ΣΑΒΒΑ κ.α. ν. ΒΑΣΣΟΥ, Αίτηση Αρ. Ε36/2019, 17/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2020:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Ε36/2019 Μεταξύ׃
- ΣΑΒΒΑ ΧΧΧΧ, εκ Πάφου
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, εκ Πάφου
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, εκ Πάφου
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, εκ Πάφου
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, εκ Πάφου Αιτητών και ΧΧΧΧ ΒΑΣΣΟΥ, εκ Πάφου Καθ' ης η Αίτηση Προφορικό Αίτημα της Καθ' ης για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησής της ημερομηνίας 27/01/2020 και Γραπτή Αίτηση της Καθ' ης για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησής της ημερομηνίας 29/01/2020 Ημερομηνία: 17/02/2020 Για τους Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση: κος Ι. Τηλεμάχου για Ηλία Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση: κα Έλενα Ταλιώτου για Έλενα Ταλιώτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 11/11/2019 και επιδόθηκε στην Καθ' ης στις 14/11/
- Αυθημερόν καταχωρήθηκε εκ μέρους της «Σημείωμα Εμφάνισης» δίχως όμως να καταχωρηθεί η προβλεπόμενη στον σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό Απάντηση, μέσω της οποίας η Καθ' ης θα αποκτούσε δικονομική υπόσταση στην παρούσα διαδικασία. Στις 29/11/2019 οι Αιτητές καταχώρησαν δια κλήσεως αίτηση για απόφαση εναντίον της Καθ' ης λόγω μη καταχώριση Απάντησης, βασίζοντας το αίτημά τους στην Δ.26 των Θεσμών Πολικής Δικονομίας, η οποία εφαρμόζεται κατ' αναλογία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η αίτηση για απόφαση επιδόθηκε στην Καθ' ης στις 04/12/
- Η εν λόγω Αίτηση για απόφαση ορίστηκε για πρώτη φορά στις 16/12/2019 ημερομηνία κατά την οποία δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. Ο δικηγόρος των Αιτητών ζήτησε ημερομηνία για απόδειξη και η υπόθεση ορίστηκε στις 27/01/2020 για τον σκοπό αυτό. Στις 27/01/2020, εμφανίστηκε αρχικά ο δικηγόρος των Αιτητών και ζήτησε όπως προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση της υπόθεσης προς απόδειξή της με βάση σχετικά καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση εκ μέρους των Αιτητών. Το Δικαστήριο επισήμανε στον δικηγόρο των Αιτητών πως εντός του φακέλου εντοπίστηκε Απάντηση (στην οποία εμπεριέχεται και Ανταπαίτηση δίχως όμως αυτό να προσδιορίζεται στον τίτλο του δικογράφου) της Καθ' ης με ημερομηνία καταχώρησης την 27/01/2020, αλλά δίχως να προηγηθεί γραπτό αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης κατ' αναλογική εφαρμογή της Δ.57.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ζήτησε από τον συνήγορο των Αιτητών να εντοπίσει τη συνάδελφό του για τα περαιτέρω. Αργότερα, εμφανίστηκε η δικηγόρος της Καθ' ης η οποία ζήτησε όπως θεωρηθεί ως νομοτύπως καταχωρηθείσα η Απάντηση της πελάτισσάς της, θέση που συνάντησε την ένσταση του κ. Τηλεμάχου. Η υπόθεση ορίστηκε αργότερα την ίδια ημέρα για να αγορεύσουν οι συνήγοροι επί του θέματος. Τούτο δεν έγινε διότι εν τέλει η κα Ταλιώτου ζήτησε χρόνο για να τοποθετηθεί επί των νομικών επιπτώσεων των πιο πάνω γεγονότων. Δόθηκε η ευκαιρία στη δικηγόρο της Καθ' ης και η υπόθεση ορίστηκε ξανά στις 03/02/2020 για τον σκοπό αυτό. Στο μεσοδιάστημα (στις 29/01/2020) η δικηγόρος της Καθ' ης καταχώρησε μονομερώς αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησής της η οποία κρίθηκε από το Δικαστήριο προς έπρεπε να επιδοθεί στην πλευρά των Αιτητών για να μπορέσουν τοποθετηθούν δεόντως. Στις 06/02/2020 η πλευρά των Αιτητών καταχώρησε γραπτή ένσταση στην Αίτηση ημερομηνίας 29/01/2020, προβάλλοντας 13 λόγους ένστασης, εγείροντας, ανάμεσα σε άλλα, την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, την απουσία ουσιαστικής βάσης για την έγκριση της αίτησης και κατάχρηση της διαδικασίας. Στις 10/02/2020 οι συνήγοροι τοποθετήθηκαν επί του επίδικου θέματος. Ο δικηγόρος των Αιτητών παρουσίασε γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των δικών του θέσεων, ενώ η δικηγόρος της Καθ' ης αρκέστηκε σε προφορική επιχειρηματολογία. Αν και όπως προαναφέρεται υπάρχουν δύο αιτήματα, ένα προφορικό και ένα γραπτό, επί της ουσίας, το επίδικο ζήτημα είναι ένα και ενιαίο και ως τέτοιο θα εξεταστεί. Συνίσταται στο κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η καταχωρηθείσα Απάντηση της Καθ' ης. ΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Στον κ. 8 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 αναφέρονται τα εξής: « Πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να την αμφισβητήσει στο σύνολο ή μέρος της με την καταχώριση απαντήσεως εντός 14 ημερών. Η απάντηση καθορίζει τις θεραπείες και γεγονότα που αμφισβητούνται. Θεραπείες και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ρητά θεωρούνται παραδεκτά. » Στους κ. 12 (β) και (γ) του ίδιου διαδικαστικού Κανονισμού ορίζονται τα ακόλουθα: « (β) Μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών δε συνεπάγεται την