SARTAS IMPORTERS & DISTRIBUTORS LIMITED ν. RESOCOT PROPERTIES LIMITED, Αίτηση Αρ. Κ5/2020, 16/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2020:12 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ5/2020 Μεταξύ׃ SARTAS IMPORTERS & DISTRIBUTORS LIMITED, εκ Λάρνακας Αιτητών και RESOCOT PROPERTIES LIMITED, εκ Λευκωσίας Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 29/05/2020 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 16/07/2020 Για τους Αιτητές: κα Μιχαήλ για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων: κος Αντώνης Παπαλλής για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 18/12/2018, εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Καθ' ων στην παρούσα και Αιτητών στην Ε24/2018 (οι οποίοι στο εξής θα αναφέρονται ως: «οι Ιδιοκτήτες») του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας Αμμοχώστου, τμήματος Λάρνακας, δυνάμει σχετικής Αίτησης που καταχωρήθηκε στις 05/09/
- Με την εν λόγω απόφαση διατάχθηκε «η ανάκτηση κατοχής των υποστατικών που βρίσκονται επί της Λεωφόρου Μακαρίου Γ' 42-44 στη Λάρνακα» και επιδικάσθηκαν υπέρ αυτών και εναντίον των Αιτητών στην παρούσα (στο εξής θα αναφέρονται ως: «οι Ενοικιαστές») υπόλοιπο οφειλόμενων ενοικίων €2.400, ενδιάμεσα οφέλη προς €800 από 01/10/2018, πλέον τόκοι και έξοδα (στο εξής θα αναφέρεται ως: «η Απόφαση»). Ακολούθησε προσπάθεια των Ενοικιαστών να ακυρώσουν την Απόφαση με αίτηση ημερομηνίας 01/02/2019, που καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της κυρίως διαδικασίας της Αίτησης Ε24/2018, διαδικασία όμως την οποία στις 23/05/2019 απέσυραν άνευ βλάβης, με έξοδα υπέρ των Ιδιοκτητών. Παράλληλα, οι Ιδιοκτήτες εξασφάλισαν άδεια για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής «των Υποστατικών που βρίσκονται επί της Λεωφόρου Μακαρίου Γ' 42-44, στη Λάρνακα». Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης από τον Πρωτοκολλητή ημερομηνίας 06/06/2019, δυνάμει της Δ.40 θ. 15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με την οποία ζητούνταν οδηγίες ως προς τον τρόπο εκτέλεσης του εκδοθέντος εντάλματος ανάκτησης κατοχής επειδή η πλευρά των Ιδιοκτητών, κατ' επίκληση του εν λόγω εντάλματος, αξίωνε να ανακτηθεί μια αποθήκη που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Σεφέρη. Στις 27/02/2020, το παρόν Δικαστήριο δεν επέτρεψε στον Πρωτοκολλητή και στον αρμόδιο Δικαστικό Επιδότη να προχωρήσουν στην εκτέλεση του εντάλματος αναφορικά με την Αποθήκη. Οι Ιδιοκτήτες δεν ικανοποιήθηκαν με τούτη την εξέλιξη και επιχείρησαν να εξασφαλίσουν προνομιακά διατάγματα για τον παραμερισμό της, δίχως επιτυχία. Σχετικά δείτε την Αναφορικά με την Αίτηση της RESOCOT PROPERTIES LIMITED, Πολιτική Αίτηση αρ. 61/2020, Απόφαση ημερομηνίας 05/06/
- Παράλληλα, τον Μάιο του 2020 οι Ιδιοκτήτες εξασφάλισαν την έκδοση εντάλματος για εκποίηση κινητής περιουσίας των Ενοικιαστών προς αποπληρωμή του ποσού των €6.168,60 πλέον τόκους, ως υπόλοιπο των οφειλόμενων ποσών δυνάμει της Απόφασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι δυνάμει της Ε24/2018, η αρχική απαίτηση των ιδιοκτητών ήταν για το ποσό €14.400 πλέον ενδιάμεσες οφειλές προς €800 μηνιαίως από 01/10/
- Έκτοτε οι Ενοικιαστές κατέβαλαν στους Ιδιοκτήτες το ποσό των €15.352, εξ ου και οι τελευταίοι αξιώνουν πλέον μόνο €6.168,60 πλέον τόκους. Στις 25/05/2020, οι Ενοικιαστές επιχείρησαν να καταβάλουν προς τους Ιδιοκτήτες ποσό το οποίο χαρακτήρισαν ως «ενοίκιο Μαρτίου 2020» πλην όμως οι Ιδιοκτήτες αρνήθηκαν να αποδεχθούν το εν λόγω ποσό και κάλεσαν τους Ενοικιαστές να παραλάβουν τη σχετική επιταγή δίδοντας τους προθεσμία μέχρι 01/06/2020 και ώρα 4:30, υποβάλλοντας παράλληλα σε αυτούς ότι εάν δεν ενεργήσουν σχετικά, οι Ιδιοκτήτες θα θεωρούσαν πως οι Ενοικιαστές συμφωνούσαν να κατατεθεί η σχετική επιταγή «προς πίστωση του «εκρεμμούντος ριτ κινητών» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 στην Αίτηση). [1] Οι Ενοικιαστές απάντησαν μέσω της καταχώρησης στις 27/05/2020 της Κυρίως Αίτησης υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Επίσης, καταχώρησαν και μονομερή αίτηση για αναστολή.[2] Με την Κυρίως Αίτηση αξιώνεται από τους Ενοικιαστές η ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 18/12/2018, δηλαδή της Απόφασης στην Ε24/
- Οι Ενοικιαστές επικαλούνται ψευδείς παραστάσεις και δόλο και ως λεπτομέρειες προσδιορίζουν το γεγονός ότι οι Ιδιοκτήτες «γνώριζαν πολύ καλά ότι τα επίδικα στην αίτηση καταστήματα ήταν ήδη εκκενωμένα», ότι οι Ενοικιαστές «δεν είχαν σχέση με τα υποστατικά που αναφέρονταν στην αίτηση», ότι «επέμεναν στην έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής» και ότι «αν αφεθεί η απόφαση οι αιτητές [Ενοικιαστές] θα πρέπει να καταβάλουν έξοδα για υπόθεση με την οποία δεν έχουν σχέση εκτός από τις ψευδείς παραστάσεις και την δολιότητα των τότε αιτητών [Ιδιοκτητών]. ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ - ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ (α) Η επίδικη Αίτηση. Με την επίδικη Αίτηση ημερομηνίας 29/05/2020, οι Ενοικιαστές αξιώνουν αυτολεξεί τα ακόλουθα: « Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον αιτητή να προχωρήσει με την εκτέλεση, με οποιοδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε στάδιο, της αποφάσεως ημερομηνίας 18.12.2018 στην αίτηση υπ' αρ. Ε24/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας μέχρι εκδικάσεως της κυρίως αίτησης υπ' αρ. Κ5/20 για ακύρωση της απόφασης. » Η Αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου - Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου - Ν. 14/
- Ειδικότερα, αναφέρονται κατά γράμμα τα εξής: « Η αίτησις ερείδεται επί του Νόμου: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ 1- 4, 8, 9, Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, Άρθρο 9, Περί Δικαστηρίων Νόμος Ν. 14/60, Άρθρο 32 και συμφυής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και στους κανονισμούς του Δικαστηρίου Ενοικιάσεων Δ.1 -
- » Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧΧ Παραλιμνίτη, ο οποίος αναφέρεται στο ιστορικό της διαφοράς και στα γεγονότα της δικαστικής διαδικασίας της Ε24/2018 όπως ο ίδιος τα αντιλαμβάνεται και ισχυρίζεται πως οι Ιδιοκτήτες «γνώριζαν πολύ καλά ότι τα καταστήματα για τα οποία ζητούσαν έξωση ήταν ήδη εκκενωμένα» παρόλα αυτά «επέμεναν στην έκδοση απόφασης και την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής, παραπλανώντας σε κάθε στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο». Αναφέρεται στην ύπαρξη του εντάλματος κινητών και στην αξίωση των Ιδιοκτητών για πληρωμή €6.168,60 και χαρακτηρίζει το όλο ζήτημα επείγον. Προς τούτο υποστηρίζει πως με ενδεχόμενη εκποίηση της κινητής του περιουσίας θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, λόγω του είδους της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Το Δικαστήριο εξέτασε αυθημερόν την επίδικη Αίτηση διατάσσοντας την επίδοσή της, αφού δεν ικανοποιήθηκε για να εκδώσει μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα. (β) Η Ένσταση. Στις 04/06/2020 καταχωρήθηκε η ένσταση των Ιδιοκτητών, η οποία, μέσω 14 λόγων[3] αμφισβητείται δικονομικά και ουσιαστικά η αιτούμενη θεραπεία. Μεταξύ άλλων, υποστηρίζονται, αυτολεξεί, τα ακόλουθα: « [.]
- Η αίτηση είναι καταχρηστική ή/και κακόπιστη και έχει σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας για εκτέλεση του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας ή/και αποφυγή ή/και αποτροπή ή/και αναστολή λήψης μέτρων εκτέλεσης απόφασης.
- Δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί ή/και επαρκείς λόγοι ή/και προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος ή/και η Νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 επί του οποίου στηρίζονται οι Αιτητές στην παρούσα καθότι ούτε καλή υπόθεση έχουν, ούτε πιθανότητες επιτυχίας αλλά ούτε και αδυναμία ικανοποίησης τυχόν απόφασης τους εναντίον των Καθ' ων η αίτηση υπάρχει. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν με την αίτηση ή/και την ένορκο δήλωση τους ότι έχουν ουσιαστική υπεράσπιση στην αρχική αίτηση στην οποία εξεδόθη η απόφαση ημερομηνίας 18/12/
- Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση των Αιτητών είναι λανθασμένη και δεν είναι επαρκής, σχετική και ικανή να στηρίξει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ως εκ τούτου η εν λόγω αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη. [.]
- Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα εμπόδιζε τους Καθ' ων η αίτηση να απολαύσουν άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας τους από την εναντίον των αιτητών εκδοθείσα δικαστική απόφαση ή/και πλήττει τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. » Στους υπολοίπους λόγους ένστασης θα αναφερθώ ειδικά εφόσον κρίνω τούτο σκόπιμο. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας XXXXX Φελλά η οποία και αυτή με τη σειρά της παραπέμπει στο ιστορικό της διαφοράς μέσω της οπτικής γωνίας των Ιδιοκτητών. Ανάμεσα σε άλλα, αμφισβητεί τη λογικότητα της επιχειρηματολογίας των Ενοικιαστών και αρνείται ότι η πλευρά των Ιδιοκτητών παραπλάνησε το Δικαστήριο. Υποστηρίζει πως οι Ενοικιαστές επέδειξαν ολιγωρία στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και αναφέρει πως δικαιωματικά οι Ιδιοκτήτες προχώρησαν στην καταχώρηση του εντάλματος κινητών. Υποστηρίζει πως οι Ενοικιαστές μέσω της επιταγής για εξόφληση του ενοικίου του Μαρτίου του 2020 προσπαθούν τεχνηέντως να επικαλεστούν «νέα ενοικίαση» και προβάλλει πως «ουδεμία ενοικίαση υφίσταται». (γ) Η ακροαματική διαδικασία. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η ακροαματική διαδικασία έλαβε χώρα στις 12/06/2020, οπόταν οι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η προσωρινή προστασία. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει διηνεκή και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960).[4] Όπως προκύπτει από το υπό αναφορά άρθρο θα πρέπει σωρευτικά, να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Να υπάρχει σοβαρό προς εκδίκαση ζήτημα.
- Ο Αιτών το προσωρινό διάταγμα να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία.
- Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης[5] (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει συναφώς να καταδειχθεί, μικρή έστω, πλην όμως ορατή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού.[6] Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτών το προσωρινό διάταγμα και, σε περίπτωση έγερσης από την άλλη πλευρά αντίθετων ισχυρισμών, για να το αποσείσει οφείλει να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης.[7] Στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[8] Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, χωρίς όμως να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και αποφεύγοντας τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της κυρίως δίκης. Δεν χρειάζεται δηλαδή η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του.[9] Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται προς την αγωγή δεν αποκλείεται,[10] παρόλο που τούτο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου, είναι ανεπαρκής.[11] Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει αποφασιστεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[12] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Ακόμα και αν πληρούνται οι τρείς προπαρατεθείσες θεσμικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια,[13] συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στους διαδίκους και σε τρίτα πρόσωπα, τη συμπεριφορά των διαδίκων, την καθυστέρηση, και τη διαφύλαξη του «status quo ante», δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου ξεκινούσε τις ενέργειες για τις οποίες παραπονείται ο αιτών. (β) Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων προαπαιτεί καθ' ύλην αρμοδιότητα[14], ενώ επιπροσθέτως, έγκριση διατάγματος τέτοιου είδους θα πρέπει να μην υπερβαίνει τη δικαιοδοσία[15] του παρόντος Δικαστηρίου. Διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι αυτά που προβλέπονται στο Νόμο, ιδιαίτερα τα διηνεκή,[16] και τα απαγορευτικά που σχετίζονται με την αποτροπή αθέτησης αρνητικής συμβατικής συμπεριφοράς.[17] * Για τους λόγους που θα αναλυθούν στη συνέχεια, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε αυτό το σημείο και το νομικό πλαίσιο που σχετίζεται τόσο γενικότερα με το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης όσο και με το τι ισχύει ειδικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. (γ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης γενικά. Το δικαίωμα για αναστολή μιας δικαστικής απόφασης προβλέπεται στην Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί: « An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been direct. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given. » Η Δ.35 θ.18 είναι πανομοιότυπη με την Αγγλική Δ.58 Θ.
- Η επί του δικαιώματος για αναστολή σχετική νομολογία είναι πλούσια και σαφής. Το αποφασιστικό κριτήριο για να δίδεται ή όχι αναστολή είναι η εξισορρόπηση δύο παραγόντων, δηλαδή της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης ή διαδικασίας παραμερισμού να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η καταχώρηση έφεσης, ή κατ' αναλογία, η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δεν επενεργεί προς αναστολή τέτοιας απόφασης, αλλά η διακριτική εξουσία, είτε του Εφετείου, είτε των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων ασκούνται με βάση την αρχή της διατήρησης μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επιπτώσεις στην κάθε πλευρά καθώς και τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ή της διαδικασίας παραμερισμού, εφόσον, μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει τέτοια πρόγνωση.[18] H εμβέλεια της Δ.35, θ. 18, εξετάστηκε στη Δημητρούδης v. Λουγκρίδη,
(2011)1Α Α.Α.Δ 687, όπου, με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, λέχθηκε ότι η εν λόγω διαταγή δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας. (δ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για να διαταχθεί η αναστολή μιας τελικής απόφασης ενυπάρχει και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Στο άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, αναφέρονται τα εξής: « Το Δικαστήριον, εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (α),(β) (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ) (η), (θ), (ι), (ια) και (ιβ) του άρθρου τούτου, δύναται, τηρουμένου του όρου ότι o ενοικιαστής θα πληρώση παν ποσόν το οποίον νομίμως οφείλεται ή δυνατόν να καταστή οφειλόμενον υπ' αυτού, να αναστείλη την εκτέλεσιν της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλη την ημερομηνίαν κατοχής διά τοιαύτην περίοδον μη υπερβαίνουσαν το εν έτος, εκτός εάν οι διάδικοι άλλως ήθελαν συμφωνήσει, και υπό την επιφύλαξιν τοιούτων όρων οίους το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει καταλλήλους. » Το εν λόγω άρθρο 11
(5)ερμηνεύθηκε στην Ανδρέας Μιχαηλίδης ν Θωμάς Σάββα Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, ημερομηνίας 22/09/2017 και στην Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. ECLI:CY:AD:2018:A302, Πολιτική Έφεση αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/
- Στη τελευταία απόφαση, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: « ..το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εμποδίζεται, όταν υπάρχει έφεση, να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει της Δ.35,θ.
- Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35,θ.
- Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (α) Η αιτούμενη θεραπεία συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Το Δικαστήριο έχει εξουσία καταστολής οποιωνδήποτε διαδικασιών χρησιμοποιούνται για αλλότριους σκοπούς ή καταχρηστικά. Σχετικά ARTESA TRADING CO. LIMITED κ.α. ν. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολ. Έφεση αρ. 147/2012, ημερ. 03/04/2018 λέχθηκαν τα εξής: « Η έννοια της κατάχρησης δικαιοδοσίας, αλλά και διαδικασίας, είναι πολυσχιδής στις εκφάνσεις της και, όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1 Α.Α.Δ. 1176, μια υπόθεση, που περιλαμβάνει βεβαίως και το στάδιο της έφεσης, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται συνειδητά για αλλότριους σκοπούς. Το Δικαστήριο έχει πάντοτε την εξουσία καταστολής καταχρηστικών διαδικασιών ως μέρος της αυτονομίας και αυτοτέλειας της δικαστικής λειτουργίας, (Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 και Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Κάθε αναφυόμενο ζήτημα κατάχρησης δικαιοδοσίας και διαδικασίας εξετάζεται υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων της υπόθεσης, δεδομένου ότι δεν μπορεί εκ προοιμίου να στεγανοποιηθεί εκείνη η συμπεριφορά που εξεταζόμενη κρίνεται ως καταχρηστική, (Ηλία (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). » Η παρούσα αξιολογείται ως τέτοια περίπτωση. Ο λόγος ένστασης αρ. 3 είναι σχετικός. Επεξηγώ. Οι Ενοικιαστές αξιώνουν απαγορευτικό διάταγμα εναντίον των Ιδιοκτητών και για τούτο τον λόγο επιχείρησαν να παρουσιάσουν την επίδικη αίτηση ως ζήτημα που συναρτάται με την πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και εκ της σχετικής νομολογίας. Με τον προσήκοντα σεβασμό, δεν συμφωνώ με τούτη την προσέγγιση των πραγμάτων. Στη δική μου κρίση, το επίδικο ζήτημα ουδόλως σχετίζεται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Δεν έχει σημασία ούτε το νομικό περίβλημα της αίτησης, ούτε πως το επίδικο ζήτημα χαρακτηρίζεται από τους Ενοικιαστές. Αυτό που έχει αξία είναι τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν.[19] Στην πραγματικότητα, η παρούσα αίτηση αφορά συγκεκαλυμμένη προσπάθεια αναστολής εκτέλεσης τελικής απόφασης υπό τον μανδύα του προσωρινού διατάγματος, δίχως να τίθεται ενώπιον μου προς αξιολόγηση το νομικό[20] και πραγματικό[21] υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί τέτοιο αίτημα.[22] Η προσωρινή θεραπεία έχει διαφορετικό σκοπό. Αποσκοπεί στην υποβοήθηση του Δικαστηρίου να απονέμει καλύτερα δικαιοσύνη στο τέλος της κύριας δίκης και για τον λόγο αυτό η ισχύς τέτοιων διαταγμάτων, εκτός εάν υπάρξει ρητή πρόβλεψη για το αντίθετο διαρκεί μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης.[23] Τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης δεν σχετίζονται με την εξασφάλιση τέτοιας ενδιάμεσης θεραπείας. Ούτε τίθεται ζήτημα για κατ' εξαίρεση επαναφορά προσωρινής θεραπείας μετά την έκδοση της τελικής απόφασης, με σκοπό τη διατήρηση του status quo εκκρεμούσης εφέσεως ή κατά αναλογία αίτησης παραμερισμού, με βάση όσα λέχθηκαν στην Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd ν. Λεονώρας άλλως γνωστή Νόρα Σιακατίδου,
(2011)1Γ Α.Α.Δ.
- Εν προκειμένω, αυτό που ουσιαστικά επιδιώκεται μέσω του απαγορευτικού διατάγματος είναι η αναστολή εκτέλεσης της τελικής και τελεσίδικης δικαστικής απόφασης στην Ε24/2018 και όχι η διατήρηση μιας υφιστάμενης κατάστασης μέχρι την οριστική επίλυση του επίδικου ζητήματος. Το επίδικο ζήτημα λύθηκε οριστικά και τελεσίδικα στο πλαίσιο της Ε24/2018 με την έκδοση της τελικής απόφασης. Εάν ο τρόπος επίλυσής του δεν εξυπηρετεί τους διαδίκους είναι άλλο ζήτημα. Ούτε η όποια πιθανότητα αναθεώρησης της απόφασης στην Ε24/2018, δυνάμει του άρθρου 6 του Νόμου, διαφοροποιεί την ταξινόμηση της περίπτωσης. Το ζήτημα συναρτάται και με την αρχή της αναλογικότητας. Η παρούσα Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε μόλις στις 27/05/2020 ενώ η τελική απόφαση στην Ε24/2018 έχει εκδοθεί από το 2018, μέσω δικαστικής διαδικασίας την οποία γνώριζαν οι Ενοικιαστές. Ο λόγος της μακράς καθυστέρησης είναι επειδή η πραγματική αξίωση των Ενοικιαστών εναντίον των Ιδιοκτητών σχετίζεται με την απαίτηση των Ιδιοκτητών να επιμένουν στην καταβολή του συγκεκριμένου ποσού των €6.168,60 ως υπόλοιπο του εξ' αποφάσεως χρέους και εξόδων της Ε24/
- Παρόλα αυτά, το αίτημα δεν περιορίζεται στην αναστολή του εντάλματος για εκποίηση κινητής περιουσίας, αλλά οι Ενοικιαστές επιδιώκουν όπως απαγορευθεί στους Ιδιοκτήτες «με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο» η εκτέλεση της τελικής απόφασης στην Ε24/2018, αξίωση που, υπό τις περιστάσεις, κρίνεται υπέρμετρη σε σχέση με το επιδιωκόμενο προς αυτήν αποτέλεσμα, επιβεβαιώνοντας τον καταχρηστικό χαρακτήρα της επίδικης αίτησης. Η αίτηση θα απορριφθεί. (β) Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας, θα εξετάσω και το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου
- Ξεκινώντας λοιπόν με τα πρώτα δύο κριτήρια, έχοντας αξιολογήσει το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, δίχως φυσικά να αποφασίζεται τελεσίδικα οτιδήποτε και αποκλειστικά για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας αίτησης, σημειώνω τα ακόλουθα: · Ο σκοπός του άρθρου 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, επί του οποίου βασίζεται η Κυρίως Αίτηση, δεν είναι ο ουσιαστικός έλεγχος της ορθότητας προγενέστερης απόφασης. Αυτό αφορά, αυστηρά, την αναθεωρητική δικαιοδοσία.[24] · Η πραγματικότητα που σχετίζεται με την Ε24/2018, καταγράφεται στην τελική απόφαση ημερομηνίας 18/12/
- Αυτόδηλο περιεχόμενο έχουν και τα λεχθέντα στην απόφαση ημερομηνίας 27/02/2020, στην ίδια υπόθεση. Η υποκειμενική κρίση[25] των διαδίκων δεν διαφοροποιεί την πραγματικότητα. Οτιδήποτε περισσότερο λεχθεί θα ήταν πλεονασμός. · Η ουσία του ζητήματος είναι εάν στη βάση των γεγονότων που έχουν παρουσιάσει οι ενοικιαστές αποκαλύπτονται ενδείξεις δόλιας συμπεριφοράς και ψευδών παραστάσεων. Εν προκειμένω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχουν τεθεί ενώπιον μου επαρκή στοιχεία που να αποκαλύπτουν τέτοια υπόθεση. Ούτε έχω κατανοήσει για ποιο λόγο οι Ιδιοκτήτες να έχουν επιδιώξει να παραπλανήσουν είτε το Δικαστήριο είτε τους Ενοικιαστές για να εξασφαλίσουν μια απόφαση που ουδόλως τους εξυπηρετεί ως προς το ζήτημα της ανάκτησης κατοχής, ενώ παράλληλα, οι Ενοικιαστές ζητούν σήμερα την ακύρωση της Απόφασης, την ίδια στιγμή που από το 2018 και εντεύθεν κατέβαλαν προς τους Ιδιοκτήτες το ποσό των €15.352, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους. Στη Lawford Ltd κ.ά. v. Χ"Γαβριήλ κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 818 υποδείχθηκε πως η απλή προβολή ισχυρισμών περί δόλου και ψευδών παραστάσεων[26] δεν είναι αρκετή προς στοιχειοθέτηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
- Συναφώς, στη Δ.Χ. κ.α. ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση αρ. 6/20, ημερομηνίας 25/06/2020 λέχθηκαν τα εξής: « Η ύπαρξη "σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση" προϋποθέτει ακόμη και δικογραφικά, δηλαδή, στη βάση του υλικού που τίθεται με την αίτηση, "σοβαρό" θέμα και όχι απλώς την ύπαρξη μιας νομικής δυνατότητας. » · Και εν πάση περιπτώσει, ουδόλως επεξηγείται γιατί θα πρέπει να απαγορευθεί στους Ιδιοκτήτες «με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο» η εκτέλεση της τελικής απόφασης στην Ε24/2018, δεδομένου ότι, το πραγματικό αντικείμενο της επίδικης διαφοράς είναι το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας για είσπραξη του ποσού των €6.168,
- Ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 στοιχειοθετείται. Δεν διαπιστώνεται κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας των Ενοικιαστών, ούτε άλλες ειδικές περιστάσεις. Η ύπαρξη ζημιάς δεν αρκεί. Οι δε ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για τους Ενοικιαστές είναι γενικόλογοι. Η φερεγγυότητα των Ιδιοκτητών δεν αμφισβητείται. Άρα, η εξόφληση του χρηματικού υπολοίπου των €6.168,60 δυνάμει του εξ' αποφάσεως χρέους και εξόδων της Ε24/2018, δεν απολήγει στο να απωλέσει η Κυρίως Αίτηση παραμερισμού των ενοικιαστών τη σημασία της. Εάν στο τέλος η κατάληξη της Κυρίως Αίτησης είναι ευνοϊκή για τους Ενοικιαστές, οι Ιδιοκτήτες θα τους επιστρέψουν τα ανάλογα ποσά. Επιπλέον, το επίδικο ζήτημα δεν αφορά ένταλμα ανάκτησης κατοχής και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αιφνίδιας αποστέρησης μέσων βιοπορισμού[27] υπό την έννοια της επαπειλούμενης αποστέρησης του μίσθιου στο οποίο ασκείται επάγγελμα ή επιτήδευμα. Η πιθανότητα εκποίησης κινητής περιουσίας που βρίσκεται εντός του Υποστατικού προς την εκτέλεση τελικής δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να εξισωθεί με ανεπανόρθωτη ζημιά. Η εξισορρόπηση εν προκειμένω δεν είναι μεταξύ αντικρουόμενων συμβατικών δικαιωμάτων. Η εκτέλεση τελικής δικαστικής απόφασης, όπως λέχθηκε στη Δ. Γεωργιάδου ν. Alpha Bank Ltd, ECLI:CY:AD:2017:D99, Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2011, ημερομηνίας 23/03/2017: « εγείρει ύψιστο ζήτημα δημοσίου συμφέροντος που αφορά καίρια την απονομή της δικαιοσύνης εφόσον άπτεται του κύρους και της αποτελεσματικότητας των δικαστικών διαδικασιών. » Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας.[28] Ως εκ των ανωτέρω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του υπό εξέταση άρθρου 32 του Ν. 14/
- Δηλαδή, δεν έχω πεισθεί ούτε για την ύπαρξη σοβαρού προς εκδίκαση ζητήματος, ούτε για την ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία, ούτε και για τη δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, η έκδοση του οποίου θα ήταν αδικαιολόγητη. (γ) Το αιτητικό της αιτούμενης θεραπείας είναι εσφαλμένο. Τέλος, και θυμίζοντας πως ο ασυνήθιστος χαρακτήρας των ενδιάμεσων διαδικασιών απαιτεί τον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων,[29] διαπιστώνω πρόβλημα και σχετικά με το αιτητικό της επίδικης αίτησης με το οποίο εσφαλμένα αξιώνεται όπως: « Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον αιτητή να προχωρήσει με την εκτέλεση, με οποιοδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε στάδιο, της αποφάσεως ημερομηνίας 18.12.2018 στην αίτηση υπ' αρ. Ε24/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας [...] » (ο τονισμός των λέξεων είναι του Δικαστηρίου) Προφανώς, η αιτούμενη θεραπεία όπως αξιώνεται δεν μπορεί να εκδοθεί. Ζητείται από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας Αμμοχώστου να απαγορεύσει, στον ίδιο τον Αιτητή, δηλαδή στους Ενοικιαστές, να εκτελέσουν απόφαση επαρχιακού δικαστηρίου. Είναι κατανοητό πως το αιτητικό βρίσκεται σε εμφανή δυσαρμονία με τις προθέσεις των Ενοικιαστών οι οποίοι στην πραγματικότητα αποσκοπούν να παρεμποδίσουν τους Ιδιοκτήτες / Καθ' ων να εκτελέσουν την απόφαση στην Ε24/2018 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας / Αμμοχώστου, τμήματος Λάρνακας. Δεν είναι όμως ευκρινές με ποιον ακριβώς τρόπο η πλευρά των Ενοικιαστών θέλει να πετύχει τον στόχο της. Ιδιαίτερα, με προβληματίζει η έννοια της αναφοράς σε «οποιοδήποτε στάδιο». Όταν επιδιώκεται η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος είναι καθήκον του αιτητή να διατυπώνει το αιτούμενο διάταγμα με την αναγκαία σαφήνεια έτσι ώστε το εκδοθέν διάταγμα να είναι πρακτικά αποτελεσματικό θέτοντας με ξεκάθαρο τρόπο την έκταση της υποχρέωσης του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται και σε περίπτωση ανυπακοής να μπορεί να υπάρξει εξαναγκασμός σε συμμόρφωση.[30] Ο εξεταστικός χαρακτήρας της παρούσας δικαιοδοσίας δεν καταλύει τα δικονομικά προβλεπόμενα,[31] η διαφύλαξη των οποίων κατοχυρώνει ότι δεν εμφιλοχωρεί η αυθαιρεσία κατά την εφαρμογή του δικαίου. Εν προκειμένω, δεν μπορώ να διαπιστώσω με ασφάλεια πως ακριβώς οι Ενοικιαστές ήθελαν στην πραγματικότητα να διατυπώσουν το αιτούμενο διάταγμα. Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη και για τούτο τον λόγο. * Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι ένστασης υπ' αριθμό 3, 5, 6 και 11 έχουν έρεισμα. Η παρούσα Αίτηση θα απορριφθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Συνειδητά δεν σχολιάζω τον τρόπο που οι συνήγοροι των διαδίκων χαρακτηρίζουν την αποστολή και την παραλαβή ποσών που σχετίζονται με την επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 στην Αίτηση. [2] Η αρχική αίτηση ημερομηνίας 27/05/2020 αποσύρθηκε άνευ βλάβης και στις 29/05/2020 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. [3] Ο 1ο λόγος αποσύρθηκε στις 05/06/
- [4] Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Άρθρο 32: (Απαγορευτικά διατάγματα και παραλήπται)
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1),δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος, και εάν τοιαύτη αγωγή έχει ήδη εγερθεί το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» [5] Δείτε: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782. [6] Δείτε: Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν Χρ. Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [7] Δείτε: Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [8] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [9] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802. [10] Δείτε: Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 Χ. Κουνουνά ν. C. & A. SIMONOS LTD,
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου Π.Ε.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 228. [11] Δείτε: Κιτρομηλίδου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165. [12] Δείτε: Κυρίσαββα κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245. [13] Δείτε:Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ 788. [14] Δείτε: Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 CLR
- [15] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D42, Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.
- [16] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 10: Διατάγματα σε διάφορους τομείς δικαίου, Β. Ενοικιοστάσιο», σελ.
- [17]Δείτε: Ακίνητα Ν. & Κ. Αγρότης Λτδ ν. Δημητρίου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 863. [18] Δείτε μεταξύ άλλων: Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Charalambous v. C. Nicolaides and A.Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737, Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, Α. Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ 797, Α. Παπά ν Ν. Α. Οικονομίδου κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ 58, Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Γιάννος Παύλου κ.ά ν Μαρούλλας Νεοφύτου Νικολάου κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 373/2016, ημερομηνίας 10.10.2017, Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/2018 και Christakis Pilides Construction Ltd ν. Philpool Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2019, ημερομηνίας 12/06/2020. [19] Δείτε: Alexandros Evangelou Camera House v. Minerva Finance & Investment Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1734, Ξενοφώντος ν. Αναστασίου Πολιτική Έφεση αρ. 332/2012, ημερομηνίας 23/11/2018, Γεωργίου ν. Τηλεμάχου, Πολιτική Έφεση Ε41/2013, ημερομηνίας 18/10/2018 και Letang v. Cooper [1964] 2 All ER 929. [20] Το νομικό πλαίσιο της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης τελικής απόφασης, όπως επαναλαμβάνεται στην Ντεμιάν (ανωτέρω), εδράζεται στη Δ.35 θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σχετικά είναι τόσο το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και το άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστάσιου Νόμου. Επίσης, το δικαίωμα για αναστολή απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης προβλέπεται στη Δ.40 θ. 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. [21] Δηλαδή, σε αναφορικά με το κριτήριο της εξισορρόπησης της φυσιολογικής προσδοκίας του Ιδιοκτητών να εκτελέσουν την επίδικη απόφαση και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης παραμερισμού να μείνει δίχως αντίκρισμα. [22] Η επίδικη Αίτηση στηρίζεται σε εντελώς διαφορετική βάση. Ούτε το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ούτε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου - Ν. 14/60, παρέχουν δικονομική υποστήριξη στο αίτημα για αναστολή εκτέλεσης τελικής δικαστικής απόφασης. Ομοίως, η Δ.48 είναι ανεπαρκής αφού η εν λόγω Διαταγή σχετίζεται γενικώς με τις ένορκες δηλώσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό ουδεμία πρόνοια γίνεται για δικαίωμα αναστολής εκτέλεσης. Ούτε καν αναφέρεται το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, όπου προβλέπεται το δικαίωμα για καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. [23] Δείτε: Σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Κεφ. 1, Φύση και σκοπός της θεραπείας, σελ. 7 και Ιωάννου ν. Μανώλη
(1998)ΙΓ ΑΑΔ
- [24] Διότι δεν νοείται τα πρωτόδικα δικαστήρια να ενεργούν ως εφετεία του εαυτού τους, αφού τέτοια συμπεριφορά συνιστά υπέρβαση δικαιοδοσίας που διαβάλλει την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Δείτε: Αναφορικά με τον Λοϊζίδη κλπ, επί της Πολιτικής Αίτησης αρ. 32/2019, ημερομηνίας 17/4/
- [25] Όσον αφορά τους Ενοικιαστές, δείτε την παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντα για τους Ενοικιαστές, όπου ισχυρίζεται ότι «Οι αξιώσεις αυτές βασίζονται στην απόφαση η οποία λανθασμένα εζητήθη και ελήφθη εναντίον της εταιρείας, όπως το Δικαστήριο κατέληξε εκ των υστέρων, και της οποίας ζητείτ[αι] η ακύρωση με την κυρίως αίτηση» καθώς και τον ισχυρισμό στην Κυρίως Αίτηση ότι «Επίσης, από την τελική απόφαση του Δικαστηρίου είναι φανερό ότι οι τότε αιτητές δεν είχαν δικαίωμα απόφασης προς όφελός τους». Όσον αφορά τους Ιδιοκτήτες δείτε τις αναφορές στην κατ' ισχυρισμό «γνωστή πραγματικότητα» στην οποία γίνεται αναφορά στην αγόρευση του δικηγόρου των Ιδιοκτητών. [26] Για την έννοια των οποίων παραπέμπω στα άρθρα 17 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ.
- [27] Κατ' αναλογία, δείτε: Μαρκουλλίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1983)3 Α.Α.Δ. 3423. [28] Δείτε: Σεβαστού (ανωτέρω). [29] Δείτε: Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.
- [30] Σχετικά, δείτε, Alridge, Eady & Smith on Contempt, 4η Έκδοση, σελ. 1017-
- [31] Δείτε: Αθανασίου ν. Reana Manufacturing and Trading Ltd κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 1635. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο