Χριστίνας Καρεφυλλίδου ν. Μιχάλη Κτίστη, Αίτηση Αρ.: Κ6/20, 17/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2020:27 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Κ6/20 Μεταξύ: Χριστίνας Καρεφυλλίδου, εκ Λευκωσίας Αιτήτριας και Μιχάλη Κτίστη, εκ Λευκωσίας Καθ' ου η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης Απόφασης 17.7.2020 Για την Αιτήτρια: κα. Λ. Πατσαλίδου για κ.κ. Λουκής Γ. Λουκαίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα. Μ. Πανάου για κ.κ. Άντρη Μ. Κυριάκου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 9.3.2020, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση εξαιτείται αναστολής εκτέλεσης της Απόφασης ημερομηνίας 31.1.2020 στην Αίτηση Ε151/19, μέχρις εκδικάσεως, πλήρους αποπερατώσεως και έκδοσης απόφασης στην κυρίως Αίτηση της. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στο άρθρο 4 και 6 του περί Ενοικιοστάσιου Νόμου, Ν.23/83, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.35 θθ.18 και 19, Δ.40, Δ.48 θθ.1 μέχρι 4, 8 και 9 και Δ.64 θ.1
(2), στο άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στη διακριτική εξουσία και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της κας. Χριστίνας Καρεφυλλίδου, από τη Λευκωσία, ημερομηνίας 9.3.2020. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση. Στις 20.11.2019, παρέλαβε την επίδικη Αίτηση και αμέσως την παρέδωσε στο δικηγόρο της, έτσι ώστε να ετοιμάσει την Απάντηση. Η Απάντηση ετοιμάστηκε, αλλά εκ λάθους δεν καταχωρήθηκε, με αποτέλεσμα να προχωρήσει η υπόθεση εναντίον της, χωρίς να γνωρίζει τίποτα και να εκδοθεί απόφαση ερήμην της. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην υπόθεση έξωσης. Ήταν θέσμια ενοικιάστρια και η Απάντηση της δεν καταχωρίστηκε εκ λάθους. Δεν πήρε ειδοποίηση από το Δικαστήριο ότι ορίστηκε η υπόθεση για Ακρόαση και είναι δίκαιο να παραμεριστεί η Απόφαση, για να ακουστεί και η ίδια. Δεν επέδειξε περιφρόνηση προς το Δικαστήριο. Η κα. Καρεφυλλίδου λέγει ότι δεν έχει και δεν θα έχει στο προσεχές μέλλον, δυνατότητα στεγάσεως. Υπάρχει ένα συγγενικό της σπίτι αλλά είναι πλήρες. Είναι ανύπαντρη μεσήλικας, πενήντα έξι χρονών, άνεργη και τη συντηρεί η μητέρα της από τη σύνταξη της, διότι δεν έχει άλλο εισόδημα. Προσπαθεί να βρει άλλη στέγη, αλλά μέχρι τώρα αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες. Αντίθετα, ο Καθ' ου η Αίτηση έχει ιδιόκτητη κατοικία. Η ενόρκως δηλούσα βασίστηκε στη δική του διαβεβαίωση ότι μπορούσε να μείνει ακόμα δύο χρόνια και ενήργησε αναλόγως. Εάν εκτελεστεί η έξωσή της τώρα, θα βρεθεί σε πολύ δυσάρεστη θέση. Σημειώνω ότι η Αιτήτρια δεν εξηγεί ποια είναι η καλή υπεράσπιση την οποία ισχυρίζεται ότι έχει. Περαιτέρω και ουσιωδέστερα, δεν εξηγεί σε ποιο εδάφιο του άρθρου 6 βασίζεται για σκοπούς παραμερισμού της εναντίον της Απόφασης και Διατάγματος, για ποιους λόγους και ότι όντως αυτοί έχουν βάση ώστε να εξεταστούν στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση, καταχωρίστηκε την 17.6.2020 και αυτή βασίζεται στον περί Ενοικιοστάσιου Διαδικαστικό Κανονισμό, στον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμός Αρ.1 του 1983, άρθρα 7 μέχρι 11, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θθ.7 και 11, Δ.48 θθ.2 και 8
(1)(ii), Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 31, 32, 41 και 47, στις αρχές της Νομολογίας και στη συμφυή εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- «Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αβάσιμη και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή είναι ουσία και νόμω αβάσιμη.
- Στην Κυρίως Αίτηση της ημερ. 05/03/2020, η Αιτήτρια δεν περιέχει ή υποστηρίζει κανένα από τους προβλεπόμενους νόμιμους λόγους /περιπτώσεις βάση των οποίων χρήζει αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 31/01/2020, εναντίον της Αιτήτριας- Καθ' ης Αίτηση στα πλαίσια της αίτησης Αρ. Ε151/19, ημερομηνίας 13/11/
- Στην νομική βάση της αίτησης γίνετε αναφορά στο άρθρο 4 του Περί Ενοικιοστάσιου Νόμου Ν. 23/83 αντί στο άρθρο 6 που είναι ή θα έπρεπε να είναι η βάση της Αίτησης ενόψει του ότι καθορίζει και/ή δικαιολογείται η αναθεώρηση και/ή ακύρωση του Διατάγματος ανάκτησης κατοχής.
- Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση της Αιτήτριας και/ή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή αναληθές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η έκδοση της απόφασης σε βάρος της Αιτήτριας έγινε νομότυπα, λόγω της παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει Απάντηση μέσα στο καθορισμένο χρόνο, στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. Ε151/
- Η απόρριψη του αιτήματος για ακύρωση και/ή παραμερισμό της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 31/01/2020 δεν θα της προκαλέσει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια και/ή οποιαδήποτε ζημιά που δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και να αποζημιωθεί επαρκώς.
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει ξεκάθαρα προς όφελος της απόρριψης του αιτήματος αναστολής εκτέλεσης του Διατάγματος ανάκτησης κατοχής ημερομηνίας 31/01/2020, έτσι ώστε να τερματιστεί η συστηματική παραβίαση του Διατάγματος έξωσης και/ή των δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση και/ή έτσι ώστε να εκτελεστεί η δικαστική απόφασή.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση και/ή ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος και συνεπώς η Αιτήτρια δε δικαιούται και/ή δεν νομιμοποιούνται να ζητούν τις αιτούμενες θεραπείες.
- Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Μιχάλη Κτίστη. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Καθ' ου η Αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου επί της οδού [ ] 9 Λ, 2311 Λακατάμια, Λευκωσία, με αρ. εγγραφής 1/713, Φ/Σχ. 30/1021V05, Τμήμα 1, Τεμάχιο 492, το οποίο είναι οικία και αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, κουζίνα, μπάνιο με αποχωρητήριο, δύο βεράντες, γκαράζ και αποθήκη. Εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή, απορρίπτει όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που περιέχονται στην ένορκο δήλωση η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Μετά την καταχώρηση της Αίτησης Αρ. Ε151/19, η Αιτήτρια στην παρούσα ενήργησε μόνον μετά από την επίδοση σ' αυτή του Διατάγματος ημερομηνίας 31.1.2020, χωρίς να καταχωρήσει προηγουμένως οποιοδήποτε δικόγραφο. Παράλληλα, η σχετική Νομοθεσία προνοεί ρητά περιπτώσεις στις οποίες δυνατόν να ακυρωθεί προηγουμένη Απόφαση Δικαστηρίου και είναι αδιάφορο η ύπαρξη ή όχι, καλής υπεράσπισης. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν πληρούν τους λόγους ακύρωσης. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά με τη μη καταχώρησης Απάντησης εκ λάθους, συνιστά παραδοχή αμέλειας και/ή παράλειψης καταχώρησης της Απάντησης εκ μέρους της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν πήρε ειδοποίηση από το Δικαστήριο ότι η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση και γι' αυτό δόθηκε το Διάταγμα από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα να αποστείλει στην Αιτήτρια ειδοποίηση, ως ισχυρίζεται, ότι ορίστηκε η υπόθεση για Ακρόαση. Δεδομένης της μη καταχώρησης της Απάντησης, νόμιμα ο ίδιος προχώρησε σε μονομερή διαδικασία προς έκδοσην απόφασης ερήμην της Αιτήτριας. Η ιδία η Αιτήτρια όφειλε να ήταν πιο επιμελής και να καταχωρούσε εμπρόθεσμα το νενομισμένο δικόγραφο της. Ο κ. Κτίστης ισχυρίζεται ότι τίποτα και/ή τίποτα ουσιαστικό έχει παρουσιάσει η Αιτήτρια, που να νομιμοποιεί παραμερισμό της απόφασης, ώστε να ακουστεί. Δυνάμει της ιδιότητας του ως Αιτητής στην Αίτηση Αρ. Ε151/19, είχε προβεί σε έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας επ' ονόματι της Καθ' ης Αίτηση - Αιτήτριας παρούσα, στη Λευκωσία, η οποία έδειξε ότι η Αιτήτρια είναι αποκλειστική ιδιοκτήτρια διαμερίσματος στη Λευκωσία, στην περιοχή Αγίων Ομολογητών, με εμβαδό 101 τ.μ., επί της Λεωφόρου Νίκης
- Οι δε ισχυρισμοί της περί ανεργίας και συντήρησης της από τη μητέρα της, είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. Η Αιτήτρια του έχει αναφέρει ότι είναι ψυχολόγος με Διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και έχει ικανοποιητικές απολαβές, αφού ασχολείται με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, τα οποία και επισκέπτεται κατ' οίκον. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια έχει τη δική της στέγη έτοιμη για να καλύψει τις ανάγκες της και ως εκ τούτου αθέτησε τη συμφωνία που είχαν κάνει για να αποχωρούσε από το υποστατικό από τον Αύγουστο
- Ως είχε αναφέρει στην ένορκο δήλωση της ημερομηνίας 9.1.2020 στην Αίτηση υπ' αρ. Ε151/19, η θυγατέρα του, Βίκη Κτίστη, ενοικιάζει σήμερα διαμέρισμα σε κοντινή περιοχή, με ενοίκιο €510.-μηνιαίως. Η συμφωνία ενοικίασης που είχε η θυγατέρα του έληγε την 31.7.
- Το ενοίκιο που πλήρωνε ήταν €480.- Επειδή τελικώς η Αιτήτρια δεν εγκατέλειψε το ακίνητο, η θυγατέρα του αναγκάστηκε να υπογράψει νέα συμφωνία ενοικίασης με ενοίκιο €510.- Σε κάθε περίπτωση, η συνέχιση της ενοικίασης έχει καταστεί ασύμφορη γι' αυτήν. Λαμβάνει καθαρό μισθό €1.007,87 και αφαιρουμένου του ενοικίου, δεν δύναται να ανταπεξέλθει στην καθημερινότητα της, ούτε και να προβεί σε οποιοδήποτε περαιτέρω βήμα στη ζωή της. Έχει ήδη ενημερώσει προσηκόντως τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος για τη βούληση της να μην συνεχιστεί η ενοικίαση της και έχει συμφωνηθεί ο τρόπος αποχώρησης της. Η θυγατέρα του δεν έχει άλλη ιδιόκτητη κατοικία για να δυνηθεί να συνεχίσει εκεί τη ζωή της, ενώ η οικογένεια είναι πρόσφυγες, με καταγωγή το Λευκόνοικο Αμμοχώστου. Στη δική του οικία διαμένει ο ίδιος και η σύζυγός του και δεν ενδείκνυται να μετακομίσει μαζί τους η ενήλικη θυγατέρα του, αφού στο μεταξύ έχει αρραβωνιαστεί και συζεί με τον αρραβωνιαστικό της. Ο κ. Κτίστης απορρίπτει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι της έδωσε διαβεβαίωση για να μείνει ακόμη δύο χρόνια. Κατά το τέλος Ιουνίου 2019, είχε ενημερώσει την Αιτήτρια ότι χρειάζεται το επίδικο ακίνητο και η Αιτήτρια του ζήτησε να μείνει για δύο μήνες, για να μπορέσει να τακτοποιηθεί στο ιδιόκτητο της διαμέρισμα, αίτημα με το οποίο εκείνος συμφώνησε και της παραχώρησε χρόνο μέχρι το τέλος Αυγούστου 2019 για να εγκαταλείψει το ακίνητο. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος και δεν πρόβαλε οποιαδήποτε λογική εξήγηση και/ή ισχυρισμό που να αποδεικνύει ότι, αν εκτελεστεί η έξωση, θα βρεθεί σε πολύ δυσάρεστη θέση. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της υπό εξέταση αίτησης. Για τους σκοπούς της ορθής ρύθμισης της διαδικασίας και προς αποφυγήν αχρείαστης επιχειρηματολογίας, επανάληψης υφιστάμενων ισχυρισμών και σπατάλης πολύτιμου χρόνου, η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ιστορικό: Διάταγμα: Την 9.3.2020, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό Διάταγμα ως η υπό εξέταση αίτηση, υπό την αίρεση της καταβολής του ενοικίου και/ή ενδιάμεσου οφέλους για το επίδικο υποστατικό, από την Αιτήτρια, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης την 1.4.2020, με επτά μέρες χάρη. Περαιτέρω, το Διάταγμα εκδόθηκε με τον όρο της υπογραφής εγγύησης από πλευράς της Αιτήτριας, ύψους €1.
- Δικόγραφα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, καταχωρίστηκε την 5.3.2020 και μ' αυτήν η Αιτήτρια εξαιτείται Διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στις 31.1.2020 εναντίον της Αιτήτριας. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρισε Απάντηση την 28.5.2020, με την οποία, μεταξύ άλλων, εγείρει προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη συνίσταται στο ότι η κυρίως Αίτηση δεν περιέχει ή υποστηρίζει οποιοδήποτε από τους προβλεπόμενους νόμιμους λόγους ή περιπτώσεις βάσει των οποίων χρήζει ακύρωσης ή παραμερισμού η απόφαση ημερομηνίας 31.1.2020 που εκδόθηκε εναντίον της Αιτήτριας στα πλαίσια της Αίτησης Ε151/19 και η δεύτερη, στο ότι η Αιτήτρια αναφέρει πως «εκ λάθους» δεν καταχωρήθηκε Απάντηση και ο ισχυρισμός αυτός συνιστά παραδοχή αμέλειας και/ή παράλειψης καταχώρησης Απάντησης εκ μέρους της. Διαδικασία: Δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες και το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαιδεύτους συνήγορους σε αγορεύσεις την 26.6.
- Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική και δικονομική πτυχή: Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, δυνάμει του Κανονισμού 12(α)[1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Διαταγή 40: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Διαταγή 40 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο θεσμός 11 της οποίας προνοεί ως ακολούθως: «Any party against whom judgment has been given or an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just.» Η Αιτήτρια δεν ισχυρίζεται ότι υπάρχουν οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία έλαβαν χώραν πριν την έκδοση της Απόφασης στην Ε151/19, τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να θέσει η Αιτήτρια ως διάδικος ενώπιον του Δικαστηρίου στο δικόγραφο της. Δεν είχε καν καταχωρίσει δικόγραφο. Ο θεσμός 11 σχετίζεται με την αναστολή εκτέλεσης Δικαστικής απόφασης ή Διατάγματος όπου έχει καταχωριστεί Έφεση, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Βλέπετε σχετικά την αυθεντία Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, όπου στη σελίδα 288, ο έντιμος Δικαστής, ως ήταν τότε, κ. Γ.Μ. Πικής, λέγει: «Αφετέρου, η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται από τις πρόνοιες της Δ.40, κ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την αναστολή εκτέλεσης, περιορίζεται στα θέματα τα οποία εξειδικεύονται από τις διατάξεις της και τα οποία δεν αφορούν την παρούσα αίτηση. Όπως έχει επισημανθεί στην Stavrou & Another v. Christopoulos
(1985)1 Α.Α.Δ. 449, η πιο πάνω διάταξη δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλη από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης.» Κρίνω ότι η πιο πάνω διάταξη δεν προσφέρει δικαιοδοτική βάση στο αίτημα της Αιτήτριας. Τα ίδια ισχύουν και για τη Διαταγή 35, θεσμοί 18 και 19, τους οποίους επικαλείται η Αιτήτρια. Προϋποθέσεις και νομολογία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων: Εξέταση κυρίως Αίτησης: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Για να οριστικοποιηθεί το προσωρινό Διάταγμα πρέπει να ικανοποιηθώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία και ότι, εκτός αν οριστικοποιηθεί το Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται από το αποδεικτικό υλικό του Αιτητή. Τα δύο κριτήρια είναι αλληλένδετα όμως το πρώτο εξετάζεται σε σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης και το δεύτερο συσχετίζει τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται κατά το τέλος της υπόθεσης, θεωρείται ότι έχει επιτύχει να ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο. Άρθρα 6 και 15: Η κυρίως Αίτηση με τον ως άνω αριθμό και τίτλο, υπέχει θέση Αγωγής έναντι της υπό εξέταση αίτησης. O περί Ενοικιοστασίου Νόμος, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προνοεί ρητά τις περιπτώσεις στις οποίες δυνατόν να ακυρωθεί, αναθεωρηθεί ή τροποποιηθεί προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιες συνέπειες ή δικαιώματα απορρέουν από την ακύρωση, ή αναθεώρηση (βλέπετε άρθρα 6 και 15 του Νόμου). Σύμφωνα με την αυθεντία Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679, το άρθρο 6 καλύπτει την περίπτωση αναθεώρησης ή τροποποίησης διατάγματος ανάκτησης κατοχής, ενώ ακόμα ο ενοικιαστής κατέχει το μίσθιο. Όταν υλοποιηθεί η έξωση και επιδιώκεται αποζημίωση για ζημιά του ενοικιαστή λόγω της έξωσης, τότε πρέπει να γίνει επίκληση του άρθρου
- Όταν ζητείται ακύρωση διατάγματος έξωσης πριν την παράδοση της κατοχής, ο Αιτητής πρέπει να αποδείξει απάτη, ψευδείς παραστάσεις ή ουσιώδες λάθος, ενώ όταν επιζητείται μετά την παράδοση, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων (βλέπετε σελίδες 684, 685). Η Αιτήτρια πρέπει να καταδείξει ότι έχει καλή υπόθεση επί τη βάσει ενός ή περισσοτέρων από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Ν. 23/
- Με την κυρίως Αίτηση της, η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει επί ποιου εδαφίου και αντίστοιχου λόγου επικεντρώνεται και βασίζεται. Η διαπίστωση αυτή αποφέρει κύριο πλήγμα στην υπόθεση της. Τονίζω ιδιαιτέρως, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του. Η αναστολή μέτρων εκτέλεσης δεν δύναται να καταλήγει στη μετατροπή του Δικαστηρίου σε Εφετείο του εαυτού του για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του και/ή την εξέταση ισχυρισμών που έπρεπε να είχαν εγερθεί ως υπεράσπιση (βλέπετε σχετικά σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451, πιο πάνω). Ο σκοπός του άρθρου 6 είναι η αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου από το ίδιο το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αποδεικνύονται τα όσα αναφέρονται σε ένα τουλάχιστον από τα εδάφια του άρθρου. Περαιτέρω, σε Αιτήσεις για αναθεώρηση αποφάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ουδόλως λαμβάνεται υπόψη εάν ο Καθ' ου η Αίτηση στην πρώτη υπόθεση, έχει ή όχι καλή υπεράσπιση. Η Δ.17 θ.10 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε διαδικασία ως η παρούσα, ούτε και η σχετική νομολογία (δηλαδή, μεταξύ άλλων, οι αυθεντίες Evans v. Bartlam
(1937)1 All ER 646, Βίκα Πίκα Ντίσκο κ.α. v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ.28). Στην περί Ενοικιοστασίου Νομοθεσία και Κανονισμούς επί του θέματος της καταχώρισης Απάντησης, δηλαδή υπεράσπισης, ο Κανονισμός 8(α) είναι ξεκάθαρος και δεν επιδέχεται ερμηνείας. Η προθεσμία που τάσσεται είναι υποχρεωτική. Η επιλογή του Καθ' ου η Αίτηση συνίσταται στην καταχώριση, ή μη, Απάντησης και στη καταβολή ή μη παντός οφειλομένου ποσού. Οι προθεσμίες τάσσονται για να τηρούνται. Αυτό συνάδει και με το γεγονός ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου είναι συνοπτική (Καν. 3(στ)). Ο Καθ' ου η Αίτηση μπορεί να καταχωρήσει Απάντηση εντός 14 ημερών και/ή να καταβάλει τα υπ' αυτού οφειλόμενα ενοίκια, αν αυτό ισχύει, εντός 14 ημερών. Δεν προβλέπεται η καταχώρηση Εμφάνισης ή Ειδοποίησης ή άλλως πως. Αν δεν το πράξει, ο Αιτητής δύναται να καταχωρήσει Αίτηση για απόφαση δυνάμει του Καν. 12(α) και της Δ.26 θ.7, η οποία μπορεί να είναι μονομερής δυνάμει της Δ.48 θ.8
(1)(y) και να μην συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δυνάμει της Δ.48 θ. 8
(2). Υπάρχει επίσης η δυνατότητα υποβολής αιτήματος για την παράταση του χρόνου των 14 ημερών, με την άδεια του Δικαστηρίου και αφού υποδειχθεί λόγος για την παράταση. Η Αιτήτρια δεν ισχυρίζεται ότι έπραξε οποιοδήποτε εκ των ανωτέρω. Δηλώνει απλά ότι δεν καταχώρισε Απάντηση στην Αίτηση Ε151/19 και ότι δεν ειδοποιήθηκε περαιτέρω. Δεν υπήρχε υποχρέωση να ειδοποιηθεί περαιτέρω, είτε από τον Αιτητή σ' εκείνη την υπόθεση, είτε από το Δικαστήριο. Ποιο λοιπόν είναι, αντικειμενικά ή έστω υποκειμενικά κατά την Αιτήτρια, το ουσιώδες λάθος στην απόφαση της Ε151/19, ή οι ψευδείς παραστάσεις ή η απάτη εκ μέρους του σημερινού Καθ' ου η Αίτηση; Το ερώτημα αυτό δεν έχει απαντηθεί, στο βαθμό που πρέπει να απαντηθεί σ' αυτό το στάδιο. Κρίνω ότι, εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση δεν εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία. Προϋποθέσεις επιφύλαξης άρθρου 32: Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε Karydas Taxi Co. Ltd. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321). Έχω λάβει υπόψη τόσο την καθαρή γλώσσα της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)[2], όσο και την νομολογία που την ερμηνεύει, καθώς και σχετικές Αγγλικές αυθεντίες (βλέπετε Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Attorney General & Another v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Acropol Shipping Co. Ltd. and Others v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Hadjikyriacos & Co. v. United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd.
(1975)1 All E.R. 504, Fellowes and Another v. Fisher
(1975)2 All E.R. 829, Jonitexo v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Cyprus Sulphur κ.ά. ν. Παραρλάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040 και 1051, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201), Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169, Χρ. Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd.,
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1361, Papapetrou Bros Ltd. v. Παπαπέτρου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 741, Polyford Holdings Ltd. κ.ά. v. Rosestage Enterprises Ltd.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1042). Έχω ήδη αποφανθεί επί της πρώτης προϋπόθεσης (βλέπετε πιο πάνω). Αναφορικά με την άλλες δύο προϋποθέσεις, παραπέμπω στην αυθεντία Κ. Κυρισάββα κ.α. v. Κύζη,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι (στη σελίδα 1253): «Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρης απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 231)». Έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος και δεν το έχει αρνηθεί. Συνεπώς, εάν εκτελεστεί το εναντίον της εκδοθέν Διάταγμα ανάκτησης κατοχής, δεν θα βρεθεί χωρίς στέγη. Οι θέσεις του Καθ' ου η Αίτηση, οι οποίες ήταν ουσιαστικές αναφορικά με τη μη οριστικοποίηση αλλά την ακύρωση του προσωρινού Διατάγματος, παρέμειναν αναντίλεκτες. Σημειώνω δε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του» (βλέπετε T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, στη σελίδα 1809). Κρίνω ότι δεν υπάρχει καλή πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία και ότι, αν δεν οριστικοποιηθεί το προσωρινό Διάταγμα, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Κρίνω ότι δεν είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιηθεί το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα και ότι το ισοζύγιο του βολικού (balance of convenience) γέρνει υπέρ της διατήρησης της κατάστασης (status quo) ως είχε μετά την έκδοση της Απόφασης στην Ε151/19. Το ισοζύγιο του βολικού κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, στοιχεία (βλέπετε σχετικά Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Απόφαση: Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 9.3.2020 ακυρώνεται. Τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της απόφασης στην Αίτηση Ε151/19. (Υπ.) .............. Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12 (α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμού αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] 32
(1)«Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστατικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο