← Κύπρος

Μουξούρη ν. Αδαμίδη, Αίτηση Αρ.: Κ6/15, 27/4/2020

Μουξούρη ν. Αδαμίδη, Αίτηση Αρ.: Κ6/15, 27/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ/ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Κ6/15 Μεταξύ: ΧΧΧ Μουξούρη, από τη Λευκωσία Αιτήτριας Και ΧΧΧ Αδαμίδη, από το Στρόβολο Καθ' ου η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση έρευνας 27.4.2020 Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Ο Καθ' ου η Αίτηση εμφανίστηκε προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 6.12.2019, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση εξαιτείται ως ακολούθως: «Α. Τη διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Καθ' ου η Αίτηση και αναφορικά με οποιουδήποτε δωρεά, παράδοση, μεταβίβαση, επιβάρυνση, διακίνηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρος αυτού. Β. Διάταγμα ακύρωσης οποιοσδήποτε καταδολιευτικής μεταβίβασης δωρεάς, παράδοσης, επιβάρυνσης, διακίνησης ή άλλης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων ή διάθεσης των, από τον Καθ' ου η Αίτηση στα οποία αυτός προέβη μετά τη δημιουργία ή τη γένεση της αστικής ευθύνης τα οποία, περιουσιακά στοιχεία, δύνανται να διατεθούν για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει όπως το οφειλόμενο χρέος πληρωθεί με δόσεις €300.-, εκάστη ή στα ποσό που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο. Δ. Οποιανδήποτε άλλη διαταγή ήθελε το Δικαστήριο διατάξει. Ε. Τα έξοδα της αίτησης νόμιμο τόκο επί των εξόδων, πλέον Φ.Π.Α και έξοδα επίδοσης.» Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1-3, 8 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 1999, Ν.134(Ι)/99, Κεφ.6, ΜΕΡΟΣ VIII άρθρα 82-90 και ΜΕΡΟΣ IX άρθρα 91Γ, 91Ε - 91Ζ, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 31, 41 και 42 και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Γεώργιου Παπαθεοδώρου. Ο κ. Παπαθεοδώρου λέγει ότι είναι ο δικηγόρος Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση αυτή και έχει κατάλληλα εξουσιοδοτηθεί από την Αιτήτρια να προβεί στη δήλωση του. Την 5.2.2016 εκδόθηκε Απόφαση για καταβολή των εξόδων της Αιτήτριας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση για το ποσό των €729.- πλέον τόκο προς 4% από 10.2.2015 μέχρι 31.12.2016, 3,5% ετησίως από 1.1.2017 μέχρι 31.12.2018 και 2% ετησίως από 1.1.2019 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον €3.- πραγματικά έξοδα, €29.- έξοδα απόφασης, πλέον Φ.Π.Α. Ο Καθ' ου η Αίτηση ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι της πιο πάνω Απόφασης. Εξ όσων προσωπικά γνωρίζει ο ενόρκως δηλών, ο Καθ' ου η Αίτηση εργάζεται ως δικηγόρος, χειρίζεται διάφορες υποθέσεις και έχει αρκετά εισοδήματα. Είναι σε θέση να καταβάλλει το ποσό των €300.- μηνιαίως έναντι του ως άνω περιγραφομένου εξ' αποφάσεως χρέους του. Ένσταση: Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση στις 7.2.2020 και αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1, 2, 3, 8 & 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος VIII και IX όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.134(Ι)/99, άρθρα 82 - 87, 90, 91Α, 91Β, 91Γ, 91Ε, 91ΣΤ, 91Ζ, 91Η, 91Θ και 91Ι, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 31, 41 και 42 και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Ο Καθ' ου η Αίτηση εγείρει τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις:

  1. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη λόγω του ότι έγινε από Δικηγόρο ο οποίος δεν είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια.
  2. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη λόγω του ότι ο Δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση προβαίνει στην ένορκη δήλωση.
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη λόγω του ότι ο Γιώργος Παπαθεοδώρου δεν παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι η Αιτήτρια.
  4. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη λόγω του ότι ο Γιώργος Παπαθεοδώρου δεν πληροφόρησε την Αιτήτρια για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  5. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή ατεκμηρίωτη και/ή καταχρηστική και/ή στερείται πραγματικού υπόβαθρου και/ή είναι αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  6. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την παρούσα αίτηση καθότι καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και όχι στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας.
  7. Στο Φάκελλο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει Τύπος Διορισμού Δικηγόρου με τον οποίο η Αιτήτρια διόρισε τον Γεώργιο Παπαθεοδώρου να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση.
  8. Η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει να αυξήσει τα δικηγορικά έξοδα του Δικηγόρου της Αιτήτριας Γεώργιου Παπαθεοδώρου, καθότι στην κυρίως αίτηση έχουν επιδικασθεί έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
  9. Ο Γεώργιος Παπαθεοδώρου ουδέποτε ειδοποίησε τον Καθ' ου η Αίτηση για να καταβάλει το επιδικασθέν ποσόν των εξόδων και προχώρησε άμεσα στην καταχώρηση της παρούσα αίτησης.
  10. Τα έξοδα επιδικάσθηκαν υπέρ της Αιτήτριας και όχι υπέρ του Δικηγόρου της Αιτήτριας και ο Δικηγόρος της Αιτήτριας αξιοί αυτά τόσο από την Αιτήτρια όσο και από τον Καθ' ου η Αίτηση.
  11. Ο Δικηγόρος της Αιτήτριας έχει προβεί σε ψευδορκία καθότι ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από την Αιτήτρια να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση όπως ψευδώς αναφέρει στην ένορκη δήλωση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
  12. Στην αίτηση η οποία επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση δεν επισυνάπτεται το διάταγμα εξόδων ημερομηνίας 5/2/2016.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Ιστορικό: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως Αίτηση, καταχωρίστηκε την 10.2.
  13. Μαζί με την κυρίως Αίτηση, καταχωρίστηκε Τύπος Διορισμού Δικηγόρου από την Αιτήτρια, διορίζοντας τον κ. Γεώργιο Παπαθεοδώρου, ως δικηγόρο της. Από το φάκελο της υπόθεσης, φαίνεται ότι το Δικαστήριο εξέδωσε Ενδιάμεση Απόφαση την 5.2.2016, για την εκδίκαση προδικαστικά νομικού σημείου στα πλαίσια αίτησης δια κλήσεως του Καθ' ου η Αίτηση ημερομηνίας 20.10.
  14. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και επιδίκασε έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, ως θα υπολογίζονταν από τη Γραμματέα και εγκρίνονταν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €2.000 - €10.000 και να πληρώνονταν στο τέλος της διαδικασίας. Στις 14.12.2018, το Δικαστήριο εξέδωσε Τελική Απόφαση, με την οποία απέρριψε την κυρίως Αίτηση, με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία συνίστανται στα πραγματικά έξοδα, περιλαμβανομένης της κλήτευσης μαρτύρων, εφόσον ο Καθ' ου η Αίτηση δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ώστε να προκύπτουν έξοδα. Η υπό εξέταση αίτηση αφορά τα έξοδα της αίτησης ημερομηνίας 20.10.2015 υπό του Καθ' ου η Αίτηση (βλέπετε πιο πάνω), τα οποία υπολογίσθηκαν από τη Γραμματέα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, σε €729, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον €3.- πραγματικά έξοδα, πλέον €29.- έξοδα της απόφασης, πλέον Φ.Π.Α. Κατά την πρώτη εμφάνιση στην υπό εξέταση αίτηση, την 9.1.2020, ο Καθ' ου η Αίτηση δήλωσε πως, ενώ είναι επιτυχών διάδικος, καλείται να πληρώσει. Δεν ειδοποιήθηκε, έχει να παίρνει πραγματικά έξοδα και καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση εν αγνοία της Αιτήτριας. Το λογικό είναι, όπως εισηγήθηκε, να δοθεί η διαφορά. Η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση δεν αφορά αυτή τούτη τη δυνατότητα του να καταβάλει το εξ' αποφάσεως χρέος. Αφορά γενικότερα την τοποθέτηση του έναντι της καταχωρήσεως της υπό εξέταση αίτησης, όχι αναφορικά με την ουσία της. Όπως συμφωνήθηκε με τους ευπαιδεύτους συνηγόρους, το Δικαστήριο δεν άκουσε μαρτυρία, παρά μόνο αγορεύσεις επί των προδικαστικών σημείων. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο προχωρεί με την εξέταση των θέσεων των μερών. Νομική πτυχή: Ένορκος δήλωση υπό δικηγόρου: Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση έγινε από το δικηγόρο ο οποίος εκπροσώπησε την Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση και ο οποίος καταχώρισε και χειρίστηκε την υπό εξέταση αίτηση. Σχετικές είναι αυθεντίες In Re I.A. an Advocate

(1987)1 C.L.R. 319, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, Τζεννάρο Περρέλα (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 και Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.,
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358. Στην Τζεννάρο Περέλλα, στη σελίδα 359, ο έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου είπε ότι: «Η θέση του δικηγόρου ως λειτουργού της δικαιοσύνης οριοθετεί και το πλαίσιο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.» Είναι γεγονός ότι η υπό εξέταση αίτηση αφορά δικηγορικά έξοδα. Είναι επίσης γεγονός ότι, στην προκείμενη περίπτωση, τα σημεία που εγείρονται τόσο με την υπό εξέταση αίτηση, όσο και με την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει, δεν είναι νομικά, ούτε οι λόγοι για τους οποίους υποβάλλεται το αίτημα είναι νομικοί και τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν το αίτημα πρέπει να είναι γνωστά και στην Αιτήτρια, όχι μόνο στο δικηγόρο της. Τα έξοδα είχαν επιδικαστεί υπέρ της σε μία ενδιάμεση αίτηση και εναντίον της στην κυρίως Αίτηση (βλέπετε πιο πάνω). Ιδωμένη υπ' αυτό το πρίσμα, κρίνω ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη εκ του γεγονότος ότι ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις, δεν προκύπτει εμφανής λόγος γιατί προβαίνει στην ένορκο δήλωση ο δικηγόρος και όχι η διάδικος. Στην αυθεντία Πέτρου Ζωγράφου κ.ά. v. Drosoneri Farm Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 379/2012, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2015, όπου στη σελίδα 3 της απόφασης, η έντιμη Δικαστής κα. Π. Παναγή λέγει: «Θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι δεν παραγνωρίζουμε τη θέση των εφεσειόντων περί παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση λόγω όμνυσης της από δικηγόρο. Παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που ο ομνύων δεν χειρίζεται την υπόθεση, ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (βλ. Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ..» (βλ. Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013).» Στην προκείμενη περίπτωση, όχι μόνο προβαίνει στην ένορκο δήλωση δικηγόρος, αλλά ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση και εμφανίζεται στη διαδικασία. Κρίνω ότι αυτή είναι παράτυπη. Εγκυρότητα αίτησης: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Στην υπό εξέταση αίτηση παρατηρείται ένα σημαντικό λάθος: ενώ η Κλήση Μάρτυρος έχει εκδοθεί με τον τίτλο της κυρίως Αίτησης και τον αριθμό της και με αναφορά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, η υπό εξέταση αίτηση και η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει, έχουν καταχωρηθεί με τον ορθό τίτλο και αριθμό μεν, αλλά με αναφορά ότι εγείρονται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σχετικός είναι ο Κανονισμός 12(β) [2], ο οποίος είναι αντίστοιχος της παλαιάς Διαταγής 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπετε σχετικά N.P. Lanitis v. Panayides
(1986)1 C.L.R. 490). Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 494[3]. Η Δ.64 μεταγενέστερα τροποποιήθηκε αλλά ο Κανονισμός 12(β) δεν τροποποιήθηκε. Πρόκειται λοιπόν περί παρατυπίας ή ακυρότητας; Στην αυθεντία Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, αποφασίσθηκε ότι, παρ' όλο που η αίτηση ήταν απλά παράτυπη και δεν εμπεριείχε θεμελιώδες ελάττωμα που οδηγούσε σε ακυρότητα της όλης διαδικασίας, δεν σήμαινε αυτόματα και την ανοχή της παρατυπίας. Στην αυθεντία Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, είχε υποβληθεί αίτηση τροποποίησης διατάγματος διατροφής σε λανθασμένο Τύπο. Ακόμα και αν τέτοιο μέτρο θεωρηθεί αντικανονικό και όχι άκυρο η διαπίστωση από μόνη της δεν συνεπάγεται και την θεραπεία της παρατυπίας. Ο έντιμος Δικαστής, ως ήταν τότε, κ. Πικής, είπε ότι και παράτυπη να ήταν η αίτηση, η παρατυπία έπρεπε να θεραπευθεί πριν προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη (σελίδα 200). Στην υπόθεση Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ. κ.ά. ν. Arizona Trading Co. Ltd.
(1997)1Γ Α.Α.Δ., 1354, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικήτας είπε ότι: «Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε είδους ελάττωμα, παρανομία ή αντικανονικότητα.» (σελίδα 1359). Στην αυθεντία Παπακόκκινου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1357, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο λανθασμένος τίτλος δικογράφου δεν το καθιστά ανύπαρκτο. Το λανθασμένο αναγόταν στον τίτλο του δικογράφου (Απάντηση αντί Υπεράσπιση) και είχε δοθεί άδεια να τροποποιηθεί, όχι στην αναφορά στο Δικαστήριο, όπως η παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση Παπακόκκινου, θεωρήθηκε θεραπεύσιμη παρατυπία. Βλέπετε ακόμα την αυθεντία Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας
(2000)4(Α) Α.Α.Δ. 254. Σχετική είναι επίσης η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Άριστος Αρέστη v. Μαρίας Ερμογένους (Κοκονά),
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1844, όπου ο έντιμος Δικαστής κ. Μ.Μ. Νικολάτος, ως ήταν τότε, είπε (σελίδα 1849): «.. σύμφωνα με τη Δ.64, η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται, εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία» και στη σελίδα 1850: «Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες.» Συμπερασματικά, είναι η κρίση μου ότι, η παρατυπία δεν οδηγεί κατ' ανάγκην σε ακυρότητα και ότι αυτή πρέπει να θεραπεύεται με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα, πριν το Δικαστήριο κληθεί να εξετάσει την ενώπιον του κατάσταση (βλέπετε σχετικά MI Holdings Public Ltd. v. Παναγή
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 298 και Olympia Designs (Properties) Ltd εμπορευόμενης υπό την εμπορική επωνυμίας Olympia A. Designs v. Unique U.K. Inc. Εμπορευόμενης υπό την εμπορική επωνυμία Unique Party,
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1395), άλλως οι συνέπειες υφίστανται, ενώ το Δικαστήριο δεν προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, κρίνω ότι το λανθασμένο της αναφοράς στον τίτλο της υπό εξέταση αίτησης, δεν αποτελεί απλή παρατυπία αλλά την καθιστά άκυρο δικονομικό μέτρο. Αλλά ακόμα και αν θεωρηθεί ότι πρόκειται για παρατυπία, αυτή δεν έχει θεραπευθεί. Κατάληξη: Το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση είναι άκυρη και η ένορκος δήλωση που την συνοδεύει είναι παράτυπη. Ακόμα και εάν αυτό τούτο το δικονομικό μέτρο θεωρηθεί παράτυπο και όχι άκυρο, η παρατυπία δεν έχει θεραπευθεί. Υπ' αυτό το πρίσμα, οι ενστάσεις τις οποίες εγείρει ο Καθ' ου η Αίτηση, όχι αναφορικά με την ύπαρξη του εξ' αποφάσεως χρέους του ή τη δυνατότητα του να το αποπληρώσει, εν πολλοίς ευσταθούν. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, η εξουσιοδότηση του κ. Παπαθεοδώρου από την Αιτήτρια να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση, τεκμαίρεται αφ' ης στιγμής υπάρχει στο φάκελο Τύπος Διορισμού Δικηγόρου ο οποίος τον εξουσιοδοτεί να την εκπροσωπήσει, καίτοι αυτός καταχωρήθηκε με την κυρίως Αίτηση, κατά την έναρξη της διαδικασίας. Δεν έχει καταχωρηθεί ενώπιον μου οτιδήποτε άλλο σχετικό. Απορρίπτοντας την αίτηση για τους λόγους που έχουν παρατεθεί, θεωρώ ότι οι κύριοι συνήγοροι δυνατόν να εξεύρουν τρόπο να επιλύσουν το θέμα το οποίο έχει προκύψει, στα πλαίσια του Νόμου και των Κανονισμών και της Απόφασης του Δικαστηρίου. Απόφαση: Η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται ως άκυρη. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο η κάθε πλευρά να καταβάλει τα δικά της έξοδα και αυτή είναι η απόφαση μου. (Υπ.) Λ.Σ. Καμμίτση Πρόεδρος [1] 12(α) «Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς τους Νόμου.» [2] 12(β) «Μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών δε συνεπάγεται την ακύρωση της διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει τούτο.» [3] «A distinction is made between void and irregular proceedings. Void are those proceedings that fail to initiate the cause they purport to raise for judicial consideration. In that situation the Court cannot take cognizance of the matter. Irregular are proceedings that validly raise the cause before the Court but not in the manner ordained by relevant procedural requirements. Unless the irregularity is such as to cause a derailment of the cause, the proceedings will be saved by an appropriate amendment. .......... Broadly, there are two classes of void proceedings; the first encompasses proceedings instituted contrary to statutory or procedural requirements stipulated as a prerequisite for their valid initiation, and the second, proceedings that offend fundamental precepts of natural justice.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.