← Κύπρος

HARIS ARGYRIDES ENTERTAINMENT LTD κ.α. ν. JOHN COTSAPAS & SONS LIMITED, Αίτηση Αρ.: Κ22/20, 13/10/2020

HARIS ARGYRIDES ENTERTAINMENT LTD κ.α. ν. JOHN COTSAPAS & SONS LIMITED, Αίτηση Αρ.: Κ22/20, 13/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2020:33 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Κ22/20 Μεταξύ:

  1. HARIS ARGYRIDES ENTERTAINMENT LTD, Η.Ε. 321348, από τη Λευκωσία
  2. ΧΑΡΗ ΑΡΓΥΡΙΔΗ, Δ.Τ. [ ], από τη Λευκωσία
  3. ΜΑΡΙΑΣ ΑΡΓΥΡΙΔΟΥ, Δ.Τ, [ ], από τη Λευκωσία Αιτητών Και JOHN COTSAPAS & SONS LIMITED Η.Ε. 140 από την Λεμεσό Καθ' ης η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------------- Αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης 13.10.2020 Για τους Αιτητές 1, 2 και 3: κα. Λ.Ν. Πατσαλίδου Για την Καθ' ης η Αίτηση: κα. Γρηγορίου για κ.κ. Chrysses Demetriades & Co. LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 4.8.2020, οι Αιτητές 1, 2 και 3 στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «οι Αιτητές»), εξαιτούνται ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας, ημερομηνίας 29/6/20 στην αίτηση υπ' αριθμό Ε57/19, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω με αριθμό και τίτλο Αίτησης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής από του να χρησιμοποιούν και/ή να εκτελούν και/ή να εφαρμόζουν την πιο πάνω απόφαση και/ή να προωθούν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και/ή διαδικασίες βασιζόμενοι στην απόφαση αυτή μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία, την οποίαν το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογο υπό τας περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως, πλέον Φ.Π.Α.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν.23/83, άρθρα 2, 4, 5, 6, 11

(1)(α) και
(4), 15, 16 και 29, στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό 1983, Καν.2, 3, 7, 11 και 12(α), στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, όπως αυτός τροποποιήθηκε, άρθρα 31, 32 και 4, στον περί Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.40 θθ.7(β) και 11, Δ.42Α θθ.1, 2, 3 (1, 2), Δ.43Α θθ.1 (1, 2, 3) και 11, Δ.48 θθ.1-3, 7 και 8
(1)(ΙΙ),
(4)και 11, Δ.39, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη συμφυή εξουσία, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου, στο Δίκαιο της Επιείκειας, την Νομολογία και την πρακτική. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Χάρη Αργυρίδη, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Αιτητής 2 και ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας 1 εταιρείας. Έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές 1 και 3 να προβεί στη δήλωση του. Στις 29.6.2020, το Δικαστήριο εξέδωσε Απόφαση στην Αίτηση Ε57/19, σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια 1 στην παρούσα Αίτηση, και/ή οποιοιδήποτε υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι αυτής, διατάζονται να εκκενώσουν και παραδώσουν στους Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση, κενή και ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7428, Φ/Σχ. 30/06Ε 2, Τμήμα 10, Τεμάχιο 2874 (εν τοις εφεξής «το επίδικο ακίνητο»), καθώς και του υποστατικού που έχει ανεγερθεί επί του εν λόγω ακινήτου, που βρίσκεται στη Γωνία των οδών Καλαμών και Κάμπου αρ. 4, στο Στρόβολο και το οποίο αρχικά είχε τη μορφή αποθήκης, συνολικής έκτασης 1.600 τ.μ. (εν τοις εφεξής «το επίδικο υποστατικό»), εντός 15 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος. Το Δικαστήριο εξέδωσε επίσης Απόφαση όπως το ακίνητο και η αποθήκη επαναφερθούν στην προηγούμενη κατάσταση τους και/ή στην κατάσταση που παραδόθηκαν στην Αιτήτρια 1 από τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή να αποκαταστήσουν τις ζημιές που προξένησαν σ' αυτά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον των Αιτητών 1, 2 και 3 στην παρούσα, για το ποσό των €109.100.- ως δεδουλευμένα και καθυστερημένα ενοίκια των μηνών Σεπτεμβρίου (μέρος) 2017 μέχρι και Ιανουαρίου 2019, για το ποσό των €6.200 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 1.2.2019 μέχρι παράδοσης της κατοχής, δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και €59.- έξοδα επίδοσης, όλα εντόκως προς 2% ετησίως από 24.4.2019 μέχρις εξοφλήσεως. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι Αιτητές έχουν συζητήσιμη υπόθεση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, γιατί τα μη καταβληθέντα ενοίκια δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική τους διαφορά με την Καθ' ης η Αίτηση. Στην ουσία, η διαφορά με την Καθ' ης η Αίτηση είναι πολύπλευρη και τα εγειρόμενα ζητήματα μπορούν να λυθούν μόνο με συνολική διευθέτηση. Με την κυρίως Αίτηση, οι Αιτητές επιζητούν την ακύρωση της ως άνω αναφερόμενης Απόφασης και του Διατάγματος έξωσης, διότι εκδόθηκαν στην απουσία τους, χωρίς οποιαδήποτε παράλειψη ή αμέλεια από πλευράς τους και καθότι το Δικαστήριο παρεπλανήθη ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, με απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων και παραστάσεων. Σημειώνουμε ότι ο ενόρκως δηλών δεν εξηγεί ποια ήταν τα ουσιαστικά γεγονότα που απεκρύβησαν και ποιες ήταν οι παραστάσεις στις οποίες προέβησαν οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα, στα πλαίσια της Αίτησης Έξωσης. Στην δε κυρίως Αίτηση, με τον ως άνω αριθμό και τίτλο, η μοναδική παραπλάνηση στην οποία γίνεται αναφορά, είναι οι καταχωρίσεις στην Κατάσταση Λογαριασμού την οποία παρουσίασαν οι Αιτητές στο Δικαστήριο, στα πλαίσια της Ε57/
  1. Επιπλέον, το προτιμητέο της συνολικής διευθέτησης, όπως την αποκαλεί ο ενόρκως δηλών, δεν αποτελεί λόγο παραμερισμού Απόφασης του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον Νόμο. Οι επισημάνεις αυτές, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία κατά την εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων της επιφύλαξης του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλέπετε σχετικά και πιο κάτω). Ο κ. Αργυρίδης ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια 1, προέβη σε σχετική συμφωνία με την Καθ' ης η Αίτηση το 2013, για ενοικίαση του επίδικου υποστατικού, το οποίο αρχικά ήταν αποθήκη. Ήταν όρος της συμφωνίας όπως το εν λόγω υποστατικό χρησιμοποιηθεί σαν καφετέρια και/ή πολυχώρος εκδηλώσεων και ως εκ τούτου είχε συμφωνηθεί να μετατραπεί. Δαπανήθηκε το ποσό των €788.680.- ώστε να λειτουργήσει το υποστατικό, με την τοποθέτηση, μεταξύ άλλων πατωμάτων, ηλεκτρολογικών και/ή υδραυλικών εγκαταστάσεων, αποχωρητηρίων, στεγών, οδοστρώματος χώρου στάθμευσης, οροφής, εξωτερικών και εσωτερικών επενδύσεων, κατασκευής χώρου γραφείων κ.ά. Η Καθ' ης η Αίτηση δεσμεύθηκε ότι θα αναλάμβανε κάποια από τα έξοδα και θα δέχονταν λιγότερες πληρωμές, μέχρι να μπορέσει να λειτουργήσει η επιχείρηση των Αιτητών. Ο κ. Αργυρίδης κατέθεσε ότι, εκτός από τα πιο πάνω, υπήρχε προφορική συμφωνία με τον κ. Δράκο, εκ των διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση, όπως μην πληρώνουν οι Αιτητές κάθε μήνα, διότι η εργασία τους ήταν ασταθής και περιοριζόταν μόνο σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Οι Αιτητές είχαν προβεί αρκετές φορές σε διαβουλεύσεις και/ή συζητήσεις με την Καθ' ης η Αίτηση, για να γίνονται και εγγράφως οι προφορικές συμφωνίες τους, με την Καθ' ης η Αίτηση να αρνείται κατηγορηματικά. Η Καθ' ης η αίτηση όμως συναινούσε με τις εν λόγω προφορικές συμφωνίες, τις γνώριζε και αυτό επιβεβαιώνεται και από την Κατάσταση που τηρείται στο αρχείο της Καθ' ης η Αίτηση, ως η ίδια αναφέρει στη σχετική αίτηση τους ημερομηνίας 4.6.2020, με βάση την οποία εκδόθηκε η Απόφαση του Δικαστηρίου. Διαφαίνεται ότι οι Αιτητές κατέβαλαν ποσά σε διάφορους χρόνους, χωρίς να παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Αυτό διαφαίνεται επίσης, από τη συνεχή συνεργασία που είχαν τα μέρη, αλλά και από τις επιστολές της ίδιας της Καθ' ης η Αίτηση. Συγκεκριμένα, η Καθ' ης η Αίτηση μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή σε σχέση με καθυστερημένα ενοίκια το
  2. Εις απάντησην, οι δικηγόροι των Αιτητών, μέσω σχετικής επιστολής, τόνισαν ότι λόγω της μεγάλης επένδυσης, υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για αναστολή ενοικίων, γεγονός που ουδέποτε αμφισβήτησε η Καθ' ης η Αίτηση. Περί τα τέλη του 2014, αποστάλθηκε περαιτέρω επιστολή σε σχέση με καθυστερημένα ενοίκια και αναφορικά με την εξασφάλιση σχετικών Αδειών. Εις απάντησην, οι δικηγόροι των Αιτητών απέστειλαν εκ νέου σχετική επιστολή. Λόγω των ως άνω αναφερομένων προφορικώς συμφωνηθέντων, η συνεργασία των μερών συνεχίστηκε κανονικά, με καταβολή ενοικίων ως ανωτέρω. Αργότερα, αποστάλθηκε επιστολή το 2016 σε σχέση με την αργοπορημένη αδειοδότηση του υποστατικού, όπου ουδέποτε τέθηκε θέμα ενοικίων και/ή παράδοσης κατοχής του μισθίου, ενώ η καταβολή ενοικίων και πάλι συνεχίστηκε ως ανωτέρω. Τον Νοέμβριο 2018 και Ιανουάριο 2019, αποστάλθηκαν επιστολές σε σχέση με καθυστερημένα ενοίκια, τα οποία όμως, όχι μόνο δεν ανταποκρίνονταν στα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών, αλλά και στην ίδια την Κατάσταση που οι Καθ' ων η Αίτηση κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, μέσω της επιστολής ημερομηνίας 24.1.2019, οι Καθ' ων η Αίτηση ζητούσαν €125.100, ενώ σύμφωνα πάντα με τη δική τους Κατάσταση, το ποσό που δήθεν οφείλεται είναι €109.
  3. Μέσω των δικηγόρων των Αιτητών, αποστάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 23.4.2019, όπου τονίστηκε η ανάγκη για μείωση ενοικίου, το τεράστιο ποσό της επένδυσης που δαπανήθηκε και η ανάγκη για ενσωμάτωση των συμφωνηθέντων. Παρά την αποστολή της ως άνω επιστολής και την απάντηση των δικηγόρων των Αιτητών, οι τελευταίοι συνέχισαν να συμμορφώνονται με τα προφορικώς συμφωνηθέντα, να καταβάλλουν ενοίκια και να προβαίνουν σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις, με σκοπό την εξεύρεση λύσης και η Καθ' ης η Αίτηση και πάλι να αποδέχεται τα ως άνω. Ο κ. Αργυρίδης είπε ότι, στην Κατάσταση Λογαριασμού, που τηρείται στο αρχείο της Αιτήτριας 1, την οποία εκτύπωσε ο ίδιος και υπογράφει ως διευθυντής αντικατοπτρίζεται η πραγματική διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της Καθ' ης η Αίτηση. Η Απόφαση επετεύχθη με βάση λανθασμένες και/ή ψευδείς και/ή παραπλανητικές παραστάσεις της Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίες αντιστρατεύονται τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών. Η Καθ' ης η Αίτηση, εμποδίζεται δυνάμει της συμφωνίας ενοικιάσεως ημερομηνίας 16.4.2013, να επιζητεί την επαναφορά του υποστατικού στην προηγούμενη κατάσταση του και/ή στην κατάσταση που παραδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση. Ήταν όρος της συμφωνίας, όπως οποιαδήποτε εσωτερική και/ή εξωτερική οικοδομική μεταβολή ή προσθήκη στο υποστατικό, θα παραμείνει στην Καθ' ης η Αίτηση. Ως εκ τούτου, λανθασμένα εκδόθηκε απόφαση για επαναφορά του υποστατικού στην προγενέστερη του κατάσταση. Επιπρόσθετα, δαπανήθηκε από τους Αιτητές το ποσό των €788.680.- για τη λειτουργία του υποστατικού και για επαναφορά του, θα πρέπει ουσιαστικά το όλο οικοδόμημα να κατεδαφιστεί, κάτι το οποίο είναι αδύνατο και οικονομικά καταστροφικό. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η μη συμμόρφωση των Αιτητών με την πρόνοια του περί Ενοικιοστασίου Κανονισμού για καταχώρηση Απάντησης, δεν οφείλεται σε δική τους αμέλεια ή υπαιτιότητα, αλλά στην παράλειψη του διορισθέντος δικηγόρου τους να ενεργήσει έγκαιρα και εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Δηλώνει δε ότι η παρούσα περίπτωση, δεν είναι περίπτωση όπου ανέθεσαν εν λευκώ την υπόθεση σε δικηγόρο. Με την καταχώρηση της Αίτησης Ε57/19 και επίδοσης της στις 30.7.2019 και 2.8.2020, η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε και αίτηση για έκδοση συντηρητικού Διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς και ορίστηκε στις 20.8.
  4. Άμεσα προωθήθηκε η εκπροσώπηση των Αιτητών στην παρούσα, από δικηγόρο, αφού αποστάλθηκε σχετική επιστολή στις 8.8.2019, πληροφορώντας την Καθ' ης η Αίτηση ότι κατά την ως άνω ημερομηνία, θα υπάρξει εμφάνιση. Η εν λόγω αίτηση επαναορίστηκε σε αρκετές μεταγενέστερες ημερομηνίες, όπου έγιναν ανελλιπώς εμφανίσεις στο Δικαστήριο από δικηγόρο. Στο ενδιάμεσο, καταχωρήθηκαν περαιτέρω ενδιάμεσες αιτήσεις και υπήρξε και σχετική αλλαγή αντιπροσώπου, όπου και πάλι σε όλες τις μεταγενέστερες ημερομηνίες που ορίστηκε η υπόθεση, υπήρξαν ανελλιπώς εμφανίσεις από δικηγόρο και προώθηση των σχετικών διαδικασιών σε σχέση με την Ε57/
  5. Με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ως άνω αναφερόμενα συντηρητικά διατάγματα, στις 11.2.2020, επικοινώνησε άμεσα ο ίδιος με το διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση, για προσωπική συνάντηση, με σκοπό την εξεύρεση λύσης, κάτι που έγινε. Η εν λόγω συνάντηση πραγματοποιήθηκε στα γραφεία των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση στην Λεμεσό, στην οποία έλαβαν μέρος τόσο οι δικηγόροι και οι αντιπρόσωποι της Καθ' ης η Αίτηση, όσο και οι Αιτητές και ο λογιστής τους, κ. Αλεξάνδρου. Καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο που προηγήθηκε της έκδοσης της ερήμην Απόφασης, οι Αιτητές ήταν σε τακτική επικοινωνία με την Καθ' ης η Αίτηση, επιδεικνύοντας όχι μόνο ενδιαφέρον για την υπόθεση, αλλά και μια αγωνιώδη προσπάθεια να εξευρεθεί λύση στην αντιδικία. Είναι η πεποίθηση του ενόρκως δηλούντα, ότι βρίσκονταν στο τελικό στάδιο εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Το Μάρτιο 2020, λόγω της πρωτόγνωρης κατάστασης που δημιουργήθηκε με την πανδημία του κορωνοϊού και κατόπιν σχετικού Διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπου ουσιαστικά η επιχείρηση της Αιτήτριας 1 αναστάλθηκε πλήρως, ακυρώθηκαν εκδηλώσεις, απαγορεύθηκαν οι μετακινήσεις, αναστάλθηκαν για λίγο χρονικό διάστημα και οι ως άνω διαπραγματεύσεις. Όμως, με την άρση των εν λόγω μέτρων, η επικοινωνία προς συμβιβαστική λύση άρχισε και πάλι. Οι Αιτητές δεν αδιαφόρησαν πλήρως για την υπόθεση τους, ούτε υπήρξαν αμελείς κατά το χρόνο που προηγήθηκε της έκδοσης της Απόφασης. Η συμπεριφορά τους δεν υποδηλώνει ασύγγνωστη ολιγωρία ή περιφρόνηση προς το Δικαστήριο, ώστε να αποστερηθούν του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος τους να ακουστούν και να υπερασπισθούν τον εαυτό τους. Λόγω των ως άνω διαδικασιών που συνέχισαν να τρέχουν, δεν έγινε αντιληπτή η καταχώρησης Απάντησης και μεταγενέστερα, οι Αιτητές εύλογα θεώρησαν πως από τη στιγμή που τόσο οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση όσο και οι διευθυντές αυτής, συνέχιζαν να εκφράζουν την πρόθεση και επιθυμία για περαιτέρω διαπραγμάτευση, σκοπός ήταν να βρεθεί συνολική λύση προς διευθέτηση της διαφοράς, που θα εξυπηρετούσε και τις δύο πλευρές. Ουσιαστικά, ο κ. Αργυρίδης λέγει ότι σε κάποια χρονική στιγμή πριν την έκδοση της Απόφασης, οι Αιτητές είχαν αντιληφθεί ότι δεν είχε καταχωριστεί Απάντηση εκ μέρους τους, όμως δεν ενήργησαν. Είναι η θέση του κ. Αργυρίδη ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με καλή νομική βάση και υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να δικαιούνται οι Αιτητές στην αιτούμενη θεραπεία και έχουν καλή υπόθεση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Επίσης, η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι αναγκαία για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης, γιατί η μη έκδοση των Διαταγμάτων και η διατήρηση του status quo, θα οδηγούσε στην επιδείνωση της κατάστασης και όχι στην εξομάλυνση της. Εάν η Καθ' ης η Αίτηση προχωρήσει με εκτέλεση της Απόφασης, η ζημία την οποία θα υποστούν οι Αιτητές, είναι ανυπολόγιστη και ανεπανόρθωτη, με βέβαιη την οικονομική καταστροφή των Αιτητών 2 και 3 και της οικογένειας τους και της επιχείρησης της Αιτήτριας 1, για την οποία ήδη δαπανήθηκε τεράστιο ποσό για ανακαίνιση του υποστατικού. Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και να επαναφερθούν τα πράγματα στην πρότερα νομική και πραγματική κατάσταση και η πιθανή επιτυχία των Αιτητών, θα είναι χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Είναι η θέση του κ. Αργυρίδη, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Στον αντίποδα, η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν θα βλάψει τα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση. Η ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές, αν αναγκαστούν να παραδώσουν την κατοχή του καταστήματος, είναι ανυπολόγιστα πιο μεγάλη από τη ζημιά των Καθ' ων η Αίτηση, που μπορεί τυπικά να μπορούσαν να προχωρήσουν σε έκδοση Απόφασης, λαμβανομένων όμως υπόψην όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, ολόκληρη η Αίτηση τους είναι πρώιμη. Εκ νέου, ο ενόρκως δηλών δέχεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση νομιμοποιούνταν να προχωρήσουν με την έκδοση Απόφασης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο κ. Αργυρίδης υποστηρίζει ότι, όταν καταχωρήθηκε η Αίτηση Έξωσης, το ύψος των οφειλομένων ενοικίων δεν ήταν ξεκαθαρισμένο, από τη στιγμή που υπήρχαν προφορικές συμφωνίες για καταβολή μειωμένων ενοικίων, υπήρχε συμφωνία αφαίρεσης ποσών λόγω της ως άνω επένδυσης που έγινε και συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις, τόσο αρχικά για τη μείωση ενοικίου, όσο και αργότερα μέχρι και την καταχώρηση της Αίτησης, για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Οι Αιτητές ουδέποτε αρνήθηκαν να πληρώνουν ενοίκια, αντίθετα, προτού γίνει το προαναφερόμενο περιστατικό, κατέβαλλαν τα ενοίκια ως η συμφωνία τους και η μη καταβολή ενοικίων οφειλόταν στην καταχώρηση της Αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση και στις μέχρι πρόσφατα διαπραγματεύσεις για εξεύρεση συνολικής διευθέτησης. Επισημαίνεται και σ' αυτό το σημείο, ότι ο ενόρκως δηλών δέχεται ότι οι Αιτητές στην παρούσα, δεν κατέβαλλαν ενοίκια από κάποια χρονική στιγμή και επέκεινα. Υποστηρίζει δε ότι καθίσταται εξαιρετικά επείγον όπως εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, καθώς η Απόφαση του Δικαστηρίου καθορίζει χρόνο 15 ημερών από την επίδοση της, ενώ δεν υπήρξε οποιαδήποτε υπέρμετρη καθυστέρηση ή αδράνεια στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Ιστορικό: Δικόγραφα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρήθηκε την 4.8.2020 και μ' αυτήν οι Αιτητές εξαιτούνται Διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) και/ή αναθεωρεί, προηγούμενη εκδοθείσα υπό του παρόντος Δικαστηρίου Απόφαση - Διάταγμα, ημερομηνίας 29.6.2020, στην Αίτηση Ε57/
  6. Η Αιτήτρια 1 εταιρεία περιγράφει την ιδιότητα της ως ενοικιάστρια του επίδικου υποστατικού, με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 16.4.2013 και οι Αιτητές 2 και 3, ως εγγυητές στην εν λόγω συμφωνία. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι τα επιδικασθέντα ποσά δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση εμποδίζονται δυνάμει συμπεριφοράς και/ή δυνάμει προφορικών συμφωνιών, να επιζητούν τα ενοίκια τα οποία αξιώνουν μέσω της Αίτησης Ε57/
  7. Περαιτέρω, εμποδίζονται δυνάμει της συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 16.4.2013 να ζητούν την επαναφορά του επίδικου υποστατικού στην πρότερα κατάσταση του και/ή στην κατάσταση στην οποία παραδόθηκε. Από τα προαναφερθέντα, εξάγεται εκ πρώτης όψεως, ότι οι Αιτητές βασίζοντα και/ή σκοπεύουν να βασιστούν επί ισχυρισμού κωλύματος εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση. Οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η απουσία των στην Αίτηση Ε57/2019, δεν οφείλεται σε δική τους αμέλεια ή υπαιτιότητα, αλλά στην παράλειψη του διορισθέντος δικηγόρου τους να ενεργήσει έγκαιρα και εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν Απάντηση την 8.9.2020 και μ' αυτήν, μεταξύ άλλων, εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της Απόφασης ημερομηνίας 29.6.2020 στα πλαίσια της Αίτησης Ε57/2019, αφού οι Αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και η εν γένει στάση και συμπεριφορά των Αιτητών στα πλαίσια της διαδικασίας της Αίτησης Έξωσης, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να παραμερίσει την Απόφαση. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι η Αίτηση με τον ως άνω αριθμό και τίτλο δεν μπορεί να συνεχιστεί και/ή ότι πρέπει να απορριφθεί, καθότι είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική, αφού συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή γίνεται κακόπιστα και/ή για αλλότριους σκοπούς, που μοναδικό στόχο έχουν την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας και την αποστέρηση από τους Καθ' ων η Αίτηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την Απόφαση. Η όλη στάση και συμπεριφορά των Αιτητών, στα πλαίσια της Αίτησης Έξωσης, καταδεικνύει πλήρη καταφρόνηση και/ή περιφρόνηση του Δικαστηρίου, κάτι που εμποδίζει τους Αιτητές στο παρόν στάδιο να αξιώνουν θεραπείες από το ίδιο το Δικαστήριο που εμφανώς καταφρονούν. Οι Καθ' ων η Αίτηση δικογραφούν ότι οι Αιτητές στην παρούσα παρέλειψαν να καταχωρίσουν Απάντηση μαζί με το Σημείωμα Εμφάνισης, παρά το γεγονός ότι εμφανίστηκαν επανειλημμένα ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης για προσωρινό Διάταγμα, έτσι οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν σε καταχώρηση αίτησης για απόφασης λόγω μη καταχώρησης Απάντησης. Αίτηση Ε57/2019: Η συνταγμένη Απόφαση και το Διάταγμα ημερομηνίας 29.6.2020, τα οποία εκδόθηκαν από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης αρ. Ε57/201, υπό των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα εναντίον των Αιτητών στην παρούσα, εμφαίνονται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του κ. Αργυρίδη, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση των Αιτητών στην παρούσα. Διαδικασία: Δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες και το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαιδεύτους συνήγορους σε αγορεύσεις την 11.9.
  8. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρήθηκε την 19.8.2020 και αυτή βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμου 1983, Ν. 23/1983 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, άρθρα 2, 3, 5, 6, 11
(1)(α),
(2)-
(5), 29, 30, 31, 33, 34, στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό 1983, ως αυτός έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2, 3(ε) και (στ), 7(α), (β), (γ), (δ), (ζ), (η) και 11(α), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.35 θθ.18 και 19, Δ.39, Δ.40 θθ.7(β) και 11, Δ.48, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 25, 32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στην πρακτική, τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Ειδικότερα η Αίτηση δεν στηρίζεται από το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο και/ή τα γεγονότα που εκτίθενται δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  2. Δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, δεν συντρέχουν εκείνες οι εξαιρετικές περιστάσεις που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ειδικότερα, αρμόδιο προς εξέταση αίτησης ως η παρούσα, είναι το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ημερ. 29/06/2020, ήτοι το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. Ε57/2019 και εντός των πλαισίων της διαδικασίας αυτής.
  4. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 29/06/2020 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Απόφαση») που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αρ. Ε57/
  5. Ειδικότερα, οι Αιτητές (α) δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν εκ πρώτοις όψεως υπεράσπιση και (β) η εν γένει στάση και συμπεριφορά των Αιτητών στα πλαίσια της διαδικασίας της αίτησης Ε57/2019 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να παραμερίσει την Απόφαση.
  6. Τόσο η κυρίως αίτηση όσο και η αίτηση ημερ. 04/08/2020 για αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης, καταχωρείται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή για αλλότριους σκοπούς που μοναδικό στόχο έχουν την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας και την αποστέρηση από τους Καθ' ων η Αίτηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την Απόφαση.
  7. Η όλη στάση και συμπεριφορά των Αιτητών δεν παρέχει στο Δικαστήριο δυνατότητα για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Οι Καθ' ων η Αίτηση είναι καθ' όλα αξιόχρεοι και διαθέτουν μεγάλη περιουσία η οποία δύναται να ικανοποιήσει τους Αιτητές σε περίπτωση που υποστούν οποιαδήποτε ζημία. Από την άλλη, οι Αιτητές, στερούνται οποιοσδήποτε περιουσίας και δεν έχουν οποιαδήποτε ικανότητα αποπληρωμής της οφειλής τους, οφειλή την οποία εν μέρη παραδέχονται και αναγνωρίζουν.
  9. Δεν αποκαλύπτεται ικανοποιητικός λόγος και/ή επαρκής μαρτυρία που να καταδεικνύει την ανάγκη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή να δικαιολογεί την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος από το Δικαστήριο.
  10. Η όλη στάση και συμπεριφορά των Αιτητών στα πλαίσια της αίτησης με αρ. Ε57/2019 καταδεικνύει πλήρη καταφρόνηση και/ή περιφρόνηση του Δικαστηρίου κάτι που τους εμποδίζει από το να αξιώνουν θεραπείες από το ίδιο το Δικαστήριο που εμφανώς καταφρονούν.
  11. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή οι λόγοι που συνοδεύουν την αίτηση και ως αυτοί διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν προβάλλουν οποιονδήποτε ουσιαστικό λόγο και/ή δεν στοιχειοθετούν λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους Νόμους, Κανονισμούς, Θεσμούς και στην Νομολογία.
  12. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική και/ή αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης και/ή στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης.
  13. Δεν υφίστανται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις (special circumstances) οι οποίες να δικαιολογούν την στέρηση από τους Αιτητές, των καρπών της επιτυχίας τους και την άρση της τελεσιδικίας.
  14. Οι Αιτητές, ενώ επιδιώκουν δραστικότατη θεραπεία από το Σεβαστό Δικαστήριο, ήτοι να αποστερήσουν από τους Καθ' ων η Αίτηση την ικανοποίηση των εκ δικαστικής απόφασης δικαιωμάτων τους, δεν αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο σημαντικά γεγονότα και/ή την πρότερη στάση και συμπεριφορά τους, τα οποία εάν τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου θα επηρεάσουν την κρίση του ενδεχομένως σε βάρος της αιτούμενης θεραπείας.
  15. Οι Αιτητές, ενώ εξαιτούνται δραστικότατης θεραπείας δεν δηλώνουν έτοιμοι και/ή πρόθυμοι να παράσχουν οποιαδήποτε επαρκή εγγύηση σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  16. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ειδικότερα (α) δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, (β) δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στα πλαίσια της κυρίως αίτησης και (γ) δεν θα είναι δύσκολο έως αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα στο παρόν στάδιο.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Μιχάλη Κότσαπα, από τη Λεμεσό. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα εκ της ιδιότητας του και έχει στην κατοχή του τα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στη δήλωση του. Στις 29.6.2020, εκδόθηκε Απόφαση στα πλαίσια της Αίτησης Έξωσης Ε57/2019, υπό των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα. Η εν λόγω Απόφαση, πέρα από τα δεδουλευμένα και καθυστερημένα ενοίκια και τα ενδιάμεσα κέρδη που καλούνταν οι Αιτητές να καταβάλουν στους Καθ' ων η Αίτηση, περιλάμβανε και Διάταγμα εκκένωσης και παράδοσης εντός 15 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης, κενής και ελεύθερης κατοχής του επίδικου ακινήτου και του επίδικου υποστατικού. Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα Αίτηση χρόνο, οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν και είναι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Σε μέρος του ακινήτου, ανεγέρθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση, υποστατικά τα οποία χρησιμοποιούντο μέχρι και το 2002 ως αποθήκες για τις ανάγκες των εργασιών τους, ήτοι ως αποθήκες ξυλείας, συνολικής έκτασης 1.600 τ.μ. Είναι η θέση του κ. Κότσαπα, ότι οι Αιτητές στην παρούσα, δεν έχουν συζητήσιμη υπόθεση, ούτε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, η Απόφαση εκδόθηκε συνεπεία ασύγγνωστης παράλειψης και αμέλειας τους να εμφανιστούν στη διαδικασία της Αίτησης Έξωσης, σε βαθμό που η όλη στάση και συμπεριφορά των Αιτητών να προσομοιάζει με περιφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας και απαξίωση αυτής, καθώς και των νομίμων δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση, ουδέν γεγονός απέκρυψαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης Έξωσης, το οποίο ορθώς άσκησε την εξουσία που του παρέχεται εκδίδοντας τη σχετική Απόφαση. Η διαφορά μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση, αποτελεί κλασσική περίπτωση αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους ενοικιαστή υποστατικού, οφειλής σωρείας ενοικίων και εκμετάλλευσης της περιουσίας των ιδιοκτητών, χωρίς καμία πρόθεση τίμησης των συμβατικών τους υποχρεώσεων και σεβασμού του Συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 16.4.2013, με βάση την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση ενοικίασαν στους Αιτητές 1, το ακίνητο μαζί με την αποθήκη, από τις 1.1.2013 μέχρι τις 31.12.2020, υπέγραψε ο Αιτητής 2, ως διευθυντής των Αιτητών
  17. Οι Αιτητές 1 προχώρησαν σε ενέργειες και μετατροπές στην αποθήκη του ακινήτου, με τρόπο ώστε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, να διαχειρίζονται και λειτουργούν στο ακίνητο, υποστατικό γνωστό με την επωνυμία «METROPOLITAN SQUARE», το οποίο λειτουργούσε και λειτουργεί ως πολυχώρος διαφόρων εκδηλώσεων. Οι Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτουν πλήρως τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι δεσμεύθηκαν πως θα αναλάμβαναν κάποια από τα έξοδα και θα δέχονταν λιγότερες πληρωμές, μέχρι να μπορέσει να λειτουργήσει η επιχείρηση των Αιτητών. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι το Τεκμήριο 4 του κ. Αργυρίδη, δεν αποτελεί απόδειξη για τις δαπάνες τους στο επίδικο υποστατικό, αλλά Κατάσταση την οποία ετοίμασαν οι ίδιοι, σε μια προσπάθεια να «αποδείξουν» τη θέση τους, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να επηρεάσει την ουσία της υπόθεσης. Οι Καθ' ων η Αίτηση σε ουδεμία ανάληψη υποχρέωσης για κάλυψη των εξόδων των Αιτητών έχουν προβεί, γεγονός το οποίο αδιαμφισβήτητα προκύπτει και από την ίδια τη συμφωνία ενοικίασης. Ο κ. Κότσαπας προβαίνει σε αναφορές στους όρους 5 και 15 της συμφωνίας ενοικίασης. Ουδέποτε, τόσο ο κ. Νίκος Δράκος, εκ των διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση, όσο και οποιοδήποτε έτερο πρόσωπο που δύναται να δεσμεύει και/ή εκπροσωπεί τους Καθ' ων η Αίτηση, ανέλαβε έναντι των Αιτητών οποιαδήποτε δέσμευση, είτε για κάλυψη εξόδων, είτε για μειωμένα ενοίκια. Ο κ. Κότσαπας λέγει ότι επίσης, ότι η θέση των Αιτητών πως υπήρξε προφορική συμφωνία και συναίνεση για την καταβολή μειωμένων ενοικίων, διαψεύδεται, τόσο από τις επιστολές που απέστελλαν κατά καιρούς οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, αξιώνοντας καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων, όσο και από τις επιστολές των ιδίων των δικηγόρων των Αιτητών, που σε καμία περίπτωση αναφέρονται σε αποδοχή μειωμένου ενοικίου και κάλυψη των δαπανών, αλλά ζητούν πίστωση χρόνου για διευθέτηση των οφειλών τους. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε αριθμό επιστολών και στον όρο 14 της συμφωνίας ενοικίασης, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε τροποποίηση αυτής, είτε που να αφορά το ύψος των ενοικίων, είτε τον χρόνο καταβολής των. Με αναφορά στο Τεκμήριο 13 του κ. Αργυρίδη, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι καταρρίπτεται η βάση και το αίτημα των Αιτητών για παραμερισμό της Απόφασης και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο στερείται της εξουσίας να παρέχει την αιτούμενη θεραπεία. Με βάση τον όρο 3.1.3 της συμφωνίας ενοικίασης, το ενοίκιο για την περίοδο από 1.1.2018 μέχρι 31.12.2020, ανερχόταν στις €6.200.- ενώ οι Αιτητές υπολογίζουν ως ενοίκιο για την περίοδο από 1.1.2018 μέχρι την 1.7.2020, ποσό €5.
  18. Αυτός είναι ο λόγος για τη διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στην Κατάσταση Λογαριασμού που οι Καθ' ων η Αίτηση έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης Ε57/2019 και εξασφάλισαν την Απόφαση και της Κατάστασης που οι Αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Οι Αιτητές επιχειρούν να αποδώσουν μεμπτή συμπεριφορά στους Καθ' ων η Αίτηση, για το λόγο ότι στις επιστολές τερματισμού που τους εστάλησαν, γινόταν αναφορά σε ενοίκια ύψους €125.100.- ενώ με βάση την Κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση, τα εν λόγω καθυστερημένα ενοίκια ανέρχονταν σε €109.100.- Ο κ. Κότσαπας υποστηρίζει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός αυτό και επέλεξαν να καταχωρήσουν τροποποιημένη Αίτηση Έξωσης, προς διόρθωση του αξιούμενου ποσού. Οι Αιτητές, παρά την παραλαβή των επιστολών 21.11.2018 και 24.1.2019, ουδέν έπραξαν προς εξόφλησην της οφειλής τους. Περαιτέρω, οι Αιτητές ουδέποτε δήλωσαν ετοιμότητα για διευθέτηση της οφειλής των καθυστερημένων ενοικίων και εμποδίστηκαν να το πράξουν, ένεκα του μεγαλύτερου αξιούμενου ποσού. Επιπρόσθετα, ακόμα και εάν γίνει δεκτή η θέση των Αιτητών, ότι η ορθή Κατάσταση είναι το Τεκμήριο 13 του κ. Αργυρίδη, τότε την 1.1.2019, με βάση τη δική τους παραδοχή, οι Αιτητές όφειλαν ενοίκια ύψους €93.
  19. Ουδέποτε έχουν δηλώσει ότι ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να καταβάλουν το εν λόγω ποσό. Περαιτέρω, το ποσό των €93.500.- στις 1.1.2019, έχει υπολογιστεί με βάση ενοίκιο €5.000.- ενώ από 1.1.2018, το ενοίκιο με βάση τον όρο 3.1.3 της συμφωνίας ενοικίασης, ανερχόταν σε €6.200.- Εάν ληφθεί υπόψη η διαφορά των δυο ποσών επί 13 μήνες, η διαφορά είναι €15.600.- Η εν λόγω διαφορά εάν προστεθεί στο ποσό που έχουν υπολογίσει λανθασμένα οι Αιτητές, δηλαδή στις €93.500.- προκύπτει το ποσό που οι Καθ' ων η Αίτηση αξίωσαν και εξασφάλισαν με την Απόφαση, δηλαδή το ποσό των €109.
  20. Ο κ. Κότσαπας υποδεικνύει ότι, ακόμα και εάν ήταν ορθή η εν λόγω Κατάσταση των Αιτητών, αυτή αποδεικνύει ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της Αίτησης Έξωσης, νομιμοποιείτο να εκδώσει το Διάταγμα έξωσης, ενόψει της ύπαρξης των καθυστερημένων ενοικίων. Εάν δε, πράγματι η μόνη δυσκολία των Αιτητών προς συμμόρφωση με την Απόφαση, είναι για την επαναφορά του επίδικου υποστατικού στην πρότερα κατάσταση, οι Καθ' ων η Αίτηση αξιώνουν τη συμμόρφωση των Αιτητών με τις λοιπές υποχρεώσεις τους και με τα Διατάγματα, ακόμα και εάν δεν είναι σε θέση να παραδώσουν τον επίδικο ως είχε προγενέστερα και οι ίδιοι δεν θα προχωρήσουν σε καταχώρηση αίτησης για παρακοή. Σε σχέση με το ποσό που έχουν δαπανήσει οι Αιτητές και το οποίο εν πάση περιπτώσει, οι Καθ' ων η Αίτηση αμφισβητούν, ουδεμία υποχρέωση φέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση και ουδόλως αυτό επηρεάζει την υποχρέωση συμμόρφωσης των Αιτητών. Η επίρριψη ευθυνών από τους Αιτητές στους δικηγόρους τους, τόσο των προηγούμενων δικηγόρων όσον και της νυν δικηγόρου τους, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολόγηση της παράλειψης καταχώρησης Απάντησης και συνακόλουθα, καταχώρησης στην Αίτηση Έξωσης Ειδοποίησης Εμφάνισης εκ μέρους των Αιτητών στην παρούσα. Οι Αιτητές εμφανίζονταν επανειλημμένα δια των δικηγόρων τους, σε σωρεία δικασίμων ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου, δεν μπορούν βάσιμα να υποστηρίξουν ότι δεν γνώριζαν πως η υπόθεση εκκρεμούσε εναντίον τους. Η Αίτηση Έξωσης καταχωρήθηκε αρχικά στις 24.4.
  21. Στις 30.7.2019, οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα, προχώρησαν σε καταχώρηση τροποποιημένης Αίτησης, δυνάμει της Δ.25 θ.1, η οποία επιδόθηκε στις 2.8.2019 στους Αιτητές 1 και 2 και στις 11.10.2019 στην Αιτήτρια
  22. Οι Αιτητές όφειλαν, εντός 14 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης Έξωσης, να καταχωρήσουν την Απάντηση τους μαζί με το διοριστήριο δικηγόρου. Το γεγονός ότι εκκρεμούσε μέχρι και τις 11.2.2020, η εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση για προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 30.7.2019, δεν απάλλασσε τους Αιτητές από τη μοναδική εκ του Νόμου υποχρέωση τους, να καταχωρήσουν Απάντηση και ταυτόχρονα Ειδοποίηση Εμφάνισης. Η μη νομότυπη εμφάνιση των Αιτητών ακόμα και στη διαδικασία του προσωρινού Διατάγματος στην Αίτηση Έξωσης, αναφέρεται ρητά και στην ίδια την Απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 11.2.2020, μετά την ακρόαση της αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 30.7.2019 για προσωρινό Διάταγμα. Ο κ. Κότσαπας αναφέρεται και στη συνάντηση στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Αργυρίδης. Μετά την Απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση Έξωσης, ημερομηνίας 11.2.2020, με την οποία κατέστησαν απόλυτα τα προσωρινά Διατάγματα, επικοινώνησε ο κ. Αργυρίδης με τον κ. Κότσαπα και του ζήτησε συνάντηση, προς το σκοπό υποβολής πρότασης για διευθέτηση. Η συνάντηση προγραμματίστηκε στις 28.2.2020, στα γραφεία των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση στη Λεμεσό, στην παρουσία του Αιτητή 2 ως διευθυντή των Αιτητών 1, του Αντρέα Αλεξάνδρου, Λογιστή των Αιτητών, των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, του κ. Κότσαπα για λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση και του αδερφού του, Νικόλα Κότσαπα, μελλοντικού μετόχου και διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση. Αναφέρθηκε από τη δικηγόρο των Καθ' ων η Αίτηση στον Αιτητή 2, ότι τόσο η συνάντηση, όσο και τα όσα θα συζητούνταν, θα γίνονταν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση και χωρίς να επηρεάζεται η σε εξέλιξη διαδικασία στην Αίτηση Έξωσης. Τόσο ο Αιτητής 2 όσο και ο Αντρέας Αλεξάνδρου, ανέφεραν ότι πρόθεση των Αιτητών ήταν η εξεύρεση διευθέτησης και ότι δεν αμφισβητείται το οφειλόμενο, ενδεχομένως να υπήρχε μια μικρή διαφορά, όπως ανέφεραν, στο ποσό το οποίο θα εισηγούνταν να καταβάλουν. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ανταποκρίθηκαν με την καταβολή των οφειλομένων, ούτε με την υποβολή οποιασδήποτε πρότασης για διευθέτηση, όπως είχαν αναφέρει. Ακολούθησαν προσπάθειες επικοινωνίας από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, αλλά οι Αιτητές, προφασιζόμενοι την πανδημία του covid-19, ουδέποτε ανταποκρίθηκαν ώστε να αποστείλουν γραπτώς πρόταση για διευθέτηση, ή να καταβάλουν έστω, σε ένδειξη καλής θέλησης, μέρος της οφειλής. Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το να προωθήσουν τη διαδικασία και να πετύχουν την έκδοση της Απόφασης, ενόψει της μη καταχώρησης Απάντησης και συνακόλουθα, εμφάνισης στην Αίτηση Έξωσης. Ο κ. Κότσαπας κατέθεσε ότι, το μεσημέρι της 4.6.2020, ο Αιτητής 2, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για διευθέτηση της οφειλής, ζήτησε να του υπογράψουν εξουσιοδότηση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, ώστε να εξασφαλίσουν αντίγραφα Αδειών ή και να προχωρήσουν στην αλλαγή της χρήσης του επίδικου υποστατικού. Ενόψει του ότι οι Αιτητές δεν ήταν συνεργάσιμοι, ο κ. Κότσαπας του ανέφερε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να παραδώσει οτιδήποτε για λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση και εάν ήθελε να του αναφέρει κάτι, να το πράξει μέσω των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Πράγματι, υπήρξε επικοινωνία με τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση και οι τελευταίοι ανέφεραν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα ήταν πρόθυμοι και έτοιμοι να υπογράψουν πάν αναγκαίο έγγραφο για την αλλαγή της χρήσης του ακινήτου μόλις αυτό τους ζητείτο, υπό δυο προϋποθέσεις. Να αναγνωριζόταν γραπτώς από τους Αιτητές, το ποσό που οφειλόταν ως καθυστερημένα ενοίκια μέχρι την 4.6.2020 και να αναγνωριζόταν γραπτώς ότι η καταβολή του οφειλόμενου, θα γίνει μέχρι τις 30.6.2020, με κατάθεση σε λογαριασμό που θα υποδείκνυαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Η δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, ανέφερε ακόμα ότι, προς το σκοπό φιλικής διευθέτησης, σε περίπτωση που οι Αιτητές ενεργούσαν ως ανωτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποδέχονταν να τους καταβληθεί το ποσό των €182.900.- πλέον έξοδα, προς πλήρη διευθέτηση και να υπογράψουν νέα συμφωνία ενοικίαση του ακινήτου. Οι Αιτητές δεν επανήλθαν. Ο ενόρκως δηλών κατέθεσε ότι, περίπου μία εβδομάδα αργότερα, ο κ. Αντρέας Αλεξάνδρου επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη δικηγόρο των Καθ' ων η Αίτηση, αλλάζοντας την απαίτηση τους, σε ζήτημα υπενοικίασης, ως η μοναδική δυνατότητα διευθέτησης της οφειλής. Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε καλή υπόθεση από μέρους των Αιτητών, ούτε καν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού οι ίδιοι οι Αιτητές αποδέχονται ότι οφείλουν καθυστερημένα ενοίκια. Η ζημία την οποία υφίστανται οι Καθ' ων η Αίτηση είναι τεράστια, ενόψει του ότι, πέρα από τα οφειλόμενα ενοίκια, αποστερούνται της απόλαυσης του επίδικου υποστατικού και του ακινήτου και αποστερούνται της δυνατότητας ενοικίασης του σε έτερο πρόσωπο, το οποίο και θα ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του. Οι Καθ' ων η Αίτηση διαθέτουν περιουσία που δύναται να αποκαταστήσει τους Αιτητές σε περίπτωση ζημίας, ενώ οι Αιτητές δεν διαθέτουν οποιαδήποτε περιουσία που να δύναται να τους ικανοποιήσει. Αναφορικά με την ύπαρξη υπεράσπισης από πλευράς των Αιτητών, ο ενόρκως δηλών υποδεικνύει ότι, ακόμα και αν η οφειλή των Αιτητών ήταν πολύ μικρότερη, η θεραπεία που θα απέδιδε το Δικαστήριο θα ήταν και πάλι η έκδοση απόφασης για ανάκτηση κατοχής, με μόνη διαφοροποίηση το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω, ενόψει του ότι αιτήσεις ως η παρούσα, εξετάζονται κατ' αναλογία αιτήσεων που καταχωρούνται για αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης Έφεσης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον οι εκάστοτε Αιτητές δηλώνουν πρόθυμοι και είναι σε θέση να παράσχουν εγγύηση και η αναστολή να δύναται να εγκριθεί υπό όρους. Οι Αιτητές ουδεμία τέτοια ετοιμότητα δήλωσαν. Ενόψει του ότι η Απόφαση αφορά και καταβολή σημαντικών ποσών που αφορούν ενοίκια, θα πρέπει να εξεταστεί και η οικονομική δυνατότητα των Αιτητών. Οι Αιτητές 1 και 3 στερούνται οποιοσδήποτε ακίνητης περιουσίας. Μόνο ο Αιτητής 2 είναι κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα, ακινήτου το οποίο είναι υποθηκευμένο. Σε σχέση με τυχόν κινητή περιουσία των Αιτητών, μέχρι σήμερα ουδέποτε έχουν συμμορφωθεί με τα Διατάγματα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.7.2019 και 11.2.2020 στην Αίτηση Έξωσης, ώστε να την παραθέσουν ενόρκως, για να είναι σε θέση οι Καθ' ων η Αίτηση να γνωρίζουν κατά πόσο θα μπορέσουν να ικανοποιηθούν. Όσο δε διατηρούν οι Αιτητές την κατοχή του επίδικου ακινήτου, η οφειλή θα αυξάνεται συνεχώς και σημαντικά. Ο κ. Κότσαπας δηλώνει ότι περιήλθε στη γνώση των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, η έκδοση απόφασης εναντίον του Αιτητή 2 και άλλων, στις 29.5.2020, στα πλαίσια Αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για ποσό €958.862,54, πλέον τόκοι από 31.12.2016 και για ποσό €1.470.353,90, πλέον τόκοι από 31.12.2016, πλέον έξοδα. Όλα τα ανωτέρω συνηγορούν στην αδυναμία παροχής επαρκούς εγγύησης από μέρους των Αιτητών σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος. Από την άλλη, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα και η εκτέλεση προχωρήσει, οι Καθ' ων η Αίτηση θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν πλήρως τους Αιτητές, σε περίπτωση που υποστούν ζημία. Πραγματικά Γεγονότα για σκοπούς εξέτασης της αίτησης: Λαμβάνοντας υπόψη ότι σε αιτήσεις της φύσεως της υπό εξέταση αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος (Δ.48 θ.4
(2)), και λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς, αρνήσεις και παραδοχές που περιλαμβάνονται στη γραπτή μαρτυρία ενώπιον μου, καθώς και ποιοι από τους ισχυρισμούς παρέμειναν αναντίλεκτοι, βρίσκω, ότι, για σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης μόνον: Οι Καθ' ων η Αίτηση είναι οι ιδιοκτήτες ακινήτου στο Στρόβολο, το οποίο ενοικιάζουν οι Αιτητές
  1. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι οι Αιτητές 1 είναι οι θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού, ως υποστηρίζουν οι ίδιοι και ως υποστηρίζουν και οι Καθ' ων η Αίτηση, εφόσον καταχώρισαν εναντίον τους Αίτηση Έξωσης στο παρόν Δικαστήριο και όχι στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Οι διάδικοι στην παρούσα Αίτηση, ήταν διάδικοι και στην Αίτηση Ε57/19, αλλά αντιστρόφως. Σ' εκείνη την υπόθεση, η οποία ήταν Αίτηση Έξωσης, εκδόθηκε απόφαση ερήμην των Αιτητών στην παρούσα, εναντίον των και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα, περιλαμβάνουσα χρηματικό ποσό και Διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Οι Αιτητές στην παρούσα, δεν είχαν καταχωρίσει Απάντηση στην Αίτηση Ε57/
  2. Στα πλαίσια της Αίτησης Ε57/19, είχαν επίσης εκδοθεί προσωρινά Διατάγματα, τη αιτήσει των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα, τα οποία κατέστησαν απόλυτα την 11.2.
  3. Εν πολλοίς, τα μέρη συμφωνούν ότι οφείλονταν ποσά από τους Αιτητές στην παρούσα προς τους Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα, αλλά υπάρχει διαφωνία ως προς το ύψος της οφειλής. Οι πολυάριθμοι, μακροσκελείς και λεπτομερείς ισχυρισμοί του κ. Κότσαπα, η ένορκος δήλωση του οποίου συνοδεύει την ένσταση, αφενός αντίκρουσαν τους πλείστους εκ των ισχυρισμών του κ. Αργυρίδη, η ένορκος δήλωση του οποίου συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, αφετέρου, παρέμειναν εν πολλοίς αναντίλεκτοι, εφόσον ο κ. Κότσαπας δεν αντεξετάστηκε και δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία από πλευράς των Αιτητών. Νομική και δικονομική πτυχή: Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων δυνάμει του Κανονισμού 12(α)[1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Διαταγή 40: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Διαταγή 40 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θεσμοί 7 και
  4. Ο θεσμός 7 αυτής προνοεί ως ακολούθως: «Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (a) If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (b) The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Είναι η κρίση μου ότι η πιο πάνω διάταξη δύναται να αποτελέσει βάση για τις θέσεις των Αιτητών όπως αυτές φαίνονται στην υπό εξέταση αίτηση. Ο θεσμός 11 της Διαταγής 40 προνοεί ως ακολούθως: «Any party against whom judgment has been given or an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just.» Οι Αιτητές ισχυρίζεται ότι υπάρχουν γεγονότα τα οποία έλαβαν χώραν πριν την έκδοση της Απόφασης της 29.6.2020 στην Αίτηση Ε57/19, τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να θέσουν ως διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου στο δικόγραφο τους στην λόγω υπόθεση. Όμως, οι Αιτητές δεν καταχώρισαν δικόγραφο στην εν λόγω υπόθεση. Περαιτέρω, ο θεσμός 11 σχετίζεται με την αναστολή εκτέλεσης Δικαστικής απόφασης ή Διατάγματος όπου έχει καταχωριστεί Έφεση, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Βλέπετε σχετικά την αυθεντία Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, όπου στη σελίδα 288, ο έντιμος Δικαστής, ως ήταν τότε, κ. Γ. Μ. Πικής, λέγει: «Αφετέρου, η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται από τις πρόνοιες της Δ.40, κ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την αναστολή εκτέλεσης, περιορίζεται στα θέματα τα οποία εξειδικεύονται από τις διατάξεις της και τα οποία δεν αφορούν την παρούσα αίτηση. Όπως έχει επισημανθεί στην Stavrou & Another v. Christopoulos
(1985)1 Α.Α.Δ. 449, η πιο πάνω διάταξη δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλη από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης.» Στην υπόθεση Stavrou v. Christopoulos
(1985)1 C.L.R. 449, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε Έφεση εναντίον απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου σε αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης Διατάγματος έξωσης το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου. Η αίτηση βασιζόταν στη Δ.40 θ.11 και στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο οποίο επίσης βασίζεται η υπό εξέταση αίτηση. Στη σελίδα 451, ο έντιμος Δικαστής, ως ήταν τότε, κ. Γ.Μ. Πικής, είπε: «O.40 r.11 is specifically intended to confer jurisdiction to stay a judgement or order pending the determination of an appeal in the proceedings. It is therefore irrelevant to the present proceedings. Nor does s.47 of the Courts of Justice Law confer jurisdiction to impeach in the way sought in this proceedings the finality of a judgement." Συνεπώς, η Δ.40 θ.11, η οποία αφορά περίπτωση όπου έχει καταχωριστεί και εκκρεμεί Έφεση, δεν προωθεί, ούτε δύναται να στηρίξει την υπό εξέταση αίτηση. Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9 [2] του περί Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ. 6, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «9.
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για την επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό. Κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.
(4)Καμία διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, δεν θα ερμηνεύεται ότι επηρεάζει και εφαρμόζεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκτέλεσης.» Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να καταδεικνύουν το επείγον της υπό εξέταση αίτησης. Βλέπετε σχετικά την αυθεντία Τσιαντής v. Hellenic Bank (Investments) Ltd.,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029, όπου στη σελίδα 2039, ο έντιμος Δικαστής κ. Κ. Καλλής, είπε: «Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6 (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864). Στην υπό εξέταση αίτηση δεν γίνεται αναφορά σε μέτρα εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης, για την αναστολή της οποίας χρήζουν εξέτασης τα άρθρα 9 του Κεφ. 6 και 32 του Ν. 14/60. Συμφυής εξουσία - Inherent jurisdiction: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται επίσης επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [3]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The court's power to stay proceedings should not be confused with its power to stay the execution of a final judgement or order. The court has an inherent jurisdiction to control its own proceedings so as to prevent an abuse of process, and accordingly to stay proceedings which are frivolous, vexatious or harassing, or which are manifestly groundless or in which there is clearly no cause of action in law or equity, or where the justice of the case so requires. The court does not, however, have an inherent jurisdiction over all judgements or orders which it has made under which it can stay execution in all cases. On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgement or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself.» [δική μου υπογράμμιση] Κατ' αρχάς διαπιστώνεται ότι η αναστολή μέτρων εκτέλεσης δεν δύναται επ' ουδενί να καταλήγει στη μετατροπή του Δικαστηρίου σε Εφετείο του εαυτού του. Εκ δευτέρου, κρίνεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση δεν επιζητείται η αναστολή μέτρων εκτέλεσης Διατάγματος του Δικαστηρίου, η οποία δυνατόν να εμπίπτει στην άσκηση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, βάσει λόγων που αφορούν αυτή τούτη τη διαδικασία εκτέλεσης. Προϋποθέσεις και νομολογία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων: Εξέταση κυρίως Αίτησης - άρθρα 32 και 6: Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 [4] του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Για να εκδοθούν τα προσωρινά Διατάγματα, πρέπει να ικανοποιηθώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και ότι, εκτός αν εκδοθούν τα Διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται από το αποδεικτικό υλικό του Αιτητή. Τα δύο κριτήρια είναι αλληλένδετα, όμως το πρώτο εξετάζεται σε σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης και το δεύτερο συσχετίζει την νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται κατά το τέλος της υπόθεσης, θεωρείται ότι έχει επιτύχει να ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο. Βλέπετε σχετικά πιο κάτω. Άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου: Η κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, υπέχει θέση Αγωγής έναντι της υπό εξέταση αίτησης. O περί Ενοικιοστασίου Νόμος, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προνοεί ρητά τις περιπτώσεις στις οποίες δυνατόν να ακυρωθεί, αναθεωρηθεί ή τροποποιηθεί προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιες συνέπειες ή δικαιώματα απορρέουν από την ακύρωση, ή αναθεώρηση (βλέπετε άρθρα 6 και 15 του Νόμου και Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679). Για σκοπούς ακύρωσης ή παραμερισμού ή αναθεώρησης του Διατάγματος έξωσης και της απόφασης ημερομηνίας 29.6.2020, στα πλαίσια της Αίτησης αρ. Ε57/19, οι Αιτητές πρέπει να αποδείξουν ένα ή περισσότερους από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Ν. 23/83. Με την Αίτηση τους, οι Αιτητές επικεντρώνονται ουσιαστικά, σε ένα λόγο, που αντιστοιχεί στο εδάφιο (δ), το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τα ακολούθους περιπτώσεις: (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του.» Σημειώνω σ' αυτό το στάδιο, ότι ο ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση στην ένορκο δήλωση του κ. Κότσαπα ότι η υπό εξέταση αίτηση και η Αίτηση ακύρωσης, δέον να είχαν καταχωρηθεί στα πλαίσια της Αίτησης Ε57/19, δεν ευσταθεί, εφόσον εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση ακολουθεί τον Τύπο 2 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ο οποίος είναι ο ενδεδειγμένος Τύπος για Αιτήσεις αυτής της φύσεως, Αιτήσεις που είναι πρωτογενείς. Βλέπετε επίσης σχετικά τον Κανονισμό 7(ζ), στον οποίο βασίζεται μεταξύ άλλων η υπό εξέταση αίτηση. Εδάφιο (δ): Τονίζω πρωτίστως ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του. Η αναστολή μέτρων εκτέλεσης δεν δύναται να καταλήγει στην μετατροπή του Δικαστηρίου σε Εφετείο του εαυτού του για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του και/ή την εξέταση ισχυρισμών που έπρεπε να είχαν εγερθεί ως υπεράσπιση (βλέπετε σχετικά το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451, πιο πάνω). Ο σκοπός του άρθρου 6 είναι η αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου από το ίδιο το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αποδεικνύονται τα όσα αναφέρονται σε ένα τουλάχιστον από τα εδάφια του άρθρου. Τίποτε απ' αυτά δεν συνεπάγεται τον έλεγχο του κατά πόσον το Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το Νόμο, ορθά έκρινε τη μαρτυρία, οι προϋποθέσεις του Νόμου πληρούνταν και ελήφθησαν υπόψη όλα όσα έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Όλα αυτά εμπίπτουν στη δικαιοδοσία Εφετείου και όχι του ιδίου του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εξ' ου και η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ουδόλως δύναται να αποτελέσει βάση για τέτοιου είδους αίτημα. Έρεισμα για τη ρηθείσα θέση βρίσκω στην ίδια την νομοθεσία και στις αυθεντίες Kennedy Hotels Ltd. v. Georghiou
(1982)2 J.S.C. 173 και Savvides v. Boscovits
(1965)1 C.L.R.
  1. Για σκοπούς ευκολότερης κατανόησης, σημειώνω ότι τα άρθρα 6 και 15 του Νόμου 23/83 απαντώνται, με παρόμοιο ή πανομοιότυπο λεκτικό, στο Rent (Control) Law, Cap. 86, ως άρθρα 14 και 21, στο Rent Control (Business Premises) Law 1961, Νόμος 17/61, ως άρθρα 5 και 13 και στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1975, Ν. 36/75, άρθρα 5 και 19, αντίστοιχα. Με τη δεύτερη αυθεντία πιο πάνω, κατέστη ξεκάθαρο ότι, κάτω από το άρθρο 5 του Νόμου 17/61, η εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου ουδόλως επηρεάζει τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι περιπτώσεις στις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να αναθεωρήσει ή παραμερίσει δική του απόφαση, δεν αποτελούν λόγους έφεσης. Οι Αιτητές πρέπει να καταδείξουν ότι η απουσία τους στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στην Αίτηση Ε57/19, πριν την έκδοση της Απόφασης, δεν οφειλόταν σε οποιαδήποτε παράλειψη ή αμέλεια εκ μέρους τους. Από τα ενώπιον μου τεθέντα, εκ πρώτη όψεως, φαίνεται ότι υπήρξε παράλειψη εκ μέρους των Αιτητών στην παρούσα, εξ' ου και η έκδοση απόφασης εναντίον τους ερήμην. Είναι πάντοτε υποχρέωση του ιδίου του διαδίκου να βεβαιώνεται ότι οι προθεσμίες που τάσσονται, είτε από τον Νόμο και τους Κανονισμούς, είτε από το Δικαστήριο, τηρούνται, αφού ο διάδικος είναι υπόλογος για τις προθεσμίες αυτές και είναι υποχρέωση του να δείχνει ενδιαφέρον για το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η υπόθεση του ανά πάσα στιγμή. Είναι η κρίση μου ότι ο σκοπός του νομοθέτη όταν θεσπιζόταν το εδάφιο (δ) ήταν η παροχή ευκαιρίας σε διάδικο να ακυρώσει απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε εναντίον του, όταν αυτός έπραξε ότι ήταν δυνατόν υπό το φως των προσωπικών του περιστάσεων να εμφανιστεί ή εκπροσωπηθεί σε υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου ή να εξοφλήσει την οφειλή του και αυτό δεν κατέστη δυνατόν, ή όπου ήταν παντελώς αδύνατον ή εξαιρετικά δύσκολο για το διάδικο, έστω να λάβει μέτρα ή να προνοήσει για την εμφάνιση ή εκπροσώπηση του ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με τους Κανονισμούς ή την εξόφληση οφειλόμενου ποσού. Οι Αιτητές, ως Καθ' ων η Αίτηση στα πλαίσια της Ε57/19, δεν είχαν ενεργήσει ως ανωτέρω. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι οι Αιτητές ουσιαστικά, προβάλλουν υπεράσπιση στην Αίτηση Έξωσης Ε57/19 και η προσπάθεια τους είναι να πείσουν ότι η υπεράσπιση αυτή είναι καλή και βάσιμη. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο με βάση το άρθρο
  2. Η υπόθεση εκείνη έχει διεκπεραιωθεί. Οτιδήποτε εγείρεται σε σχέση με υπεράσπιση των Αιτητών σ' εκείνη την υπόθεση, δυνατόν να εξεταστεί στα πλαίσια Έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε Αιτήσεις της φύσεως της κυρίως Αίτησης, το Δικαστήριο εξετάζει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων του άρθρου
  3. Καμία απ' αυτές δεν αφορά την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην προηγούμενη υπόθεση. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση στην ένσταση τους, έχουν, σε μεγάλο βαθμό, παραμείνει αναντίλεκτοι. Μεταξύ αυτών και η υπόδειξη ότι οι Αιτητές δεν αρνούνται την ύπαρξη οφειλής εκ μέρους τους, κάποιου ποσού ως καθυστερημένα ενοίκια. Προϋποθέσεις επιφύλαξης άρθρου 32: Επανερχόμενη στο άρθρο 32, διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως, από τα ενώπιον μου τεθέντα, φαίνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με την απουσία των Αιτητών από τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στην Αίτηση Ε57/19, στην οποία εκδόθηκε ερήμην των τελευταίων, Απόφαση και Διάταγμα Έξωσης, ώστε δυνατόν να δικαιολογείται η ακύρωση ή παραμερισμός τους. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε σχετικά Karydas Taxi Co. Ltd. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321). Έχω λάβει υπόψη τόσο την καθαρή γλώσσα της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1), όσο και την νομολογία που την ερμηνεύει, καθώς και σχετικές Αγγλικές αυθεντίες (βλέπετε Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Attorney General & Another v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Acropol Shipping Co. Ltd. and Others v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Hadjikyriacos & Co. v. United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd.
(1975)1 All E.R. 504, Fellowes and Another v. Fisher
(1975)2 All E.R. 829, Jonitexo v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Cyprus Sulphur κ.ά. ν. Παραρλάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040 και 1051, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201), Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169, Χρ. Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd.,
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1361, Papapetrou Bros Ltd. v. Παπαπέτρου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 741, Polyford Holdings Ltd. κ.ά. v. Rosestage Enterprises Ltd.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1042), Highgate Primary School Ltd. κ.ά. v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317) και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd.,
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1235. Είναι η κρίση μου ότι, εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση δεν εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία και ότι δεν υπάρχει πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, παραπέμπω στην αυθεντία Κ. Κυρισάββα κ.α. v. Κύζη,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι (στη σελίδα 1253): «Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρης απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 231)». Κρίνω ότι, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, δεν θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμα και εάν οι Αιτητές απωλέσουν την κατοχή του επίδικου υποστατικού, ως αποτέλεσμα εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης. Υπό το φως της ενώπιον μου μαρτυρίας, οι προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Σημειώνω δε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του» (βλέπετε σχετικά T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, στη σελίδα 1809). Κρίνω ότι δεν είναι εύλογο, ούτε δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα και ότι το ισοζύγιο του βολικού (balance of convenience) γέρνει υπέρ της μη έκδοσης τους. Το ισοζύγιο του βολικού κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, στοιχεία (βλέπετε σχετικά Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Βλέπετε σχετικά και πιο κάτω, στην αναφορά στην αυθεντία Ντέμιαν κ.ά. v. Τσαγγαρίδης κ.ά. Αναστολή εκτέλεσης: Σχετικό είναι το άρθρο 11
(5)[5] του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο, κατά την έκδοση της Απόφασης ημερομηνίας 29.6.2020, δεν διέταξε την αναστολή εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης, παρά μόνο καθόρισε το χρόνο συμμόρφωσης με το Διάταγμα, σε 15 ημέρες από την επίδοση αυτού. Για σκοπούς πληρότητας της κρίσης του Δικαστηρίου, εξετάζεται το πιο κάτω ζήτημα. Περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης - νομολογία: Σχετική είναι η Αγγλική αυθεντία Moore v. Registrar of Lambeth County Court
(1969)1 All E.R., σελ. 782, που αφορούσε την περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης διατάγματος έξωσης μετά τη λήξη περιόδου αναστολής την οποία το Δικαστήριο είχε δώσει με την έκδοση της απόφασης. Η εν λόγω αυθεντία έχει υιοθετηθεί στην Κυπριακή νομολογία (βλέπετε σχετικά Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256). Βλέπετε επίσης σχετικά το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451 (πιο πάνω), απόσπασμα που σκιαγραφεί τα όρια της δικαιοδοσίας όλων των Δικαστηρίων στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας τους, μετά την έκδοση απόφασης. Η αυθεντία Δημητρίου (πιο πάνω) αφορούσε την αναστολή εκτέλεσης απόφασης για περίοδο πέραν της περιόδου που προνοείται στη νομοθεσία και ο έντιμος Δικαστής κ. Στυλιανίδης, είπε τα εξής (σελίδα 262): «Στην Αγγλική υπόθεση Moore v. Registrar of Lambeth County Court [1969] 1 All E.R. 782, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι μετά την ημερομηνία της παράδοσης της κατοχής το Δικαστήριο της Κομητείας δεν είχε εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση του εντάλματος κατοχής. Στη σελ. 785, ο Edmund Davies, L.J. είπε:- "In my judgment this clearly is not so. Indeed, I very much doubt and am prepared here and now to hold, that the county court judge had no power after 3rd January had passed to suspend possession yet further." Ο θέσμιος ενοικιαστής διατηρεί την κατοχή όχι δυνάμει συμβάσεως, αλλά δυνάμει του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Η θέσμια ενοικίαση τερματίζεται με την έκδοση του διατάγματος εξώσεως ή παραδόσεως της κατοχής. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει εξουσία ή αρμοδιότητα να αναστείλει πάνω από ένα χρόνο την εκτέλεση της απόφασης ανάκτησης κατοχής. Η δικαιοδοσία των κατωτέρων Δικαστηρίων περιορίζεται εις εκείνη που ο ιδρυτικός νόμος τους απονέμει - (Christofi and Others v. Iacovidou [1986] 1 C.L.R. 236).» Σχετική είναι η απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στ. Ναθαναήλ (σε μονομελή σύνθεση), στην αυθεντία Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.2015. Στη σελίδα 9 της απόφασης και με αναφορά στο άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ο έντιμος Δικαστής λέγει: «Η πιο πάνω πρόνοια είναι κατά το Δικαστήριο σαφέστατη στο λεκτικό της. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων εκδίδοντας απόφαση ή διάταγμα ανάκτησης κατοχής υποστατικού, τηρουμένου του όρου ότι ο ενοικιαστής θα πληρώσει παν οφειλόμενο ποσό, δύναται να αναστείλει την εκτέλεση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Αυτή η πρόνοια παραπέμπει στην άπαξ ευχέρεια του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστείλει το διάταγμα κατοχής κατά ανώτατο όριο για ένα έτος, με μόνη άλλη πρόνοια την περίπτωση της διαφορετικής μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Αυτό το δικαίωμα ή ευχέρεια αναστολής παρέχεται στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων κατά την ώρα της έκδοσης της απόφασης. Δεν είναι επιτρεπτό να δοθεί, όπως έγινε στην υπό κρίση υπόθεση, περίοδο πρόσθετης αναστολής η οποία αρχικά καθορίστηκε να ήταν το αργότερο μέχρι 20.8.2014, δηλαδή, για περίοδο έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Μεταγενέστερα όμως δόθηκε πρόσθετος χρόνος με αφορμή την αίτηση που εισήγαγαν οι καθ' ων ως ενοικιαστές, με αποτέλεσμα ο χρόνος παράδοσης της κατοχής να έχει επιμηκυνθεί έτι περαιτέρω. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει δικαίωμα, ως φαίνεται να προκύπτει από το σκεπτικό του, πρόσθετων και διαδοχικών παρατάσεων μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους. Η παράταση δίδεται κατά διακριτική ευχέρεια στη βάση των γεγονότων που συνθέτουν την όλη υπόθεση και όταν εκδίδεται η απόφαση. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό του άρθρου 11
(5), όπου αναφέρεται «το Δικαστήριο εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα.». [δική μου υπογράμμιση] Και στη σελίδα 11: «Δεν υπάρχει άλλη πρόνοια στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο που να επιτρέπει εκ των υστέρων στον υπό έξωση ενοικιαστή να υποβάλει αίτημα για παράταση του αρχικού χρόνου που δόθηκε με τη δικαστική απόφαση.» Η πιο πάνω αυθεντία αφορούσε την έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης λόγω καταχώρησης Έφεσης. Στη μεταγενέστερη αυθεντία Ανδρέας Μιχαηλίδης v. Θωμάς Σάββα Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, απόφαση ημερομηνίας 22.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:A314, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ.Ν. Γιασεμής (σε τριμελή σύνθεση), με αναφορά στην υπόθεση Ποχτζελιάν, είπε τα εξής (σελίδα 2 της απόφασης): «Στην πιο πάνω υπόθεση, με βάση παλαιότερη νομολογία (Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256), επιβεβαιώθηκε ότι το εν λόγω Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να παρατείνει το χρόνο αναστολής που προβλέπεται στο άρθρο 11
(5)του Ν. 23/1983. Διαπιστώθηκε, όμως, ότι αυτό δεν εμποδίζεται, όπως, ακριβώς, προκύπτει από την υπόθεση Παπά v. Οικονομίδου κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 58, να αναστείλει την απόφαση του, δυνάμει της Δ.35, Κ. 18, των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.» Στην αυθεντία Ντέμιαν κ.ά. v. Τσαγγαρίδης κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, απόφαση ημερομηνίας 22.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A302, η έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα. Π. Παναγή (σε τριμελή σύνθεση), με αναφορά και στην απόφαση Ανδρέας Μιχαηλίδης v. Θωμάς Σάββα Λτδ (πιο πάνω), είπε τα εξής (σελίδα 4 της απόφασης): «Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35, Θ.18. Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός που περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης.» [δική μου υπογράμμιση] Ακόμα, στη σελίδα 8 της απόφασης, η έντιμη Δικαστής είπε: «Εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα πρόγνωση, στη βάση του ενώπιον μας υλικού, ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης. Σε περίπτωση δε που εγκριθεί η αίτηση, θα επηρεαστούν δυσμενώς οι εφεσίβλητοι ιδιοκτήτες αφού θα στερηθούν της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος, ενόσω υφίσταται αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος κατοχής. Αυτός ο επηρεασμός όμως είναι κατά πολύ μικρότερος έναντι του δυσμενούς επηρεασμού που θα υποστεί η εφεσείουσα σε περίπτωση που παραδοθεί το μίσθιο, δεδομένου ειδικά ότι η διαφορά των διαδίκων αφορά ουσιαστικά στο κατά πόσο η εφεσείουσα όφειλε να καταβάλλει το ποσό των €400 μηνιαίως, όπως θεωρούν οι εφεσίβλητοι, αντί του ποσού των €300 μηνιαίως, που αυτή κατέβαλλε πριν από την καταχώριση της κύριας αίτησης στο πρωτόδικο Δικαστήριο και εξακολουθεί να καταβάλλει, ως το ενοίκιο που η ίδια θεωρεί συμφωνηθέν και νομίμως πληρωτέο. Σε περίπτωση δε εκτέλεσης του διατάγματος κατοχής του διαμερίσματος, θα είναι αδύνατη πλέον η επανεγκατάσταση της εφεσείουσας σε αυτό.» [δική μου υπογράμμιση] Η αυθεντία αφορούσε μεν την αναστολή μέτρων εκτέλεσης εκκρεμούσης Έφεσης, αλλά οι αναφορές της εντίμου Δικαστού στην ουσιαστική διαφορά των διαδίκων σχετικά με το ύψους του πληρωτέου ενοικίου, έχουν άμεση σχέση με τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, ως και οι αναφορές για την προσμέτρηση του δυσμενούς επηρεασμού των μερών εάν εκδοθεί ή δεν εκδοθεί Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης. Είναι η κρίση μου ότι η αναφορά στο δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των μερών, ισχύει πλήρως και στην παρούσα υπόθεση, παρόλο που αυτή αφορά αίτημα αναστολής μέτρων εκτέλεσης εκκρεμούσης Αίτησης Παραμερισμού ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Από τις πιο πάνω αυθεντίες, συνάγεται ότι, σε περίπτωση καταχώρησης Έφεσης εναντίον απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ακούσει αίτηση για την έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, δυνάμει της Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να εκδώσει, ένα ούτως κρίνει, Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και του όποιου Διατάγματος έξωσης, είτε είχε αναστείλει αρχικά κατά την έκδοση της εφεσιβληθείσας απόφασης, την εκτέλεση του Διατάγματος έξωσης, δυνάμει του άρθρου 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, είτε όχι. Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει καταχωρηθεί Έφεση εναντίον της απόφασης στην Ε57/19, αλλά Αίτηση Παραμερισμού της, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο. Είναι η κρίση μου ότι, εάν είχε δοθεί αρχικά, κατά την έκδοση της απόφασης στην Ε57/19, χρόνος αναστολής εκτέλεσης του Διατάγματος έξωσης δυνάμει του άρθρου 11
(5), δεν θα υπήρχε η δυνατότητα έκδοσης Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης του, σε αίτηση ως η υπό εξέταση, στα πλαίσια της εναρκτήριας Αίτησης Παραμερισμού, εκτός ίσως εάν η απόφαση και το Διάταγμα, είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου, είχαν ανασταλεί αρχικά εκ συμφώνου και υπήρχε ισχυρισμός απάτης ή ουσιώδους λάθους. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ακολουθεί και δεν αντικρούει, τόσο το σκεπτικό στην Ντέμιαν (πιο πάνω), όσο και τα άρθρα 32 και 47 [6] του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αποτέλεσμα: Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της απόφασης ημερομηνίας 29.6.2020 στην Αίτηση Ε57/19, ήτοι €100.000 - €500.000. (Υπ.) .............. Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12 (α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμού αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] 9.
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για την επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό. Κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.
(4)Καμία διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, δεν θα ερμηνεύεται ότι επηρεάζει και εφαρμόζεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκτέλεσης.» [3] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In sum, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." [4] «32
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστατικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» [5] "Το Δικαστήριο, εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ), (η), (θ), (ι), (ια) και (ιβ) του άρθρου τούτου, δύναται, τηρουμένου του όρου ότι ο ενοικιαστής θα πληρώσει παν ποσόν το οποίο νομίμως οφείλεται ή δυνατόν να καταστή οφειλόμενον υπ' αυτού, να αναστείλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλει την ημερομηνίαν κατοχής δια τοιαύτην περίοδον μη υπερβαίνουσαν το εν έτος, εκτός εάν οι διάδικοι άλλως ήθελον συμφωνήσει, και υπό την επιφύλαξιν τοιούτων όρων οίους το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει κατάλληλους." [6] «Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αυτή έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή η εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.