ΛΟΥΚΗ ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: Ε127/2016, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2020:19 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ Τμήμα Λεμεσού Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου και Αρ. Αίτησης: Ε127/2016 Μεταξύ: xxx xxx ΛΟΥΚΗ, από τη Λεμεσό Αιτήτριας και 1.xxx ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από τη Λεμεσό
- xxx ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από τη Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 13.03.2020 Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Άννα Γεωργίου για κκ. Α. Ι. Καρύδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (κος Μ. Νικολάου στην απαγγελία της απόφασης) Για Καθ' ου η αίτηση 2: κα Καρακατσιάνη για κκ. Αργ. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αναδρομή στο ιστορικό της παρούσας αίτησης είναι απαραίτητη για την καλύτερη κατανόηση της απόφασης. Στην πορεία της ακροαματικής διαδικασίας, η Αιτήτρια ζήτησε και εξασφάλισε (μετά από ακρόαση), την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση της Αίτησης έξωσης, με την προσθήκη ισχυρισμών περί αντικατάστασης του αρχικού ενοικιαστή του μισθίου και περί της διατήρησης σε ισχύ της εγγύησης του Καθ' ου η αίτηση 2 (στο εξής αναφερόμενος ως "ο Καθ' ου η αίτηση"). Το αίτημα εγκρίθηκε (μετά από ακρόαση) στις 26.9.2019 και τέθηκε από το Δικαστήριο προθεσμία για την καταχώρηση της τροποποιημένης Αίτησης καθώς και των λοιπών δικογράφων. Η τροποποιημένη Αίτηση καταχωρήθηκε όμως εκπρόθεσμα και τελικά διαγράφηκε (μετά από την υποβολή και έγκριση σχετικού αιτήματος του Καθ' ου η αίτηση). Με την παρούσα αίτηση, που καταχώρησε η Αιτήτρια στις 13.3.2020, επαναλαμβάνει αυτούσιο το αρχικό της αίτημα για τροποποίηση της κυρίως Αίτησης, με την προσθήκη ισχυρισμών, αναφορικά με: (α) την αντικατάσταση (περί το έτος 1995) του αρχικού ενοικιαστή από την Καθ' ης η αίτηση 1, (β) την διατήρηση σε ισχύ της εγγύησης του Καθ' ου η αίτηση 2 μετά την αντικατάσταση του ενοικιαστή. Η παρούσα αίτηση βασίζεται "επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.48 Θ. 1-3 και 5-7, και Δ.57, στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 και ως ετροποποιήθη, εις την διακριτική ευχέρεια, συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου" και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: Κατά την ακροαματική διαδικασία διαπιστώθηκε κενό στα δικόγραφα και συγκεκριμένα η μη επαρκής δικογράφηση στην Αίτηση, του γεγονότος ότι στις αρχές του έτους 1995, πριν την λήξη της περιόδου ενοικίασης του επίδικου καταστήματος (στο εξής αναφερόμενο ως "το μίσθιο"), ο Καθ' ου η αίτηση ζήτησε όπως η ενοικίαση συνεχιστεί στο όνομα της συζύγου του (Καθ' ης η αίτηση 1), η οποία θα αντικαθιστούσε τον μέχρι τότε ενοικιαστή, XXXXX Βασιλείου (πατέρα του Καθ' ου η αίτηση 2). Η αντικατάσταση έγινε με τη συγκατάθεση της ίδιας και της μητέρας της, ως συνιδιοκτήτριες που ήταν τότε, του επίδικου καταστήματος. Η Καθ' ης η αίτηση 1, ως ενοικιάστρια, παρέμεινε στο μίσθιο και κατέστη θέσμια ενοικιάστρια, ενώ στις 24/5/2019 εκδόθηκε, εκ συμφώνου, σε βάρος της απόφαση για το οφειλόμενο ποσό των καθυστερημένων ενοικίων του μισθίου. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει στον Καθ' ου η αίτηση ζημιά, η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του, αφού με τη μαρτυρία που θα παρουσιάσει στην ακροαματική διαδικασία, θα μπορεί να θέσει τη δική του γραμμή υπεράσπισης. Αντιθέτως, τυχούσα απόρριψη της αίτησης, θα αποκλείσει την ήδη δοθείσα μαρτυρία (αναφορικά με την αντικατάσταση του ενοικιαστή) και αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τον μη προσδιορισμό όλων των επίδικων θεμάτων, σε βάρος του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Ένσταση Η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση (στην παρούσα αίτηση και Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, που στο εξής θα αναφέρεται ως "η Καθ' ης η αίτηση") καταχώρησε την 18.6.2020 ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στο αίτημα για τροποποίηση προβάλλοντας τους κάτωθι δεκατρείς λόγους ένστασης: Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή καταστρατήγηση της Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτή έχει τροποποιηθεί. Η Αιτήτρια με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης επιχειρεί επί της ουσίας την αναβίωση ενός Διατάγματος Τροποποίησης το οποίο έχει καταστεί άκυρο, ένεκα δικών της ενεργειών και/ή παραλείψεων, γεγονός ανεπίτρεπτο βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse οf the process οf the Court). Η παρούσα Αίτηση, είναι η δεύτερη κατά σειρά αίτηση τροποποίησης, η οποία καταχωρείται στο μέσο της ακροαματικής διαδικασίας και/ή ένα χρόνο μετά την πρώτη αίτηση τροποποίησης και η τυχόν έγκριση της θα εκτροχιάσει πλήρως την ακροαματική διαδικασία, αφού θα παρέλθει περίπου ενάμιση έτος από τη διακοπή της συνέχισης της ακρόασης για αυτό το σκοπό. Η καταχώριση της παρούσας Αίτησης γίνεται κακόπιστα αφού μόνο σκοπό έχει την επαναενεργοποίηση του Διατάγματος, ημερομηνίας 26/09/19 το οποίο κατέστη ipsο facto άκυρο ένεκα της ίδιας της Αιτήτριας. Η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Αίτησης της Αιτήτριας δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα, αλλά αποτελεί προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών που ήταν εις γνώση της πλευράς της Αιτήτριας εδώ και καιρό. Η καταχώριση της παρούσας Αίτησης γίνεται κακόπιστα και μόνο σκοπό έχει την τροποποίηση των δικογραφημένων ισχυρισμών της Αιτήτριας, ώστε να συνάδουν με προσκομισθείσα μαρτυρία από τον σύζυγο της Αιτήτριας και/ή ενώ είναι αντίθετη με τη μαρτυρία της ίδιας της Αιτήτριας, γεγονός το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της υφιστάμενης Αίτησης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στον Καθ' ου η Αίτηση και /ή θα θέσει αυτόν σε δυσμενέστερη θέση ώστε δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με έξοδα. Η Αιτήτρια δεν αιτείται ουσιαστικά τροποποίηση της Αίτησης της, αλλά αντικατάσταση της Αίτησης της και/ή η προτιθέμενη τροποποίηση που επιχειρεί να εισάξει είναι τέτοιας έκτασης, δεδομένου ότι επιχειρεί να εισάξει εντελώς νέα βάση και/ή νέο αγώγιμο δικαίωμα, που καθιστά την παρούσα Αίτηση ανεπίτρεπτη και/ή παράτυπη και/ή ενάντια στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή τους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει και/ή δεν επεξηγείται στην Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει και/ή η αιτούμενη τροποποίηση δεν οφείλεται σε καλόπιστο λάθος και/ή σε γεγονότα και/ή δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη σύνταξη της ήδη καταχωρηθείσας Αίτησης. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η Νομολογία στη βάση της νέας Διαταγής
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης, ο Καθ' ου η αίτηση, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και απορρίπτει και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Υιοθετεί το περιεχόμενο προγενέστερης του ένορκης δήλωσης[1] και υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι: Τα όσα η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η Καθ' ης η αίτηση 1 (σύζυγος του ιδίου) νοίκιασε το επίδικο κατάστημα στα πλαίσια ανεξάρτητης προφορικής συμφωνίας ενοικίασης, στην οποία ο ίδιος δεν ενεπλάκη με οποιοδήποτε τρόπο. Ουδεμία σχέση είχε με το επίδικο υποστατικό και δεν υπήρξε ο ίδιος εγγυητής των υποχρεώσεων της Καθ' ης η αίτηση 1 αφού καμία τέτοια γραπτή ή προφορική συμφωνία υπήρξε. Η μόνη δική του σχέση με το μίσθιο ήταν η βοήθεια που παρείχε στη σύζυγο του στα πλαίσια της εργασίας που διεξαγόταν σε αυτό. Το μίσθιο νοίκιαζε αρχικά ο πατέρας του, μέχρι και το έτος
- Μετά την εκπνοή του ενοικιαστηρίου εγγράφου η Αιτήτρια συμφώνησε προφορικά με την Καθ' ης η αίτηση 1, όπως η τελευταία ενοικιάσει το μίσθιο. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ενοικιάσεις με δύο διαφορετικά πρόσωπα, η μεν πρώτη δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου, ενώ η δεύτερη κατόπιν προφορικής συμφωνίας. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας βρίσκονται σε αντίθεση με το δικόγραφο της, αλλά και με τα όσα ίδια έχει αναφέρει στη διάρκεια της κατάθεσής της στο Δικαστήριο και δημιουργούν σύγχυση ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ενώ η Αιτήτρια στην μαρτυρία της ανέφερε ότι μετά την εκπνοή του ενοικιαστηρίου εγγράφου η Καθ' ης η αίτηση 1 κατείχε το μίσθιο, τώρα προσπαθεί να εισάγει τον ισχυρισμό ότι πριν την εκπνοή του εγγράφου το μίσθιο κατείχαν από κοινού ο πατέρας του και η Καθ' ης η αίτηση 1 και ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 αντικατέστησε τον ενοικιαστή με προτροπή του καθ' ου η αίτηση. Ασάφεια και αντίφαση υπάρχουν και στην μαρτυρία του Μ.Λ. συζύγου της Αιτήτριας, ο οποίος ενώ στην αντεξέταση του αρχικά ανέφερε ότι ο πραγματικός ενοικιαστής ήταν ο Καθ' ου η αίτηση, στην συνέχεια υποστήριξε ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ήταν από κοινού οι ενοικιαστές του μισθίου. Πέραν των πιο πάνω, η Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της (α) αρνήθηκε την ύπαρξη συμφωνίας με την οποία να συνεχίζεται η ενοικίαση στο όνομα της Καθ' ης η αίτηση 1 καθώς και οι δικές του υποχρεώσεις ως εγγυητή και (β) υποστήριξε ότι ο πραγματικός ενοικιαστής του μισθίου ήταν ο ίδιος και ότι για άλλους λόγους η ενοικίαση συνάφθηκε με τη σύζυγο του. Πληροφορείται από τους συνηγόρους του και υποστηρίζει ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της "αντικατάστασης" αφού δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 εκδήλωσε τέτοια πρόθεση. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας αποτελεί δεύτερες σκέψεις της ιδίας και η αίτηση έχει απώτερο σκοπό την έκδοση απόφασης σε βάρος του στη βάση ψευδών γεγονότων. Οι ισχυρισμοί που επιχειρεί να εισάγει στο δικόγραφο της η Αιτήτρια, δεν αποτελούν νέα γεγονότα αλλά γεγονότα που συνέβηκαν πριν από 25 χρόνια. Η Αιτήτρια με αυτή την τροποποίηση επιδιώκει να διορθώσει τα λάθη στα οποία υπέπεσε κατά την παρουσίαση της δικής της μαρτυρίας, ενώ η ίδια παραδέχεται ότι σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η διόρθωση αυτής της έλλειψης στην Αίτηση. Όπως πληροφορείται από τη συνήγορό του, η διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν επιτρέπει την τροποποίηση των δικογράφων μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, παρά μόνο εάν διαφανεί ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος ή ότι έχουν προκύψει γεγονότα μετά την σύνταξη των δικογράφων. Ως εκ τούτου και επειδή η υπόθεση βρίσκεται στο μέσω της ακροαματικής διαδικασίας, η Αιτήτρια κωλύεται να προωθεί την παρούσα αίτηση. Η παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρείται μετά την ακύρωση του προηγηθέντος διατάγματος τροποποίησης, καταδεικνύει την κακή πρόθεση της Αιτήτριας, αφού δεν αποτελεί την προσπάθεια διόρθωσης καλόπιστου λάθους αλλά την αναβίωση του διατάγματος που ακυρώθηκε λόγω της δικής της συμπεριφοράς. Αγορεύσεις: Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις[2]. Σε αυτές θα αναφερθώ πιο κάτω, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο. Νομική Πτυχή: Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του
- Αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων μετα την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, στην Δ.25, θθ.1
(3)- 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοούνται τα ακόλουθα: «1.[.]
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.
- Όταν οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή οποιοδήποτε δικόγραφο τροποποιηθεί, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, πρέπει να σημειωθεί σ' αυτό η ημερομηνία του διατάγματος σύμφωνα με το οποίο τροποποιήθηκε και της ημέρας κατά την οποία έγινε η τροποποίηση αυτή, με τον ακόλουθο τρόπο, δηλαδή: «Τροποποιήθηκε την ....................... ημέρα του ....................... σύμφωνα με διάταγμα ημερομηνίας .......................του .......................»
- Εάν διάδικος, ο οποίος έλαβε διάταγμα για άδεια να τροποποιήσει, δεν τροποποιήσει σύμφωνα με αυτό εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο διάταγμα ή αν δεν καθορίζεται σ' αυτό προθεσμία, τότε εντός δεκαπέντε ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, τέτοιο διάταγμα για τροποποίηση, αφού εκπνεύσει η προθεσμία που καθορίζεται όπως ελέχθη πιο πάνω, ή οι δεκαπέντε μέρες, ανάλογα με την περίπτωση, θα καθίσταται ipso facto άκυρο, εκτός εάν η προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο.
- Όταν οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή οποιοδήποτε δικόγραφο τροποποιηθεί, το τροποποιημένο έγγραφο πρέπει να παραδοθεί στον αντίδικο μαζί με επίσημο αντίγραφο του διατάγματος που παρέχει άδεια για τροποποίηση, εντός του χρόνου που επιτρέπεται για τροποποίηση.
- Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.
- Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.
- Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα. [.]" Επομένως, μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, σε δύο μόνο περιπτώσεις δύναται να επιτραπεί η τροποποίηση δικογράφου: (α) όταν αποδειχθεί η ύπαρξη εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας, και (β) όταν προκύψουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής (δηλαδή της Αίτησης Ενοικιοστασίου, όσον αφορά το παρόν Δικαστήριο) ή της καταχώρησης της δικογραφίας, της οποίας η τροποποίηση επιδιώκεται. Στο βαθμό που εξακολουθεί να υπάρχει στην Δ.25 η πρόνοια ότι οι αναγκαίες τροποποιήσεις "γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος", θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής η νομολογία που ερμηνεύει (στο πλαίσιο των καταργημένων διατάξεων) τις αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική ευχέρεια του κατά την εξέταση τέτοιων αιτημάτων. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704, Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε306/2016 και Ε307/2016, 6 Ιουλίου 2018. Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός από το ζήτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, τόσο η γνησιότητα των προθέσεων της Αιτήτριας, όσο και η αναγκαιότητα και ο βαθμός της χρησιμότητας της τροποποίησης. Συνοψίζοντας την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία, σε συνδυασμό πάντοτε με τις πρόνοιες της νέας Δ.25, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράγοντες: · Η τροποποίηση δικογράφων μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες είναι δυνατή μόνο στις πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις και εφόσον αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς των διαδίκων. · Κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση της Αίτησης, υποβλήθηκε τρία έτη μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθώ επιγραμματικά στην απαίτηση της Αιτήτριας εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Αυτή αφορά την έκδοση απόφασης εναντίον του τελευταίου για το ποσό των €28.000.- , υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή στη συμφωνία ενοικίασης του μισθίου, ως το εξ' αποφάσεως χρέος της Καθ' ης η αίτηση 2[3]. Αυτό που η Αιτήτρια υποστηρίζει είναι ότι η Αίτηση της δεν καλύπτει τους ισχυρισμούς της περί της αντικατάστασης του αρχικού ενοικιαστή και της διατήρησης της εγγύησης του Καθ' ου η αίτηση, λόγω "παράληψης είτε και αμέλειας και λόγω εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους των δικηγόρων" της. Η αιτούμενη τροποποίηση, λέει η Αιτήτρια, σκοπό έχει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προς οριστική επίλυση, όλα τα θέματα που σχετίζονται με την αίτηση έξωσης και τη διαφορά, μεταξύ των διαδίκων. Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας αίτησης, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.25 Θ.1, διαπιστώνω καταρχήν ότι όλα τα γεγονότα που επιθυμεί η Αιτήτρια να περιλάβει στην Αίτηση της ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρησης της. Επομένως, δεν τυγχάνει εφαρμογής η εξαίρεση που αφορά τα "νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της δικογραφίας". Απομένει έτσι να εξεταστεί κατά πόσον η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών στο δικόγραφο της Αιτήτριας, αποτελεί "εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας". Ανατρέχοντας και πάλι στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, διαπιστώνω ότι αυτό που η μάρτυρας αναφέρει είναι ότι στο δικόγραφο της υπάρχει κενό λόγω της μη επαρκούς δικογράφησης (του γεγονότος της αντικατάστασης του ενοικιαστή κατά το έτος 1995). Θα πρέπει έτσι να εξεταστεί εάν αυτή η θέση εμπίπτει στην έννοια του "εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους", η οποία παραπέμπει σε απροσεξία και στην ειλικρινή και χωρίς υστεροβουλία σύνταξη της δικογραφίας με τρόπο που αποκλίνει από τον ορθό. Πως εμπίπτουν τα πιο πάνω στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους, δεν έχει εξηγηθεί. Η επίκληση της αμέλειας των συνηγόρων της Αιτήτριας χωρίς άλλη εξήγηση (όπως π.χ. ζητήθηκαν αλλά παρανοήθηκαν οι πληροφορίες που η Αιτήτρια έδωσε στους συνηγόρους της ή ίσως παρέλειψαν οι τελευταίοι να ζητήσουν από την Αιτήτρια ικανοποιητικές πληροφορίες, κατά την ανάθεση της υπόθεσης), δεν είναι αρκετή. Η λακωνική αναφορά της Αιτήτριας σε "κενό" στα δικόγραφα και η απλή επίκληση "αμέλειας" των συνηγόρων της δεν βοηθούν το Δικαστήριο, αφού καμία άλλη περαιτέρω εξήγηση δίδεται από την ενόρκως δηλούσα. Βρίσκω έτσι ότι το "κενό στο δικόγραφο" από μόνο του δεν εμπίπτει στην απροσεξία και στο εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος. Στη βάση των ανωτέρω λεχθέντων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αποδεικτικό υλικό της Αιτήτριας δεν είναι αρκετό ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βαραίνει στην παρούσα περίπτωση, όπου η αιτούμενη τροποποίηση είναι τόσο σημαντική, ώστε να ανατρέπει τη βάση του αγώγιμου δικαιώματος της Αιτήτριας εναντίον του Καθ' ου η αίτηση (με την προσθήκη νέων πραγματικών και νομικών γεγονότων). Κρίνω έτσι ότι η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη και ότι η διακριτική μου ευχέρεια δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της. Ανατροπή προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης Δεν μου διαφεύγει ότι η παρούσα απόφαση αποτελεί ανατροπή της προηγούμενης απόφασης μου επί του αιτήματος της Αιτήτριας για τροποποίηση. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Μιχαλης Ρουβήμ ν. Laiki Cyprialife
(2011)1 ΑΑΔ 1300, όπου λέχθηκαν τα εξής: "Το δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια αναθεώρησης ενδιάμεσων αποφάσεων του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον βέβαια τεθούν υπόψη του στοιχεία που δικαιολογούν τέτοια ενέργεια. Το καθήκον του δικαστηρίου να αποφασίζει επί νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας, αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που θέλει το δικαστήριο να μην ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του. Το δικαστήριο έχει καθήκον να αναψηλαφήσει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα στη βάση νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας. Επομένως με το να αποφασίσει στις 5/12/2006 να επιτρέψει την κλήτευση και αντεξέταση της Δ. Ιωάννου από τους εφεσιβλήτους στη βάση των συγκεκριμένων προνοιών του Νόμου, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν, ως εσφαλμένα θεώρησε τον εαυτό του, υποχρεωμένο στις 23/2/2007 να εμμείνει στην ενδιάμεση απόφασή του, εφόσον σε κατοπινό στάδιο κατέληξε στη διαπίστωση ότι δεν έπρεπε να είχε χορηγήσει τέτοια άδεια." Σημειώνω ότι με βάση τα όσα εξηγούνται πιο πάνω στην παρούσα απόφαση, γίνεται φανερό ότι ούτε η προηγηθείσα έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση της Αίτησης[4], έπρεπε να είχε χορηγηθεί. Υπογραμμίζω περαιτέρω, στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, ότι η ανατροπή από το πρωτόδικο Δικαστήριο προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης του είναι επιτρεπτή και αποτελεί εξαίρεση του κανόνα ότι "το Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εφετείο για τοn εαυτό του". ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των ανωτέρω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης κρίνω υπό τις πιο πάνω περιγραφόμενες ιδιάζουσες συνθήκες καταχώρησης της αίτησης ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως Αίτησης, αλλά σε καμία περίπτωση θα βαρύνουν τον Καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) .............. Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] ημερομηνίας 1.7.2019, η οποία υποστήριζε την ένσταση (ίδιας ημερομηνίας) στο αρχικό αίτημα για τροποποίηση. [2] Οι οποίες κατατέθηκαν γραπτώς. [3] Βλ. πρακτικό ημερομηνίας 24.5.2019. [4] Βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 26.9.2019, στην Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο