← Κύπρος

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.α. ν. BETTA BILT SERVICES LTD, Αίτηση Αρ. Κ11/2016, 25/5/2020

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.α. ν. BETTA BILT SERVICES LTD, Αίτηση Αρ. Κ11/2016, 25/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2020:12 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Σ. Χατζηχαραλάμπους και Α. Ησαΐα, Παρέδρων Αίτηση Αρ. Κ11/2016 Μεταξύ׃

  1. ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, από τη Λευκωσία
  2. ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ, από τη Λευκωσία Αιτητριών και BETTA BILT SERVICES LTD, από την Πάφο Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 25/05/2020 Για τις Αιτήτριες: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Σ. Χατζηνεοφύτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτημα για παραμερισμό τελικής δικαστικής απόφασης, δυνάμει του άρθρου 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν. 23/1983 (στο εξής: «ο Νόμος). (α) Η Κυρίως Αίτηση. Με την Κυρίως Αίτηση ημερομηνίας 06/07/2016, οι Αιτήτριες αξιώνουν τον παραμερισμό της εναντίον τους δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 25/02/2016 στην Αίτηση αρ. Κ23/2015 με την οποία επιδικάστηκε υπέρ των Καθ' ων στην παρούσα διαδικασία το ποσό των €6.449,00 πλέον τόκοι, εκτιμητικά και δικηγορικά έξοδα προς αποκατάσταση προκληθεισών ζημιών που διεκδικούνταν στο πλαίσιο της προαναφερόμενης Κ23/
  3. Η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία των Αιτητριών στην παρούσα Αίτηση και παρά το γεγονός ότι είχε δεόντως επιδοθεί σε αυτές πιστό αντίγραφο της υπό αναφορά εναρκτήριας αίτησης Κ23/
  4. Ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση απόφασης στην απουσία τους, σχετική είναι η παρ. Γ2 της Αίτησης, η οποία έχει ως εξής: « Οι Αιτήτριες διόρισαν δικηγόρους οι οποίοι ετοίµασαν την ΑΠΑΝΤΗΣΗ των Αιτητριών την οποίαν καταχώρησαν στη Γραµµατεία του άνω Δικαστηρίου την 29.10.2015 και ταυτόχρονα την ίδια µέρα τοποθέτησαν αντίγραφο της ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ στη θυρίδα 31 την οποία διατηρούσε ο δικηγόρος των «ΒΕΤΤΑ» στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. » Υποστηρίζουν συναφώς πως η απόφαση εκδόθηκε δίχως να λάβουν οποιανδήποτε ειδοποίηση αφότου καταχώρησαν την Απάντησή τους. Ειδικότερα ισχυρίζονται πως η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε «στην απουσία τους η οποία δεν οφείλεται σε παράλειψη ή αμέλεια τους» και ότι είναι προϊόν «ουσιώδους λάθους» επειδή είχαν καταχωρήσει Απάντηση στην Αίτηση η οποία βρισκόταν στον φάκελο της Κ23/2015, και πως, συνεπεία αυτού, οι Καθ' ων στην παρούσα και Αιτητές στην Κ23/2015 το μόνο που μπορούσαν να πράξουν δικονομικά ήταν να καταχωρήσουν κλήση για οδηγίες και όχι να προχωρήσουν στην αίτηση ημερ. 05/11/2015 για απόφαση. Τέλος, αναφέρονται σε άλλα γεγονότα που σχετίζονται με τον ισχυρισμό τους ότι έχουν καλή επί της ουσίας υπεράσπιση στην υπόθεση. (β) Η Απάντηση. Στην Απάντησή τους ημερομηνίας 15/09/2016, οι Καθ' ων αναφέρουν ότι οι Αιτήτριες όφειλαν μέχρι τις 27/10/2015 να είχαν καταχωρήσει Απάντηση στην Κ23/2015, η οποία είχε επιδοθεί σε αυτές στις 13/10/
  5. Οι δικηγόροι των Καθ' ων καταχώρησαν αίτηση για απόφαση στις 05/11/2015, ήτοι 23 μέρες μετά την επίδοση της Κ23/
  6. Η αίτηση για απόφαση έγινε αποδεκτή δίχως να πληροφορηθούν από την Γραμματεία για την ύπαρξη Απάντησης. Προσθέτουν πως ουδέν έγγραφο βρήκαν στη δικηγορική τους θυρίδα υπ' αριθμό 31, την οποία και ελέγχουν καθημερινά. Ούτε τους επιδόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο. Αναφέρονται ειδικώς στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έκδοση της απόφασης, λέγοντας ότι η αίτηση για απόφαση ορίστηκε αρχικώς στις 26/11/2015 και επαναορίστηκε κατ' επανάληψη για απόδειξη μέχρι και στις 25/02/2016, οπόταν εν τέλει εκδόθηκε απόφαση. Εκ μέρους των Καθ' ων είχε εμφανιστεί ο δικηγόρος κ. Χατζηνεοφύτου και σε ουδεμία περίπτωση το Δικαστήριο τον πληροφόρησε πως υπήρχε καταχωρημένη Απάντηση. Προβάλλουν συναφώς πως η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε νομότυπα. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουν πως η Απάντηση είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα δίχως να εξασφαλισθεί άδεια για παράταση του χρόνου καταχώρησής της. Περαιτέρω, χαρακτηρίζουν τις αιτιάσεις των Αιτητρίων ως «ύποπτα γεγονότα» και αναφέρουν πως «η απάντηση βρέθηκε μυστηριωδώς στον φάκελο μετά την έκδοση της απόφασης» δίχως όμως να κατηγορούν ευθέως τις Αιτήτριες ή τον δικηγόρο τους για οτιδήποτε συγκεκριμένο. Επιπροσθέτως, αρνούνται ότι οι Αιτήτριες έχουν επί της ουσίας καλή υπεράσπιση και επεξηγούν που βασίζουν τη δική τους θέση. Καταληκτικά, αναφέρονται σε μη δέουσα σφράγιση και υπογραφή των χαρτοσήμων στην Κ23/15, εννοώντας προφανώς την Απάντηση. Διαζευκτικά, σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης, αξιώνουν τόσο τα έξοδα, όσο και εγγύηση για την πληρωμή της Απαίτησης. (γ) Η Απάντηση στην Απάντηση. Στην Ανταπάντηση οι Αιτήτριες αρνούνται τους ισχυρισμούς των Καθ' ων και υποστηρίζουν πως η μη εμπρόθεσμη καταχώρηση Απάντησης «δεν δημιουργεί ακυρότητα της διαδικασίας» με βάση τον κ. 11(β) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του
  7. Επαναλαμβάνουν ότι παρέδωσαν στις 29/10/2015 την Απάντησή τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου και με τον τρόπο αυτό εξάντλησαν τη σχετική υποχρέωση που εκείνες είχαν, αφού «η αρχειοθέτηση και καταχώρηση της Απάντησης στον φάκελο της υπόθεσης αποτελούσε ευθύνη του Γραμματεά-Πρωτοκολλητή και όχι των ιδίων». Αρνούνται ότι είχαν υποχρέωση επίδοσης της Απάντησής τους και αναφέρουν πως εφάρμοσαν την ορθή, καθιερωμένη και αποδεκτή διαδικασία. Απορρίπτουν συναφώς τα περί ύπαρξης «ύποπτων γεγονότων». (δ) Η Αίτηση Αναστολής. Σημειώνεται ότι, δυνάμει ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 19/01/2017, εκδόθηκε, υπό όρους, διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας κυρίως Αίτησης. Όπως φαίνεται από περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου, οι όροι έχουν εκπληρωθεί το διάταγμα αναστολής παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα. ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία έδωσαν μαρτυρία συνολικά 4 πρόσωπα. Ένας για τις Αιτήτριες και οι υπόλοιποι για τους Καθ' ων. Κατατέθηκαν συνολικά 6 τεκμήρια. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω την παρουσιασθείσα μαρτυρία σε ό,τι κρίνω πως είναι σημαντικό ως προς τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, παραλείποντας αναφορές σε μαρτυρία η οποία είτε αποτελεί κοινό τόπο,[1] είτε δεν έχει ιδιαίτερη αξία ως προς την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Τονίζω ακόμη ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα ζήτημα και ή τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. (α) Η μαρτυρία της πλευράς των Αιτητριών

(1)Η μαρτυρία κ. ΧΧΧΧ Στεφάνου (Μ. Α. 1). Ο μοναδικός μάρτυρας για τις Αιτήτριες ήταν ο κ. ΧΧΧΧ Στεφάνου. Η Γραπτή Δήλωσή του κατατέθηκε ως «ΕΓΓΡΑΦΟ Α». Σε αυτήν αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εκπροσωπούσε ως δικηγόρος, μαζί με τον κ. Παπαθεοδώρου, τις Αιτήτριες 1 και 2 στην παρούσα αίτηση και Καθ' ων 1 και 2 στην Αίτηση αρ. Κ23/2015 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (στο εξής: ΔΕΕ) Λεμεσού‑Πάφου. Αντίγραφο της Κ23/2015 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  1. Ανέφερε πως την 29/10/2015 μετέβη προσωπικά στη Γραμματεία του ΔΕΕ Πάφου και παρέδωσε την Απάντηση των Καθ' ων η Αίτηση στην Κ23/
  2. Παρουσίασε συναφώς αντίγραφο (όχι πιστό αντίγραφο) της Απάντησης στην Αίτηση Κ23/15, με ημερομηνία 29/10/2015 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Την ίδια μέρα και αμέσως μετά τοποθέτησε στη δικαστική θυρίδα υπ' αριθμό 31 των δικηγόρων Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. πιστό αντίγραφο της Απάντησης. Προς επιβεβαίωση όσων αναφέρει, επικαλείται σχετική ένορκη δήλωση της Γραμματέως του ΔΕΕ Πάφου κας Χρύσως Κάιζερ ημερομηνίας 30/12/2016 αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  3. Μετά την καταχώρηση της Απάντησης ουδεμία ειδοποίηση έλαβαν οι δικηγόροι των Αιτητριών για οτιδήποτε αφορούσε την Κ23/
  4. Προσθέτει πως το Δικαστήριο που είχε επιληφθεί την Κ23/2015 «αγνόησε ή παραγνώρισε την Απάντηση των Αιτητριών η οποία ευρίσκετο κανονικά στο φάκελο της υπόθεσης από την 29/10/2015 και την 25/02/2016 προχώρησε και εξέδωσε απόφαση στην Κ23/2015», αντίγραφο της οποίας παρουσίασε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  5. Θεωρεί πως η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε αντικανονικά και θα πρέπει να παραμεριστεί. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε πως είναι δικηγόρος 13 περίπου χρόνια και διατηρεί δικό του γραφείο στην ΧΧΧΧΧΧΧ. Δεν θυμόταν εάν στις 07/07/2016, ήταν ο ίδιος που εμφανίστηκε για να αποσύρει τρεις αιτήσεις που καταχωρήθηκαν στον φάκελο της Κ23/
  6. Ως προς τα κρίσιμα γεγονότα της 29ης Οκτωβρίου του 2015 είπε πως ήταν η κα ΧΧΧΧ Κάιζερ το πρόσωπο που παρέλαβε την Απάντηση των Αιτητρίων και Καθ' ων στην Κ23/
  7. Επιπλέον, ζητήθηκε από τον μάρτυρα να επεξηγήσει τον ισχυρισμό του ότι οι δικές του θέσεις επιβεβαιώνονται από τα όσα αναφέρει η κα Κάιζερ στην ένορκη δήλωσή της. Απάντησε πως αυτό είναι το συμπέρασμα που εξάγεται από την παράγραφο 7 και 8 της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Δεν προέβη σε οποιανδήποτε άλλη ενέργεια στο πλαίσιο της Κ23/15, μετά την καταχώρηση της Απάντησης καθότι ανάμενε από τους αντιδίκους του να ενδιαφερθούν για την προώθηση της υπόθεσης. Υποβλήθηκε σε αυτόν ότι στις 29/10/2015 δεν καταχώρησε την εν λόγω Απάντηση και πως αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι το επίδικο έγγραφο δεν είναι υπογεγραμμένο από αρμόδιο πρόσωπο. Απάντησε πως την καταχώρησε τόσο «εις τη θυρίδα στο Πρωτοκολλητείο» όσο και στη δικαστική θυρίδα 31 των αντίδικων δικηγόρων. Καταληκτικά, διευκρίνισε ότι πλέον έχει αφυπηρετήσει από δικηγόρος. (β) Η μαρτυρία της πλευράς των Καθ' ων.
(1)Η μαρτυρία της κας ΧΧΧΧ Μάγου (Μ. Κ. 1). Ο πρώτη μάρτυρας για τους Καθ' ων ήταν η κα ΧΧΧΧ Μάγου. Η Γραπτή Δήλωσή της κατατέθηκε ως «ΕΓΓΡΑΦΟ Β». Σε αυτήν αναφέρει είναι δικηγόρος και την περίοδο 2009 -2017 εργαζόταν στη δικηγορική εταιρεία Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δηλαδή τους δικηγόρους των Καθ' ων. Μεταξύ των καθηκόντων της στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο ήταν ο καθημερινός έλεγχος της δικηγορικής θυρίδας στο Δικαστήριο, υπ' αριθμό 31 και να παραλαμβάνει τα σχετικά έγγραφα που οι συνάδελφοι ή οι επιδότες τοποθετούσαν σε αυτήν. Η θυρίδα ήταν κλειδωμένη και η ίδια κρατούσε το κλειδί. Έλεγχε καθημερινά 2 φορές τη θυρίδα, στις 09:00 το πρωί και στις 12:00 το μεσημέρι. Τόσο στις 29/10/2015, όσο και στις 30/10/2015 και μεταγενέστερα δεν υπήρχε μέσα στη θυρίδα αντίγραφο της Απάντησης στην Κ23/15 του ΔΕΕ Πάφου. Η πρώτη φορά που περιήλθε εις γνώση του γραφείου τους η εν λόγω Απάντηση ήταν στις 21/07/2016 όταν τους επιδόθηκε αίτηση αναστολής εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης στην Κ23/15 και είχε επισυναφθεί ως τεκμήριο σε εκείνη την αίτηση. Σημειώνει πως τυχόν ισχυρισμός ότι τέτοιο έγγραφο βρισκόταν στη δικηγορική τους θυρίδα σε οποιοδήποτε χρόνο, είναι ψευδής. Κατά την αντεξέτασή της, είπε πως ανάμεσα στα καθήκοντά της ήταν να μεταφέρει στο δικηγορικό γραφείο τα έγγραφα που εύρισκε στη δικηγορική θυρίδα και να ταξινομεί κάθε έγγραφο στον αντίστοιχο φάκελο. Καθημερινά υπήρχαν έγγραφα μέσα στη δικηγορική θυρίδα. Συμφώνησε πως τα δικόγραφα είτε επιδίδονται, είτε τοποθετούνται στις δικηγορικές θυρίδες και ότι στην Πάφο επικρατεί η δεύτερη πρακτική. Όταν τους επιδόθηκε η αίτηση για αναστολή της απόφασης ερωτήθηκε σχετικά με το κατά πόσο υπήρχε στη θυρίδα Απάντηση και η θέση της ήταν πως ό,τι έγγραφα υπήρχαν στη θυρίδα τη συγκεκριμένη μέρα αποκλείεται να μην τα είχε πάρει και να μην τα είχε βάλει στη θέση τους. Δεν προέβη σε οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες ως προς την εν λόγω υπόθεση, ούτε είχε σχέση με τον επί της ουσίας χειρισμό της.
(2)Η μαρτυρία της κας ΧΧΧΧ Κάιζερ (Μ. Κ. 2). Ακολούθως έδωσε μαρτυρία η κα ΧΧΧΧ Κάιζερ, πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Μεταξύ άλλων, ασκεί και καθήκοντα Γραμματέα στο ΔΔΕ Λεμεσού - Πάφου, τμήμα Πάφου. Αναφέρθηκε στη διαδικασία καταχώρησης δικογράφων στο ΔΔΕ. Ανέφερε πως υπάρχει μια συνάδελφος στον πάγκο του Δικαστηρίου η οποία παραλαμβάνει τα δικόγραφα, τα καταχωρεί και στη συνέχεια τα αρχειοθετεί στους φακέλους. Η τακτική του Δικαστηρίου είναι να σφραγίζονται με την ημερομηνία καταχώρησης και να ακυρώνονται τα χαρτόσημα και να τίθεται η υπογραφή του υπαλλήλου που τα καταχωρεί. Μέσω τούτης της διαδικασίας επιβεβαιώνεται η παραλαβή. Η ίδια παραλαμβάνει έγγραφα μόνο εάν τύχει να απουσιάζει η συνάδελφός της. Στο δικό της γραφείο δεν υπάρχει κουτί μέσα στο οποίο τοποθετούνται δικόγραφα. Τέτοιο κουτί υπάρχει σε άλλα Πρωτοκολλητεία στην Πάφο. Κατά την αντεξέτασή της, διευκρίνισε ότι αναφέρεται σε κουτιά που υπάρχουν στο πολιτικό και ποινικό Πρωτοκολλητείο. Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει το εν λόγω κουτί, τα δικόγραφα παραλαμβάνονται και αρχειοθετούνται από τη συνάδελφό της. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της ημερομηνίας 15/09/2016 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3), στην οποία κάνει αναφορά στη πορεία της δικαστικής διαδικασίας της Κ23/2015 που οδήγησε στις 25/02/2016 στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και στις δικές της ενέργειες. Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει το περιεχόμενο της παραγράφου 8 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 3, όπου σημειώνει τα εξής: «
  1. Οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίστηκαν ότι ενώ καταχώρησαν Απάντηση στην Αίτηση, εκδόθηκε απόφαση. Πράγματι μετά τους ισχυρισμούς τους, κατά τον μήνα Αύγουστο του 2016 προέβηκα σε έρευνα του φακέλου και όντως υπήρχε απάντηση ημερομηνίας 29/10/2015 καταχωρημένη με ακυρωμένα τα χαρτόσημα με τη σφραγίδα της ημερομηνίας 29/10/2015, χωρίς όμως υπογραφή από την αρμόδιο υπάλληλο που παραλαμβάνει τα δικόγραφα. » Σε σχέση με όσα αναφέρει στην παράγραφο 2 της ένορκης της δήλωσης - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3, ότι δηλαδή η ίδια λαμβάνει «κάθε δικόγραφο που καταχωρείται στο Πρωτοκολλητείο», θέλησε να διευκρινίσει ότι «αρχικά ήμουν μόνη μου στο Πρωτοκολλητείο, μετά ήρθε η βοηθός» παραπέμποντας προφανώς στην κρίσιμη ημέρα της 29ης Οκτωβρίου
  2. Συμφώνησε ότι όσα ορκίστηκε στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 αποτελούν αντιγραφή των πρακτικών του Δικαστηρίου. Σημείωσε, πως πέραν της υπογραφής του υπαλλήλου που παραλαμβάνει την Απάντηση, έλειπε και η σφραγίδα καταχώρησης. Τα χαρτόσημα ήταν ακυρωμένα, και τη σχετική σφραγίδα ακύρωσης χαρτοσήμων την έχει ο αρμόδιος υπάλληλος και όχι οι δικηγόροι. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως οι δικηγόροι δεν μπορούν να εισέλθουν στο Πρωτοκολλητείο και ούτε μπορούν να καταχωρήσουν ή να αφαιρέσουν έγγραφα από φακέλους. Κατά την επανεξέταση της διευκρίνισε ότι πριν τον Αύγουστο του 2016 δεν είχε κάμει έρευνα στον υπό εξέταση φάκελο. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου απάντησε πως δεν γνωρίζει πως βρέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου δικόγραφο με ακυρωμένα χαρτόσημα δίχως υπογραφή και σφραγίδα. Ουδέποτε στα 36 χρόνια που βρίσκεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου της έτυχε ξανά κάτι τέτοιο.
(3)Η μαρτυρία του κ. ΧΧΧΧ Χατζηνεοφύτου (Μ. Κ. 3). Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας για τους Καθ' ων ήταν ο δικηγόρος κ. ΧΧΧΧ Χατζηνεοφύτου η Γραπτή Δήλωση του οποίου κατατέθηκε ως «ΕΓΓΡΑΦΟ Γ». Σε αυτήν αναφέρθηκε στο ιστορικό καταχώρησης της Κ23/2015 και στις αξιώσεις των πελατών του και Καθ' ων στην παρούσα διαδικασία. Αν και η Κυρίως Αίτηση Κ23/2015 επιδόθηκε στις Καθ' ων και Αιτήτριες στην παρούσα στις 13/10/2015, δεν καταχωρήθηκε εκ μέρους τους Απάντηση και για αυτό προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης για απόφαση. Αναφέρθηκε στις προσωπικές εμφανίσεις που διενήργησε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26/11/2015, στις 10/12/2015 στις 21/01/2016, στις 04/02/2016 και στις 25/02/2016, οπόταν εκδόθηκε απόφαση. Σε καμία από τις πιο πάνω εμφανίσεις δεν υπήρχε απάντηση στον φάκελο της Αίτησης Κ23/
  1. Πρόσθεσε πως ουδέποτε τοποθετήθηκε στη δικηγορική τους θυρίδα έγγραφο της Απάντησης στην Κ23/2015, αφού ελεγχόταν καθημερινά από τη δικηγόρο κα Αγνή Μάγου που εργαζόταν στη δικηγορική του εταιρεία μέχρι και το
  2. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος ουδεμία εμπλοκή έχει στον χειρισμό της παρούσας υπόθεσης. Κατά την αντεξέτασή του, διασαφήνισε πως η θέση ότι δεν υπήρχε καταχωρημένη Απάντηση είναι επειδή εάν υπήρχε θα του το έλεγε το Δικαστήριο. Ο ίδιος δεν άνοιξε τον φάκελο του Δικαστηρίου να τον δει αλλά υπέθεσε αυτό, επισημαίνοντας ότι ούτε ο ίδιος είχε λάβει δικόγραφο Απάντησης. Του υποβλήθηκε ότι υπήρχε Απάντηση στον φάκελο του Δικαστηρίου. Αρνήθηκε, ως επίσης διαφώνησε κάθετα ότι τοποθετήθηκε στη δικηγορική του θυρίδα τέτοιο έγγραφο. Πρώτη φορά έλαβε γνώση για την ύπαρξη της Απάντησης στο πλαίσιο της αίτησης για αναστολή της απόφασης στην Κ23/
  3. Τόνισε πως ασκεί το επάγγελμα για 40 χρόνια και ουδέποτε θα προσπαθούσε για 6 μήνες να εκδώσει απόφαση γνωρίζοντας ότι υπάρχει καταχωρημένη Απάντηση και να ταλαιπωρεί τον εαυτό του και το Δικαστήριο. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι «το Δικαστήριο δεν πήρε είδηση ότι μέσα στον φάκελο ήταν η απάντηση» επειδή η Πρωτοκολλητής τοποθέτησε πάνω από το έγγραφο της Απάντησης τη δική του αίτηση για απόφαση. Απάντησε πως δεν ξέρει πως ενήργησε το Πρωτοκολλητείο. Δεν γνωρίζει εάν υπήρχε καταχωρημένη Απάντηση από τις 29/10/
  4. (γ) Οι Αγορεύσεις. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, στις 25/11/2019, οι συνήγοροι παρουσίασαν γραπτά κείμενα και η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις αλλά για σκοπούς οικονομίας θα αναφερθώ σε αυτές εφόσον κρίνω αυτό σκόπιμο. (δ) Περιορισμός / Προσδιορισμός Επίδικων Θεμάτων. Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων και έχοντας υπόψιν τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τις αγορεύσεις, προχωρώ ακολούθως σε σύνοψη, περιορισμό και προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι το επίδικο θέμα αφορά θέσμια ενοικίαση και ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτειται δικαιοδοσίας να εξετάσει την παρούσα υπόθεση. Δεύτερον, ζητήματα που σχετίζονται με την ύπαρξη επί της ουσίας καλής υπεράσπισης στην Κ23/2015 δεν θα με απασχολήσουν, καθότι η απαίτηση για ικανοποίηση του Δικαστηρίου περί στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης[2] που ισχύει γενικότερα στις πολιτικές υποθέσεις, δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος με βάση το άρθρο 6 του Νόμου. Τρίτον, υπενθυμίζοντας ότι το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας προσδιορίζεται αυστηρά από τη δικογραφία και ότι το Δικαστήριο ενεργεί στη βάση των δικονομικών κανόνων[3] και της αποδεκτής ενώπιον του μαρτυρίας, συνειδητά δεν πρόκειται να ασχοληθώ με τις ούτω καλούμενες «αδιανόητες συμπτώσεις» και τις άλλες υπόνοιες που η πλευρά των Καθ' ων έχει αφήσει εναντίον των Αιτητριών σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τέταρτον, το ουσιαστικό και κρίσιμο ζήτημα ως προς τα γεγονότα είναι εάν η πλευρά των Αιτητριών καταχώρησε, ως διατείνεται, στις 29/10/2015, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων την Απάντησή της. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί τούτου του καίριου ζητήματος θα επιφέρουν και τις αντίστοιχες νομικές συνέπειες. Συγκεκριμένα, στη βάση όποιων ευρημάτων ακολουθήσουν, θα εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 (β) και (δ) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου για ακύρωση και/ή αναθεώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Πιο συγκεκριμένα, εάν υπό τις περιστάσεις η προσβαλλόμενη απόφαση «επετεύχθη συνεπεία [.] ουσιώδους λάθους», ως αναφέρεται στο εδάφιο (β) του άρθρου 6, ή αν η έκδοσή της εν τη απουσία των Αιτητριών δεν οφειλόταν σε «οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους τους», ως αναφέρεται στο εδάφιο (δ) του ίδιου άρθρου. Κρίνεται συναφώς ότι η παρούσα Αίτηση στηρίζεται, έστω διαζευκτικά[4] αλλά επαρκώς προσδιοριστικά σε αυτές τις δύο προϋποθέσεις του αναφερόμενου άρθρου. IΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια της ενυπάρχουσας δικαιοδοσίας του προς επίλυση των διαφορών που αναφύονται σχετικά με τις θέσμιες[5] (προστατευόμενες) ενοικιάσεις καθώς και επί οποιουδήποτε κύριου ή παρεμπίπτοντος συναφούς με αυτές θέματος, εκτός από τα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την ανάκτηση της κατοχής και την αναπροσαρμογή ενοικίου, πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, τα θέματα που άπτονται της επιδίκασης των καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων καθώς επίσης και αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που προκαλούνται σε ελεγχόμενα υποστατικά.[6] Η διαδικασία καταχώρησης Απάντησης προβλέπεται στον κανονισμό 8 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 όπου διαλαμβάνονται τα εξής: «
  5. (α) Πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να την αμφισβητήσει στο σύνολο ή μέρος της με την καταχώριση απαντήσεως εντός 14 ημερών. Η απάντηση υποβάλλεται σύμφωνα με τον Τύπο 3 του παραρτήματος. Η απάντηση καθορίζει τις θεραπείες και γεγονότα που αμφισβητούνται. Θεραπείες και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ρητά θεωρούνται παραδεκτά. (β) Η απάντηση εκθέτει τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση. (γ) Η απάντηση υπογράφεται από τον καθ' ου η αίτηση ή το δικηγόρο του. Αντίγραφα της απαντήσεως κατατίθενται στη Γραμματεία και παραδίδονται στη διεύθυνση επιδόσεως του αιτητή. (δ) Όταν ο καθού η αίτηση, που διαμένει στην Κυπρο, εκπροσωπείται από δικηγόρο, τότε η απάντηση δε θα γίνεται δεκτή για καταχώρηση από τον Πρωτοκολλητή εκτός εάν αυτή συνοδεύεται από τύπο διορισμού δικηγόρου, επιμαρτυρούμενος, όταν ο καθού η αίτηση είναι αγράμματος, από Πρωτοκολλητή, Πιστοποιούντα Υπάλληλο ή δυο ικανούς μάρτυρες που δεν είναι δικηγορικοί υπάλληλοι. Νοείται ότι με την άδεια του δικαστηρίου ή δικαστή που χορηγείται όταν καταδεικνύεται καλός λόγος ο οποίος και καταγράφεται, μπορεί να καταχωρηθεί από δικηγόρο η απάντηση χωρίς να συνοδεύεται από τύπο διορισμού δικηγόρου. Σε τέτοια όμως περίπτωση ο τύπος διορισμού θα κατατίθεται μέσα σε χρονικό διάστημα που το δικαστήριο ή δικαστής θα έκρινε ορθό να καθορίσει. (ε) Το έγγραφο διορισμού δικηγόρου από τον αιτητή θα είναι στον Τύπο 4 όπως αυτός προβλέπεται για ενάγοντα με βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και το έγγραφο διορισμού δικηγόρου από τον καθού η αίτηση στον Τύπο 12 Α όπως αυτός προβλέπεται για εναγόμενο στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς με τις αναγκαίες προσαρμογές. » Το δικαίωμα για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης προβλέπεται στο άρθρο 6 του Νόμου και έχει ως εξής: «
  6. Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. » ΙV. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικές αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Έχοντας υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[7] και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. (α) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της πλευράς των Αιτητριών.
(1)Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. ΧΧΧΧ Στεφάνου (Μ. Α. 1). Ανάμικτη ήταν η εντύπωση που αποκόμισα από τη μαρτυρία του κ. Στεφάνου την οποία και αποδέχομαι μόνο μερικώς, για τους λόγους που επεξηγώ στη συνέχεια. Γενικώς, ο Μ. Α. 1 μου άφησε την εντύπωση πως στην πραγματικότητα θυμόταν λιγότερα από όσα επικαλέστηκε σε σχέση με τα κρίσιμα γεγονότα της 29ης Οκτωβρίου
  1. Συναφώς, η πλήρης αδιαφορία του για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης των πελατών του μετά την ισχυριζόμενη προσέλευσή του στη Γραμματεία του Δικαστηρίου για παράδοση της Απάντησης των πελατών του, σε συνδυασμό με την παραδοχή του ότι δεν γνωρίζει τι διαλαμβάνεται στη νέα Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μου έχει προκαλέσει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο είχε εφαρμόσει ως δικηγόρος το κατάλληλο επίπεδο δικηγορικού επαγγελματισμού κατά τη διεκπεραίωση των υπηρεσιών του στο πλαίσιο της Κ23/
  2. Δεν υπήρξε πειστικός ότι στις 29/10/2015 τοποθέτησε αντίγραφο της Απάντησης στη θυρίδα των δικηγόρων των Καθ' ων, αφού πέραν της δίκης του μαρτυρίας δεν παρουσιάστηκε το παραμικρό που να ενισχύει την εν λόγω θέση ενώ, η αντίθετη μαρτυρία της πλευράς των Καθ' ων, ιδίως της Μ. Κ. 1 αλλά και του Μ. Κ. 3, κρίνεται, όπως αναλύεται στη συνέχεια, πιο τεκμηριωμένη και πειστική. Το αποτέλεσμα των προαναφερόμενων είναι ότι η πλευρά των Αιτητριών δεν απέσεισε το σχετικό βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού, ότι δηλαδή, η Απάντηση περιήλθε κατά τον κρίσιμο χρόνο εις γνώση των δικηγόρων των Καθ' ων. Περαιτέρω, και όσον αφορά την καταχώρηση στη Γραμματεία της Απάντησης στις 29/10/2015 η αναφορά του ότι τοποθέτησε το εν λόγω δικόγραφο σε ένα «κουτί» ελέγχεται ως ανακριβής καθότι, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της κας Κάιζερ, τέτοιο κουτί δεν υπάρχει στη Γραμματεία του ΔΕΕ. Επιπροσθέτως, η θέση του ότι το Δικαστήριο που είχε επιληφθεί την Κ23/2015 «αγνόησε ή παραγνώρισε την Απάντηση των Αιτητριών η οποία ευρίσκετο κανονικά στο φάκελο της υπόθεσης από την 29/10/2015» δεν βασίζεται σε γεγονότα, αλλά συμπεράσματα και εικασίες, καθότι πρωτογενής μαρτυρία για το τι ακριβώς υπήρχε μέσα στον φάκελο της Κ23/2015 κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι από τις 29/10/2015 μέχρι και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν τέθηκε ενώπιον μου. Το γεγονός ότι τον Αύγουστο του 2016 η κα Κάιζερ εντόπισε εντός του φακέλου της Κ23/2015 καταχωρημένο έγγραφο Απάντησης ημερομηνίας 29/10/2015 δεν σημαίνει ότι το έγγραφο αυτό είχε τοποθετηθεί από τις 29/10/2015 εντός του φακέλου, ως διατείνεται ο Μ. Α.
  3. Για τον ίδιο λόγο απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι οι δικές του θέσεις επιβεβαιώνονται από τα όσα αναφέρει η κα Κάιζερ στην ένορκη δήλωσή της - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3, διότι ακριβώς η εν λόγω θέση αποτελεί αυθαίρετο δικό του συμπέρασμα και όχι γεγονός που αναδύεται αυτοτελώς από το την εν λόγω ένορκη δήλωση και ειδικά τις παραγράφους 7 και 8 αυτής. Από την άλλη, η βασικότερη θέση του Μ. Α. 1 ήταν ο ισχυρισμός ότι στις 29/10/2015 μετέβη στη Γραμματεία του ΔΕΕ στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για να καταχωρήσει την Απάντηση στην Κ23/
  4. Επ' αυτού του κρίσιμου σημείου, η μαρτυρία του υπήρξε σαφής, δεν έχει ανατραπεί και συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Διασαφηνίζω. Κατ' αρχάς, ούτε μέσω της αντεξέτασής του, αλλά ούτε μέσω της μαρτυρίας της κας Κάιζερ (Μ. Κ. 2) αμφισβητήθηκε ότι όντως ο Μ. Α. 1 παρουσιάστηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29/10/2015 παραδίδοντας το δικόγραφο της Απάντησης στην Κ23/
  5. Εάν τοποθέτησε την εν λόγω Απάντηση σε κουτί ή το άφησε σε κάποιο πάγκο ή γραφείο αποτελεί στοιχείο ήσσονος σημασίας. Το καταλυτικό στοιχείο είναι ότι η επίδικη Απάντηση, σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ. Κ. 2, έφερε ακυρωμένα χαρτόσημα με τη σφραγίδα της ημερομηνίας 29/10/2015, σφραγίδα η οποία βρίσκεται υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του αρμοδίου υπαλλήλου στη Γραμματεία του ΔΕΕ και όχι οποιουδήποτε δικηγόρου. Συνεπώς, η σφράγιση των χαρτοσήμων της Απάντησης αποτελεί το καθοριστικό δεδομένο μέσω του οποίου επιβεβαιώνεται η παραλαβή από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων του εν λόγω εγγράφου. Το δε γεγονός πως σε κάποιο άγνωστο μεν χρόνο, αλλά εν πάση περιπτώσει, μεταξύ 29/10/2015 και Αυγούστου 2016 η εν λόγω Απάντηση τοποθετήθηκε εντός του φακέλου της Κ23/2015 είναι ένα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί προς την αποδοχή της εν λόγω βασικής θέσης του Μ. Α. 1 αφού, όπως και η συνήγορος των Καθ' ων παραδέχεται στην αγόρευσή της, το εν λόγω έγγραφο της Απάντησης δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί από Δικηγόρο στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σημειώνω πως δεν μπορώ να αποδεχθώ την εισήγηση της κας Χατζηνεοφύτου ότι ο Μ. Α. 1 καταχώρησε την Απάντηση σε διαφορετικό Πρωτοκολλητείο, επειδή η ίδια η κα Κάιζερ (Μ. Κ. 2) δεν αμφισβήτησε ότι είναι ενώπιόν της που εμφανίστηκε ο Μ. Α. 1 στις 29/10/
  6. Αντιθέτως, η Μ. Κ. 2 επιβεβαίωσε και τη δική της παρουσία στη Γραμματεία κατά τον κρίσιμο χρόνο. Κατά συνέπεια, με αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Απάντηση έφερε ακυρωμένα χαρτόσημα, διεργασία που με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία μπορούσε να εκτελεστεί μόνο από λειτουργό της Γραμματείας, δεν μπορώ παρά να αποδεχθώ τη μαρτυρία του Μ. Α. 1 επί του σημείου αυτού, ότι δηλαδή, όντως παρουσιάστηκε στις 29/10/2015 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και παρέδωσε το δικόγραφο της Απάντησης στην Κ23/
  7. (β) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της πλευράς των Καθ' ων.
(1)Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας ΧΧΧΧ Μάγου (Μ. Κ. 1). Θετική ήταν η εντύπωση που αποκόμισα από τη μαρτυρία της κας Μάγου. Δέχομαι ότι την περίοδο 2009 -2017 εργαζόταν ως δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των Καθ' ων και καθημερινά έλεγχε καθημερινά 2 φορές τη δικηγορική θυρίδα υπ' αριθμό 31 της εν λόγω εταιρείας, στις 09:00 το πρωί και στις 12:00 το μεσημέρι και παραλάμβανε τα σχετικά έγγραφα που συνάδελφοι ή επιδότες τοποθετούσαν σε αυτήν. Δέχομαι συναφώς ότι η θυρίδα ήταν κλειδωμένη και η ίδια κρατούσε το κλειδί. Αποδέχομαι επίσης ότι εκτέλεσε με τον ίδιο τρόπο τούτα τα καθήκοντά της τόσο στις 29/10/2015, όσο και στις 30/10/2015 καθώς και τις επόμενες μέρες, δοθέντος και του γεγονότος ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε με τη δέουσα επιμέλεια και επαγγελματισμό τα εν λόγω καθήκοντά της. Κατά συνέπεια, γίνεται αποδεκτή η θέση της ότι εάν η Απάντηση στην Κ23/2015 είχε τοποθετηθεί στη δικηγορική τους θυρίδα, θα την είχε εντοπίσει και θα την είχε μεταφέρει στον αντίστοιχο δικηγορικό φάκελο της δικηγορικής εταιρείας Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία.
(2)Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας XXXXX Κάιζερ (Μ. Κ. 2). Θετική ήταν και η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο η μαρτυρία η κας Κάιζερ, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και Γραμματέα στο ΔΔΕ Λεμεσού - Πάφου, τμήμα Πάφου. Αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι ότι είναι η υπεύθυνη τήρησης και φύλαξης του Αρχείου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, Τμήμα Πάφου και ότι έχει στη φύλαξή της τους φακέλους όλων των υποθέσεων που καταχωρούνται στο Πρωτοκολλητείο Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, Τμήμα Πάφου. Δέχομαι όσα ανάφερε για τη διαδικασία καταχώρησης δικογράφων στο ΔΔΕ. Ήτοι, αποδέχομαι ότι τα δικόγραφα παραλαμβάνονται από μια συνάδελφο της στον πάγκο του Δικαστηρίου. Ακολούθως η συνάδελφός της τα καταχωρεί και στη συνέχεια τα αρχειοθετεί στους φακέλους. Αποδέχομαι συναφώς ότι αποτελεί τακτική της Γραμματείας του Δικαστηρίου τα δικόγραφα να σφραγίζονται με την ημερομηνία καταχώρησης, να ακυρώνονται τα χαρτόσημα και να τίθεται η υπογραφή του υπαλλήλου που τα καταχωρεί. Επίσης, δέχομαι ότι στο δικό της γραφείο και πάγκο που εξυπηρετεί το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν υπάρχει κουτί αντίστοιχο με αυτά που υπάρχουν στο πολιτικό και ποινικό Πρωτοκολλητείο. Ως προς τη δικονομική πορεία της Κ23/2015 μέχρι και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδέχομαι ως πραγματικά γεγονότα όλα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 15/09/2016 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) στα οποία, για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων δεν θα επεκταθώ στο σημείο αυτό αλλά θα τα παραθέσω κατά το στάδιο της έκθεσης των πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι οι δικηγόροι των Αιτητριών στην παρούσα και Καθ' ων η Αίτηση στην Κ23/2015 ισχυρίστηκαν ότι ενώ καταχώρησαν Απάντηση στην Αίτηση, εκδόθηκε απόφαση. Επιπλέον αποδέχομαι πως η κα Κάιζερ κατά τον μήνα Αύγουστο του 2016 προέβη σε έρευνα του φακέλου της Κ23/2015 και εντόπισε καταχωρημένο έγγραφο Απάντησης ημερομηνίας 29/10/2015. Το εν λόγω έγγραφο είχε ακυρωμένα χαρτόσημα με τη σφραγίδα της ημερομηνίας 29/10/2015, χωρίς όμως υπογραφή από την αρμόδιο υπάλληλο που παραλαμβάνει τα δικόγραφα και δίχως σφραγίδα καταχώρησης. Αποδέχομαι επίσης ότι η σχετική σφραγίδα ακύρωσης την έχει ο αρμόδιος υπάλληλος και όχι οι δικηγόροι. Τέλος, αποδέχομαι πως οι δικηγόροι δεν μπορούν να εισέλθουν στο Πρωτοκολλητείο και ούτε μπορούν να καταχωρήσουν ή να αφαιρέσουν έγγραφα από φακέλους.
(3)Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. ΧΧΧΧ Χατζηνεοφύτου (Μ. Κ. 3). Ομοίως, πολύ καλή ήταν η εντύπωση που μου έκανε η μαρτυρία του κ. Χατζηνεοφύτου. Κατά την αντεξέτασή του μιλούσε με αμεσότητα και δίχως οποιανδήποτε προσπάθεια επιτήδευσης. Εξάλλου, τα πλείστα από όσα ανέφερε και τα οποία σχετίζονται με την καταχώρηση, τη δικαστική πορεία της Κ23/2015 και τις εμφανίσεις που έκανε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν αμφισβητούνται. Κατά συνέπεια, δέχομαι ότι εμφανίστηκε προσωπικά στο πλαίσιο της Κ23/2015 ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26/11/2015, στις 10/12/2015 στις 21/01/2016, στις 04/02/2016 και στις 25/02/2016, οπόταν εκδόθηκε απόφαση και ότι σε ουδεμία από τις εμφανίσεις δεν του λέχθηκε από το Δικαστήριο ότι υπήρχε καταχωρημένη Απάντηση στον φάκελο της Αίτησης Κ23/
  1. Δέχομαι επίσης ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για την ύπαρξη Απάντησης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήτοι τουλάχιστον μέχρι και τις 25/02/2016 που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Συναφώς, αξιολογώ ως ειλικρινή τη θέση του ότι εάν γνώριζε για την καταχώρηση της Απάντησης δεν θα επέμεινε να για να εξασφαλίσει απόφαση μονομερώς και δεν θα εμφανιζόταν κατ' επανάληψη ενώπιον του Δικαστηρίου για τον σκοπό αυτό. Για να καταλήξω σε αυτό το συμπέρασμα έχω, αφενός, αντιπαραβάλει τη μαρτυρία του Μ. Α. 1 ως προς το ζήτημα της τοποθέτησης αντιγράφου της Απάντησης στη δικηγορική θυρίδα των αντιδίκων του η οποία δεν υπήρξε πειστική, και, αφετέρου, έχω συνυπολογίσει πως η καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Απάντησης, επιβεβαιώνει στην πράξη την επικαλούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο άγνοια του Μ. Κ. 3 για την ύπαρξη Απάντησης. V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ A. Τα Πραγματικά Γεγονότα. Στις 07/09/2015 οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση καταχώρησαν την Αίτηση Κ23/15 εναντίον των Αιτητριών 1 και 2 στην παρούσα Αίτηση. Η Αίτηση Κ23/15 επιδόθηκε στις Καθ' ων 1 και την 13/10/
  2. Στις 29/10/2015, ο Μ. Α. 1 προσήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, τμήματος Πάφου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για να καταχωρήσει την Απάντηση των Καθ' ων στην Αίτηση Κ23/15 όπου βρισκόταν η Μ. Κ.
  3. Άφησε το έγγραφο της Απάντησης στον πάγκο της Γραμματείας του ΔΕΕ και αποχώρησε. Τα χαρτόσημα του εγγράφου της Απάντησης ακυρώθηκαν από κάποιο αδιευκρίνιστο πρόσωπο στη Γραμματεία του ΔΕΕ στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Η ακύρωση έγινε μέσω σφραγίδας με ημερομηνία 29/10/2015, σφραγίδα η οποία βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Γραμματείας του ΔΕΕ και όχι των δικηγόρων. Το έγγραφο της Απάντησης δεν υπογράφηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της Γραμματείας, ούτε τοποθετήθηκε επ' αυτού η σχετική σφραγίδα καταχώρησης. Οι λόγοι για τούτη την παράλειψη δεν έχουν διευκρινιστεί. Κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο, η πρακτική που ακολουθείτο στην Πάφο ως προς την επίδοση σε δικηγόρους δικογράφων, ήταν η τοποθέτηση των εγγράφων αυτών στην αντίστοιχη δικηγορική τους θυρίδα. Εντούτοις, Μ. Α. 1 παρέλειψε να τοποθετήσει αντίγραφο της Απάντησης στη θυρίδα των δικηγόρων των Καθ' ων με αποτέλεσμα οι δικηγόροι της άλλης πλευράς να μην λάβουν γνώση για την ύπαρξη Απάντησης. Στις 05/11/2015, οι δικηγόροι των Αιτητών στην υπ' αριθμόν Κ23/2015 καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης Απάvτησης επειδή ακριβώς δεν είχαν λάβει αντίγραφο της εν λόγω Απάντησης. Στις 26/11/2015, οι Δικηγόροι των Αιτητών στην υπ' αριθμόν Κ23/2015 εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για απόδειξη της υπόθεσης των πελατών τους. Ακολούθως, εμφανίστηκαν για τον ίδιο σκοπό στις 10/12/2015, στις 04/02/2016 και στις 25/02/
  4. Κατά τη τελευταία ημερομηνία το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των πελατών τους και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στην υπό κρίση υπ' αριθμόν Κ23/2015 Αίτηση. Δεν έχει αποδειχθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και την έκδοση απόφασης βρισκόταν μέσα τον φάκελο της Κ23/2015 η Απάντηση των Αιτητριών. Εντούτοις, είναι αναντίλεκτο ότι σε κάποιο άγνωστο χρόνο, σίγουρα μεταξύ 29/10/2015 και Αυγούστου 2016 η Απάντηση τοποθετήθηκε εντός του φακέλου της υπόθεσης Κ23/
  5. Πότε και από ποιο πρόσωπο ακριβώς έγινε αυτό, παρέμεινε άγνωστο. Παρόλα αυτά, το μόνο γενικό μεν, ασφαλές δε, συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει ως προς την ταυτότητα του προσώπου που τοποθέτησε την Απάντηση εντός του δικαστικού φακέλου της υπόθεσης Κ23/2015 κατά τον αναφερόμενο χρόνο είναι ότι ήταν κάποιος λειτουργός/υπάλληλος της Γραμματείας του Δικαστηρίου, αφού με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον μου και κυρίως τη μαρτυρία της Μ. Κ. 2, έχει αποκλεισθεί η ενέργεια αυτή να έγινε από δικηγόρο. Κατά πάσα πιθανότητα, η Απάντηση παρέπεσε για κάποιο χρονικό διάστημα και εν τέλει τοποθετήθηκε μέσα στον δικαστικό φάκελο μετά την έκδοση της τελικής απόφασης τον Φεβρουάριο του
  6. Διαφορετικά, η ύπαρξή της θα σημειωνόταν ευθύς εξαρχής από το Δικαστήριο που επιλήφθηκε το αίτημα για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης Απάντησης. Θυμίζω πως ο φάκελος είχε τεθεί επανειλημμένα υπόψιν του Δικαστηρίου στο μεσοδιάστημα και η λογική προσέγγιση των πραγμάτων καθιστά εντελώς απίθανο να υπήρχε καταχωρημένη Απάντηση και το ζήτημα αυτό να μην είχε εντοπισθεί από το Δικαστήριο σε ουδεμία από τις πέντε φορές που τέθηκε ενώπιον του η εν λόγω υπόθεση μέχρι την έκδοση απόφασης, ήτοι στις 26/11/2015, στις 10/12/2015, στις 21/01/2016, στις 04/02/2016 και στις 25/02/2016 οπόταν εν τέλει πείσθηκε για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. B. Κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, οι Αιτήτριες εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους ως προς την καταχώρηση Απάντησης. Προχωρώ να εξετάσω τις νομικές συνέπειες των πιο πάνω γεγονότων. Παρεμβάλλω ότι το γεγονός ότι η πλευρά των Καθ' ων δεν είχε λάβει ενημέρωση για την καταχώρηση της Απάντησης, δεν είναι άνευ αξίας, σε αυτό όμως το ζήτημα θα επανέλθω σε μεταγενέστερο στάδιο. Ανεξαρτήτως όμως της όποιας παράλειψης ή αμέλειας της πλευράς των Αιτητριών αναφορικά με την ενημέρωση των αντιδίκων τους, εν προκειμένω, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων δικαιολογείται ο παραμερισμός λόγω πράξεων ή παραλείψεων της Γραμματείας του Δικαστηρίου, και κατ' επέκταση του ίδιου του Δικαστηρίου. Στη Επί Τοις Αφορώσι τον Λουκή Παπαχριστοφόρου ν. Αίτηση από Ρεϊνποου Πλήτσιγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ
(2003)1Α Α.Α.Δ 332 τονίσθηκε πως η υποχρέωση των μερών εξαντλείται με την παράδοση του δικογράφου (εν προκειμένω της Απάντησης) στο Πρωτοκολλητείο/Γραμματεία του Δικαστηρίου. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Στην παρούσα υπόθεση η δήλωση του συνήγορου του εφεσείοντα περί καταχώρισης της αίτησης ημερ. 17.11.2000 για αναστολή της διαδικασίας και της ένστασης στην αίτηση έγινε στην παρουσία του συνήγορου της άλλης πλευράς. Έχουμε την άποψη πως το περιεχόμενο της δήλωσης έδινε τέτοιες λεπτομέρειες που καθιστούσαν απαραίτητη την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος. Οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που έπρεπε να είχε κληθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ο Πρωτοκολλητής και να του ζητηθεί να εντοπίσει την αίτηση. Τονίζουμε ότι η υποχρέωση των μερών εξαντλείται με την παράδοση των σχετικών εγγράφων στο Πρωτοκολλητείο. Η αρχειοθέτηση τους και καταχώριση τους στο φάκελο της υπόθεσης αποτελεί ευθύνη του Πρωτοκολλητείου. » Έπεται ότι, η μη τοποθέτηση υπογραφής και σφραγίδας για την παραλαβή της Απάντησης από το αρμόδιο πρόσωπο στη Γραμματεία, είναι σφάλμα που αφορά το ίδιο το Δικαστήριο και όχι τις Αιτήτριες. Άξια αναφοράς είναι και τα λεχθέντα στη Α. Μιχαήλ ν. Marfin Popular Bank Co Ltd
(2014)1Β Α.Α.Δ 1504 όπου δεν ήταν δυνατό να προσδιορισθεί ο ακριβής χρόνος καταχώρισης δικογράφου. Κρίθηκε ότι, η αμφιβολία σε τέτοιου είδους περιπτώσεις επενεργεί υπέρ του αιτούντα τον παραμερισμό της απόφασης. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το σημείωμα εμφανίσεως καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα που εκδόθηκε η Απόφαση. Το κατά πόσο καταχωρήθηκε πριν την έκδοση της Απόφασης ή μετά την έκδοση, ήταν αδύνατο να διαπιστωθεί εφόσον δεν σημειώθηκε αρμοδίως ούτε η ώρα έκδοσης της Απόφασης, ούτε η ώρα καταχώρισης του σημειώματος εμφανίσεως. Κάτω απ' αυτά τα δεδομένα ορθώς το Δικαστήριο δέχτηκε την ευνοϊκότερη για την εφεσείουσα πιθανότητα, ή όπως το έθεσε το ίδιο, «Μη έχοντας στοιχεία που να ανατρέπουν την μια πιθανότητα από την άλλη, ενόψει της αμφιβολίας που δημιουργείται, θα πρέπει να δεχτώ πιστεύω την ευνοϊκότερη για την εναγόμενη 3 περίπτωση, ότι δηλαδή είχε καταχωρήσει την εμφάνισή της πριν την έκδοση της απόφασης.» » Στη Χριστοδουλίδου ν. Emkin Consulting Ltd κ.α. Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:B131, Αίτηση αρ. 80/2018 ημερομηνίας 04/04/2019 παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρησης έφεσης επειδή δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου ότι υπήρξε από το πρωτοκολλητείο η κατάλληλη ενημέρωση προς τους δικηγόρους της αιτήτριας για την ημερομηνία εκφώνησης της επιφυλαχθείσας απόφασης. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Για εμάς - όπως ήδη τονίσαμε κατά τη συζήτηση της έφεσης - είναι άκρως σημαντικό το κατά πόσο οι αιτητές είχαν γνώση της ημερομηνίας εκφώνησης της απόφασης, ημερομηνία κατά την οποία ως κοινό έδαφος, δεν εμφανίστηκαν. Η γνώση αυτή είναι η αφετηρία αλλά και η ουσία της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα δεδομένα που παραθέσαμε, η θέση των αιτητών ότι δεν τους γνωστοποιήθηκε από το πρωτοκολλητείο η εν λόγω ημερομηνία παρέμεινε αναντίλεκτη. Μάλιστα το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο εκδίκασε την αίτηση παράτασης, σύμφωνα με το απόσπασμα που παραθέσαμε, αναφέρει ρητώς πως δεν προκύπτει ο,τιδήποτε αποδεικτικό εκ του φακέλου της υπόθεσης ότι τω όντι οι Αιτητές ειδοποιήθηκαν. Με τη διαπίστωση αυτή θα ήταν εντελώς άδικο να μην επιτραπεί η παράταση της προθεσμίας εφόσον καταδεικνύεται από τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης πως μόλις έλαβαν γνώση και σε περίοδο μόνο ολίγων ημερών καταχώρησαν πρωτοδίκως αίτηση για παράταση. Κατ΄αναλογίαν μπορεί να ακολουθηθούν τα ισχύοντα επί της διαπίστωσης παράβασης δικαιώματος φυσικής δικαιοσύνης στις αιτήσεις παραμερισμού, ως ex debito justitiae, θεραπεία, οπότε η παράταση εκλαμβάνεται ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. (Βλ. Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64 και Μανώλη ν. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, Π.Ε.413/11, 3.2.2017). Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει η αίτηση επιτυγχάνει και δίδεται παράταση 10 ημερών από σήμερα για καταχώρηση έφεσης εκ μέρους των Αιτητών. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων επειδή η ευθύνη της μη γνωστοποίησης της ημερομηνίας εκφώνησης για απόφαση δεν μπορεί να αποδοθεί στους διαδίκους, θεωρούμε ότι είναι ορθό η κάθε πλευρά να είναι υπόλογη για τα δικά της έξοδα. Δραττόμεθα της ευκαιρίας να τονίσουμε πως τα πρωτοκολλητεία είναι αναγκαίο να τοποθετούν εντός του φακέλου σημείωμα με το οποίο να αποδεικνύεται η γνωστοποίηση στους διαδίκους της ημερομηνίας εκφώνησης της απόφασης, όταν αυτή έχει επιφυλαχθεί και δεν έχει δοθεί από το Δικαστήριο ημερομηνία. » Τα προαναφερόμενα βρίσκονται σε άρρηκτη σχέση με την παράγραφο 3 του Άρθρου 30 του Συντάγματος όπου μετουσιώνεται η αρχή της Φυσικής Δικαιοσύνης δηλαδή, η υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει και τους δύο διαδίκους πριν εκδώσει την απόφασή του. Παράβαση της εν λόγω θεμελιώδους δικαιικής αρχής οδηγεί στον παραμερισμό τυχόν εκδοθείσας απόφασης αυτοδικαίως (ex debito justitiae) δίχως να χωρεί θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας[8] από το Δικαστήριο, όπως ορθώς εισηγείται και ο κ. Παπαθεοδώρου στην τελική του αγόρευση διότι ακριβώς, το όλο ζήτημα δεν συνυφαίνεται με θέμα που άπτεται παραμερισμού μιας νομότυπης δικαστικής πράξης ώστε να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να τίθεται ευχέρεια επιλογής. Προσθέτω συναφώς πως η πρώτη παράγραφος του ίδιου Άρθρου 30 του Συντάγματος διασφαλίζει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αν και δεν πρόκειται για απόλυτο δικαίωμα αλλά δικαίωμα που υπόκειται σε εύλογους και λογικούς περιορισμούς, οι εν λόγω περιορισμοί δεν πρέπει να απολήγουν στην υποβάθμισή του κατά τρόπο που να καταστρέφεται η ουσία του αναφερόμενου δικαιώματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας[9] το άρθρο 6.
  1. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το οποίο είναι προσόμοιο με το Άρθρο 30 παρ. 1 του δικού μας Συντάγματος) έχει αναγνωρίσει ότι στο δικαίωμα αυτό θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησής του.[10] Η αποτελεσματικότητα στοιχειοθετείται όταν παρέχεται σε κάποιον, όχι θεωρητική, αλλά πρακτική και ξεκάθαρη[11] δυνατότητα αμφισβήτησης της πράξης που επηρεάζει τα δικαιώματά του. Είναι δε σημαντικό να αναφερθεί πως αποτελεί υποχρέωση των εγχώριων αρμόδιων αρχών να ενεργούν με θετικό τρόπο και επιμέλεια προς εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσής τους. Στη Schmidt v Latvia, Αίτηση αρ. 22493/05, ημερομηνίας 27/07/2017, αναφέρθηκαν τα εξής: « Nonetheless, it remains the responsibility of the Contracting States to ensure that the domestic authorities have acted with the requisite diligence in apprising the litigants of the proceedings so that their right to fair trial is not jeopardised. [.] The Court notes that regardless of which of the approaches is chosen, it is the responsibility of the Contracting States to ensure that the domestic authorities act with due diligence in ensuring that the defendants are informed of the proceedings against them and are given the opportunity to appear before the court and defend themselves. » Συνακόλουθα, δεν νοείται διάδικος να επωμισθεί διαδικαστικά λάθη ή παραλείψεις που διενεργούνται από κρατικούς εκπροσώπους (public State representatives). Στη Platakou v. Greece, Αρ. Αίτησης 389460/97, ημερ. 11/01/2001, η αιτήτρια, χωρίς η ίδια να ευθύνεται, στερήθηκε το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο λόγω σφάλματος στην επίδοση δικογράφου η οποία διενεργείται μέσω δικαστηρίου από δικαστικό επιμελητή. Το εν λόγω σφάλμα οδήγησε στο να θεωρηθεί η έφεσή της εκπρόθεσμη. Το ΕΔΔΑ, διαπιστώνοντας παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σημείωσε ότι οι διάδικοι ότι δεν μπορούν να κριθούν υπεύθυνοι για τέτοια λάθη ή παραλείψεις. Το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω απόφασης έχει ως εξής: «
  2. In the instant case, the Court notes that the applicant was penalised by the decision of the Court of Appeal in its judgment no. 357/1994 to declare the application inadmissible owing to an error in service. It considers that the applicant cannot be held responsible for that error since, as the domestic legislation requires court documents to be served by court bailiffs, the arrangements for such service are primarily the latter's responsibility. The Court cannot accept that bailiffs are not acting as public State representatives in the exercise of their duties. [..] D. Conclusion
  3. In the light of the foregoing considerations (see A to C above), the Court considers that the applicant suffered a disproportionate hindrance in her right of access to a court and that, accordingly, the essence of her right to a court has been impaired. In addition, the Court considers that there has been a failure to comply with the principle of equality of arms. Consequently, there has been a violation of Article 6 § 1 of the Convention. » Ομοίως, στη NIKOS KOUTRAS ATTEE v. Greece, Αρ. Αίτησης 39442/98, ημερ. 16/02/2001, λέχθηκαν τα εξής:[12] « In the instant case the Court finds that the applicant company had access to the Supreme Administrative Court, but only to hear its application declared inadmissible on the ground that the registration number had not been entered in the record of deposit (see paragraph 10 above). The fact that the applicant company was able to bring its case before a court does not in itself necessarily satisfy the requirements of Article 6 §
  4. It must still be established that the degree of access afforded under the national legislation was sufficient to secure the individual's "right to a court", having regard to the rule of law in a democratic society. » Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω πως, η Απάντηση στην Κ23/2015, στο μέτρο που αφορά την υποχρέωση των Αιτητριών για «κατάθεσή της» στη Γραμματεία Δικαστηρίου (δείτε ανωτέρω: κανονισμό 8 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983), είχε συντελεστεί (δείτε ανωτέρω: Ρεϊνποου Πλήτσιγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ). Συνεπακόλουθα, κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο, βρισκόμενο σε πλάνη ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι μη γνωρίζοντας για την καταχώρηση του εν λόγω δικογράφου, εξέλαβε ότι είχε εξουσία να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στην απουσία των εκεί Καθ' ων και Αιτητριών στην παρούσα Αίτηση, διαπράττοντας, άθελα, «ουσιώδες λάθος» ως το άρθρο 6 (β) του Νόμου διαλαμβάνει.[13] Πρόκειται βεβαίως για θεμελιακό σφάλμα αφού ότι έλαβε χώρα απέληξε στο να αποστερηθούν οι Αιτήτριες του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και της δυνατότητας αμφισβήτησης αξίωσης που επηρέαζε τα δικαιώματά τους. Τα τεκταινόμενα εξομοιώνονται και πρακτικά απολήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα με τις περιπτώσεις όπου η έκδοση απόφασης μονομερώς είναι αποτέλεσμα κακής επίδοσης του εναρκτήριου δικονομικού εγγράφου (Αγωγής / Κυρίως Αίτησης κλπ) στον αντίδικο, οπόταν ο παραμερισμός και η επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, όπως προαναφέρεται, επέρχεται επιτακτικώς και αυτοδικαίως (ex debito justitiae) δίχως να χωρεί θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας[14] από το Δικαστήριο επειδή πρόκειται για χρέος οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη. Το γεγονός ότι ούτε το Δικαστήριο, ούτε οι αντίδικοι γνώριζαν για την ύπαρξή της Απάντησης δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Στην Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 700, τονίσθηκε ότι το ανυπόστατο δεν μπορούσε να μετατραπεί σε κανονικό. Μήτε η αδιαφορία του Μ. Α. 1 για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης μπορεί να επενεργήσει διαφορετικά. Στη Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολιτική Έφεση αρ. 413/2011, ημερ. 03/02/2017 υποδείχθηκε ότι η μεταγενέστερη συμπεριφορά του αιτούντα τον παραμερισμό παραμένει αδιάφορο στοιχείο. Δεν δύναται κατ' επίκληση αυτής της συμπεριφοράς, είτε αυτή παραπέμπει σε απεμπόληση δικαιώματος είτε σε καταχρηστική συμπεριφορά, να θεμελιωθεί άρνηση ακύρωσης απόφασης βασισμένης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου. » Ούτε το γεγονός ότι η εν λόγω Απάντηση είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση των 14 ημέρων έχει αξία επειδή ακριβώς το Δικαστήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο μη γνωρίζοντας την ύπαρξή της δεν μπορούσε να αποφασίσει αν θα αποδεχόταν την εκπρόθεσμη καταχώρησή της,[15] ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια[16] με καθοριστικότερο κριτήριο το συμφέρον της Δικαιοσύνης.[17] Τέτοιο αίτημα θα μπορούσε να υποβληθεί προφορικά[18] και μετά την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας των 14 ημερών.[19] Συνεπώς, εφόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο το Δικαστήριο δεν μπορούσε να ασκήσει και δεν άσκησε για τούτο το ζήτημα τη διακριτική του ευχέρεια το όλο ζήτημα τελειώνει εδώ αφού προφανώς δεν νοείται η εν λόγω διακριτική ευχέρεια να ασκηθεί ετεροχρονισμένα από το παρόν Δικαστήριο. Ούτε υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων μπορούν να τεθούν οποιοιδήποτε όροι προς όφελος και εξασφάλιση των Καθ' ων, ως αξιώνουν. Αν δικαιολογείται τέτοιο αίτημα, αυτό θα εξεταστεί στο πλαίσιο της επαναφερθείσας Κ23/2015. Ως εκ των ανωτέρω, και με τη σύμφωνη γνώμη των παρέδρων, η Αίτηση θα πετύχει και η προσβαλλόμενη απόφαση θα παραμεριστεί. Γ. Το ζήτημα των εξόδων. Και οι δύο πλευρές αξιώνουν τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Ειδικά ο κ. Παπαθεοδώρου εισηγείται ότι με βάση τη νομολογία που παραπέμπει (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Milouca Motor Trading Ltd
(2000)1Α ΑΑΔ 630 και Mib Mariako Ltd κ.α. v. Γ. Πούρου
(2013)1Α Α.Α.Δ 508) έχει ξεπεραστεί η αρχή της απόφασης Μαρκίδη ν . Μιχαηλίδου (Αρ. 2)
(1990)1Β ΑΑΔ 943 «όπου λέχθηκε ότι σε υποθέσεις ενοικιοστασίου τα έξοδα δεν ακολουθούν απαραιτήτως το αποτέλεσμα». Δεν συμφωνώ με την εν λόγω εισήγηση. Οι σχετικές επί του θέματος αρχές,[20] αφενός επιβεβαιώνουν ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει ευρύτατη διακριτική εξουσία ως προς την επιδίκαση εξόδων και αφετέρου, συνηγορούν στο ότι η επιτυχία μιας υπόθεσης δεν οδηγεί απαρέγκλιτα και σε έκδοση ανάλογης διαταγής για έξοδα. Εξάλλου, ο κ. 13(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού διαλαμβάνει τα εξής: « (β) Η επιδίκαση εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της υποθέσεως δεν αποτελεί το μόνο γνώμονα για την επιδίκαση εξόδων αλλά λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις υποθέσεως. » Βεβαίως, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η βασικότερη αρχή ότι, κατά κανόνα, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα.[21] Παρόλα αυτά, η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων περιστάσεων. Και τα προαναφερόμενα γεγονότα αποκαλύπτουν την ιδιαιτερότητα[22] της παρούσας περίστασης. Αναντίλεκτα, μεγάλη ευθύνη για τα διαδραματισθέντα φέρει η Γραμματεία του Δικαστηρίου. Παρόλα αυτά, ο τότε δικηγόρος των Αιτητριών (δηλαδή ο Μ. Α. 1) δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Η ευθύνη για τη δέουσα «παράδοση» της Απάντησης στη διεύθυνση επίδοσης των Αιτητών στην Κ23/2015, ως ο προαναφερόμενος κανονισμός 8(γ) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών διαλαμβάνει, βαρύνει τον εκάστοτε Καθ' ου και ιδίως τον δικηγόρο του ο οποίος έχει καθήκον και υποχρέωση να ενεργεί εφαρμόζοντας κατάλληλο επίπεδο επαγγελματισμού.[23] Δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία ότι αρκετοί άλλοι υπό τις ίδιες συνθήκες θα έπρατταν το ίδιο[24] ούτε αποτελεί πανάκεια η επίκληση της συνήθους δικηγορικής πρακτικής.[25] Έπεται, ότι η υποχρέωση για πραγματική ενημέρωση των αντίδικων δικηγόρων δεν υποχωρεί στη βάση των πιο πάνω αιτιάσεων. Ο Μ. Α. 1 δεν διασφάλισε ότι οι αντίδικοί του έλαβαν αντίγραφο της Απάντησης και αδιαφόρησε για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης των πελατών του, ενώ, εάν η πλευρά των Αιτητριών «παρέδιδε» ως όφειλε την Απάντησή της προς τους δικηγόρους των Καθ' ων (π.χ. μέσω ιδιωτικής επίδοσης) δεν θα φθάναμε εδώ που φθάσαμε, αφού, όπως διαπιστώθηκε, ο κ. Χατζηνεοφύτου δεν θα επέμεινε για να εξασφαλίσει απόφαση μονομερώς. Τα προαναφερόμενα, καθώς και το γεγονός ότι οι Καθ' ων επέδωσαν νομότυπα την εναρκτήρια αίτηση και ενήργησαν σύμφωνα με τα δικονομικά προβλεπόμενα που γνώριζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αντισταθμίζουν την επιτυχία της Αίτησης. Συνακόλουθα, συνυπολογίζοντας όλα τα προαναφερόμενα, κρίνω πως θα ήταν άδικο για αμφότερους τους διαδίκους να επωμιστούν τα έξοδα των αντιδίκων τους και υπό τις περιστάσεις κρίνω ως δικαιότερο όπως πως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της δικαστικά έξοδα. VΙ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω, και με τη σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων, η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και παραμερίζεται η τελική απόφαση ημερομηνίας 25/02/2016 στην Αίτηση αρ. Κ23/2015 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, τμήματος Πάφου, λόγω ουσιώδους λάθους, δυνάμει του άρθρου 6(β) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της, τυχόν δε προηγούμενες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται. Νοείται ότι, το εκδοθέν διάταγμα αναστολής ημερομηνίας 19/01/2017 παύει να ισχύει[26] και το ποσό που λήφθηκε έναντι των εξόδων της Κ23/2015 θα πρέπει να επιστραφεί, ως η σχετική διαβεβαίωση που έχει δοθεί. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.).............. (Υπ.)............. Σ. Χατζηχαραλάμπους Α. Ησαΐας Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Δείτε: Ιωάννου ν. Αληφάντη Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017 κ.α. ημερομηνίας 07/10/2019 και ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ΚΕΜΙΚΑΛΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2019:A390, Πολιτική Έφεση αρ. 406/2012, ημερομηνίας 25/9/2019. [2]Δείτε: Orams κ.ά. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402 [3] Δείτε: Αθανασίου ν. Reana Manufacturing and Trading Ltd κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 1635. [4] Δείτε: Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41. [5] Παρόλο που η δημιουργία θέσμιας ενοικίασης προϋποθέτει την ύπαρξη ενοικίασης (Αναφορικά με την Αίτηση του Χρ. Πετεινού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1467) η θέσμια ενοικίαση είναι πλάσμα νόμου, δεν είναι καν σύμβαση, αλλά το προσωπικό δικαίωμα του αμετακίνητου (statutory right of irremovability). Στην υπόθεση Αναφορικά με τις Αιτήσεις του Αβραάμ Δίσπυρου
(1990)1 Α.Α.Δ. 365, λέχθηκε: «Η θέσμια ενοικίαση δεν είναι σύμβαση, είναι το δικαίωμα του αμετακίνητου με τις επιφυλάξεις του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και είναι προσωπικό δικαίωμα». Στην Marcroft Wagons v. Smith λέχθηκαν τα εξής παραστατικά: «.. a new monstrum horrendum, informe, ingens has come into our ken - the conception of a statutory tenancy, the conception that a person may have such right of exclusive possession of property as to entitle him to bring an action of trespass against the owner of that property, but yet that such right would not confer any interest whatever in the land on the occupier.. It is, as has been said, a statutory right of irremovability». Όπως συναφώς αναφέρεται στο σύγγραμμα των Megarry & Wade, The Law of Real Property, 7η Έκδοση, σελ. 1027, παρ. 22-130, υπό τον τίτλο «1. Statutory Tenancy»: «A statutory tenancy is not really a tenancy at all, in the common law sense of the word: the tenant has no estate or interest in the land, but instead a mere personal right of occupation which has been termed a "status of irremovability». [6] Συναφώς: Petsas v. Pavlides
(1980)3 C.L.R. 158, Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590, Έλλη G. Mayes κ.α. ν. Θ. Παπαδοπούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 652, Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 261 και Π. Παρλάτα ν. Σ. Δημητρίου Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014. [7] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018, και ΝΑΤ JANGO FASHION LTD ν. Α.Κ.ΠΟΧΤΖΕΛΙΑΝ & ΥΙΟΙ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A443, Πολ. ΄Εφεση Αρ. 105/2014, ημερ. 15/10/2018. [8] Μεταξύ άλλων, Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 και Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 . [9] Στην υπόθεση Golder v. The United Kingdom, Αίτηση αρ. 4451/70, ημερομηνίας 21/02/1975, λέχθηκαν τα εξής: «Article 6 para. 1 (art. 6-1) secures to everyone the right to have any claim relating to his civil rights and obligations brought before a court or tribunal. In this way the Article embodies the "right to a court", of which the right of access, that is the right to institute proceedings before courts in civil matters, constitutes one aspect only. To this are added the guarantees laid down by Article 6 para. 1 (art. 6-1) as regards both the organisation and composition of the court, and the conduct of the proceedings. In sum, the whole makes up the right to a fair hearing». [10] Δείτε: Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο του Δρ. Κώστα Παρασκευά, Κεφ. 8 - Πρόσβαση στο Δικαστήριο - παρ. 8.2: Δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης, σελ.500. [11] Δείτε: Bellet v. France Αίτηση αρ. 23805/94, ημερομηνίας 04/12/1995 και Zubac v. Croatia Αίτηση αρ. 40160/2012, ημερομηνίας 05/04/2018. [12] Δείτε επίσης και Examitiotis v. Greece, Αρ. Αίτησης 28340/02, ημερ. 04/05/2006. [13] Ως εκ τούτου, καθίσταται άνευ σημασίας η εξέταση της διαζευκτικής βάσης του αιτήματος για παραμερισμό, δηλαδή ο ισχυρισμός πως η απόφαση εκδόθηκε λόγω απουσίας των Αιτητριών που δε οφειλόταν σε «οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους τους», δυνάμει του εδαφίου (δ) ίδιου άρθρου. [14] Μεταξύ άλλων: Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 43, και J.Z. Classic Music Pro Ltd ν. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 ΑΑΔ
  1. [15] Η Απάντηση που έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και δίχως να εξασφαλισθεί εκ των προτέρων παράταση του χρόνου καταχώρησής της, μπορεί να καταστεί και εκ των υστέρων έγκυρη νοουμένου ότι υποβάλλεται σχετικό αίτημα με βάση την Δ.57 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία, στη Χριστοδουλίδου ν. Emkin (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε πως εφαρμόζεται κατ' αναλογία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Σχετικοί είναι και οι κανονισμοί 12(β) και 12(γ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
  2. [16] Στη παλαιά υπόθεση Gill v Woodfin
(1884)25 Ch D 707 λέχθηκε πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει υπεράσπιση που παραδόθηκε εκπρόθεσμα («A defence delivered after the proper time cannot be disregarded [..]»), θέση που αναπαράγεται και στη σελ. 612 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής του 1958. Στη Gill v Woodfin είχε καταχωρηθεί έκθεση υπεράσπισης πριν τη νομότυπη επίδοση της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης και το Δικαστήριο προχώρησε στην απόδειξη της υπόθεσης εκλαμβάνοντας ως άκυρη την καταχωρηθείσα υπεράσπιση. [17] Δείτε: Ανδρέας Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ
  1. [18] Δείτε: Κανονισμό 9 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
  2. [19] Δείτε: Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ 945 και Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858. [20] Δείτε: Katsiantonis ν. Fragkeskou
(1981)1 CLR
  1. [21] Δείτε: Βασιλείου ν. Ευθυμίου ECLI:CY:AD:2019:A279, Πολ. Έφεση αρ. 336/2013 ημερ. 05/07/
  2. Συναφώς, με βάση τη Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ, 389, «η δικαίωση διάδικου δεν συνεπάγεται δαπάνη» και ως αναφέρεται στη Θρασυβούλου v. Arto estate Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 12, «θεωρείται ασύννομο ο διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του». [22] Υπενθυμίζω πως η Γραμματέας του Δικαστηρίου δήλωσε πως δεν συνάντησε παρόμοια περίπτωση με την παρούσα, στα 36 χρόνια που βρίσκεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. [23] Δείτε: Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 525, The Law of Tort, 2η Έκδοση
(2007), Professional Liability, Legal Professionals, σελ. 877-878 κ.ε. Ενδεικτικά, στη Re Massey and Carrey
(1884)26 Ch D 459 κρίθηκε ένοχος αμέλειας ο δικηγόρος που παρέλειψε να καταχωρήσει δικόγραφο εντός της καθορισθείσας προθεσμίας. [24] Δείτε: G. + K. Ladenbau (U.K.) Ltd. V. Crawley & De Reya [1978] 1 ALL ER 682. [25] Δείτε: Edward Wong Finance Co. Limited v Johnson Stokes & Master (a firm) [1984] AC 296. [26] Δείτε: Ιωάννου ν. Μανώλη
(1998)ΙΓ ΑΑΔ 1423. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.