ΠΑΛΛΑΡΗΣ κ.α. ν. KAMINIK BROSS LIMITED κ.α., Αίτηση Αρ. E15/2018, 13/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2020:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. E15/2018 Μεταξύ׃
- XXXX ΠΑΛΛΑΡΗΣ, από το Λονδίνο
- XXXX ΠΑΛΛΑΡΗΣ, από το Λονδίνο
- XXXX ΠΑΛΛΑΡΗΣ, από το Λονδίνο
- XXXX ΠΑΛΛΑΡΗΣ, από το Λονδίνο Αιτητών και
- KAMINIK BROSS LIMITED, από τη Λάρνακα
- XXXX ΚΑΜΙΝΙΚ, από τη Λάρνακα Kαθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 15/04/2019 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 13/02/2020 Για τον Αιτητή: κ. Χανσεδάκης για Ανδρέας Γ. Δανός & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Δαμιανού για Νίκος Δαμιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ακόλουθο ενδιαφέρον νομικό ζήτημα εγείρεται με την παρούσα αίτηση. Μπορεί ο Ιδιοκτήτης, κατ' επίκληση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, να εξασφαλίσει εναντίον του Ενοικιαστή διάταγμα ενδιάμεσων πληρωμών ενοικίου (interim payments) μέχρι την ολοκλήρωση της εκκρεμοδικίας στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων; Πριν όμως οτιδήποτε άλλο, επιβάλλεται η αναφορά στα πραγματικά και νομικά δεδομένα της παρούσας Υπόθεσης. Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 07/06/2018 και σχετίζεται με την ενοικίαση ενός καταστήματος που βρίσκεται στην οδό XXXXX στη Λάρνακα, το οποίο στο εξής θα προσδιορίζεται ως «το Υποστατικό». Οι Αιτητές αξιώνουν εναντίον των Καθ' ων 1 διάταγμα ανάκτησης κατοχής και απόφαση συνολικού ύψους €50.850,00, λόγω ισχυριζόμενων οφειλόμενων ενοικίων από τον Απρίλιο του 2012, προς €900 μηνιαίως, πλέον ενδιάμεσα οφέλη, μέχρι την επιστροφή της κατοχής. Ο Καθ' ου 2 παρουσιάζεται ως ο εγγυητής των υποχρεώσεων των Καθ' ων
- Στην κοινή Απάντησή τους οι Καθ' ων 1 και 2 παραδέχονται μόνο τη διεύθυνση του Υποστατικού. Εγείρουν διάφορες υπερασπίσεις που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την ύπαρξη δεδικασμένου, την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου, τη σύσταση και εγκυρότητα της ισχυριζόμενης ενοικιαστικής σχέσης, καθώς και την ύπαρξη και τη δεσμευτικότητα της εγγύησης του Καθ' ου
- ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η επίδικη Αίτηση. Με την επίδικη αίτηση,[1] η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς στις 15/04/2019 αλλά στις 16/04/2019 κατέστη δια κλήσεως, αξιώνεται επί λέξει: «
- Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει όπως οι Καθ' ων η Αίτηση καταβάλλουν το ποσό των €900 μηνιαίως από 15ημέρα έκαστου μήνα στον λογαριασμό XXX-XX-XXXXXX-XX στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, (τραπεζικός λογαριασμός δικηγόρων αιτητών) αναφορικά με τρέχοντα οφειλόμενα ενοίκια και/ή ενδιάμεσα οφέλη από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας, ήτοι από 15.04.2019, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
- Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
- Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως πλέον Φ.Π.Α. » Η νομική βάση της Αίτησης στηρίζεται αυτολεξεί: « επί του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, Άρθρα 4 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14 του 1960 Άρθρα 29 και 32 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, θ.θ.1-9, 12, 13, Δ.64, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, καθώς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. » Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η εν λόγω αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Ανδρέα Δανού, ο οποίος είναι δικηγόρος των Αιτητών. Επισυνάπτει σχετικούς τίτλους ιδιοκτησίας και αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου μεταξύ του πρώην ιδιοκτήτη, κάποιου XXXX Παλλαρή και των Καθ' ων 1 ημερομηνίας 10/04/2012, το οποίο υπογράφει ως εγγυητής ο Καθ' ου
- Ισχυρίζεται ότι υφίστανται καθυστερημένα ενοίκια από το 2012 συνολικού ύψους €50.850,
- Περαιτέρω, αναφέρει τα εξής: «
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 μέχρι και σήμερα δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό εξακολουθώντας να οφείλουν το συνολικό ποσό των ενοικίων ως άνωθι λεπτομερώς περιγράφεται και συνεχίζουν να κατέχουν το ακίνητο και να το χρησιμοποιούν προκαλώντας στον Αιτητή απώλεια και/ή ζημία €900, - μηνιαίως αφού δεν πληρώνουν το συμφωνηθέν ενοίκιο.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά την διάρκεια της ενοικίασης συστηματικά δεν καταβάλλουν κανονικά το νομίμως οφειλόμενο ενοίκιο, καθυστερώντας πάντοτε και πληρώνοντας εν μέρει μόνο μετά από ειδοποιήσεις από τους Αιτητές.
- Πάντα τα ανωτέρω αναφέρω και καταθέτω ως αληθή εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και πληροφορούμαι. » (β) Η επίδικη Ένσταση των Καθ' ων 1 και
- Η πλευρά των Kαθ' ων αντέδρασε στην έκδοση του διατάγματος και με ένστασή της ημερομηνίας 22/10/2019 προβάλει 11 διαφορετικούς λόγους ένστασης, το περιεχόμενο των οποίων έχει ως ακολούθως: « (α) Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας ή δικαιοδοσίας για έκδοση ενδιάμεσης απόφασης που στην ουσία συνιστά η αιτούμενη θεραπεία ή για έκδοση Διατάγματος επιδίκασης ή καταβολής ποσών μηνιαία ούτε και υπάρχει έγκυρη ή δυνατή νομιμοποιητική ή νομική βάση για την αιτούμενη θεραπεία. (β) Η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος έχει την μορφή τελικής θεραπείας εναντίον των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι έχουν απαντήσει στα πλαίσια της κυρίως διαδικασίας και η όποια ενδιάμεση απόφαση θα παραβιάζει το δικαίωμα υπεράσπισης των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ή και θα ήταν αντίθετη στη διαδικασία που προβλέπει ο Περί Ενοικιοστασίου Νόμος 23/83, ο Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικός Κανονισμός του 1983 και οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Άνευ βλάβης των ανωτέρω και των όσων στην Απάντηση των καθ' ων η αίτηση αναφέρεται, αμφισβητείται ότι η εγγύηση επεκτείνεται και καλύπτει δεδουλευμένα ενοίκια τα οποία κατέστησαν οφειλόμενα και απαιτητά κατά τη διάρκεια της περιόδου που κατέστη θέσμια η ενοικίαση. (γ) Οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε ενημερώθηκαν ότι οι αιτητές κατέστησαν νέοι ιδιοκτήτες ή/και ότι οι ίδιοι δικαιούνται στην είσπραξη οιονδήποτε ενοικίων, δεν κατέστησαν συμβαλλόμενοι σε θέσμια ενοικίαση ή σε ενοικίαση με τους καθ' ων η αίτηση, ούτε και υπάρχει καν τέτοιος ισχυρισμός για το πότε και πως και σε κάθε περίπτωση το αξιούμενο ποσό στην αίτηση δεν μπορεί να τους αφορά. (δ) Δεν πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως μεταξύ άλλων η αναγκαιότητα ή/και το επείγον των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς και η ανεπανόρθωτη ζημιά την οποία θα υφίστατο υποτιθέμενα οι αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (ε) Η απαίτηση των αιτητών δεν προκύπτει ή/και δεν επεξηγείται επαρκώς, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ούτε στην Ένορκο Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των αιτητών αλλά ούτε και στην κυρίως αίτηση. (στ) Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ή/και το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης είναι άκυρη ή/και αντικανονική ή/και αντίθετη με τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς αφού δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης ή γνώσης αλλά και θέτει διαζευκτικούς ισχυρισμούς σε σημαντικά μάλιστα σημεία ή/και η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής. (ζ) Η υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση είναι άκυρη ή/και ανυπόστατη ή/και δεν αποτελεί μαρτυρία ή/και είναι αντικανονική ή/και αντιβαίνει τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης ή/και πρόσωπο που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης, χωρίς να δίδεται λόγος γιατί δεν γίνεται από τους αιτητές εκ μέρους τους ή/και η ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης των γεγονότων που παρατίθενται σε αυτή. (η) Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή/και θεραπείας υπό όλες τις πιο πάνω περιστάσεις ή/και γεγονότα της υπόθεσης ή/και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ζητείται καταχρηστικά ή και για σκοπούς πίεσης ή/και η αίτηση καταχωρείται καταχρηστικά και σε κάθε περίπτωση επιδιώκεται επηρεασμός της ακροαματικής διαδικασίας μέσα από ενδιάμεσο διάταγμα. (θ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου ούτε αυτές που τίθενται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 5 και 9 για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. (ι) Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής ή/και λανθασμένη ή/και δεν προβλέπεται η καταχώρηση της υπό εξέτασης αίτησης. (ια) Ελλείπει το πραγματικό ή/και το νομικό υπόβαθρο προς αίτησης για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και η αίτηση το αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αντικανονική ή/και καταχρηστική ή/και καταπιεστική ή/και ανεπαρκής ή/και αδικαιολόγητη. » Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της ασκούμενης δικηγόρου κας XXXXX Παπακώστα, στο περιεχόμενο της οποίας δεν κρίνω σκόπιμο να κάνω ειδική αναφορά, αφού ουσιαστικά ανακυκλώνονται και επαναλαμβάνονται οι προπαρατεθέντες Λόγοι Ένστασης. (γ) Η Ακροαματική Διαδικασία. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η ακρόαση έλαβε χώρα στις 17/12/2019 οπόταν οι συνήγοροι υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και απάντησαν σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η πλευρά των Αιτητών επικαλέστηκε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, εισηγήθηκε πως πληρούνται οι 3 σχετικές προϋποθέσεις και υποστήριξε πως πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα διότι υπάρχει το ενδεχόμενο οι Καθ' ων 1 να κηρύξουν πτώχευση. Από την άλλη, ο συνήγορος του Καθ' ου σημείωσε πως το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τέτοιου είδους προσωρινό διάταγμα. Σημειώνεται ότι επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και ούτε άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει διηνεκή και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960).[2] Όπως προκύπτει από το υπό αναφορά άρθρο θα πρέπει σωρευτικά, να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Να υπάρχει σοβαρό προς εκδίκαση ζήτημα.
- Ο Αιτών το προσωρινό διάταγμα να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη κυρίως διαδικασία.
- Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης[3] (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει συναφώς να καταδειχθεί, μικρή έστω, πλην όμως ορατή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού.[4] Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτών το προσωρινό διάταγμα και, σε περίπτωση έγερσης από την άλλη πλευρά αντίθετων ισχυρισμών, για να το αποσείσει οφείλει να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης.[5] Στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[6] Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, χωρίς όμως να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και αποφεύγοντας τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της κυρίως δίκης. Δεν χρειάζεται δηλαδή η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του.[7] Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται προς την αγωγή δεν αποκλείεται,[8] παρόλο που τούτο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου, είναι ανεπαρκής.[9] Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει αποφασιστεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[10] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Ακόμα και αν πληρούνται οι τρείς προπαρατεθείσες θεσμικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια,[11] συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στους διαδίκους και σε τρίτα πρόσωπα, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τη καθυστέρηση, και τη διαφύλαξη του «status quo ante», δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου ξεκινούσε τις ενέργειες για τις οποίες παραπονείται ο αιτών. Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων προαπαιτεί καθ' ύλην αρμοδιότητα[12], ενώ επιπροσθέτως, έγκριση διατάγματος τέτοιου είδους θα πρέπει να μην υπερβαίνει τη δικαιοδοσία[13] του παρόντος Δικαστηρίου. Διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι αυτά που προβλέπονται στο Νόμο, ιδιαίτερα τα διηνεκή,[14] και τα απαγορευτικά που σχετίζονται με την αποτροπή αθέτησης αρνητικής συμβατικής συμπεριφοράς.[15] ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Α. Η αιτούμενη θεραπεία συνιστά συνοπτική απόφαση και συγκρούεται με τη δεσμευτική νομολογία. Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρων θέσεις. Δεν έχω πεισθεί πως υπάρχει καν δυνατότητα στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδώσει Διάταγμα για ενδιάμεσες πληρωμές (interim payments)[16] που αξιώνονται από τον Ιδιοκτήτη, μέχρι την αποπεράτωση της Κυρίως Αίτησης, καθότι τέτοια ενέργεια θα βρισκόταν σε σύγκρουση με τη σχετική δεσμευτική νομολογία. Επεξηγώ. Στη IRONFX GLOBAL LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε338/2016, ημερομηνίας 23/03/2017, αποφασίστηκε πως στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εφαρμόζεται αναλογικά η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά τη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Και εφόσον σε τούτη τη δικαιοδοσία δεν χωρεί αίτηση για συνοπτική απόφαση, κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αφού η έκδοση διαταγής ενδιάμεσων πληρωμών είναι κατά σημαντικό μέρος,[17] συνοπτική απόφαση εναντίον του Ενοικιαστή, ενδεδυμένη με το νομικό πέπλο του προσωρινού διατάγματος. Προς επίρρωση των προαναφερόμενων, σημειώνω πως, από παλαιά μέχρι και σήμερα,[18] υφίσταται άμεση και σαφής σύνδεση μεταξύ του ζητήματος των ενδιάμεσων πληρωμών και της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Είναι για τούτο το λόγο που υπήρξε αντικείμενο αντικρουόμενων αγγλικών αποφάσεων το κατά πόσο μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για ενδιάμεσες πληρωμές (interim payments) εναντίον εναγόμενου που έλαβε άδεια για να υπερασπιστεί άνευ όρων (unconditional leave to defend). Για περισσότερα, δείτε την British and Commonwealth Holdings plc v Quadrex Holdings Inc [1989] 3 All ER
- Ως εκ των ανωτέρω, διαπιστώνω πως δικαίως οι Καθ' ων διαμαρτύρονται πως η αιτούμενη θεραπεία «έχει την μορφή τελικής θεραπείας» και παραβιάζει το δικαίωμα τους σε υπεράσπιση. Ο λόγος ένστασης αρ. (β) είναι βάσιμος. Η επίδικη αίτηση θα απορριφθεί. Β. Δεν υπάρχει δικονομικό και ουσιαστικό νομοθετικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί να βασιστεί η αιτούμενη θεραπεία. Πέραν όμως των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί πως υπάρχει νομιμοποιητική βάση επί της οποίας μπορεί να υποστυλωθεί το αιτούμενο διάταγμα της πλευράς[19] των Ιδιοκτητών. Η εν λόγω αξίωση των ιδιοκτητών φαίνεται πως υπερβαίνει και τα άκρα όρια, της κατά τεκμήριο ευρύτατης[20] εξουσίας που με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου παρέχεται στα Δικαστήρια. Στην Αγγλία υφίσταται τέτοια δυνατότητα για ενδιάμεσες πληρωμές. Εκεί όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η δική μου έρευνα καταδεικνύει πως στην Αγγλία η εν λόγω δυνατότητα έχει προκύψει δυνάμει ρητής νομοθετικής παρέμβασης, τόσο αναφορικά με το ουσιαστικό όσο και σε σχέση με το δικονομικό δίκαιο. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή για την εξέλιξη του αγγλικού δικαίου σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα μάλλον θα είναι βοηθητική για την καλύτερη κατανόηση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Όπως αναλύεται ΒΡ HOLDINGS LTD κ.α. ν. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου είναι λεκτικά πανομοιότυπο[21] με το άρθρο 45 του αντίστοιχου Αγγλικού Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act,
- Στην Αγγλία, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει διάταγμα ενδιάμεσων πληρωμών (interim payment) και ο ορισμός αυτών θεσμοθετήθηκε με βάση το Supreme Court Act 1981[22] (νυν ονομαζόμενο Senior Courts Act 1981) και συγκεκριμένα με το άρθρο 32, το οποίο τιτλοφορείται «Powers» και φέρει παράτιτλο «Orders for interim payment».[23] Σχετικό είναι και το άρθρο 50 του Country Courts Act του
- Ακολούθησε η πρακτική μετουσίωση της υπό συζήτηση δυνατότητας για ενδιάμεσες πληρωμές, με τη θεσμοθέτηση των σχετικών προϋποθέσεων για την έγκριση των σχετικών αιτημάτων, μέσω της εισαγωγής στους τότε ισχύοντες κανόνες Δικονομικής Πρακτικής, δηλαδή τα Rules of the Supreme Court (RSC) το 2ο μέρος της Διαταγής 29 θ. θ. 9 -18 (Order 29, Part II, rules 9-18). Οι σχετικότεροι θεσμοί εξ αυτών είναι οι θεσμοί 11 και 12, και ιδιαίτερα ο θ. 12(b).[24] Στις 26/4/1999, εισήχθησαν στην Αγγλία τα Civil Procedure Rules (CPR), τα οποία κατήργησαν τα RSC, εκσυγχρονίζοντας πλήρως την μέχρι τότε δικονομική πρακτική. Στα CRP, η αντίστοιχη υφιστάμενη[25] πρόνοια για ενδιάμεσες πληρωμές που σχετίζεται με τη διαδικασία ανάκτησης κατοχής εντοπίζεται στο CRP 25.7
(1)(d), όπου αναφέρεται: « the claimant is seeking an order for possession of land (whether or not any other order is also sought) and the court is satisfied that, if the case went to trial, the defendant would be held liable (even if the claim for possession fails) to pay the claimant a sum of money for the defendant's occupation and use of the land while the claim for possession was pending. » Όπως επεξηγείται στη σχετική υφιστάμενη Αγγλική Δικονομική Πρακτική, ο εν λόγω θεσμός σχεδιάστηκε για να εξασφαλίζει πληρωμή για τη χρήση της γης, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της διαφιλονικίας των συμβαλλομένων.[26] Πρόκειται για διάταγμα που εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να συνυπολογίσει, τυχόν ανταξιώσεις συμψηφισμούς και εκπτώσεις. Αν και οι υποθέσεις αυτού του είδους εξετάζονται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, απαιτείται αυξημένο επίπεδο απόδειξης, με την παρουσίαση συγκεκριμένης μαρτυρίας.[27] Επανερχόμενος στο άρθρο 45 του αντίστοιχου Αγγλικού Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925, δηλαδή το αντίστοιχο του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, παραπέμπω εκ νέου στη ΒΡ HOLDINGS LTD κ.α. ν. Α. Κιταλίδη, όπου εξηγείται πως στην Αγγλία τα διατάγματα τύπου Mareva προέκυψαν μέσω αλλαγής της νομολογιακής γραμμής, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως τροποποίηση πρακτικής, παρά το γεγονός ότι στην πράξη επρόκειτο για σοβαρή μεταρρύθμιση του δικαίου, μέσω μάλιστα νομολογίας. Παρά όμως την προπαρατεθείσα νομολογιακή εξέλιξη, επισημαίνω πως εντελώς αντίθετη ήταν η αγγλική προσέγγιση όσον αφορά το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος ενδιάμεσων πληρωμών. Σχετική, και με μεγάλη πειστική αξία ως προς τα επίδικα θέματα της παρούσας αίτησης, είναι η απόφαση Moore v. Assignment Courier Ltd [1977] 2 ALL E. R. 842 όπου, όπου το Δικαστήριο είχε να αντιμετωπίσει ενοικιαστική σχέση με διατήρηση της κατοχής, δίχως πληρωμή ενοικίου και απαίτηση του ιδιοκτήτη για ενδιάμεσες πληρωμές μέχρι την ολοκλήρωση της εκκρεμοδικίας, στη βάση της αντίστοιχης με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αγγλικής πρόνοιας. Κρίθηκε πρωτόδικα και επιβεβαιώθηκε κατ' έφεση πως, στην απουσία ρητής νομοθετικής πρόνοιας για τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής ενδιάμεσων πληρωμών, το Δικαστήριο δεν είχε συμφυή εξουσία[28] να προβεί στην έκδοση τέτοιας διαταγής, ακόμα και εάν έκρινε αυτό ως δίκαιο υπό τις περιστάσεις.[29] Η μεταγενέστερη θεσμοθέτηση του Supreme Court Act 1981 καθώς και η εισαγωγή στα Rules of the Supreme Court (RSC) της Διαταγής 29 θ. 12(b), στα οποία έχω προηγουμένως αναφερθεί, σκοπό είχαν ακριβώς να διαφοροποιήσουν την εν λόγω νομολογία.[30] Στην Κύπρο δεν έχει γίνει ανάλογος νομοθετικός εκσυγχρονισμός με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αντίστοιχο καθορισμένο δικονομικό πλαίσιο και σαφείς προϋποθέσεις επί των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τις εξουσίες και τη διακριτική ευχέρειά του για αποδοχή ή απόρριψη τέτοιων αιτημάτων. Συνεπώς, εν τη απουσία συγκεκριμένης ημεδαπής ουσιαστικής και δικονομικής νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος των ενδιάμεσων πληρωμών προς όφελος του Ιδιοκτήτη μέχρι τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για ανάκτηση κατοχής, συμπεραίνω πως, ούτε το άρθρο 32, ούτε βεβαίως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μου παρέχουν τη δυνατότητα[31] να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Συναφώς, κρίνεται πως έχουν έρεισμα και οι λόγοι ένστασης αρ. (α), (θ), (ι) και (ια). Ανεξαρτήτως των προαναφερόμενων, για σκοπούς πληρότητας και για το ενδεχόμενο αναθεωρητικού ελέγχου, ακολούθως θα εξετάσω και τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Γ. Οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου
(1)Η 1η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα πληρούται. Με βάση τα πιο πάνω και το ενώπιον μου υλικό, προκύπτει πως το υποστατικό βρίσκεται σε ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή και παρουσιάζεται να αφορά απαίτηση για ενοικίαση η οποία έχει καταστεί θέσμια. Συνακόλουθα, αποτελεί συμπέρασμά μου ότι η προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση πληρούται αφού, όσα δικογραφούνται στην Κυρίως Αίτηση, αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση, υπό την έννοια ότι εκ πρώτης όψεως η Κυρίως Αίτηση δεν είναι επιπόλαιη και ενοχλητική.[32]
(2)Κατά πόσο πληρούται η 2η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Όπως πρόσφατα επαναλήφθηκε στη HADJISOLOMOU BROS CONSTRUCTIONS LTD και A & N CHINA HOUSE RESTAURANTS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 296/2013, ημερομηνίας 22/10/2019, στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Συνεπώς, και με δεδομένο ότι οι Αιτητές είναι οι ιδιοκτήτες (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην Αίτηση) και οι Καθ' ων 1 κάτοχοι του υποστατικού στη βάση ενοικιαστηρίου εγγράφου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην Αίτηση) για την εκμετάλλευση του οποίου δεν έχουν παρουσιάσει αποδείξεις πως έχουν πληρώσει αντάλλαγμα από το 2012 και έκτοτε, κρίνω πως υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας των Αιτητών στην κυρίως διαδικασία αφού τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση[33] (arguable case), δηλαδή πληρούται η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Σημειώνω μόνο πως οι νομικές υπερασπίσεις των Καθ' ων, δεν θα κριθούν σε αυτό το στάδιο, αφού η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία δεν αποτελεί τον κατάλληλο χώρο για να κριθεί είτε η δεσμευτικότητα της εγγύησης του Καθ' ου 2 κατά τη θέσμια ενοικίαση, είτε οι λοιποί νομικοί ισχυρισμοί των Καθ' ων.
(3)Κατά πόσο πληρούται η 3η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Όσον αφορά την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η κατάσταση είναι διαφορετική. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση είναι εμφανές ότι απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης βλάβης των Αιτητών δεν προβάλλεται. Ομοίως, η φερεγγυότητα των Καθ' ων δεν αμφισβητείται. Η μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων των Καθ' ων δεν υποδηλώνει, άνευ ετέρου, αφερεγγυότητα. Όπως υποδείχθηκε στη Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1759 το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης. Το δε επιχείρημα του συνηγόρου των Αιτητών κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι Καθ' ων μπορεί να πτωχεύσουν, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση των πραγμάτων, αφού η εν λόγω θέση αποτελεί απλή και μόνο πιθανολόγηση που δεν βασίζεται σε ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό. Συνεπώς, βρίσκω πως δεν έχει στοιχειοθετηθεί η 3η προϋπόθεση. Ο σχετικός λόγος ένστασης αρ. (δ) είναι βάσιμος. Αναπόδραστα, η παρούσα Αίτηση θα απορριφθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, ακολουθούν το αποτέλεσμα της Αίτησης και επιδικάζονται τα υπέρ των Καθ' ων 1 και 2 όπως θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Σημειώνω πως, ο τίτλος της επίδικης ενδιάμεσης Αίτησης όσον αφορά τόσο τα ονόματα των Αιτητών 2 και 3, όσο και των Καθ' ων 1 δεν συνάδει με την περιγραφή που υφίσταται επί της Κυρίως Αίτησης. [2] Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Άρθρο 32: (Απαγορευτικά διατάγματα και παραλήπται)
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1),δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος, και εάν τοιαύτη αγωγή έχει ήδη εγερθεί το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» [3] Δείτε: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782. [4] Δείτε: Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν Χρ. Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [5] Δείτε: Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [6] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [7] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802. [8] Δείτε: Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 Χ. Κουνουνά ν. C. & A. SIMONOS LTD,
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου Π.Ε.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 228. [9] Δείτε: Κιτρομηλίδου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165. [10] Δείτε: Κυρίσαββα κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245. [11] Δείτε:Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ 788. [12] Δείτε: Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 CLR
- [13] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D42, Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.
- [14] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 10: Διατάγματα σε διάφορους τομείς δικαίου, Β. Ενοικιοστάσιο», σελ.
- [15]Δείτε: Ακίνητα Ν. & Κ. Αγρότης Λτδ ν. Δημητρίου
(1997)1Β Α.Α.Δ.
- [16] Δεν πρέπει να συγχέεται το εν λόγω αίτημα (interim payment) με τη δυνατότητα που υφίσταται στο αγγλικό δίκαιο για προσωρινό καθορισμό του δίκαιου ενοικίου (interim rent). [17] Δηλαδή εξαιρουμένων των προηγούμενων οφειλών και του διατάγματος ανάκτησης κατοχής. [18]Δείτε τόσο την έκδοση του 1984 του συγγράμματος Woodfall - παρ. 1-2120 και 12121 (d) Order 14 Procedure - Summary Procedure - Application for Judgment - interim payment, όσο και την υφιστάμενη έκδοση του ίδιου συγγράμματος στις παρ. 19.073 - 19.
- [19] Εντελώς διαφορετικό είναι το ζήτημα όταν η προσωρινή προστασία αναζητείται από τον ενοικιαστή και η πληρωμή του ενοικίου δύναται να τεθεί ως όρος για την παροχή της προσωρινής θεραπείας. [20] Δείτε: Avila Management Services ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1Β Α.Α.Δ
- [21] Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960, 14/60, που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει για τη σύνθεση, δικαιοδοσία και εξουσίες των Δικαστηρίων. Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν. 14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/
- Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Στην υπόθεση The Polish Ocean Lines and Another ν. Ν. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν το αντικείμενο της αγωγής. Η λογική της απόφασης βασίστηκε στην Αγγλική νομολογία που αφορούσε το άρθρο 45 του αντίστοιχου Αγγλικού Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925. To άρθρο 37
(1)του Κυπριακού περί Δικαστηρίων Νόμου, που ίσχυε τότε, ήταν ανατύπωση του άρθρου 45 της πιο πάνω Αγγλικής νομοθεσίας.» [22] Ο οποίος είχε αντικαταστήσει το Administration of Justice Act 1969 και το Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925. [23] Το άρθρο 32 του Supreme Court Act 1981 έχει το εξής περιεχόμενο: « 32. -
(1)As regards proceedings pending in the High Court, provision may be made by rules of court for enabling the court, in such circumstances as may be prescribed, to make an order requiring a party to the proceedings to make an interim payment of such amount as may be specified in the order, with provision for the payment to be made to such other party to the proceedings as may be so specified or, if the order so provides, by paying it into court.
(2)Any rules of court which make provision in accordance with subsection
(1)may include provision for enabling a party to any proceedings who, in pursuance of such an order, has made an interim payment to recover the whole or part of the amount of the payment in such circumstances, and from such other party to the proceedings, as may be determined in accordance with the rules.
(3)Any rules made by virtue of this section may include such incidental, supplementary and consequential provisions as the rule-making authority may consider necessary or expedient.
(4)Nothing in this section shall be construed as affecting the exercise of any power relating to costs, including any power to make rules of court relating to costs.
(5)In this section "interim payment", in relation to a party to any proceedings, means a payment on account of any damages, debt or other sum (excluding any costs) which that party may be held liable to pay to or for the benefit of another party to the proceedings if a final judgment or order of the court in the proceedings is given or made in favour of that other party. » [24] To οποίο έχει ως εξής: « Order for interim payment in respect of sums other than damages (O.29, r. 12) 12. If, on the hearing of an application under rule 10, the Court is satisfied- (
- a)[.] οr (
- b)that the plaintiff's action includes a claim for possession of land and, if the action proceeded to trial, the defendant would be held liable to pay to the plaintiff a sum of money in respect of the defendant's use and occupation of the land during the pendency of the action, even if a final judgment or order were given or made in favour of the defendant; οr (
- c)[.] the Court may, if it thinks fit, and without prejudice to any contentions at the parties as to the nature or character of the sum to be paid by the defendant, order the defendant to make an interim payment of such amount as it thinks just, after taking into account any set-off, cross-claim or counterclaim on which the defendant may be entitled to rely.» [25] Συναφώς, στη Deutsche Bank AG and others v Unitech Global Ltd and another; Deutsche Bank AG v Unitech Ltd [2017] 1 All ER 570 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με το άρθρο 32 του Senior Courts Act 1981: «Accordingly, in our judgment s 32 is a provision which allows the making of rules which would permit the court to order an interim payment in the circumstances of a case like this one. However, since s 32 only sets out a rule-making power in respect of interim payments, it is under the terms of the CPR that jurisdiction to order the making of an interim payment must be found.» [26] Η λογική του εν λόγω θεσμού βασίζεται στο δεδομένο πως, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της κυρίως υπόθεσης, ο ενοικιαστής, σε κάθε περίπτωση, θα κληθεί στο τέλος της ημέρας να καταβάλει κάποιο ποσό για τη χρήση της γης και εάν δεν εκδοθεί η σχετική διαταγή, θα δημιουργηθεί μεγάλη αδικία αφού ο Εναγόμενος θα ενθαρρυνθεί να παρατείνει τη δικαστική διαδικασία, κατακρατώντας την κατοχή και αποκομίζοντας όφελος εις βάρος του ιδιοκτήτη. [27] Στο σύγγραμμα Hill and Redman's Law of Landlord and Tenant > Division I Procedure > Practice Direction 25B—Interim Payments > Evidence αναφέρεται:« 2.1 An application for an interim payment of damages must be supported by evidence dealing with the following:
(1)the sum of money sought by way of an interim payment,
(2)the items or matters in respect of which the interim payment is sought,
(3)the sum of money for which final judgment is likely to be given,
(4)the reasons for believing that the conditions set out in rule 25.7 are satisfied,
(5)any other relevant matters,
(6)in claims for personal injuries, details of special damages and past and future loss, and
(7)in a claim under the Fatal Accidents Act 1976, details of the person(s) on whose behalf the claim is made and the nature of the claim. 2.2 Any documents in support of the application should be exhibited, including, in personal injuries claims, the medical report(s). 2.3 If a respondent to an application for an interim payment wishes to rely on written evidence at the hearing he must comply with the provisions of rule 25.6
(4). 2.4 If the applicant wishes to rely on written evidence in reply he must comply with the provisions of rule 25.6
(5)». Για περισσότερα, όσον αφορά τις προϋποθέσεις και τα δικονομικά προβλεπόμενα, σχετικά δείτε και το σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η έκδοση, Τόμος 12, Interim Remedies (ii) Orders for Interim Payments, para 576 - 580. [28] Το ίδιο ισχύει και στην κυπριακή νομολογία. Όπως επαναλήφθηκε στη Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226: «οι συμφυείς ή εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του, ούτε έχουν ως λόγο την επέκταση τους». [29] Παραθέτω τα σχετικά αποσπάσματα από τη Moore v. Assignment Courier Ltd [1977] 2 ALL E. R. 842: « The issue raised is a short and interesting one, namely: where a landlord purports to forfeit a lease and the tenant remains in occupation, is the landlord entitled to be paid, pending a determination of the landlord's forfeiture action, a periodic interim sum representing compensation, under one head or another, for the use by the tenant of the land during the period between the purported forfeiture and the determination of the action? [.] .the court has no jurisdiction to make such an order. The court has before it a claim by the landlords based on forfeiture, claiming mesne profits. I do not see any ground on which the court, having only that claim before it, could make an order for interim payments based, not on the landlords' claim in the action, but on what would be the position if the landlords' action fails. It may at first sight seem attractive and fair that the court should make such an order, but I do not know of any ground on which the court could be said to possess that jurisdiction. That conclusion is, I think, reinforced by more than one consideration. In the first place, although this position must be one of everyday occurrence, yet no authority whatever has been cited in support of the proposition that the court possesses this jurisdiction. So far as I am aware there is no recorded case in which the court has ever made such an order. It is true that there is also no recorded case in which the court has ever refused to make such an order. I suspect that is because until the present case it has not been considered that there would be any prospect of obtaining such an order. [.] Also there is the position that in this class of case very considerable practical difficulty would arise from an application for such an order. The court would have to go into the facts of the particular case, which might involve all sorts of difficulties in calculating the minimum amount which it was fair to order by way of interim payment. The procedure would work only in very simple cases. On all these grounds it seems to me that the claim advanced on these appeals is one which cannot be sustained. It seems to me that the court has no power, either under any express rule in the Rules of the Supreme Court or under its inherent jurisdiction, certainly not under any statute, to order such an interim payment; nor is there any judicial authority for saying that the court has such a power. The answer must be that the court does not possess such a power and, therefore, that the judge decided these cases rightly in dismissing the present application. I would dismiss the appeals. » [30] Δείτε: Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1993, σελ. 545. [31] Το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εφαρμόσει τον Νόμο και όχι να τον δημιουργεί ή να τον επαναδιατυπώνει «όπως θα έπρεπε να διαβάζεται», όπως υποδείχθηκε και στη Φεραίος ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:D804, Πολιτική Έφεση αρ. 212/2010, ημερομηνίας 02/12/2015. [32] Δείτε: American Cyanamid Co v. Ethicon [1975] 1 ALL ER 504 HL και Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. [33] Σχετικά: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο