ΠΑΛΑ ν. ΠΙΣΚΟΠΟΥ, Αίτηση Αρ. Κ6/2018, 17/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2020:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ6/2018 Μεταξύ׃ ΧΧΧΧ ΠΑΛΑ, από την Πάφο Αιτητή και
- ΧΧΧΧ ΠΙΣΚΟΠΟΥ, από την Πάφο
- ΧΧΧΧ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, από την Πάφο Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση Παρακοής ημερομηνίας 18/02/2019 Ημερομηνία: 17/02/2020 Για τον Αιτητή: κ. Σάββας Ζαννούπας Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Μαρία Παπαδημήτρη για Μαρία Σ. Παπαδημήτρη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα υπόθεση σχετίζεται με την ενοικίαση ενός ημιυπόγειου υποστατικού που βρίσκεται επί της XXXXX στην Πάφο, ήτοι σε ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή, το οποίο στο εξής θα προσδιορίζεται ως «το Υποστατικό». Tο Υποστατικό χρησιμοποιείται ως συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων. Τα ακόλουθα αποτελούν μη αμφισβητούμενα γεγονότα: - Οι Καθ' ων 1 και 2 είναι σύζυγοι και οι ιδιοκτήτες και/ή οι δικαιούμενοι σε κατοχή του επίδικου Υποστατικού, οι οποίοι στο εξής θα προσδιορίζονται και ως «οι Ιδιοκτήτες» 1 και
- Ο Αιτητής είναι ο θέσμιος ενοικιαστής του Υποστατικού και στο εξής θα προσδιορίζεται και ως «ο Ενοικιαστής». - Η επίδικη ενοικίαση άρχισε το 1998 βάσει προφορικής συμφωνίας. Μεταγενέστερα υπογράφηκε και σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο επί του οποίου η διάρκεια της ενοικίασης καθορίστηκε από 01/01/2002 μέχρι 01/01/
- Η ενοικίαση έχει προ πολλού καταστεί θέσμια και το υφιστάμενο ενοίκιο είναι €340 μηνιαίως. - Ανέκαθεν η ηλεκτροδότηση του Υποστατικού γινόταν από το διαμέρισμα αρ. 101 που διαμένουν οι Καθ' ων και βρίσκεται άνωθεν του Υποστατικού και ειδικότερα μέσω του μετρητή με αριθμό 77301140000, ο οποίος είναι στο όνομα του Καθ' ου
- - Περί την 1η Σεπτεμβρίου οι Καθ' ων 1 και 2, απέκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο υποστατικό. - Στις 25/09/2018 καταχωρήθηκε η Κυρίως Αίτηση με την οποία αξιώνονται από τον Αιτητή και θέσμιο ενοικιαστή, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα, ως επίσης και αποζημιώσεις εναντίον των Καθ' ων 1 και 2, ιδιοκτητών του επίδικου Υποστατικού. - Ταυτόχρονα ο Ενοικιαστής καταχώρησε μονομερή Αίτηση αξιώνοντας προσωρινή προστασία, ισχυριζόμενος ότι οι ιδιοκτήτες απέκοψαν την ηλεκτροδότηση του Υποστατικού. Η μονομερής έκδοση του Διατάγματος. Στις 26/09/2018 εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα (το οποίο στο εξής θα προσδιορίζεται ως «το Διάταγμα») το οποίο απαγόρευε στους Καθ' ων και Ιδιοκτήτες να διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο Υποστατικό, ενώ επίσης διατάχθηκαν όπως αποκαταστήσουν και να μεριμνήσουν για την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό. Το Διάταγμα εκδόθηκε υπό όρους. Για σκοπούς ευκολότερης παρακολούθησης, παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του Διατάγματος: « Η αίτηση αυτή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για ακρόαση στην παρουσία της κας Α. Χρ. Μιχαήλ, Δικηγόρου για τον Αιτητή, το Δικαστήριο τούτο με βάση το περιεχόμενο της αίτησης και αφού έλαβε υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του και αφού ο Αιτητής κατέθεσε εγγύηση για το ποσό των €2.000, για αποζημίωση των Καθ' ων η αίτηση για ενδεχόμενες ζημιές, βλάβες ή δαπάνες από την χωρίς εύλογη αιτία έκδοση των διαταγμάτων και περαιτέρω υπό τον ακόλουθο όρο, ο Αιτητής θα καταβάλλει προς τους Καθ' ων η αίτηση μηνιαίως από 1.10.18 και 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, με πέντε
(5)ημέρες χάριν, το ποσό των €340= μηνιαίως έναντι της αποπληρωμής του μισθώματος, πλέον το ποσό που του αναλογεί στον αντίστοιχο λογαριασμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Α. ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Καθ' ων η αίτηση ή/και στους αντιπροσώπους ή/και υπαλλήλους τους να διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο ημιυπόγειο υποστατικό που ενοικιάζει ο Αιτητής που βρίσκεται στην Λεωφόρο Δημοκρατίας αρ. 20 στην Πάφο, μέχρι εκδίκασης της αίτησης με τον πιo πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι εκδόσεως νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 όπως αποκαταστήσουν και να μεριμνήσουν για την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό που βρίσκεται στην Λεωφόρο Δημοκρατίας αρ. 20 στην Πάφο, με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Σε περίπτωση μη τήρησης οποιουδήποτε όρου, το παρόν Διάταγμα ακυρώνεται αυτόματα. Γ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο χρόνος συμμόρφωσης των καθ' ων η αίτηση, προσδιορίζεται σε 48 ώρες από την επίδοση του διατάγματος. Το προσωρινό διάταγμα ορίζεται για επίδοση (επιστρεπτέο) στις 8.10.18 και ώρα 9:30π.μ. Έξοδα δίκης. » Η ακύρωση του Διατάγματος. Στις 15/05/2019, το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα ακυρώθηκε για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά στη σχετική ενδιάμεση απόφαση ίδιας ημερομηνίας. Για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας διαδικασίας είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι διαπιστώθηκε πως ο Ενοικιαστής δεν τήρησε τον όρο που είχε τεθεί για την πληρωμή του ενοικίου. Επιπλέον, το Διάταγμα ακυρώθηκε επειδή κρίθηκε πως δεν είχε γίνει η δέουσα αποκάλυψη κατά το στάδιο της μονομερούς εξασφάλισής του. ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η επίδικη Αίτηση. Στο μεσοδιάστημα, και συγκεκριμένα στις 18/02/2019, ο Aιτητής καταχώρησε την παρούσα Αίτηση παρακοής, την οποία και επέμεινε να προωθεί, παρά την μεταγενέστερη ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Με την υπό εξέταση αίτηση αξιώνεται: « Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να διατάσσει τη σύλληψη, φυλάκιση, επιβολή προστίμου ή κατασχέσεως περιουσία των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι των Χαράλαμπου Πισκόπου και Αφροδίτης Θεμιστοκλέους λόγω της παράλειψης τους να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/09/2018, στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση από την 01/10/2018 και μετά. » Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.42 και Δ.48, στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), καθώς επίσης στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η εν λόγω Αίτηση, τίθενται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ο οποίος, μεταξύ άλλων, παραπέμπει στο μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 26/09/2018 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, τμήματος Πάφου, το οποίο ισχυρίζεται πως επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση στις 26/09/
- Περαιτέρω, ισχυρίζεται πως ο ίδιος υπήρξε απόλυτα συνεπής και προσέφερε στους Καθ' ων το οφειλόμενο ενοίκιο, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν να το παραλάβουν. Διατείνεται πως οι Καθ' ων «επανειλημμένα και ηθελημένα από την 01/10/2018 παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του πιο πάνω διατάγματος με αποτέλεσμα να μην μπορώ να ασκήσω την επαγγελματική μου δραστηριότητα». Επιπροσθέτως, ο Καθ' ου ισχυρίζεται πως οι εν λόγω ενέργειες των Καθ' ων η Αίτηση «συνιστούν κατάφορη παραβίαση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/09/2018 και περιφρόνηση του Δικαστηρίου, η οποία επιβάλλει την τιμωρία των Καθ' ων η Αίτηση». (β) Η επίδικη Ένσταση των Καθ' ων 1 και
- Η πλευρά των Kαθ' ων αίτηση αρ. 1 αντέδρασε στην έκδοση του διατάγματος και με ένσταση ημερομηνίας 07/11/2018 προβάλει 13 διαφορετικούς λόγους ένστασης το περιεχόμενο των οποίων έχει ως ακολούθως: « (α) Η αίτηση δεν φέρει την ορθή νομική βάση και/ή είναι αντικανονική και/ή παράνομη και/ή η αίτηση δεν έχει έρεισμα στο νόμο και/ή στους διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή την δικαστηριακή πρακτική και/ή είναι παράτυπη και/ή δεν τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις εγκρίσεως της. (β) Η αίτηση έχει καταχωρηθεί από τον Αιτούντα εκδικητικά και/ή είναι καταχρηστική και/ή άλλως πως. (γ) Η αίτηση βάσει της οποίας είχε εκδοθεί το επίδικο διάταγμα έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο και/ή το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι επήλθε αυτόματη ακύρωση του Διατάγματος λόγω μη συμμόρφωσης του Αιτούντος με τους όρους που είχαν τεθεί σε αυτό και/ή η αίτηση έχει απορριφθεί επίσης και για το λόγο της απόκρυψης από μέρους του Αιτούντος ουσιωδών στοιχείων που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση. (δ) Ένεκα του δεύτερου λόγου απόρριψης της αίτησης και/ή της ακύρωσης του επίδικου διατάγματος λόγω της απόκρυψης από μέρους του Αιτούντος ουσιωδών στοιχείων σε σχέση με την υπόθεση, το επίδικο διάταγμα καθίσταται εξ' υπαρχής άκυρο και/ή δεν μπορεί να υπάρξει και/ή να εξεταστεί παρακοή σε σχέση με αυτό. (ε) Σε περίπτωση που κριθεί ότι το επίδικο διάταγμα δεν έχει ακυρωθεί εξ' υπαρχής, τότε με βάση και την απόφαση του δικαστηρίου, αυτό έχει παύσει να ισχύει και/ή με βάση τις προϋποθέσεις και/ή όρους που έχουν τεθεί σε αυτό δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ και/ή έχει παύσει να ισχύει αυτόματα από τις 07.10.2018 καταβολής του ενοικίου από τον Αιτούντα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και της παράληψης του για καταβολή ενοικίου μέχρι και σήμερα και/ή ο Απών δεν μπορεί να επικαλεστεί παρακοή του διατάγματος από τις 07.10.2018 και έπειτα. (στ) Η επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος εντός της προθεσμία των 48 ωρών που είχε τεθεί στο διάταγμα μόνο με παράνομο τρόπο θα μπορούσε να γίνει και/ή οι Καθ' ων η αίτηση μόνο με παράνομο τρόπο θα μπορούσαν να συμμορφωθούν με το επίδικο διάταγμα. (ζ) Ένεκα της απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από μέρος του Αιτούντος κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, το επίδικο διάταγμα έφερε λανθασμένο και/ή παράνομο περιεχόμενο και/ή οι όροι του δεν μπορούσαν να τηρηθούν από τους Καθ' ων η αίτηση, χωρίς οι τελευταίοι να διαπράξουν παρανομία. (η) Οι Καθ' ων η αίτηση είχαν συμμορφωθεί πλήρως με το επίδικο διάταγμα και/ή επανένωσαν τη παροχή ρεύματος στον Αιτούντα εντός της προβλεπόμενης από το διάταγμα προθεσμίας και/ή στις 28.09.2018 και/ή αμέσως μετά την επίδοση του επίδικου διατάγματος σε αυτούς, όμως αργότερα και/ή στις 02.10.2018 η παροχή του διακόπηκε αναγκαστικά και/ή μετά από διαταγή της Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου και/ή στη παρουσία ή καθ υπόδειξη και/ ή κατ' απαίτηση υπαλλήλων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου καθότι αυτή ήταν παράνομη. (θ) Υπάρχει αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης και/ή μη ηθελημένη παρακοή των Καθ' ων η αίτηση και/ή οι Καθ' ων η αίτηση δεν μπορούσαν να προχωρήσουν από μόνοι τους στην σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος και/ή χωρίς την εγκατάσταση ξεχωριστού μετρητή και/ή τη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος με νόμιμο τρόπο, μέσω της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και/ή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις εντολές της ΑΗΚ οι Καθ' ων η αίτηση θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με καταγγελία και/ή η ΑΗΚ θα προέβαινε στη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος σε ολόκληρο το ακίνητο. (ι) Για το διάστημα από 02.10.2018 μέχρι και 07.10.2018, οπόταν και το επίδικο διάταγμα έπαυσε να ισχύει, η συμμόρφωση των Καθ' ων η αίτηση με το επίδικο διάταγμα ήταν αντικειμενικά αδύνατη και/ή η παρακοή μη ηθελημένη. (κ) Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της παρακοής και/ή δεν έχει αποδειχθεί το actus reus και/ή το mens rea από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση. (λ) Δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη του αδικήματος της παρακοής από τους των Καθ' ων η αίτηση. (μ) Η υπό κρίση αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή δεν αναφέρεται σε αυτή ο χρόνος και/ή ο τρόπος της παρακοής και/ή το μέρος του διατάγματος το οποίο παραβιάστηκε και/ή ποια ενέργεια των Καθ' ων η αίτηση είναι αυτή που συνιστά παρανομία και/ή δεν αναφέρονται όλες οι απαιτούμενες λεπτομέρειες οι οποίες σχετίζονται με τη παρακοή και/ ή δεν επιδόθηκε ορθώς, ως απαιτείται. » Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧΧ Θεμιστοκλέους, Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2, η οποία, αναπτύσσει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς στους οποίους δεν θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ. Όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα, παραδέχεται ότι το Υποστατικό δεν διαθέτει ξεχωριστό μετρητή και πως η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό γινόταν παράνομα από το διαμέρισμά τους. Περαιτέρω, αναφέρει τα εξής: « στις 28.09.2018 και αμέσως μετά την επίδοση του επίδικου διατάγματος σε εμάς και εντός της προβλεπόμενης από το επίδικο διάταγμα προθεσμίας, επανασυνδέσαμε [μέσω ηλεκτρολόγου] τη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό και συμμορφωθήκαμε πλήρως με το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος. Ωστόσο, μετά την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος και συγκεκριμένα στις 02.10.2018 υπάλληλοι της ΑΗΚ μετέβησαν στο επίδικο υποστατικό και μας διέταξαν όπως παύσουμε την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό του Αιτούντος και η παροχή ρεύματος διακόπηκε στη παρουσία αρμοδίων υπαλλήλων της ΑΗΚ οι οποίοι μας ενημέρωσαν πως εάν η παροχή δεν διακοπτόταν εντός της επόμενης μισής ώρας αυτοί θα διέκοπταν την παροχή του ρεύματος στο διαμέρισμα μας και κατ' επέκταση και στο επίδικο υποστατικό και θα προέβαιναν σε σχετική καταγγελία εναντίον μας, καθότι όπως μας ενημέρωσαν απαγορεύεται η παροχή ρεύματος χωρίς να υφίσταται ξεχωριστός μετρητής. Προς υποστήριξη των ανωτέρω ισχυρισμών μου επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 σχετική βεβαίωση από την ΑΗΚ δια της οποίας διαφαίνεται ξεκάθαρα πως κατά της 02.10.2018 το ηλεκτρικό ρεύμα στο επίδικο υποστατικό είχε επανασυνδεθεί και ήταν συνδεδεμένο και πως εμείς συμμορφωθήκαμε πλήρως με το επίδικο διάταγμα, ωστόσο η παροχή διακόπηκε εκ νέου ένεκα της παράνομης φύσης της ηλεκτροδότησης. Επισημαίνω, πως εάν η ηλεκτροδότηση δεν διακοπτόταν εμείς θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με καταγγελία για παράνομη ηλεκτροδότηση κατά παράβαση των σχετικών νόμων, οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω. » ΙΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακροαματική διαδικασία ρυθμίστηκε[1] από το Δικαστήριο, έτσι ώστε να παρουσιαστεί δια ζώσης (viva voce)[2] μαρτυρία και για να δοθεί το δικαίωμα σε κάθε πλευρά για να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία[3] προς απόδειξη της υπόθεσής της. Για τον Αιτητή μαρτύρησε ο ίδιος και για λογαριασμό του ο ιδιώτης επιδότης κ. ΧΧΧΧ Θεοχάρους. Για τους Καθ' ων, έδωσε μαρτυρία μόνο ο Καθ' ου
- Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και ούτε άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Α. Η μαρτυρία του Αιτητή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο Αιτητής παρουσίασε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως ΕΓΓΡΑΦΟ A. Μέσω αυτής, κατ' ουσία επανέλαβε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του που επισυνάπτεται στην επίδικη Αίτηση. Πρόσθεσε πως, ενώ βάσει των όρων στο σημείο «Γ» του προσωρινού διατάγματος, οι Καθ' ων όφειλαν σε 48 ώρες από την επίδοση του να συμμορφωθούν με το Διάταγμα το οποίο τους επιδόθηκε στις 28/09/2018, από την 01/10/2018, οι Καθ' ων βρίσκονται σε παρακοή του εν λόγω Διατάγματος. Έκανε αναφορά σε μίαν άτυπη συμφωνία που είχε με τους Καθ' ων για τον επιμερισμό του τιμολογίου του ηλεκτρικού ρεύματος και ισχυρίστηκε πως οι Καθ' ων είχαν τοποθετήσει διακόπτη εντός του σπιτιού τους, χωρίς όμως την τοποθέτηση μετρητή. Ο συγκεκριμένος διακόπτης ήταν υπό τον απόλυτο έλεγχο των Καθ' ων, οι οποίοι, ανά πάσα στιγμή, μπορούσαν να διακόψουν την τροφοδότηση του δικού του υποστατικού, πράγμα και το οποίο έπραξαν την 01/09/2018 με αποτέλεσμα την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Διατείνεται πως «δεν επεσυνέβη κάποιο περιστατικό που να δικαιολογεί την ενέργεια των Καθ' ων. Απλά αποφάσισαν να κατεβάσουν τον διακόπτη και με την ίδια ευκολία που διέκοψαν την παροχή, μπορούσαν να την επαναφέρουν». Ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 02/10/2018, ο Αιτητής αναφέρει πως οι Καθ' ων «στιγμιαία» αποφάσισαν να ανεβάσουν τον διακόπτη, αλλά αμέσως μετά κατά σύμπτωση εμφανίστηκαν υπάλληλοι της ΑΗΚ οι οποίοι διαπίστωσαν ότι η τροφοδότηση του γκαράζ του με ηλεκτρισμό ήταν παράνομη. Ο Αιτητής θεωρεί πως το όλο σκηνικό αποτελεί εμπαιγμό της νοημοσύνης τόσο της δικής του όσο και του Δικαστηρίου. Επισημαίνει ότι για 20 και πλέον χρόνια που υφίσταται η εν λόγω ενοικίαση, η πρώτη και η μοναδική φορά που εμφανίστηκαν υπάλληλοι της ΑΗΚ στο γκαράζ του, ήταν εκείνα τα 10 μόλις λεπτά που οι Καθ' ων αποφάσισαν να ανεβάσουν τον διακόπτη για να τροφοδοτήσουν το γκαράζ του με ρεύμα. Ισχυρίζεται πως τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους και πως η συμπεριφορά των Αιτητών, συνιστά κατάφορη παραβίαση του επίδικου διατάγματος. Αξιώνει την τιμωρία των Καθ' ων. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι τα τελευταία 4‑5 χρόνια προέκυπταν προστριβές σε σχέση με τον τρόπο που επιμερίζονταν ο λογαριασμός του ρεύματος, και όποτε ο ίδιος διαφωνούσε με τους ιδιοκτήτες αναφορικά με το ποσό που ο ίδιος θα έπρεπε να καταβάλει έναντι του εκάστοτε λογαριασμού, η αντίδρασή τους ήταν να διακόπτουν, μέσω διακόπτη, την παροχή του ρεύματος. Εν τέλει, υπέκυπτε και πλήρωνε διότι δεν ήταν εύκολο να κλείσει τη δουλειά του. Δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία επίδοσης στους Καθ' ων του προσωρινού διατάγματος και παρέπεμψε στον επιδότη για τα σχετικά. Ρωτήθηκε πότε διαπίστωσε ότι δεν έχει επανασυνδεθεί το υποστατικό με ηλεκτρικό ρεύμα. Απάντησε πως πήγαινε καθημερινά στο Υποστατικό για να ελέγξει, εκτός Σαββατοκύριακων και αργιών. Είπε πως πήγε και τη Δευτέρα 01/10/
- Αρνήθηκε ότι το Υποστατικό επανασυνδέθηκε με ρεύμα από τις 28 Σεπτεμβρίου [2018], λέγοντας πως μέχρι τις 18:00 ‑ 19:00 της Παρασκευής 28 Σεπτεμβρίου δεν είχε ρεύμα, ούτε είδε να προσέρχεται κάποιος ηλεκτρολόγος για να ενώσει τα καλώδια. Όσον αφορά το περιστατικό που έλαβε χώρα με τους λειτουργούς της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου υποβλήθηκε σε αυτόν ότι έλαβε χώρα την Τρίτη 02 Οκτωβρίου. Ως προς τα τεκταινόμενα, είπε πως η ηλεκτροδότηση του Υποστατικού διήρκησε μόνο για ένα λεπτό, λέγοντας χαρακτηριστικά, «από την πόρτα ώστε να πάω στο γραφείο, να διανύσω 20 μέτρα τακ, ήρθε η Ηλεκτρική, δεν πρόλαβα, ήταν η Ηλεκτρική πόξω και περίμενε [..] έμεινε μόνο ένα λεπτό, έριξε μια ματιά και έφκηκε πάνω και έκοψε το ρεύμα, έμεινε μόνο ένα λεπτό το ρεύμα.». Ρωτήθηκε αν γνωρίζει με ποιον συγκεκριμένο τρόπο διακόπηκε η ηλεκτροδότηση, απάντησε πως δεν ήταν παρών, δεν μπορεί να ξέρει πώς μέσω του σπιτιού των Καθ' ων διακόπηκε η παροχή ηλεκτροδότησης στο Υποστατικό, παρέπεμψε όμως στην ύπαρξη κάποιου διακόπτη μέσω του οποίου αποκοπτόταν η παροχή του ρεύματος στο Υποστατικό. Αν και παραδέχτηκε ότι ουδέποτε ο ίδιος είδε τον εν λόγω διακόπτη, διευκρίνισε πως για τον εν λόγω διακόπτη του είχαν μιλήσει παλαιότερα οι ιδιοκτήτες. Αρνήθηκε ότι υπήρξε συμμόρφωση των Καθ' ων στο διάταγμα. Β. Η μαρτυρία του κ. ΧΧΧΧ Θεοχάρους (Μ. Α. 2). Ο δεύτερος μάρτυρας για τον Αιτητή, ήταν ο κύριος ΧΧΧΧ Θεοχάρους ο οποίος είναι ιδιώτης επιδότης από το
- Επεξήγησε τον τρόπο και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι προσπαθεί να επιδώσει κάθε έγγραφο μέσα στον χρόνο που απαιτείται να γίνει η επίδοση και ακολούθως ενημερώνει τον δικηγόρο, προχωρώντας παράλληλα σε καταγραφή στο σχετικό μητρώο. Εν συνεχεία προχωρεί στη σύνταξη της ένορκης δήλωσης επίδοσης. Εξ' όσων θυμάται, την ίδια διαδικασία ακολούθησε και στην παρούσα υπόθεση. Αναγνώρισε μέσα στον δικαστικό φάκελο το διάταγμα ημερομηνίας 29/09/2018 το οποίο επέδωσε προσωπικά στους Καθ' ων 1 και 2 στις 28/09/
- Πρόσθεσε πως διενεργεί επιδόσεις μέχρι τη δύση του ήλιου και με τον ίδιο τρόπο ενήργησε και στην παρούσα υπόθεση. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση. Γ. Η μαρτυρία του Καθ' ου
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 1, παρουσίασε και κατέθεσε λιτή γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως ΕΓΓΡΑΦΟ Β. Μέσω αυτής, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η Αίτηση αριθμός 2 ημερομηνίας 22/05/2019 και στην οποίαν θεωρεί ως την Κυρίως Εξέταση του για τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας. Πέραν αυτού, διορθώνει την αναφορά της Καθ' ης 2, η οποία αντί να αναφέρει πως η επίδοση του διατάγματος έγινε στις 28/09/2018, εκ παραδρομής ανέφερε πως η επίδοση έλαβε χώρα στις 28/10/
- Πρόσθεσε πως είναι από την XXXXX της Πάφου και συνταξιούχος. Κατά την αντεξέτασή του, επανέλαβε πως διάβασε και γνωρίζει τι λέει η σύζυγος του και Καθ' ης η Αίτηση 2 στην ένορκη δήλωση που έχει ο ίδιος υιοθετήσει. Παραδέχθηκε πως ο ίδιος είχε αποκόψει την παροχή του ρεύματος. Συμφώνησε ότι το Διάταγμα επιδόθηκε σε αυτόν στις 28/09/2018 στις 14:
- Κάλεσε αμέσως τον δικηγόρο του και τον ηλεκτρολόγο του και αυθημερόν συμμορφώθηκαν στο Διάταγμα. Η επανασύνδεση του ρεύματος έγινε μέσω του ηλεκτρολόγου του, κάποιου ΧΧΧΧ Ιωάννου από την Πέγεια, ο οποίος ήρθε στο υποστατικό περί της 19:00‑20:00 το βράδυ στις 28/09/2018 και στον οποίο πλήρωσε €40 για τις υπηρεσίες του. Τόνισε ότι ο Αιτητής τους χρωστούσε από παλιά €10.000 ‑ €15.000 και παραδέχθηκε πως είναι λόγω των οφειλόμενων ενοικίων και των λογαριασμών ρεύματος που απέκοψε την παροχή ρεύματος στο Υποστατικό, σημειώνοντας πως από τον Αύγουστο του 2018 δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό. Παραδέχθηκε πως ήταν εν γνώση του που γινόταν, για είκοσι χρόνια, με παράνομο τρόπο η ηλεκτροδότηση του Υποστατικού, χαρακτηρίζοντας τη δική του συμπεριφορά ως «αμέλεια». Πρόσθεσε πως, η ΑΗΚ ερχόταν στο υποστατικό κάθε δύο μήνες και την τελευταία φορά που ήρθε εντόπισε το «παράνομο σύρμα». Η ΑΗΚ προσήλθε στο υποστατικό στις 02/10/
- Υποστήριξε πως ο ίδιος είχε έρθει τυχαία από την Ίνεια στην Πάφο και ενώ βρισκόταν στην τράπεζα του τηλεφώνησαν από την ΑΗΚ γύρω στις 09:00‑09:30 το πρωί και του ανέφεραν επί λέξει «εντός μισής ώρας να ειδοποιήσεις ηλεκτρολόγο να βγάλει το σύρμα στην παρουσία μας» όπως και έγινε, και κατέβαλε εκ νέου στον ίδιο ηλεκτρολόγο €40 για τις υπηρεσίες του. Ισχυρίστηκε πως ήταν τυχαίο γεγονός η εμφάνιση των λειτουργών της ΑΗΚ και ο ίδιος δεν επικοινώνησε μαζί τους. Διαφώνησε ότι η συμμόρφωση διήρκησε μόνο για 10 λεπτά στις 02/10/
- ΙV. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η ποιότητα της δικαιοσύνης είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αποτελεσματικότητά της. Η υπακοή σε Διατάγματα Δικαστηρίου αποτελεί μια απόλυτη αναγκαιότητα σε ένα κράτος δικαίου[4] και απαρτίζει ένα από τα θεμέλια της πολιτισμένης ζωής.[5] Η πολιτισμένη ζωή, όπως ο Αμερικανός φιλόσοφος Will Durant εύγλωττα υπέδειξε, προαπαιτεί την επικράτηση του δικαίου πάνω στη δύναμη και της πειθούς πάνω στη βία. Σε αντίθετη περίπτωση το κράτος δικαίου, επί του οποίου θεμελιώνονται τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των ατόμων και εδράζεται η απαίτηση του κοινωνικού συνόλου για εφαρμογή του νόμου και της τάξης σε μια δημοκρατική κοινωνία, θα κατέρρεε.[6] Οι πολίτες, σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλλει η αρχή της ισονομίας.[7] Τα Δικαστήρια ενεργώντας προς αποκατάσταση των δικαστικών τους διαταγών αποσκοπούν αφενός, στον πειθαναγκασμό σε υπακοή και, αφετέρου, στην αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του δικαστηρίου.[8] Η καταφρόνηση δικαστηρίου μπορεί να είναι είτε ποινική, είτε πολιτική. Εν προκειμένω, σχετική είναι η αστική καταφρόνηση, η διαπίστωση της οποίας λαμβάνει χώρα μέσω διαδικασίας η οποία έχει οιονεί[9] ποινικό χαρακτήρα. Η εν λόγω αναφορά συναρτάται με το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) που απαιτείται προς απόδειξη της κατηγορίας. Αναμφίβολα, η διαδικασία της αστικής παρακοής διατάγματος δεν είναι μια συνηθισμένη διαδικασία. Στη Costantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348 χαρακτηρίσθηκε ως «εξαιρετική» (extraordinary process), στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω) «ιδιόμορφη», ενώ στη Θεοφάνους ν. CCC LAUNDRIES (ανωτέρω) λέχθηκε πως πρόκειται για «μια κατ' εξαίρεση διαδικασία». Τούτη η ιδιαιτερότητα, όπως στη Costantinides υποδεικνύεται, σχετίζεται με το γεγονός ότι το Πολιτικό Δικαστήριο «εξοπλίζεται με την πανοπλία του Ποινικού Δικαστηρίου για χάριν της εδραίωσης της αστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων». Με άλλα λόγια, η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει[10] με ποινική διαδικασία, δίχως όμως στην πραγματικότητα να είναι, καθότι, πολύ απλά, δεν νοείται συγχρωτισμός των εν λόγω δικαιοδοσιών.[11] Ανεξαρτήτως όμως του αστικού της πλαισίου, οι δραστικές συνέπειες που επιφέρει η διαπίστωση της παρακοής, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν μέχρι και την αποστέρηση της ελευθερίας του ατόμου, επιβάλλουν τη δίχως εκπτώσεις, σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων. Η δε ισχυριζόμενη παρακοή πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[12] Τούτο σημαίνει την αυστηρή απόδειξη ενός εκάστου των συστατικών στοιχείων της αποδιδόμενης κατηγορίας, δηλαδή της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Οι επικαλούμενες παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο, στις ποινικές υποθέσεις,[13] δίχως όμως να απαιτείται να διατυπωθούν υπό τη μορφή ξεχωριστών κατηγοριών εν είδει ποινικού κατηγορητήριου.[14] Σε κάθε όμως περίπτωση, ως προς την απόδειξη των προσαπτόμενων κατηγοριών, δεν χωρούν υποθέσεις για την ύπαρξη γεγονότων που συνθέτουν τις εν λόγω κατηγορίες.[15] Το δε διάταγμα επί του οποίου επιδιώκεται η διαπίστωση της παρακοής πρέπει να έχει ξεκάθαρο περιεχόμενο, έτσι ώστε το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως την έκταση της υποχρέωσής του.[16] Περιπλέον, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη θα πρέπει να διασφαλίζεται αποτελεσματικά ως επιτάσσει το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εντός τούτου του πλαισίου, όσον αφορά τον εγκαλούμενο, εντάσσεται το τεκμήριο της αθωότητας, το δικαίωμα σε μη αυτοενοχοποίηση, το δικαίωμα ακρόασης,[17] το δικαίωμα σε νομική εκπροσώπηση και η παροχή εύλογου χρόνου για απάντηση στις κατηγορίες,[18] καθώς και το δικαίωμα αντεξέτασης.[19] Συναφώς, τα δικονομικά προβλεπόμενα και ειδικά τα αναφερόμενα στη Δ.48 θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας πρέπει να εφαρμόζονται με τις ανάλογες προσαρμογές ώστε να συνάδουν με τα υπέρτερα συνταγματικά δικαιώματα του Καθ' ου ο οποίος δεν μπορεί να είναι εξαναγκάσιμος μάρτυρας,[20] αλλά εναπόκειται στον ίδιο να δώσει μαρτυρία, εφόσον το επιθυμεί.[21] Ομοίως, και με δεδομένο ότι ουσιώδης έκφανση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη είναι η αρχή της ισότητας των όπλων με βάση την οποία κάθε διάδικος πρέπει να έχει εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή του, περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας του, κάτω από συνθήκες που δεν τον θέτουν σε ουσιαστικά μειονεκτική θέση σε σχέση με τον αντίδικό του,[22] πρέπει, κατά ανάλογο τρόπο, να παρέχεται και στον αιτητή το δικαίωμα και η δυνατότητα να αποδείξει την υπόθεσή του ως προστάζει η περίσταση, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας γνωρίζοντας επ' ακριβώς επί ποιων σημείων ο αντίδικός του βασίζει την υπεράσπισή του, έτσι ώστε να μπορεί και αυτός να τοποθετηθεί επί του θέματος. Ιδιαίτερα, όταν προβάλλεται προς υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης, αυτή η επικαλούμενη αδυναμία όχι μόνο θα πρέπει απαραιτήτως να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός, αλλά και τo βάρος απόδειξής της βαρύνει αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται το διάταγμα και ο οποίος προβάλλει το γεγονός της εν λόγω αδυναμίας.[23] Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για τον εξαναγκασμό σε υποταγή σε δικαστικά διατάγματα το παρέχει το άρθρο 42[24] του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), το οποίο προβλέπει τα εξής: « Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως,[25] διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος. » Από το 2002[26] και εντεύθεν, στο προαναφερόμενο άρθρο, εισήχθη η 2η παράγραφος η οποία εγκαθίδρυσε την ευθύνη τρίτων προσώπων, μη διαδίκων,[27] στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται η παρακίνηση ή συνεργεία στην παρακοή του διατάγματος.[28] Συναφές είναι και το Άρθρο 162 του Συντάγματος,[29] όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « Το Ανώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και παν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δώδεκα μήνας. Παρά τας διατάξεις του άρθρου 90 νόμος ή κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, δύναται να χορηγήση δικαιοδοσίαν επιβολής ποινής διά περιφρόνησιν του δικαστηρίου. » Όσον αφορά τη δικονομική διάσταση του ζητήματος, συναφής με την αστική καταφρόνηση είναι η Διαταγή 42Α των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία εφαρμόζεται και κατ' αναλογία[30] στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων με βάση τον κανονισμό 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983. Στην εν λόγω διαταγή προβλέπεται, εν πρώτοις, η έκδοση εντάλματος δέσμευσης (writ of attachment) το οποίο αποβλέπει στον περιορισμό του ατόμου ή την επιβολή προστίμου (Θεσμός 6 της Δ.42Α), και σε περίπτωση αδυναμίας εκτέλεσης του διατάγματος δέσμευσης, η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης πραγμάτων (writ of sequestration).[31] Η παρακοή δεν αποτελεί αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης.[32] Με άλλα λόγια, η ανυπακοή δεν στοιχειοθετείται με την αναφορά απλά στο αποτέλεσμα της ανυπακοής, δηλαδή την απόδειξη της αντικειμενικής υπόστασης (actus reus) του αδικήματος, αλλά επιπροσθέτως απαιτεί την απόδειξη της υποκειμενικής του υπόστασης (mens rea), δηλαδή, αυτού που νομολογιακά προσδιορίζεται είτε ως το ηθελημένο της ανυπακοής είτε ως πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.[33] Συνοψίζοντας τα προαναφερόμενα, οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της παρακοής, είναι οι εξής: · Να αποδειχθεί η ύπαρξη σαφούς διατάγματος μαζί με την ύπαρξη της αναγκαίας οπισθογράφησης με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του. · Περαιτέρω, πρέπει να αποδειχθεί τόσο η προσωπική επίδοση του διατάγματος όσο και η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής. · Τέλος, πρέπει να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης. V. H ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Διευκρινίζω εξ' αρχής ότι η αξιολόγηση και όποια ευρήματα γίνουν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αφορούν αποκλειστικά τον συγκεκριμένο σκοπό της επίδικης αίτησης, δίχως να προκαταβάλλεται ή να προαποφασίζεται οριστικά οτιδήποτε σχετίζεται με τα ουσιαστικά επίδικα θέματα που αφορούν την Κυρίως Αίτηση. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω την παρουσιασθείσα μαρτυρία, σε ό,τι κρίνω πως είναι σημαντικό ως προς το μοναδικό ουσιαστικό επίδικο ζήτημα, παραλείποντας αναφορές σε μαρτυρία η οποία είτε αποτελεί κοινό τόπο,[34] είτε δεν έχει ιδιαίτερη αξία ως προς την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Τονίζω ακόμη ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα ζήτημα και ή τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Έχοντας υπόψιν τις σχετικές με το ζήτημα της αξιολόγησης νομικές αρχές[35] και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Θυμίζω πως ο Αιτητής κατά την ακρόαση παρουσίασε και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του τη γραπτή δήλωση «ΕΓΓΡΑΦΟ Α» ενώ ο Καθ' ου 1, για τον σκοπό της κυρίως εξέτασής του κατά την ακροαματική διαδικασία, επέλεξε[36] να υιοθετήσει και να επαναλάβει την ένορκη δήλωση της Καθ' ης 2 που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων. Ήταν όμως εμφανές, κυρίως κατά την αντεξέτασή των εν λόγω προσώπων, ότι το γλωσσικό τους επίπεδο (λεξιλόγιο, λεκτική επικοινωνία και ορθοέπεια) βρισκόταν σε παραφωνία προς τα γραπτά κείμενα που υιοθέτησαν, εντός των οποίων έχει εμφανώς παρεισφρήσει η νομική προσέγγιση και η διατύπωση των συνηγόρων τους. Κατά συνέπεια, και δίχως βεβαίως να αγνοούνται τα γραπτά κείμενα καθώς και οι δικονομικές και ουσιαστικές προεκτάσεις αυτών, θεωρώ πως η δια ζώσης προφορική μαρτυρία των εν λόγω προσώπων, ιδίως η αντεξέτασή τους, έχει ειδική αξία και αποτελεί τον ασφαλέστερο οδηγό για την εξαγωγή των πραγματικών γεγονότων που αφορούν το συγκεκριμένο επίδικο θέμα της παρούσας διαδικασίας. (α) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Αιτητή / Ενοικιαστή. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του Αιτητή / Ενοικιαστή, σημειώνω πως έχω εντοπίσει κάποιες ανακολουθίες και ανακρίβειες στη μαρτυρία του, τις οποίες όμως αξιολογώ ως επουσιώδεις. Συγκεκριμένα:
(1)Ενώ στην ένορκη δήλωση που βασίζει την παρούσα Αίτηση, ισχυρίζεται ότι το Διάταγμα επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση στις 26/09/2018, αυτό δεν είναι ορθό, καθότι η επίδοση, με βάση τη μαρτυρία του Μ. Α. 2., έλαβε χώρα στις 28/09/2018, όπως παραδέχθηκε και ο Καθ΄ ου 1.
(2)Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν μπορούσε να ανακαλέσει ακριβείς ημερομηνίες επαναλαμβάνοντας πως «είναι όλα γραμμένα». Ούτε ήταν απόλυτα σαφής ως προς το πότε ακριβώς έλαβε χώρα το περιστατικό με την επαναφορά του ηλεκτρικού ρεύματος για μερικά λεπτά και εν συνεχεία η αποκοπή του, κατ' εντολή των υπαλλήλων της ΑΗΚ. Ορθώς η δικηγόρος των Καθ' ων υποστηρίζει πως ο Αιτητής ανέφερε πως το εν λόγω περιστατικό διαδραματίστηκε τη Δευτέρα 01/10/2018. Όμως ο Αιτητής δεν είπε μόνο αυτό. Είπε πως πήγαινε καθημερινά στο υποστατικό, εκτός σαββατοκύριακων και αργιών, δήλωση που επιβεβαιώνει ότι τα γεγονότα αυτά στην πραγματικότητα έλαβαν χώρα τη Τρίτη 02/10/2018, καθότι η 1η Οκτωβρίου είναι μη εργάσιμη δημόσια αργία, η δε αναφορά του Αιτητή στη Δευτέρα 01/10/2018 κρίνω πως σχετίζεται με ασθενές θυμητικό και τίποτα περισσότερο.
(3)Επίσης, έχω υπόψιν πως ο Ενοικιαστής κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε πως δεν είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τον τρόπο με τον οποίο διακοπτόταν η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στο ενοικιαζόμενο Υποστατικό και πως δεν είχε δει τον διακόπτη στον οποίο είχε κάμει αναφορά στη γραπτή του δήλωση. Εντούτοις, αρκούντως πειστικά και δίχως να αμφισβητηθεί, εξήγησε πως οι ίδιοι οι Ιδιοκτήτες του είχαν αναφέρει από παλαιά πως η ηλεκτροδότηση του Υποστατικού όντως γινόταν μέσω διακόπτη που βρισκόταν στο σπίτι τους. Παρά τα προαναφερόμενα, θυμίζω πως το ουσιαστικό επίδικο ζήτημα είναι εάν οι Καθ' ων έχουν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του επίδικου διατάγματος, εντός 48 ωρών από την επίδοσή του. Η κρίσιμη και ουσιαστική θέση του Αιτητή είναι ότι, παρά την επίδοση του Διατάγματος, μέχρι και το απόγευμα της Παρασκευής 28/09/2018 δεν είχε επανέλθει το ηλεκτρικό ρεύμα. Επιπλέον υποστηρίζει πως από την 02/10/2018, (ανέφερε 01/10/2018 αλλά προφανώς εννοούσε την 02/10/2018) το ηλεκτρικό ρεύμα επανήλθε μόνο για μερικά λεπτά, πριν αποκοπεί εκ νέου και έκτοτε δεν υπάρχει συμμόρφωση. Όσον αφορά αυτά τα γεγονότα, ο Αιτητής υπήρξε πειστικός και δέχομαι τη μαρτυρία του η οποία συνάδει με την υπόλοιπη ενώπιον μου μαρτυρία. Τονίζω μάλιστα πως επί της ουσίας τα εν λόγω γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Εάν υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης των Καθ' ων, είναι άλλο θέμα. (β) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Α.
- Άνευ αμφισβήτησης ήταν η μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη κ. Θεοχάρους και την αποδέχομαι. Δέχομαι συναφώς πως επέδωσε προσωπικά στους Καθ' ων 1 και 2 στις 28/09/2018 το διάταγμα ημερομηνίας 26/09/
- (γ) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Καθ' ου
- Η μαρτυρία του Καθ' ου 1 μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση. Επεξηγώ. Έχω εξηγήσει προηγουμένως τους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να δώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στους ισχυρισμούς που παρουσιάζονται στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης 2 που ο Καθ' ου 1 υιοθέτησε κατά την ακρόαση. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, ο κεντρικός πυρήνας της μαρτυρίας του Καθ' ου η Αίτηση 1, ήταν πως υπήρξε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσής τους με το επίδικο δικαστικό προσωρινό Διάταγμα. Το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης αντικειμενικής αδυναμίας το έχει η πλευρά των Καθ' ων[37] και δεν το επέσεισε. Επεξηγώ. Κατ' αρχάς, δεν έχω πεισθεί πως απαιτείτο η παρέμβαση ηλεκτρολόγου για να αποκοπεί και να επανασυνδεθεί το ρεύμα καθότι, όπως διαφάνηκε μέσω της μαρτυρίας του Αιτητή την οποία και αποδέχθηκα, τούτη η αποκοπή του ρεύματος γινόταν κατ' επανάληψη τα τελευταία 5 περίπου χρόνια, δίχως τη μεσολάβηση ηλεκτρολόγου, μέσω ενός διακόπτη που βρίσκεται στο διαμέρισμα των Καθ' ων. Ούτε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 που επισυνάπτεται στην ένσταση των Καθ' ων, ήτοι η επιστολή του Β. Διευθυντή Δικτύων Περιφερειακού Γραφείου Πάφου της ΑΗΚ προς τη δικηγόρο των Καθ' ων, επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς των Καθ' ων. Η αναφορά στην εν λόγω επιστολή ότι η ΑΗΚ, ότι δεν συγκατατίθεται σε «καμία παράνομη και επικίνδυνη ηλεκτρολογική εγκατάσταση» αποτελεί μια αόριστη τοποθέτηση που ούτε επιβεβαιώνει τις αιτιάσεις των Καθ' ων, ούτε καταπιάνεται με την ουσία του ζητήματος, ότι δηλαδή, στις 02/10/2018 υφίστατο το επίδικο δικαστικό διάταγμα με αυτόδηλο περιεχόμενο. Ιδίως, η θέση του Καθ' ου 1, ότι η εμφάνιση των λειτουργών της ΑΗΚ στις 02/10/2018 στο Υποστατικό και η απαίτησή τους για άμεση διακοπή της παράνομης ηλεκτροδότησης επρόκειτο για «τυχαίο γεγονός», στερείται πλήρως πειστικότητας. Στο ίδιο το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, στην Ένσταση των Καθ' ων αναφέρεται επί λέξει ότι «στις 2/10/2018 αρμόδιος λειτουργός του Γραφείου μας επισκέφτηκε τα υποστατικά στην Λεωφ. Δημοκρατίας 20 για πιθανή παράνομη επέκταση ηλεκτρολογικής Εγκατάστασης». Η αναφορά σε πιθανότητα παράνομης επέκτασης υποδηλώνει πως η επίσκεψη έλαβε χώρα με σκοπό την επιβεβαίωση προγενέστερης υπόδειξης και όχι βεβαίως σε τυχαίο γεγονός, ως διατείνονται οι Καθ' ων. Πέραν όμως αυτού, η εν λόγω θέση των Καθ' ων συγκρούεται ευθέως με τη λογική. Παρεμβάλλω πως η λογική και το Δίκαιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Ο Αριστοτέλης περιγράφει τον Νόμο ως «λογική δίχως εμπάθεια», η δε κοινή λογική (common sense) θεωρείται «συστατικό στοιχείο της δικαστικής κρίσης», η επίκληση της οποίας «παρατηρείται οριζοντίως σε πολυειδείς εκφάνσεις του Κυπριακού ουσιαστικού, αποδεικτικού και δικονομικού δικαίου». Τέτοια είναι η σημασία της κοινής λογικής, που θεωρείται ως συστατικό στοιχείο του κοινοδικαίου.[38] Επανερχόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω πως για 20 χρόνια, δηλαδή από το 1998 και εντεύθεν, ουδέποτε προέκυψε ζήτημα από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου σε σχέση με την τροφοδοσία του εν λόγω Υποστατικού, η οποία ανέκαθεν παρεχόταν με τον ίδιο τρόπο. Η πρώτη φορά που παρουσιάζεται η ΑΗΚ να προβαίνει σε υποδείξεις σε σχέση με τη νομιμότητα της εν λόγω ρύθμισης, είναι η 1η εργάσιμη ημέρα (Τρίτη - 02/10/2018) αμέσως μετά την επίδοση του επίδικου διατάγματος που έλαβε χώρα την Παρασκευή στις 28/09/
- Η πιθανότητα να έχει συμβεί αυτό «τυχαία» ως διατείνεται ο Καθ΄ ου 1, είναι δίχως υπερβολή, ανύπαρκτη, αφού 365 μέρες Χ 20 χρόνια ισοδυναμεί με 7300 μέρες. Μια πιθανότητα στις 7300 μέρες ισοδυναμεί με ποσοστό της τάξης του 0.000137%. Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός στερείται πλήρως πειστικότητας και απορρίπτεται. Περαιτέρω, απορρίπτεται και γενικότερα όλη η μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση 1 που σχετίζεται με την ισχυριζόμενη συμμόρφωσή τους προς το Διάταγμα διότι δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν τέτοια αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης. VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προχωρώντας στην παράθεση των πραγματικών γεγονότων, σημειώνω πως αναπόφευκτα θα ακολουθήσουν κάποια ευρήματα σε σχέση με τα ουσιαστικά επίδικα θέματα της κυρίως διαδικασίας, αλλά τονίζω πως τα οριστικά και καθοριστικά συμπεράσματα ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων είναι ζήτημα της ακροαματικής διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. Τα δε συμπεράσματα που ακολουθούν σχετίζονται αποκλειστικά με τον περιορισμένο σκοπό της επίδικης αίτησης και τίποτα περισσότερο. Α. Τα πραγματικά γεγονότα. Σε συνέχεια όσων τίθενται εισαγωγικά της παρούσας απόφασης, και τα οποία για σκοπούς οικονομίας υιοθετώ δίχως να επαναλαμβάνω, αναφέρω πως τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση συνοψίζονται στα ακόλουθα. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2018 οι Ιδιοκτήτες, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός πως η ηλεκτροδότηση του Υποστατικού γινόταν μέσω μετρητή που βρισκόταν στο διαμέρισμά τους, απέκοψαν την παροχή ρεύματος στο Υποστατικό ως αντίδραση για αξιώσεις που είχαν έναντι του Ενοικιαστή για οφειλόμενα ενοίκια, διαβάλλοντας μονομερώς, μέσω αυτοδικίας και δίχως την επιβαλλόμενη δικαστική παρέμβαση το εκ του Νόμου προστατευόμενο δικαίωμα του Καθ' ου στην ανεμπόδιστη κατοχή και τη θέσμια ενοικίαση του Υποστατικού. Οι ακόλουθες αναφορές του Καθ' ου 1 κατά την αντεξέτασή του, είναι χαρακτηριστικές: « διότι έναν χρόνο ήμουν απλήρωτος και την τελευταία φορά που ήθελα να πληρωθώ, αντί να πληρώσει ήθελε και €350 για να πληρώσει το ρεύμα [..] ενοίκιο δεν μου εδίαν, εν να του πληρώνω και το ρεύμα; » Ο Ενοικιαστής προσέφυγε στο παρόν Δικαστήριο και στις 26/09/2019 εξασφάλισε το επίδικο προσωρινό Διάταγμα, το οποίο επιδόθηκε στους Καθ' ων την Παρασκευή 28/09/
- Δεν αμφισβητείται ότι η φύση του επίδικου διατάγματος, όντας προστακτική και απαγορευτική, επιδέχεται εξαναγκασμό σε υπακοή. Δίχως αμφισβήτηση είναι και το γεγονός ότι το Διάταγμα καθορίζει συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου απαιτείται η συμμόρφωση προς αυτό και ότι σε αυτό εμπεριέχεται η αναγκαία οπισθογράφηση με την προειδοποίηση για τις συνέπειες που έχει η παρακοή του. Οι Καθ' ων, αντί να συμμορφωθούν με τα διαλαμβανόμενα στο προσωρινό Διάταγμα εντός του καθορισθέντος χρόνου, επέλεξαν συνειδητά να το παρακούσουν και να το περιφρονήσουν. Προφανώς, θεώρησαν πως θα μπορούσαν να το καταστρατηγήσουν, κατ' επίκληση της ούτω καλούμενης «παρανομίας» που σχετίζεται με το γεγονός ότι δεν υφίσταται ξεχωριστός μετρητής ηλεκτροδότησης για το Υποστατικό. Ενώ δηλαδή για 20 και πλέον χρόνια οι Καθ' ων 1 και 2 εκμεταλλεύονταν το Υποστατικό, αποκομίζοντας οφέλη από την επίδικη ενοικίαση, παραγνωρίζοντας τη δική τους καθοριστική σύμπραξη για τη διαμόρφωση των επίδικων γεγονότων, θεώρησαν πως θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν προς όφελος το status quo που οι ίδιοι δημιούργησαν ως προς την ηλεκτροδότηση του Υποστατικού. Έτσι λοιπόν, το πρωινό της 02/10/2018, εμφανίζονται στο Υποστατικό λειτουργοί της ΑΗΚ, και για πρώτη φορά, μετά από 20 χρόνια αδιαφορίας ή και αμέλειας για την επί τόπου κατάσταση, οι εν λόγω λειτουργοί παρουσιάζονται να εγείρουν ζήτημα ως προς την ηλεκτροδότηση του Υποστατικού. Η μοναδική πιθανή εξήγηση για την παρουσία των εν λόγω λειτουργών τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα στο Υποστατικό, είναι επειδή η παρουσία τους μεθοδεύθηκε από τους Ιδιοκτήτες / Καθ' ων 1 και 2, οι οποίοι θεώρησαν πως με την εμπλοκή των λειτουργών της ΑΗΚ θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την αδιαπραγμάτευτη υποχρέωσή τους να συμμορφωθούν προς το προσωρινό Διάταγμα. Οι νομικές προεκτάσεις των εν λόγω γεγονότων, αν δηλαδή τα διαδραματιζόμενα νομιμοποιούν τους Ιδιοκτήτες να επικαλούνται την υπεράσπιση της αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης, αποτελούν νομικό ζήτημα που θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό που ενδιαφέρει επί του παρόντος είναι ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση των Καθ' ων, ούτε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο μέχρι και την ακύρωση του επίδικου προσωρινού Διατάγματος στις 15/05/
- Λόγω μη συμμόρφωσης των Καθ' ων 1 και 2 στις πρόνοιες του Διατάγματος, στις 18/02/2019, ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση Παρακοής εναντίον των Καθ' ων 1 και
- Β. Η διάρκεια της Παρακοής. Θυμίζω πως το επίδικο Διάταγμα ακυρώθηκε στις 15/05/2019 επειδή, κρίθηκε πως δεν τηρήθηκε ο όρος για την πληρωμή του μηνιαίου ενοικίου. Η κα Παπαδημήτρη εισηγείται πως στην περίπτωση διαπίστωσης παρακοής, αυτή αφορά το διάστημα από 01/10/2018 μέχρι και 06/10/
- Η δική μου αντίληψη είναι ευνοϊκότερη και από την εν λόγω εισήγηση. Επεξηγώ. Το ενοίκιο έπρεπε να καταβληθεί στις 01/10/2018 με πέντε
(5)ημέρες χάριν, δηλαδή, το αργότερο μέχρι και τις 06/10/2018. Το Διάταγμα, ρητά διαλαμβάνει πως «σε περίπτωση μη τήρησης οποιουδήποτε όρου, το παρόν Διάταγμα ακυρώνεται αυτόματα» και επιδόθηκε στις 28/09/2018, μέρα Παρασκευή. Ακολούθως, μεσολαβούσαν 3 μη εργάσιμες, εξαιρούμενες,[39] ημέρες. Συνεπώς, η συμμόρφωση των Καθ' ων ελέγχεται από τις 04/10/2018, ήτοι μετά την πάροδο 2 εργάσιμων ημερών από τις 28/09/2018, καθότι, όπως στο άρθρο 31(δ) του περί Ερμηνείας Νόμου - Κεφ. 1 διαλαμβάνεται, «όταν πράξη ή διαδικασία διατάττεται ή επιτρέπεται να γίνει ή να λάβει χώρα εντός χρόνου ο οποίος δεν υπερβαίνει έξι ηµέρες, εξαιρούµενες ηµέρες δεν θα καταχωρούνται στον υπολογισµό του χρόνου». Κατά συνέπεια, η αυτόματη ακύρωση του Διατάγματος, ανατρέχει στον χρόνο κατά τον οποίο συντελέστηκε η παραβίαση του τεθέντος όρου και ως εκ τούτου η παρακοή, θεωρείται πως συντελέστηκε μόλις για τρεις
(3)μέρες, ήτοι στις 04/10/2018, στις 05/10/2018, και στις 06/10/
- Γ. Η επίδοση της Αίτησης Παρακοής. Όπως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η Αίτηση Παρακοής επιδόθηκε προσωπικά στην Καθ' ης 2 στις 22/02/2019, ως επίσης, την ίδια ημέρα επιδόθηκε σε αυτήν και η αίτηση που αφορά τον Καθ' ου 1 υπό την ιδιότητά της ως «σύζυγος (συγκάτοικος) του Καθ' ου 1». Όπως επεξηγείται προηγουμένως κατά την παράθεση του νομικού πλαισίου, πέραν της προσωπικής επίδοσης του Διατάγματος, απαιτείται η προσωπική επίδοση της ίδιας της Αίτησης Παρακοής. Στη Δ.42Α, θ.θ. 2 και 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρεται: «
- An office copy of the order shall be served on the person to whom the order is directed. The service shall, unless otherwise directed by the Court or a Judge, be personal. 3.
(1)Where such an order has been issued by any Court and the person directed to do or prohibited from doing an act (hereinafter referred to as "the respondent") refuses or neglects to do or abstain from doing it, according to the directions of such order, the person in whose favour such order has been given (hereinafter referred to as "the applicant") may apply to the Court for a writ of attachment.
(2)Such an application shall be made by summons supported by affidavit and an office copy thereof shall, unless otherwise directed by the Court or Judge, be served on the respondent personally. But the Court or a Judge, if satisfied that the delay caused by proceeding in the aforesaid way would or might entail irreparable or serious mischief, may make an order ex parte upon such terms as to costs or otherwise, and subject to such undertaking, if any, as the Court or Judge may think just; and any party affected by such order may move to set it aside. » Το ζήτημα της δέουσας επίδοσης δεν έχει αμφισβητηθεί με τη δέουσα επάρκεια από τους Καθ' ων. Η μοναδική σχετική αναφορά που γίνεται από αυτούς εντοπίζεται στο σημείο «μ» της Ένστασής τους, δίχως όμως να προωθήσουν οποιεσδήποτε συγκεκριμένες θέσεις κατά την ακροαματική διαδικασία και τις αγορεύσεις. Παρόλα αυτά, το εν λόγω ζήτημα κρίθηκε σημαντικό από το ίδιο το Δικαστήριο. Λόγω της σοβαρότητας του υπό εξέταση θέματος έκρινα ενδεδειγμένο να επανανοίξω την υπόθεση μετά την επιφύλαξή της, για να δώσω την ευκαιρία στους συνήγορους των διαδίκων να τοποθετηθούν συγκεκριμένα επί του θέματος αυτού. Τούτο έγινε στις 10/02/2020. Ο δικηγόρος του Αιτητή υποστήριξε πως πρέπει το Δικαστήριο να δει την ουσία του θέματος και πως «δεν πρέπει να εγκλωβισθούμε στο αυστηρό λεκτικό του Νόμου». Από την άλλη, η δικηγόρος των Καθ' ων εξέφρασε την αντίθετη άποψη σημειώνοντας πως χαλάρωση των τυπικών προϋποθέσεων ισοδυναμεί με κατάργησή τους. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι η ακόλουθη. Αν και κατανοώ τη πρακτική προσέγγιση του δικηγόρου του Αιτητή, εντούτοις δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί του. Το ζήτημα δεν αφορά εξειδικευμένο λόγο Ένστασης, όπως για παράδειγμα η προβαλλόμενη στα σημεία (στ) έως και (θ) της Ένστασης αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης, η οποία επιβάλλεται να εγείρεται ρητώς (δείτε: Yugos Finance Bv κ.α. ν Halebay Holding Ltd
(2013)1Α Α.Α.Δ 569), αλλά, κατ' ουσία, συστατικό στοιχείο στοιχειοθέτησης του υπό εξέταση αδικήματος. Θυμίζω πως η παρούσα διαδικασία έχει οιονεί[40] ποινικό χαρακτήρα. Η επ' αυτού του θέματος νομολογία έχει κατ' επανάληψη τονίσει ότι επιβάλλεται η σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, και δικονομικά η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Για τη σημασία της προσωπικής επίδοσης, στο σύγγραμμα Borrie and Lowe The Law of Contempt 4η Έκδοση, σελ. 1013, παρ. 12-36, αναφέρονται τα εξής σχετικά:[41] « It is also necessary to establish service of any order which is alleged to have been disobeyed by leaving a copy with the person to be served. The importance of personal service of the order, where committal is sought, is to enable the person bound by the order, and who is alleged to be in contempt, to know what conduct would amount to a breach ; and before committal such notice is required to be proved beyond reasonable doubt. » Συναφώς, στο σύγγραμμα Alridge, Eady & Smith on Contempt, 4η Έκδοση, σελ. 1208, παρ. 15-13 - Personal Service αναφέρεται: « The general rule is that the claim form or application notice, accompanied by a copy of the written evidence in support of the application, must be served personally. » Ότι ο Καθ' ου 1 πρακτικά έλαβε γνώση του Διατάγματος είναι γεγονός δεδομένο και αναντίλεκτο, το οποίο όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του Αιτητή να μεριμνήσει για την προσωπική προς αυτόν επίδοση, καθότι όπως στη KRASHIAS SHOE FACTORY LTD (ανωτέρω) υποδεικνύεται, η προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου διατάγματος, όσο και της αίτησης, συνιστούν «απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για την παρακοή διατάγματος» και θεωρήθηκε ανεπαρκής η επίδοση στη διεύθυνση επίδοσης για σκοπούς της διαδικασίας, ήτοι το γραφείο του δικηγόρου των εφεσειόντων. Ομοίως, στη Mander v Falcke [1891] 3 Ch 488, 61 LJ Ch 3 κρίθηκε ανεπαρκές το γεγονός ότι η επίδοση έγινε προς στον δικηγόρο του καθ' ου και περαιτέρω λέχθηκε ότι η παρουσία του καθ' ου κατά τη δικάσιμο δεν συνιστούσε αποποίηση δικαιώματος. Όπως συναφώς λέχθηκε Αναφορικά με την Αίτηση του Αλέκου Κωνσταντινίδη
(2003)1Β Α.Α.Δ 1298, στην περίπτωση που επιδιώκεται η τιμωρία των διευθυντών εταιρείας είναι απαραίτητο όπως τόσο το διάταγμα όσο και η αίτηση επιδίδονται προσωπικά στους διευθυντές και δεν είναι αρκετή η επίδοση στην ίδια την εταιρεία. Κατά τον ίδιο τρόπο, στη Α. Πέτσα ν. Ο. Πιερίδη
(2011)1Γ Α.Α.Δ 171 η παράλειψη επίδοσης τεκμηρίου που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της εκδοθείσας απόφασης, οδηγούσε σε συμπέρασμα ελλιπούς επίδοσης και απόρριψης της αίτησης παρακοής. Ως εκ των ανωτέρω, η παράλειψη του Αιτητή να επιδώσει προσωπικά το Διάταγμα στον Καθ' ου 1 καθιστά την επίδικη αίτηση όσον αφορά αυτόν, έκθετη σε απόρριψη. Δ. Η ευθύνη της Καθ' ης
- Οι τυπικές προϋποθέσεις έχουν αποδειχθεί. Προχωρώντας στην εξέταση των προϋποθέσεων που αφορούν πλέον μόνο την Καθ' ης 2, διαπιστώνω ότι όσον αφορά αυτήν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη σαφούς διατάγματος μαζί με την ύπαρξη της αναγκαίας οπισθογράφησης με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του. Έχει επίσης αποδειχθεί τόσο η προσωπική προς αυτήν επίδοση του διατάγματος στις 28/09/2018 όσο και η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής στις 22/02/
- Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, σημειώνω πως η μη συμμόρφωση με το Διάταγμα εντός της ταχθείσας προθεσμίας, είναι δεδομένη, αφού ενώ είχε απαγορευθεί στους «Καθ' ων η αίτηση ή/και στους αντιπροσώπους ή/και υπαλλήλους τους να διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο ημιυπόγειο υποστατικό που ενοικιάζει ο Αιτητής που βρίσκεται στην XXXXX αρ. 20 στην Πάφο, μέχρι εκδίκασης της αίτησης με τον πιo πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι εκδόσεως νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου» και είχαν περαιτέρω διαταχθεί πως «αποκαταστήσουν και να μεριμνήσουν για την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος» στο επίδικο Υποστατικό παρέλειψαν, να ενεργήσουν σχετικά εντός 48 ωρών από την επίδοση του διατάγματος. Η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, δηλαδή η πρόθεση για την καταστρατήγησή του, σημειώνω πως οι Καθ' ων 1 και 2 παρουσιάστηκαν ενώπιον μου ως ομάδα και δίχως, σε οποιοδήποτε στάδιο να διαχωρίσουν την κοινή και ενιαία υπερασπιστική τους γραμμή που αναπτύσσεται στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης 2 την οποία υιοθέτησε και ο Καθ' ου 1 κατά την ακροαματική διαδικασία. Ουσιαστικά, η υπεράσπισή τους συνοψίζεται στην παραδοχή της μη συμμόρφωσης κατ' επίκληση της αντικειμενικής αδυναμίας να ενεργήσουν σχετικά. Επισημαίνω πως το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη της προβαλλόμενης αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης το φέρουν οι ίδιοι οι Καθ' ων. Το σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Borrie and Lowe The Law of Contempt 4η Έκδοση - What is the mens rea required? - παρ. 6.10, σελ. 112-114, έχει αυτόδηλο περιεχόμενο: « In Gulf Azov Shipping Co Ltd v Chief Humphrey Irikefe Idisi, the court held that the whole picture must be considered to see whether a respondent is trying to comply or else is bent on flouting the orders of the court. So far as disobedience to a positive order is concerned it has been held that it is the duty of the defendants to enquire and discover the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants. In Lewis v Pontypridd, Caerphilly, and Newport Rly Co, a railway company had been ordered to construct a junction joining their line with the plaintiff's works. The defendants argued that since they never had any funds to build the junction they could not have complied with the order and therefore the breach could not be said to be 'wilful'. The court rejected this contention. The defendants had failed to discharge their burden of proving that compliance was impossible, because they had not shown that they could not have obeyed the judgment. » (ο τονισμός των λέξεων είναι του Δικαστηρίου) Θυμίζω πως, η βασική θέση των Καθ' ων είναι ότι παρόλο που συμμορφώθηκαν με το Διάταγμα, ακολούθως αναγκάστηκαν να διακόψουν εκ νέου την ηλεκτροδότηση του Υποστατικού σύμφωνα με υποδείξεις των λειτουργών της ΑΗΚ, διότι, σε αντίθετη περίπτωση «θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με καταγγελία για παράνομη ηλεκτροδότηση κατά παράβαση των σχετικών νόμων, οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω.» Η κρίση του Δικαστηρίου είναι εντελώς διαφορετική. Κατ' αρχάς, το δίλημμα που έχουν επικαλεστεί οι Καθ' ων είναι επίπλαστο. Η ύπαρξη διλήμματος προαπαιτεί δύο ισόβαρους τρόπους ενέργειας, στοιχείο που απουσιάζει πλήρως από τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Αυτό που ούτε λίγο ούτε πολύ υποστήριξε η πλευρά των Καθ' ων είναι ότι ένα διάταγμα του Δικαστηρίου έχει την ίδια υπόσταση, το ίδιο κύρος και τις ίδιες επιδράσεις με τις αποφάσεις ή τις υποδείξεις των λειτουργών της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, θέση που προφανώς δεν ισχύει.[42] Εάν η ΑΗΚ ή οποιοσδήποτε άλλος τρίτος έκρινε πως επηρεάζονται τα δικαιώματα και/ή οι υποχρεώσεις του, όφειλε,[43] με βάση τη Δ.48 θ.8
(4), να αποταθεί στο Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση[44] του επίδικου Διατάγματος και όχι βεβαίως να χρησιμοποιούνται οι ισχυριζόμενες συμπεριφορές ως όχημα για την καταστρατήγησή του. Πέραν τούτου, οι Καθ' ων ή και οι δικηγόροι τους, παραβλέπουν ότι η επίδικη θέσμια ενοικίαση δεν αφορά εξ' υπαρχής άκυρη ή παράνομη σύμβαση, ούτε συμφωνία από την οποία μπορούν να απεμπλακούν δίχως τη δικαστική παρεμβολή. Όπως είχα την ευκαιρία να σημειώσω κατά το στάδιο εξέτασης της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος και ο περί Ηλεκτρισμού Νόμος (Κεφ. 170), δεν συνδέονται μεταξύ τους και εξυπηρετούν διαφορετικούς, απόλυτα διακριτούς σκοπούς και όσα διατείνονται οι Καθ' ων δεν μπορούν να αποτελέσουν νομιμοποιητικό υπόβαθρο για την παρακοή του Διατάγματος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την από την απόφασή μου ημερομηνίας 15/05/2019 είναι σχετικό: « Ουδείς μπορεί να αναζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου για προσωρινό διάταγμα, εφόσον η συμφωνία της οποίας επιδιώκει την εκτέλεση είναι παράνομη.[45] Ούτε ό,τι απαγορεύεται ρητώς νομοθετικά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νόμιμης σύμβασης, όπως για παράδειγμα να αξιωθεί το αντίτιμο για υπενοικίαση υποστατικού για τη δημιουργία οίκου ανοχής.[46] Εντούτοις, η παρούσα υπόθεση δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία των υποθέσεων. Ο σκοπός της επίδικης θέσμιας ενοικίασης που αποτελεί και το ουσιαστικό αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δεν είναι ούτε παράνομος και ούτε η ίδια η ενοικίαση αντίκειται σε οποιονδήποτε νόμο ή δημόσια πολιτική. Όταν διαπιστώνεται ότι ένα υποστατικό χρησιμοποιείται για παράνομους σκοπούς, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος, στο άρθρο 11
(1)(β) παρέχει στον ιδιοκτήτη το δικαίωμα να αξιώσει την έξωση του ενοικιαστή. Παρ' όλ' αυτά η δικαστική παρεμβολή αποτελεί επιτακτική προϋπόθεση. Ενέργειες που έχουν τον χαρακτήρα αυτοδικίας ουδέποτε έχουν γίνει αποδεκτές από τα Δικαστήρια, υπό οποιανδήποτε έκφανση ή μανδύα. Στη KENNEDY HOTELS LTD ν. HAIG INDJIRDJIAN
(1992)1Α Α.Α.Δ 400, υποδείχθηκε ότι η απώλεια του δικαιώματος στην κατοχή ουδόλως νομιμοποιεί τον ιδιοκτήτη να προβεί σε μονομερείς ενέργειες που αποσκοπούν βίαιη έξωση του ενοικιαστή, καθότι, ο νόμος αναγνωρίζει τέτοια κατάλοιπα δικαιώματος στον κάτοχο που επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωσή του. Τα προαναφερόμενα συσχετίζονται και με τη βασική αρχή ότι αδικοπραγείσας δεν επιτρέπεται να αποκομίσει οφέλη από την άδική του πράξη.[47] Πέραν των πιο πάνω, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος και ο περί Ηλεκτρισμού Νόμος (Κεφ. 170), επί του οποίου προφανώς οι Καθ' ων στηρίζουν το επιχείρημά τους, δεν συνδέονται μεταξύ τους, δηλαδή, κατά τη νομική ορολογία δεν πρόκειται για νομοθεσίες που βρίσκονται in pari material καθότι εξυπηρετούν διαφορετικούς, απόλυτα διακριτούς σκοπούς. Στο μέτρο δε που η εισήγηση των Καθ' ων που σχετίζεται με το δόγμα ex turpi causa non oritur action, όπως αυτό αναλύεται μεταξύ άλλων στη Χριστοδούλου ν. Vraets
(2009)1 A.A.Δ. 802, αρκούμαι να σημειώσω ότι η εν λόγω αρχή δεν είναι απόλυτη αλλά έχει σημαντικές εξαιρέσεις[48] εντός των οποίων, τουλάχιστον για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας διαδικασίας, αξιολογώ ότι εντάσσεται και η παρούσα υπόθεση. » Και εν πάση περιπτώσει, όπως συναφώς εξηγείται στη Δρόσος Μιχαηλίδης (ανωτέρω), όταν τίθεται θέμα παρακοής σε θετική διαταγή, εναπόκειται στους εναγόμενους να εξεύρουν τα κατάλληλα μέσα προς συμμόρφωση. Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται ότι η διαπίστωση της «ένοχης διάνοιας» ως προς το θελημένο της παρακοής εξάγεται από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, και ιδίως, όταν Διάταγμα απαγορεύει κάποια πράξη, η ίδια η εκτέλεση της πράξης αποτελεί την ένοχη διάνοια. Όσο πιο εμφανής είναι η απείθεια, τόσο πιο εύκολα καταλογίζεται ένοχη διάνοια. Σχετικά, στη Stancombe Trowbridge UDC
(1910)2 ch 190 υποδείχθηκε ότι τα πραγματικά κίνητρα και οι προθέσεις πίσω από αυτή την ενέργεια δεν αποτελούν σχετικό παράγοντα .[49] Συναφώς, στη Knight v Clifton [1971] 2 All ER 378, αναφέρεται: « when an injunction prohibits an act, the prohibition is absolute and is not to be related to intent unless otherwise stated on the face of the order. » Με βάση τα πιο πάνω, προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η πρόθεση των Καθ' ων 1 και 2 να μην συμμορφωθούν προς την υπό εξέταση δικαστική διαταγή, τόσο αναφορικά με το θετικό, όσο και αναφορικά με το απαγορευτικό της μέρος. Αρχικά, μέσω της μεθόδευσης της παρουσίας των Λειτουργών της ΑΗΚ στις 02/10/2018 στο Υποστατικό. Εν συνεχεία, για να δικαιολογήσουν τη μη συμμόρφωσή τους, υποστήριξαν πως βρίσκονταν αντιμέτωποι με ανυπέρβλητα διλήμματα, τα οποία αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο ως ανύπαρκτα. Συνακόλουθα, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης, όσον αφορά, πλέον, μόνο την Καθ' ης
- Οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Εις απάντηση δε των Λόγων Ένστασης (γ) και (δ) αναφέρω πως η μεταγενέστερη ακύρωση του Διατάγματος δεν νομιμοποιεί τους Καθ' ων στην εκ των προτέρων παρακοή του. Διότι, αποτελεί αδιάφορο στοιχείο ως προς τη διαπίστωση της παρακοής εάν ένα προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου εν τέλει ακυρωθεί ή άλλως πως κριθεί εσφαλμένο κατά τον αναθεωρητικό έλεγχο. Αυτός προς τον οποίον απευθύνεται, στο μεσοδιάστημα υποχρεούται[50] να συμμορφωθεί προς αυτό και ακολούθως να επιδιώξει, με νόμιμα μέσα, την ακύρωσή του, διότι η αυτοδικία δεν αποτελεί επιλογή. Όπως λέχθηκε στη Spokes v Banbury Board of Health [1865] L.R. 1 Eq. 42: « the simple and only view is that an order must be obeyed, that those who wish to get rid of that order must do so by the proper course, an appeal. So long as it exists, the order must be obeyed, and obeyed to the letter. » Αναφορικά με τον Λόγο Ένστασης αρ. (η), πέραν του ότι αντίκειται στα πραγματικά γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, θεωρώ πως βρίσκεται και σε αντίφαση με τη βασική υπερασπιστική γραμμή περί της ισχυριζόμενης αντικειμενικής αδυναμίας. Κατά τα λοιπά και όσον αφορά τους εναπομείναντες Λόγους Ένστασης αρκούμαι να σημειώσω ότι η επίδικη αίτηση στηρίζεται σε ορθή νομική βάση και ούτε έχει αποδειχθεί πως έχει καταχωρηθεί είτε εκδικητικά είτε καταχρηστικά και όσα έχω προαναφέρει απαντούν επαρκώς. Καταλήγω πως έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς και αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη του αδικήματος της παρακοής του επίδικου Διατάγματος μόνο όσον αφορά την Καθ' ης
- Όσον αφορά τον Καθ' ου 1, η Αίτηση, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί προηγουμένως, δεν έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς και απορρίπτεται. Οφείλω πάντως να σημειώσω για το ενδεχόμενο αναθεωρητικού ελέγχου, εάν η Αίτηση όσον αφορά τον Καθ' ου 1 προσπερνούσε τον σκόπελο της ορθής επίδοσης, θα κρινόταν και αυτός ένοχος παρακοής, καθότι, αναφορικά με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, ισχύουν κατά γράμμα για αυτόν όσα έχουν προαναφερθεί για την Καθ' ης
- VΙΙ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η επίδικη Αίτηση, όσον αφορά τον Καθ' ου 1, δεν έχει στοιχειοθετηθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά την Καθ' ης 2, η Αίτηση επιτυγχάνει. Διαπιστώνεται συναφώς ότι, από τις 04/10/2018, η Καθ' ης 2 ηθελημένα έχει παραβιάσει το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 26/09/2018 που ακυρώθηκε στις 15/05/2019, με αναδρομική ισχύ ως προς την ακύρωσή του από τις 07/10/
- Καλείται η δικηγόρος της Καθ' ης 2 να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί για μετριασμό, πριν την επιβολή ποινής. Αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα, με βάση τις σχετικές επί του θέματος αρχές,[51] την ευρεία διακριτική εξουσία που έχει το παρόν Δικαστήριο ως προς τούτο το ζήτημα καθώς και τα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ορθότερο υπό τις περιστάσεις όπως η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.[52] Τυχόν δε προηγούμενες διαταγές ως προς τα έξοδα της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας παρακοής, ακυρώνονται. Έχω σχετικά συνυπολογίσει τη μερική μόνο επιτυχία της Αίτησης καθώς και το γεγονός ότι οι Καθ' ων 1 και 2 εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Το Δικαστήριο έχει εξουσία να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία (Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Έφεση αρ. 99/2019, ημερομηνίας 11/06/2019). Οι προς τούτο οδηγίες που δίδει ένα Δικαστήριο ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης αποτελούν άσκηση διακριτικής ευχέρειας (Αναφορικά με την Αίτηση του Σ. Τ. και Π.Α.Χ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 84/2019, ημερομηνίας 30/05/2019). Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Ιωσηφίνας Αντωνίου
(2009)1Β ΑΑΔ 1508 λέχθηκε ότι Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει τη δυνατότητα να ρυθμίσει και να διαφοροποιήσει την ενώπιον του διαδικασία με τον τρόπο που θεωρεί κατάλληλο. [2]Για τη σημασία της δια ζώσης μαρτυρίας δείτε Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, 555 ως επίσης και στη ΝΙΝΟΣ Β. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ Γ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ
(1995)1 Α.Α.Δ 877 όπου λέχθηκε: «Η αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιέχει ισχυρισμούς, όπως τα δικογραφήματα στην αγωγή, οι οποίοι και πρέπει να αποδειχτούν στη δίκη με τα γνωστά αποδεικτικά μέσα, όπου δε είναι αναγκαίο δια ζώσης. Η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας μην ξεχνούμε πως στη διάρκεια της κατάθεσης ενός μάρτυρα η αντίθετη πλευρά δικαιούται να υποβάλλει ενστάσεις, ενώ ισχυρισμοί που περιέχονται στα δικογραφήματα δυνατόν, ακόμη και στο στάδιο της εξέτασης να μείνουν αναπόδεικτοι. Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο της κατάθεσής του αλλά και τη γενική συμπεριφορά του, που τον αναδεικνύει ως μάρτυρα της αλήθειας, ή το αντίθετο, όπως έχει επεξηγηθεί από το Εφετείο μας στην Θεοδόση X"Γεωργίου ν. της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174.» [3] Συναφώς στη Yugos Finance Bv κ.α. ν Halebay Holding Ltd
(2013)1Α Α.Α.Δ 569 λέχθηκε ότι: «Ορθώς λοιπόν παραπονούνται οι εφεσείοντες ότι το Δικαστήριο τους αποστέρησε του δικαιώματος να τοποθετηθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο επί του ζητήματος, και να παρουσιάσουν, εάν ήθελαν, σχετική προφορική μαρτυρία». Επίσης, σχετική είναι και η Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliapova (αρ.1)
(2011)1 ΑΑΔ 356. [4]Δείτε: Εταιρεία Rodafinia Imports - exports Ltd v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 282. [5]Δείτε: Safarino v. Sun Shoes
(1984)1 C.L.R. 738. [6]Δείτε: Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου
(2011)1Α Α.Α.Δ 293. [7]Δείτε: CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD κ.α. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288. [8] Δείτε: Θεοφάνους ν. CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD
(2009)2 Α.Α.Δ 634. [9] Η λέξη «οιωνεί» σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, σημαίνει «κάτι σαν» και αντιστοιχεί στη λατινική λέξη «quasi». [10] Δείτε: Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliapova (ανωτέρω). [11] Συναφώς, στο Arlidge, Eady & Smith on Contempt, υπό τον τίτλο «N. Procedural safeguards at committal hearings», σελ. 1217, αναφέρεται: «In civil proceedings for contempt, the court will introduce whatever safe-guards may be necessary for the protection of alleged contemnors but will not import criminal procedures wholesale or indiscriminately». [12] Δείτε Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R., 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ αυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» [13] Όπως αναφέρθηκε στη KRASHIAS SHOE FACTORY LTD. ALSO TRADING AS "K" SHOES ν ADIDAS SPORTSCHUHFABRIKEN ADI DASSIER KG
(1989)1E Α.Α.Δ 750: «Η φύση της διαδικασίας και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν, όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42. Στις αγγλικές αποφάσεις Chiltern DC v. Keane [1985] 2 All E.R. 118 και Attorney-General v. Leveller [1979] 1 All E.R. 74 υποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο, στις ποινικές υποθέσεις» [14] Δείτε: Harmsworth v. Harmsworth [1987] 3 ALL E. R. 816, στη σελ. 823 αναφέρεται: «What is not required by the relevant rules is that the notice of the motion should be drafted as though it was an indictment in criminal proceedings. While a respondent is required to be given particulars of what is alleged to be the breach, the particulars do not need to be set out in the same way as separate counts have to be set out in an indictment, nor do they need to give the particulars that you would normally expect to be seen in a count in an indictment. Furthermore, in my view, rules of duplicity and other rules which are designed to ensure the fairness of a trial before a jury, do not apply to proceedings of a different nature which are brought in respect of an alleged contempt». [15] Δείτε: Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1Β Α.Α.Δ
- [16] Σχετικά, δείτε, Alridge, Eady & Smith on Contempt, 4η Έκδοση, σελ. 1017-
- [17] Δείτε: The Republic v. Mozoras
(1996)3 Α.Α.Δ. 356. [18] Λόγω χάρη, στη Taylor v Persico and Another [1992] Lexis Citation 3495 λέχθηκε ότι ο πρωτόδικος δικαστής θα έπρεπε να είχε εγκρίνει αίτημα αναβολής της ακροαματικής διαδικασίας, καθότι ο εφεσείοντας, ο οποίος καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκιση για παρακοή διατάγματος, είχε λάβει γνώση για το εναντίον του μαρτυρικό υλικό τη μέρα της ακρόασης και ο δικηγόρος του μόλις το προηγούμενο βράδυ. [19] Δείτε: A. Panayides Contracting Ltd. ν. Χαραλάμπους
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 416. [20] Σχετικά, στην απόφαση Comet Products UK Ltd v. Hawkex Plastics Ltd and another
(1971)1 All E.R. 1141, λέχθηκαν τα εξής: « It follows that the accused is not bound to give evidence unless he chooses to do so». [21] Arlidge, Eady & Smith on Contempt, υπό τον τίτλο «N. Procedural safeguards at committal hearings», σελ. 1218. [22] Δείτε: Παπαδοπούλου κ.α. ν. Ράπτη κ.α.
(1996)1Β Α.Α.Δ 1306 και Α. Α. ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 140. [23] Δείτε: Ι. Μ. ν Ρ.Μ. Έφεση Αρ. 19/2016, ημερομηνίας 12/11/2018 και Yugos Finance Bv κ.α. ν Halebay Holding Ltd (ανωτέρω). [24]Δείτε: K. Wunderlich v. Ε. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Οικονομίδου ν. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1145. [25] Όπως λέχθηκε και στη Π. Πετράκη ν. Petraki
(2002)1Β Α.Α.Δ 911, ένα διάταγμα Δικαστηρίου για να είναι επιβλητό (enforceable) πρέπει να είναι είτε αναγκαστικό (coercive order) είτε διατακτικό (mandatory) είτε απαγορευτικό (prohibitory) και όχι αναγνωριστικό δικαιώματος. [26] Δείτε: Ν. 80(Ι) του 2002. [27] Δείτε: Π. Ιωάννου κλπ ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ECLI:CY:AD:2016:A343, Πολιτική Έφεση αρ. 245/2010, ημερομηνίας 08/07/2016, όπου διευκρινίστηκε ότι η εμπλοκή τρίτων προσώπων στις υποθέσεις διαταγμάτων Norwich Pharmacal κρίνεται με διαφορετικό τρόπο, από ότι στις υποθέσεις παρακοής διατάγματος. [28] Δείτε: Sazen Fast Food Ltd v. Χατζηνικόλα Λειβαδιώτη & Σία Λτδ κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ 472. [29] Ως προς την ερμηνεία του εν λόγω Άρθρου, δείτε την απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση Νίκου Σιέλη
(2003)1 Α.Α.Δ. 149. [30] Στον κ. 4(α) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «οι διάδικοι παρουσιάζουν μαρτυρία και προσάγουν αποδεικτικά στοιχεία με τη σειρά που προβλέπεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς». Συναφώς, στον κ. 12 (α) του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι για τη διεξαγωγή της διαδικασίας εφαρμόζονται οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με τις αναγκαίες τροποποιήσεις για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου. [31] Δείτε: Οικονομίδου ν. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1145. [32] Δείτε: Λάζαρος Μαύρος ν Θεόδωρος Στυλιανού κ.α.
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2389. [33] Δείτε: Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R.,
- [34] Δείτε: Ιωάννου ν. Αληφάντη Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017 κ.α. ημερομηνίας 07/10/2019 και ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ΚΕΜΙΚΑΛΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2019:A390, Πολιτική Έφεση αρ. 406/2012, ημερομηνίας 25/9/
- [35] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/
- [36] Μέσω του «ΕΓΓΡΑΦΟΥ Β». [37] Όπως επεξηγείται σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσας απόφασης. [38] Για περισσότερα, δείτε την ολοκληρωμένη ανάλυση που γίνεται στο Σύγγραμμα «το Δίκαιο της Απόδειξης» Ηλιάδη & Σάντη, Έκδοση 2014, σελ. 5 κ.ε. «Το δίκαιο της Απόδειξης και η Κοινή Λογική». [39] Δείτε: άρθρο 31(β) του περί Ερμηνείας Νόμου - Κεφ.
- [40] Η λέξη «οιωνεί» σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, σημαίνει «κάτι σαν» και αντιστοιχεί στη λατινική λέξη «quasi». [41] Και στην παρ. 6.25 του ίδιου συγγράμματος, με παραπομπή στη R v Ledgard
(1841)1 QB 616 υποδεικνύεται: «Where a writ or order is served upon a body corporate, etc it has been held that the proper course in proceeding against an individual is to serve notice of committal upon the individual personally for:''It is common justice that, where individuals are to be charged with contempt.they should have the opportunity of exculpating themselves.'"» [42] Για το κύρος και τις συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων στους εμπλεκόμενους, αλλά και υπό προϋποθέσεις και σε τρίτα πρόσωπα, δείτε το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, Κεφ. 44, Judgments παρ. 44 κ.ε. καθώς και τις υποθέσεις Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος v. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256 και Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ του Μιχάλη Φανή και άλλων, ECLI:CY:AD:2016:A242, Πολιτική Έφεση αρ. 354/2011 ημερομηνίας 17/05/2016. [43] Θυμίζω πως, με βάση τη 2η παράγραφο του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δύναται να προκύψει ευθύνη τρίτων προσώπων, μη διαδίκων στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται η παρακίνηση ή συνεργεία στην παρακοή διατάγματος. [44] Δείτε ανάλυση της Δ.48 θ.8
(4)στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Richard Harazim, Πολ. ECLI:CY:AD:2016:D552, Αίτηση αρ. 140/2016, ημερομηνίας 15/12/2016. [45] Δείτε: Davies v Makuna
(1885)29 Ch D 596, 50 JP 5. [46] Δείτε: Smith v. White
(1866)L. R. 1 Eq.
- [47] Δείτε: Παπαδημητρίου ν. Αντωνίου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Εφεση Αρ. 273/2010, ημερομηνίας 8/04/
- [48] Δείτε: πχ: Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ
(2010)1Β Α.Α.Δ
- [49] Δείτε επίσης: R. v. Poplar BC (No. 2) [1992] 1 K. B.
- [50] Δείτε: Alridge, Eady & Smith on Contempt, 4η Έκδοση, σελ. 1050 κ.ε. [51] Με βάση τον κανονισμό 13(β) του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμού του 1983, αλλά και τη νομολογία (πχ: Katsiantonis ν. Fragkeskou
(1981)1 CLR 566 και Βασιλείου ν. Ευθυμίου ECLI:CY:AD:2019:A279, Πολ. Έφεση αρ. 336/2013 ημερ. 05/07/2019) το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει ευρύτατη διακριτική εξουσία ως προς την επιδίκαση εξόδων, νοουμένου βεβαίως ότι αυτή η εξουσία ασκείται δικαστικά. Με βάση τη Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ, 389, «η δικαίωση διάδικου δεν συνεπάγεται δαπάνη» και ως αναφέρεται στη Θρασυβούλου v. Arto estate Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 12, «θεωρείται ασύννομο ο διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του». [52] Δείτε: και σύγγραμμα Alridge, Eady & Smith on Contempt, 4η Έκδοση, σελ. 1193-1194 παρ. 14-143 - Cost. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο