όφειλε να καταβάλλει το ποσό των €400 μηνιαίως, όπως θεωρούν οι εφεσίβλητοι, αντί του ποσού των €300 μηνιαίως, που αυτή κατέβαλλε πριν από την καταχώριση της κύριας αίτησης στο πρωτόδικο Δικαστήριο και εξακολουθεί να καταβάλλει, ως το ενοίκιο που η ίδια θεωρεί συμφωνηθέν και νομίμως πληρωτέο. Σε περίπτωση δε εκτέλεσης του διατάγματος κατοχής του διαμερίσματος, θα είναι αδύνατη πλέον η επανεγκατάσταση της εφεσείουσας σε αυτό.» [δική μου υπογράμμιση] Η αυθεντία αφορούσε μεν την αναστολή μέτρων εκτέλεσης εκκρεμούσης Έφεσης, αλλά οι αναφορές της εντίμου Δικαστού στην ουσιαστική διαφορά των διαδίκων σχετικά με το ύψους του πληρωτέου ενοικίου, έχουν άμεση σχέση με τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά την διαφορετική εκτίμηση των διαδίκων για την ισχύ της αναστολής εκτέλεσης που είχε τεθεί στην εκ συμφώνου απόφαση, ως και οι αναφορές για την προσμέτρηση του δυσμενούς επηρεασμού των μερών εάν εκδοθεί ή δεν εκδοθεί Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης. Είναι η κρίση μου ότι η αναφορά στο δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των μερών, ισχύει πλήρως και στην παρούσα υπόθεση, παρόλο που αυτή δεν αφορά αίτημα αναστολής μέτρων εκτέλεσης εκκρεμούσης Έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά αίτημα αναστολής μέτρων εκτέλεσης εκκρεμούσης Αίτησης Παραμερισμού ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Από τις πιο πάνω αυθεντίες, συνάγεται ότι, σε περίπτωση καταχώρησης Έφεσης εναντίον απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ακούσει αίτηση για την έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, δυνάμει της Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να εκδώσει, ένα ούτως κρίνει, Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και του όποιου Διατάγματος έξωσης, είτε είχε αναστείλει αρχικά κατά την έκδοση της εφεσιβληθείσας απόφασης, την εκτέλεση του Διατάγματος έξωσης, δυνάμει του άρθρου 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, είτε όχι. Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει καταχωρηθεί Έφεση εναντίον της απόφασης στην Ε2/15, αλλά Αίτηση Παραμερισμού της, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο. Είναι η κρίση μου ότι, υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης, σε αίτηση ως η υπό εξέταση, στα πλαίσια της εναρκτήριας Αίτησης Παραμερισμού, επειδή αυτό Διάταγμα είχε εκδοθεί εκ συμφώνου, είχε ανασταλεί αρχικά εκ συμφώνου, υπήρχε πρόνοια για την καταβολή του ποσού της απόφασης ώστε να συνεχίζεται η αναστολή εκτέλεσης και υπάρχει ισχυρισμός περί αυτοδίκαιης ακύρωσης του. Η κρίση του Δικαστηρίου ακολουθεί και δεν αντικρούει, τόσο το σκεπτικό στην Ντέμιαν (πιο πάνω), όσο και τα άρθρα 32 και 47 [6] του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αιτούμενο διάταγμα ως τελική θεραπεία: Στην αυθεντία Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά. (πιο πάνω) στη σελίδα 176, ο έντιμος Δικαστής, ως ήταν τότε, κ. Δ. Χατζηχαμπής, είπε: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ίδε: Jonitexo Ltd. v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή», διότι, ακριβώς, όπως αναφέρει και πιο πάνω στη σελίδα 175 ο έντιμος Δικαστής: «Η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος όμως είναι, υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας.» Στην παρούσα υπόθεση, η οριστικοποίηση του Διατάγματος έχει σκοπό τη διατήρηση του status quo ante και δεν αποκλείεται η οριστικοποίηση του από μόνου του γεγονότος ότι αντιστοιχεί σε θεραπεία που ζητείται με την κυρίως Αίτηση. Απόκρυψη γεγονότων: Η Καθ' ης η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια είχε αποκρύψει από το Δικαστήριο, στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης της αίτησης, ουσιώδη γεγονότα, τα οποία κατά βάσην αφορούν το Διάταγμα έξωσης ημερομηνίας 5.4.2016. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση, θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται να ακούσει πλέον αυτόν που το εξαπάτησε και ακυρώνει τη διαταγή, εάν έχει εκδώσει τέτοια μονομερώς (βλέπετε σχετικά Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 607 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248.) Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες, για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας (βλέπετε σχετικά M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ.α. v. Timberland Co.
(1997)1(Γ) A.A.Δ. 1791, Resola v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Κυρισάββα v. Kύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245). Η σοβαρότητα της θέματος της απόκρυψης, δεικνύει ακριβώς ότι πρέπει να είναι πολύ σαφές ότι διάδικος είναι ένοχος απόκρυψης για να καταλήξει το Δικαστήριο σ' αυτό το συμπέρασμα. Δεν έχει ενώπιον μου καταδειχθεί ότι η Αιτήτρια είναι ένοχη απόκρυψης από το Δικαστήριο οποιωνδήποτε ουσιαστικών γεγονότων, με αποτέλεσμα να έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο. Το συνταγμένο Διάταγμα και η απόφαση του Δικαστηρίου της 5.4.2016 στην Αίτηση αρ. Ε2/15, είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο με την κυρίως Αίτηση, όσο και με την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, ως επισυνημμένα σ' αυτές. Τα συμπεράσματα από την ανάγνωση της απόφασης και του Διατάγματος και η τυχόν ερμηνεία αυτών, αφορούν το Δικαστήριο. Δεν έχει υποδειχθεί οποιοδήποτε άλλο γεγονός ή έγγραφο το οποίο να έχει αποκρύψει η Αιτήτρια. Αποτέλεσμα: Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση αποτυγχάνει και το προσωρινό Διάταγμα τα οποία εκδόθηκε την 30.3.2020, οριστικοποιείται και καθίσταται απόλυτο μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, με τους ίδιους όρους. Τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της απόφασης ημερομηνίας 5.4.2016 στην Αίτηση αρ. Ε2/15, ήτοι €10.000 - €50.000. (Υπ.) .............. Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12 (α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμού αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] 9.
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για την επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό. Κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.
(4)Καμία διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, δεν θα ερμηνεύεται ότι επηρεάζει και εφαρμόζεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκτέλεσης.» [3] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In sum, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." [4] «32
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστατικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» [5] "Το Δικαστήριο, εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ), (η), (θ), (ι), (ια) και (ιβ) του άρθρου τούτου, δύναται, τηρουμένου του όρου ότι ο ενοικιαστής θα πληρώσει παν ποσόν το οποίο νομίμως οφείλεται ή δυνατόν να καταστή οφειλόμενον υπ' αυτού, να αναστείλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλει την ημερομηνίαν κατοχής δια τοιαύτην περίοδον μη υπερβαίνουσαν το εν έτος, εκτός εάν οι διάδικοι άλλως ήθελον συμφωνήσει, και υπό την επιφύλαξιν τοιούτων όρων οίους το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει κατάλληλους." [6] «47. Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αυτή έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή η εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο