← Κύπρος

ΣΠΑΝΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ. Κ2/2019, 10/1/2020

ΣΠΑΝΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ. Κ2/2019, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2020:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ2/2019 Μεταξύ׃ Αναφορικά με τα Άρθρα 53-71 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και Αναφορικά με το άρθρο 34 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν.23/1983 και Αναφορικά με το εμπράγματο βάρος με αρ. 4/ΕΒ/931/2016 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας προς Όφελος των

(1)XXXXX ΣΠΑΝΟΥ και
(2)XXXXX ΣΠΑΝΟΥ, από την Λάρνακα και Αναφορικά με την απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας ημερ. 07/04/2016 στην Αίτηση αρ. ΕXX/2012 μεταξύ των
  1. XXXXX Σπανού,
  2. XXXXX Σπανού .v. XXXXX Παφίτη. Αίτηση για τροποποίηση της Κυρίως Αίτησης ημερομηνίας 27/08/2019 Ημερομηνία: 10/01/2020 Για τον Αιτητή: κ. Ανδρέας Δημητρίου για Α. Θ. Μαθηκολώνη Για τους Καθ' ων 1 και 2: κ. Κρίτων Παπαλοΐζου για Κρίτων Α. Παπαλοΐζου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 05/03/2019 και με αυτήν επιδιώκεται αυτολεξεί: « Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η Αίτηση, εντός 5 ημερών από την έκδοση του διατάγματος να αποσύρει από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας το εμπράγματο βάρος (ΜΕΜΟ) με αριθμό 4/ΕΒ/931/2016 το οποίο έχει εγγράψει επί της ακίνητης περιουσίας του Αιτητή με βάση την Απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως Λάρνακας στην Αίτηση Αρ.ΕXX/2012, εφόσον ο Αιτητής εκδώσει και παραδώσει στους Καθ' ων η Αίτηση ή στον Δικηγόρο τους κ. XXXXX Παπαλοϊζου ανέκκλητη Τραπεζική Εγγύηση για το εξ αποφάσεως χρέος (πλην των δικαστικών και δικηγορικών εξόδων τα οποία πληρώθησαν) με τόκο ως η Απόφαση, εγγυητική η οποία θα είναι πληρωτέα εντός 3 ημερών από της ημερομηνίας έκδοσης του διατάγματος. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η εγγραφή του εμπράγματου βάρους (ΜΕΜΟ) με αρ.4/ΕΒ/931/2016 το οποίο έχει εγγράψει ο Καθ' ου η Αίτηση επί της ακίνητης περιουσίας του Αιτητή με βάση την Απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως Λάρνακας στην Αίτηση Αρ.ΕXX/2012 ως καταχρηστική και/ή επηρεάζουσα δυσμενώς τον Αιτητή και/ή ως μη εύλογη υπό τις περιστάσεις, πλην οποιονδήποτε ΜΕΜΟ που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις και/ή επαρκή εγγύηση για την πληρωμή του εκ της δικαστικής απόφασης χρέους. Γ. Οποιονδήποτε άλλο Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή άλλη θεραπεία την οποία ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Δ. Τα Έξοδα της Αίτησης πλέον 19% ΦΠΑ. » Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η εν λόγω αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που τη συνοδεύει ημερομηνίας 05/03/
  3. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως στις 07/04/2016 εκδόθηκε εναντίον του απόφαση στην Αίτηση αρ. ΕXX/12 για ενοίκια €20.432,36 πλέον ενδιάμεσα οφέλη, πλέον τόκους και έξοδα. Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω απόφασης οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώρηση εμπράγματης επιβάρυνσης επί της ακίνητης του περιούσιας (ΜΕΜΟ). Ο εκεί Καθ' ου και Αιτητής στην παρούσα διαδικασία, έχοντας εφεσιβάλει την πρωτόδικη απόφαση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1), μέσω της Κυρίως Αίτησης επιθυμεί να αντικατασταθεί η εμπράγματη επιβάρυνση επί της ακίνητης του περιουσίας με τραπεζική εγγυητική επιταγή, πληρωτέα με την απόρριψη της καταχωρηθείσας έφεσης. Σε σχέση με την Κυρίως Αίτηση έχει καταχωρηθεί σχετική ένσταση στις 09/05/2019 υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του Καθ' ου 1 ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα εκφράζει τη διαφωνία του για την έγκριση του αιτούμενου διατάγματος. Η Κυρίως Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 02/07/
  4. Την ημέρα της ακρόασης, ο δικηγόρος του Αιτητή, διαπιστώνοντας πρόβλημα στο αιτητικό της Κυρίως Αίτησης, ζήτησε αναβολή με σκοπό να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση της αιτούμενης θεραπείας. Το αίτημα αν και προσέκρουσε στην ένταση του δικηγόρου των Καθ' ων, εν τέλει εγκρίθηκε και δόθηκαν σχετικές οδηγίες για την καταχώρηση της σκοπούμενης αίτησης. ΙΙ. ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η Αίτηση. Στις 27/08/2019, καταχωρήθηκε από τον Αιτητή η παρούσα αίτηση τροποποίησης με την οποία αξιώνεται η τροποποίηση της αιτούμενης θεραπείας, ως εξής: « Α. Δια της τροποποίησης της αιτούμενης θεραπείας υπό το «Α» με τη διαγραφή των τελευταίων δύο λέξεων και την αντικατάσταση τους με το ακόλουθο λεκτικό: «απορριπτικής απόφασης στην Έφεση του Αιτητή» Β. Οποιανδήποτε ετέρα θεραπεία Γ. Τα έξοδα - Φ.Π.Α. » Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων, στις Διαταγές «Δ.1, Δ.2, Δ.19 Θ.14 και Θ.26, Δ.25 Θ.1 και Θ.5, Δ.39, Δ.48 Θ.1-9, Δ.55, Δ.64» των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό αναφορά αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή ο οποίος, δικαιολογώντας το αίτημά του, υποστηρίζει πως η παρούσα περίπτωση αφορά καλόπιστο τυπογραφικό λάθος. Η ουσία όσων αναφέρει συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα από την ένορκη δήλωσή του: «
  5. Εν συνεχεία μου επεξήγησε ο κ. Δημητρίου ότι προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος και αβλεψία το οποίο μάλιστα είναι εμφανές εφόσον στην ένορκη δήλωση μου ημερ.5/3/2019 που συνοδεύει την αίτηση μου ανέφερα επανειλημμένως ότι πρόθεση μου είναι να πληρωθούν την εγγυητική οι καθ' ων η αίτηση εφόσον αποτύχει η έφεση μου. Παραπέμπω στις παραγράφους 12, 13, 14, 19 και
  6. Αμέσως έδωσα οδηγίες για να καταρτιστεί η αίτηση τροποποίησης και να διορθωθεί το λεκτικό της αιτούμενης θεραπείας καθότι η πρόθεση μας ήταν να εκδοθεί εγγυητική έναντι του ΜΕΜΟ και εφόσον το Εφετείο απέρριπτε την Έφεση μου τότε να ήταν άμεση και υποχρεωτική η πληρωμή της εγγυητικής.
  7. Είναι εμφανές ότι πρόκειται για καλόπιστο τυπογραφικό λάθος και ή αβλεψία η οποία θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Φαίνεται ξεκάθαρα από την ένορκη δήλωση μου αλλά και γενικότερα από την γραμμή της ένορκης δήλωσης μου ημερ.5/3/
  8. Θα ήταν εξάλλου παράλογο να ζητώ να πληρωθεί άμεσα η εγγυητική καθιστώντας ο ίδιος την έφεση μου άνευ ουσίας. Θα ήταν επίσης παράλογο να ζητώ στην αιτούμενη θεραπεία μου εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό που περιγράφω στην ένορκη δήλωση μου.
  9. Ως εκ τούτου, με βάση τα πιο πάνω είναι η θέση μου εάν ήθελε γίνει δεκτή η αίτηση μου για τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά προς τους Καθ' ων η αίτηση που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Είναι η εισήγηση μου προς το Σεβαστό Δικαστήριο ότι η παρούσα αίτηση μου υποβάλλεται εντελώς καλόπιστα και χωρίς οποιανδήποτε πρόθεση παρέλκυσης ή καθυστέρησης της διαδικασίας εφόσον ακόμα δεν έχει αρχίσει η ακρόαση και επίσης ότι η παρούσα αίτηση μου θα πρέπει να εγκριθεί από ο Σεβαστό Δικαστήριο διότι είναι αναγκαία αφού αν δεν γίνει αποδεκτή τότε θα αναγκαστώ να αποσύρω την αίτηση μου. » (β) Η Ένσταση. Ο Καθ' ου ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και προς τούτο καταχώρησε σχετική Ένσταση ημερομηνίας 07/10/2019 προβάλλοντας τους ακόλουθους 11 λόγους Ένστασης: «
  10. Η παρούσα αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή γενική και/ή αόριστη και/ή καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των θεσμών, της Νομολογίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  11. Η Δ.25, Θ.1 και 5 στους οποίους βασίζεται η Αίτηση σύμφωνα και με την Νομολογία, ρητά αναφέρεται στην τροποποίηση Δικογράφων, ήτοι σε Αγωγές, Εκθέσεις Απαιτήσεως και Υπερασπίσεως και όχι σε Ενδιάμεσες Αιτήσεις.
  12. Η Δ.25, Θ. 6 αναφέρεται στην διόρθωση γραμματικών λαθών που προκύπτουν από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη σε αποφάσεις ή διαταγμάτων εκδοθέντων από το Δικαστήριο.
  13. Η Δ.19 είναι άσχετη με την παρούσα Αίτηση η οποία δεν αναφέρεται σε ενδιάμεσες Αιτήσεις.
  14. Το αιτούμενο διάταγμα αποσκοπεί στο να επηρεάσει δυσμενώς και να εκτροχιάσει την υπόθεση των Καθ' ων η Αίτηση.
  15. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) με μόνο σκοπό την αναβολή και/ή καθυστέρηση της ακροαματικής διαδικασίας.
  16. Η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση, χωρίς βάσιμη και/ή επαρκή αιτιολόγηση.
  17. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν μπορεί να εξετάσει την παρούσα Αίτηση στο παρόν τουλάχιστο στάδιο, καθ' ότι εκκρεμεί ενώπιον του η Αίτηση ημερομηνίας 5/03/2019 στην οποία τέθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση θέμα της δικαιοδοσίας.
  18. Ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε εύλογη αιτία ή επαρκή λόγο και/ή δικαιολογία για την οποία ζητούνται οι τροποποιήσεις, οι δε λόγοι τους οποίους επικαλείται είναι εντελώς αβάσιμοι και/ή ανυπόστατοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις.
  19. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί καθότι ο Αιτητής ενήργησε με κακή πίστη και/ή η κακή του πίστη είναι εμφανής.
  20. Γενικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή της Νομολογίας. » Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου 1, ο οποίος αιτείται την απόρριψη της Αίτησης αναπαράγοντας τους λόγους της Ένστασης. Προσθέτει, μεταξύ άλλων, πως η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν αφορά τη διόρθωση καλόπιστου λάθους αλλά επήλθε ως συνέπεια της καταχώρησης ένστασης και της έγερσης του ισχυρισμού εκ μέρους των Καθ' ων ότι η εν λόγω αίτηση και η αιτούμενη θεραπεία είναι αβάσιμες. (γ) Η ακροαματική διαδικασία. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι παρουσίασαν γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Ο κ. Δημητρίου, στην αγόρευσή του, εισηγήθηκε ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί καθότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, το οποίο καταδεικνύεται από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση. Εισηγείται συναφώς ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση έχει κατ' επανάληψη εκφραστεί πρόθεση «να πληρωθούν την εγγυητική οι Καθ' ων εφόσον επιτύχει η Έφεση». Προσθέτει ότι θα ήταν παράλογο να ζητείτο διάταγμα το οποίο θα διέτασσε την πληρωμή της εγγυητικής εντός τριών ημερών από την έκδοση του διατάγματος αφού κάτι τέτοιο θα καθιστούσε την έφεση άνευ αντικειμένου. Από άλλη πλευρά, ο κ. Παπαλοΐζου εισηγείται ότι επιζητείται η τροποποίηση αιτούμενης θεραπείας ενδιάμεσης αίτησης, πράγμα ανεπίτρεπτο. Επιπροσθέτως, αμφισβητεί ότι πρόκειται περί καλόπιστου λάθους. Περαιτέρω, επιχειρηματολογεί υποστηρίζοντας πως είναι εξαιτίας της σχετικής ένστασης των Καθ' ων που οι δικηγόροι του Αιτητή προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Συμπληρώνει ότι, υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και κατάχρηση της διαδικασίας και ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξετάζει την παρούσα αίτηση πριν επιληφθεί του ζητήματος δικαιοδοσίας, το οποίο εγείρεται με την κυρίως ένστασή του. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η δυνατότητα τροποποίησης με βάση τη νέα Διαταγή
  21. Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος τροποποίησης βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 9 και 12 σε συνδυασμό με την Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας. Πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η τροποποίηση δικογράφου ήταν ζήτημα που ενέπιπτε κυρίως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι δε καλά γνώστες επί του θέματος αρχές[1] έδειχναν ότι οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός όπου διαπιστωνόταν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κακοπιστία, ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Πλέον, με την υφιστάμενη διατύπωση της Δ.25, το δικαίωμα για τροποποίηση έχει διαβαθμίσεις με σημαντικότερη αυτή που καθορίζεται στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, όπου ορίζεται ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή εφόσον προκύπτουν νεοφανή γεγονότα. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής:[2] «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται µε εξαίρεση το εκ παραδροµής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδοµένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. » Η έννοια του «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας». Όσον αφορά το τι ακριβώς σημαίνει η αναφορά σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας», διευκρινίζω εξ' αρχής ότι θα ήταν ακροσφαλές να επιχειρηθεί να αποδοθεί κάποιος άκαμπτος ορισμός στην εν λόγω έννοια, διότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται κάτω από τις δικές της ιδιαίτερες περιστάσεις. Η πολυπλοκότητα των επίδικων γεγονότων ή των νομικών θεμάτων, καθώς και η έκταση της μαρτυρίας που πρόκειται να προσφερθεί απαιτεί την αντίστοιχη κατά περίπτωση αξιολογική κρίση. Παρόλα αυτά, θεωρώ πως εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η φράση αυτή σημαίνει κάτι περισσότερο από ένα απλό γραφικό λάθος (αφού το ζήτημα αυτό το πραγματεύεται η Δ.25 θ. 6), το οποίο όμως λάθος θα πρέπει να συσχετίζεται αποκλειστικά με τη σύνταξη της δικογραφίας (αφού καλόπιστο λάθος που δεν αφορά τη σύνταξη της δικογραφίας, δεν καλύπτεται). Επιπροσθέτως, τούτου του είδους το λάθος πρέπει να έχει γίνει «εκ παραδρομής». ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχω εξετάσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία και τη νομολογία στην οποία έχω παραπεμφθεί. Είναι κοινός τόπος ότι το επίδικο ζήτημα συναρτάται με το κατά πόσον αυτό αφορά καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και όχι νεοφανή γεγονότα. Κατ' αρχάς, σημειώνω πως ο απώτερος σκοπός τόσο της νέας Διαταγής 25 όσο και της νέας Διαταγής 30[3] είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, επειδή, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών». Συνεπώς, η παλαιότερη νομολογία επί του θέματος των τροποποιήσεων θα πρέπει να εξετάζεται υπό το φως της νέας διατύπωσης της Δ.25 που, επί της αρχής, επιτάσσει πως «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται.». Δεν πρέπει συναφώς να παραγνωρίζεται πως η αναφορά σε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» αφορά επιφύλαξη, δηλαδή εξαίρεση από τον βασικό κανόνα. Με βάση τους κανόνες ως προς την ερμηνεία των επιφυλάξεων/εξαιρέσεων (provisos),[4] η εξαίρεση του «καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» υπόκειται στη βασική διάταξη, δεν την επεκτείνει, ούτε δημιουργεί αυτοτελή κανόνα δικαίου που να οδηγεί στην ακύρωση του ουσιαστικού και σαφούς απαγορευτικού κανόνα που θέτει η εν λόγω Διαταγή. Αφότου οριστεί η υπόθεση για ακρόαση, η δημιουργηθείσα συνεπεία της νέας Διαταγής 25 τάξη πραγμάτων, κατά κανόνα, οδηγεί στην απόρριψη των σχετικών αιτημάτων για τροποποίηση, αφού στο στάδιο αυτό, ουσιαστικές τροποποιήσεις δικογράφων απαγορεύονται. Παρόλα αυτά, οι εξαιρέσεις υφίστανται για να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του κανόνα. Και αυτό έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση. Διασαφηνίζω. Από την ανάγνωση της Κυρίως Αίτησης, της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων (δείτε: επιστολή ημερομηνίας 19/12/2018 - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) που την υποστηρίζουν, αναδεικνύεται αναντίλεκτα ότι ο Αιτητής επιθυμεί τη διασύνδεση του επίδικου αιτούμενου διατάγματος με την επιτυχία της έφεσης που έχει καταχωρήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης. Εντούτοις, η υφιστάμενη διατύπωση του υπό (α) αιτούμενου διατάγματος βρίσκεται σε ξεκάθαρη ασυμφωνία με την ουσιαστική της βάση, δηλαδή τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που την υποστηρίζουν. Επιπλέον, η εν λόγω αιτούμενη θεραπεία, ως έχει, σε ουδεμία πρακτική χρησιμότητα απολήγει για τον Αιτητή. Συνεπώς, η αναφερόμενη ανακολουθία σαφώς παραπέμπει σε καλόπιστο συντακτικό ολίσθημα και όχι σε οτιδήποτε άλλο, όπως για παράδειγμα προσπάθεια εισαγωγής ή μεταβολής της βάσης της αξίωσης. Οφείλω πάντως να σημειώσω ότι με έχει προβληματίσει η περί του αντιθέτου εισήγηση στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων, ότι δηλαδή, η παρούσα αίτηση τροποποίησης είναι αποτέλεσμα της καταχώρησης της ένστασης των Καθ' ων. Εντούτοις, σταθμίζοντας τα ενώπιον μου δεδομένα, αξιολογώ πως πιθανότερη εκδοχή του Αιτητή. Έχω συναφώς συνυπολογίσει, και δεν μπορεί να είναι δίχως αξία, το γεγονός ότι, η πρόθεση του Αιτητή να διασυνδέσει το αίτημά του με την πορεία της σχετικής έφεσης που καταχώρησε, έγινε απόλυτα κατανοητή και ως τέτοια αντιμετωπίσθηκε από τους ίδιους τους Καθ' ων. Παραπέμπω στο περιεχόμενο της παραγράφου 8 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου 1 που συνοδεύει την ένστασή τους επί της Κυρίως Αίτησης, όπου, απαντώντας στο αίτημα του Αιτητή, δηλώνει πως εξαρχής οι Καθ' ων διαφώνησαν με αυτήν την απαίτηση, δίχως να αναφέρει οτιδήποτε που να δεικνύει έλλειψη κατανόησης ως προς το τι ακριβώς αξιώνεται από τον Αιτητή. Παρόμοιες αναφορές γίνονται και στις παραγράφους 11 έως και 14. Κατ' επέκταση, η υπό κρίση προσπάθεια για τροποποίηση, δεν μπορεί να εκληφθεί ως εγχείρημα που επηρεάζει ανεπανόρθωτα τα δικά τους συμφέροντα και την υπερασπιστική τους γραμμή. Ούτε οι λόγοι ένστασης που εγείρουν οι Καθ' ων η αίτηση διαφοροποιούν την πιο πάνω κατάληξή μου. Ειδικότερα:
(1)Κατ' αρχάς, το προδικαστικό ζήτημα που εγείρουν οι Καθ' ων, δεν θα κριθεί στο στάδιο αυτό και η σχετική εισήγηση είναι πρόωρη (δείτε: Λόγο Ένστασης αρ. 8). Προηγείται η επίλυση του υπό εξέταση δικονομικού ζητήματος ώστε να διασαφηνιστεί τι ακριβώς αξιώνεται με την παρούσα Κυρίως Αίτηση.
(2)Περαιτέρω, δεν συμφωνώ ότι η Κυρίως Αίτηση είναι ενδιάμεση αίτηση επί της οποίας δεν χωρεί τροποποίηση (δείτε: Λόγο Ένστασης αρ. 2). Η Κυρίως Αίτηση, δεν έχει καταχωρηθεί στο πλαίσιο κάποιας άλλης κυρίως αίτησης. Καταχωρήθηκε αυτοτελώς, ως εναρκτήρια αίτηση και για τούτο τον λόγο έλαβε τον αριθμό «Κ2/2009».[5] Οι Κυρίως Αιτήσεις που καταχωρούνται σε αυτή τη δικαιοδοσία αντιστοιχούν με κλητήρια εντάλματα / αγωγές, ως και στη νέα Δ.25 θ. 7 διαλαμβάνεται: « Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα. »
(3)Επιπροσθέτως, δεν έχω διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας ή υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους του Αιτητή. Ομοίως, δεν προκύπτει πως η παρούσα αίτηση είναι αποτέλεσμα είτε κακοπιστίας, είτε εκ των υστέρων σκέψεων εκ μέρους του Αιτητή, ως εισηγούνται οι Καθ' ων. (δείτε: Λόγους Ένστασης αρ. 6, 7 και 10) Εν κατακλείδι, είμαι της άποψης ότι με την απόρριψη του αιτήματος δεν θα εξυπηρετηθεί η δικαιοσύνη και ο σκοπός του Δικαστηρίου που είναι να επιλύει επί της ουσίας τις αναφυόμενες διαφορές. Οποιαδήποτε τυχόν ταλαιπωρία ή καθυστέρηση προκύψει για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης συνεπεία της παρούσας αίτησης τροποποίησης θα αποζημιωθεί δια της έκδοσης της αρμόζουσας διαταγής ως προς τα έξοδα. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει και η Ένσταση απορρίπτεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Κυρίως Αίτησης ως το Αιτητικό Α της παρούσας αίτησης, ήτοι με τη διαγραφή των δύο τελευταίων λέξεων από το Αιτητικό Α της αιτούμενης θεραπείας και την αντικατάστασή τους με το ακόλουθο λεκτικό: «απορριπτικής απόφασης στην έφεση του Αιτητή». Το Τροποποιημένο έγγραφο να παραδοθεί στον αντίδικο μαζί με επίσημο αντίγραφο του διατάγματος που παρέχει άδεια για τροποποίηση εντός 14 ημερών ημέρων από τη σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένη Ένσταση να καταχωρηθεί εντός των επόμενων 14 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα χαθούν (thrown away) λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €10.000 - €50.000, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. Η Κυρίως Αίτηση ορίζεται για ακρόαση στις 25/02/2020 και ώρα 10:00. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές. [2] Επίσης, με βάση τη Δ.25 θ. 5 «το Δικαστήριο µπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και µε τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωµα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται µε σκοπό τον καθορισµό του πραγµατικού ζητήµατος ή επίδικου θέµατος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Όσον αφορά δε τα γραφικά λάθη σε δικόγραφα, με βάση τη Δ.25 θ. 6, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης. Διευκρινίζεται συναφώς στη Δ.25 θ. 7 ότι «οι διατάξεις της Δ.25 εφαρµόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαµβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα». [3] Δείτε Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [4] Για τους κανόνες ερμηνείας επιφυλάξεων, δείτε: Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ
  1. [5] Δείτε: κανονισμό αρ. 7 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.