ακύρωση της διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει τούτο. (γ) Διαδικασία που προσκρούει στις πρόνοιες των Κανονισμών μπορεί να ακυρωθεί στο σύνολό της ή μερικώς ως αντικανονική ή να τροποποιηθεί με όρους που καθορίζει το Δικαστήριο. » Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία[1] από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Δικονομικό έρεισμα για να υποβληθεί αίτημα για παράταση μιας προθεσμίας παρέχει η Δ.57 θ.2 των Θεσμών, η οποία έχει ως εξής: « A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed : provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order. » Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, η υπό αναφορά Διαταγή έχει εφαρμογή μόνο όπου ο χρόνος καθορίζεται από νομοθετική ρύθμιση, όπως οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες περιπτώσεις, παρόλο που, έχει αποφασισθεί ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες, το Δικαστήριο για να μπορέσει να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, διατηρεί συμφυή εξουσία να παρατείνει το χρόνο, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς.[2] Οι συνέπειες της εκπρόθεσμης καταχώρησης Δικογράφων. Η Απάντηση που έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και δίχως να εξασφαλισθεί εκ των προτέρων παράταση του χρόνου καταχώρησής της, μπορεί να καταστεί και εκ των υστέρων έγκυρη νοουμένου ότι υποβάλλεται σχετικό αίτημα με βάση την Δ.57 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία, στη Χριστοδουλίδου ν. Emkin Consulting Ltd κ.α. Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:B131, Αίτηση αρ. 80/2018 ημερομηνίας 04/04/2019 επιβεβαιώθηκε πως εφαρμόζεται κατ' αναλογία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Υποβολή τέτοιου αιτήματος, δεν σημαίνει, δίχως άλλο, και την έγκρισή του καθότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε ανενεργό τον ρόλο του ίδιου του Δικαστηρίου. Πρόκειται ξεκάθαρα[3] για ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (δείτε: Ανδρέας Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 364) με καθοριστικότερο κριτήριο το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Όπως λέχθηκε στη Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ 945:[4] « Το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά τη διάγνωση του πως η εκπρόθεσμη αίτηση ήταν παράτυπη και όχι άκυρη, απλώς παράκαμψε το θέμα και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας. Ο χειρισμός αυτός ήταν λανθασμένος. Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους [...] H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. » (το τονισμός των λέξεων είναι του παρόντος Δικαστηρίου) ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προχωρώντας στην ουσία του θέματος, έχω εξετάσει με προσοχή όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου. Κρίνω πως, στην παρούσα περίπτωση το δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν εντός εύλογου χρόνου δεν μπορεί να υπερισχύσει του δικαιώματος ακρόασης της Καθ' ης και πως θα ήταν άδικο να της αποστερηθεί η πρόσβαση στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή των γεγονότων. Επεξηγώ. Είναι γεγονός ότι η Καθ' ης αμέλησε να εμφανιστεί την ημερομηνία που η δια κλήσεως αίτηση ήταν ορισμένη για απόφαση για πρώτη φορά, ήτοι στις 16/12/2019. Εντούτοις, η μεταγενέστερη της συμπεριφορά δεν υποδηλώνει ασύγγνωστη ολιγωρία ή περιφρόνηση προς το Δικαστήριο, ώστε να της αποστερηθεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά της για να ακουστεί και να υπερασπισθεί τον εαυτό της, ως τούτο επιβάλλεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Καταχώρησε Απάντηση, έστω και εκπρόθεσμα. Εμφανίστηκε και η ίδια και η δικηγόρος της σε όλες τις μεταγενέστερες ημερομηνίες που ορίστηκε η υπόθεση. Επιπλέον καταχώρησε και αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης προς διόρθωση του σφάλματος να καταχωρήσει την Απάντησή της άνευ άδειας. Επί της ουσίας, έχει δώσει κάποιες εξηγήσεις για την καθυστέρησή της, αναφέροντας μεταξύ άλλων πως βασικός λόγος για την αρχική καθυστέρησή της να καταχωρήσει Απάντηση είναι η αδυναμία της να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τη δικηγόρο της, θέση η οποία έχει κάποια πειστικότητα και δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλεισθεί. Επισημαίνω πως αυτή τη στιγμή δεν αξιολογείται η επί της ουσίας αποδεικτική αξία των αντικρουόμενων θέσεων και συνειδητά θα αποφύγω να σχολιάσω οτιδήποτε που σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, παρά μόνο να αναφέρω πως η Καθ' ης επικαλείται την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας με βάση την οποία δικαιολογείται η παράλειψη της για πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων και πως από την άλλη, οι Αιτητές βασίζονται σε κατ' ισχυρισμό προφορική σύμβαση ενοικίασης. Το συμφέρον της Δικαιοσύνης επιτάσσει την ουσιαστική εξέταση και αντιπαραβολή των ισχυρισμών αυτών στο πλαίσιο της φυσιολογικής πορείας της υπόθεσης, δηλαδή της ακροαματικής εκδίκασης και την παροχή ίσης ευκαιρίας στους διαδίκους να προβάλουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω βεβαίως υπόψιν ότι η δικαιοδοσία αυτή είναι συνοπτικής φύσης. Η ταχύτητα αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της λειτουργίας του Δικαστηρίου και ότι η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας το συντομότερο είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του παρόντος Δικαστηρίου,[5] τηρουμένων όμως των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.[6] Αυτή είναι και πεμπτουσία της απόφασης IRONFX GLOBAL LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε338/2016, ημερομηνίας 23/03/2017, που αποφασίστηκε πως στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εφαρμόζεται αναλογικά η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά τη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, διότι η αποστέρηση του δικαιώματος ακρόασης στον Καθ' ου δεν συνάδει με τους σκοπούς του Νόμου. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Η ευχέρεια που παρέχει η Δ.18, για εξασφάλιση απόφασης χωρίς υπεράσπιση, πρέπει να εξετάζεται υπό το φως της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα των διαδίκων βάσει των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος και των αντιστοίχων διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1Γ ΑΑΔ 1968, J. & M. Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β ΑΑΔ 1280). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν θα ήταν επιτρεπτή η δικαστική πρωτοβουλία υπό το μανδύα, απλώς, αναλογικής εφαρμογής, αλλά απαιτείται ευρύτερη ενασχόληση και μελέτη, με στάθμιση όλων των δεδομένων, όπως είναι η φύση του δικαστηρίου και της διαδικασίας του. » Σημειώνω πως οι Αιτητές, λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης της Καθ' ης, είχαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν μονομερώς με αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης, καθότι, όπως επεξηγείται στη ΒΑΒΥ ΒΑGS NURSERY LTD ν. ΛΟΥΪΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Πολιτική Έφεση Αρ. 270/2016, ημερομηνίας 22/05/2018 είναι δια της Απάντησης που αποκτάται η δικονομική οντότητα. Παρόλα αυτά, οι ίδιοι οι Αιτητές επέλεξαν να προχωρήσουν με αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Απάντησης την οποία μάλιστα καταχώρησαν δια κλήσεως και επέδωσαν στην Καθ' ης. Ως γνωστό, η διαδικασία της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης (και κατ' αναλογία Απάντησης), ως επί το πλείστον, πρακτικά αποσκοπεί στο να θέσει τον Καθ' ου σε εγρήγορση και για να προωθηθεί περαιτέρω η όλη διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις, η έκδοση ανάλογης διαταγής για έξοδα παρέχει επαρκές αντιστάθμισμα για την όποια ταλαιπωρία των Αιτητών. Κατά τα άλλα, κρίνω πως παρέλκει ειδική απάντηση στους λόγους ένστασης που εκτίθενται στην ένσταση των Αιτητών ημερομηνίας 06/02/2020. Όσα έχω προαναφέρει θεωρώ πως επεξηγούν επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα ασκηθεί προς έγκριση του αιτήματος. ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ανωτέρω, η Απάντηση της Καθ' ης ημερομηνίας 27/01/2020 καθίσταται εμπροθέσμως καταχωρηθείσα. Απάντηση στην Απάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν τα δικονομικά προβλεπόμενα. Όλα τα έξοδα της μέχρι σήμερα διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ' ης, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Δείτε κ. 12(α)[1] του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983: «Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας, τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963. [3] Στη παλαιά υπόθεση Gill v Woodfin
(1884)25 Ch D 707 λέχθηκε πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει υπεράσπιση που παραδόθηκε εκπρόθεσμα («A defence delivered after the proper time cannot be disregarded [..]»), θέση που αναπαράγεται και στη σελ. 612 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής του 1958. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως στη Gill v Woodfin τα γεγονότα ήταν διαφορετικά από την παρούσα, καθότι εκεί, αν και είχε καταχωρηθεί έκθεση υπεράσπισης πριν τη νομότυπη επίδοση της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, το Δικαστήριο προχώρησε στην απόδειξη της υπόθεσης εκλαμβάνοντας ως άκυρη την καταχωρηθείσα υπεράσπιση. Και εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω απόφαση δεν φαίνεται να αντανακλά τη σύγχρονη αγγλική νομολογία (δείτε: Lady Elizabeth Anson (trading as Party Planners) v Trump - [1998] 3 All ER 331). [4] Δείτε και Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, όπου όμως και εκεί το ζήτημα ήταν εντελώς διαφορετικό ως προς τα γεγονότα. [5] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 [6] Παπά ν. Οικονομίδου
(2012)1 Α.Α.Δ. 928. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο