ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ν. ΑΡΚΑΔΙΟΥ, Αίτηση Αρ. Ε24/2016, 7/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2020:22 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Στ. Χατζηχαραλάμπους και Α. Ισαϊα, Παρέδρων Αίτηση Αρ. Ε24/2016 Μεταξύ׃ ΧΧΧΧ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ΔΗΜΗΤΡΗ, εκ Λεμεσού Αιτήτριας και ΧΧΧΧ ΑΡΚΑΔΙΟΥ, από τη Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 06/10/2020 για προσαγωγή μαρτυρίας Ημερομηνία: 07/12/2020 Για την Αιτήτρια: κος Κοτσελής για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κος Περικλέους για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Κυρίως Αίτηση[1] αξιώνεται διάταγμα ανάκτησης κατοχής ενός υποστατικού που βρίσκεται στην Πάφο ως αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην παρ. Α της Κυρίως Αίτησης (στο εξής: «το Υποστατικό»), ως επίσης και απόφαση για οφειλόμενα ενοίκια €15.300 περιόδου 30 μηνών από τον Απρίλιο του 2013, πλέον ενδιάμεσα κέρδη προς €510,00 μηνιαίως μέχρι παράδοσης της κατοχής. Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ (ΓΕΓΟΝΟΤΑ - ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ) Στις 15/6/2020, επιφυλάχθηκε η τελική απόφαση στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο υπόθεση. Στις 17/9/2020, το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα προχώρησε στο επανάνοιγμα της επιφυλαχθείσας υπόθεσης επειδή έκρινε σκόπιμο όπως ζητήσει από τους δικηγόρους των διαδίκων να τοποθετηθούν σε σχέση με τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Φυσεντζίδης ν. Ν. K & C Snooker & Pool Entertainment ECLI:CY:AD:2020:A171, Πολ. Έφ. 30/19 ημ. 1/6/2020, η οποία εκδόθηκε αφότου είχε ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση, σημειώνοντας προς τους συνήγορους των διαδίκων πως η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι ζήτημα δημόσιας τάξης και αποτελεί καθήκον του ίδιου του Δικαστηρίου να ελέγχει αυτόβουλα και αυτοδύναμα[2] τα ζητήματα σχετικά με τη δικαιοδοσία του. Στη Φυσεντζίδης λέχθηκε πως για τη στοιχειοθέτηση της παρούσας δικαιοδοσίας δεν αρκεί το υποστατικό να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 31/12/1999 αλλά θα πρέπει τότε να ήταν ενοικιασμένο ή να προσφερόταν προς ενοικίαση. Το σχετικό απόσπασμα της Φυσεντζίδης έχει ως εξής: « Η διαφωνία του Εφεσείοντα με την πρωτόδικη απόφαση αφορά στην ερμηνεία του ακινήτου στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί Ενοικιοστασίου (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2001 (Ν.20(Ι)/2001)που προνοεί ότι: «"ακίνητο" σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999». Δεν αμφισβητούνται τα πρωτόδικα ευρήματα ότι το επίδικο κατάστημα βρισκόταν μέσα σε ελεγχόμενη περιοχή και ότι είχε συμπληρωθεί πριν από την 31.12.
- Αντίθετα όμως με την κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου η θέση του Εφεσείοντα ήταν πως για να εφαρμοζόταν ο νόμος του ενοικιοστασίου θα έπρεπε, κατά την 31.12.1999 το επίδικο υποστατικό να ήταν είτε υπό ενοικίαση είτε προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα. Δοθείσης δε της αναντίλεκτης θέσης του, την οποία και αποδέχτηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι κατά την 31.12.1999 το κατάστημα δεν ήταν ούτε ενοικιασμένο, ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση, αφού το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Εφεσείοντας ιδιοκτήτης του, θα έπρεπε να είχε καταλήξει πως αυτό δεν ενέπιπτε εντός του ορισμού του άρθρου 2, κατ' ακολουθία ότι η περίπτωση δεν καλυπτόταν από το νόμο του ενοικιοστασίου και εν κατακλείδι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή του. [..] Η ερμηνεία του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μας βρίσκει σύμφωνους. [..] Διαπιστώνεται λοιπόν πως διαχρονικά για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση. » (α) Η παρούσα Αίτηση Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων, στις 06/10/2020 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας η επίδικη αίτηση μέσω της οποίας αξιώνεται: « Διάταγμα ή και Άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας του κου XXXXX Σαββίδη από την Πάφο. » Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.38 Θ.1, Δ.32, Δ.28, Δ.33, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο καθώς και στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο και στον σχετικό διαδικαστικό Κανονισμό του
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η επίδικη Αίτηση επεξηγούνται στην Ένορκη Δήλωση της δικηγόρου ΧΧΧΧ Τσαντικίδου η οποία αναφέρει πως η μαρτυρία της Αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση έλαβε χώρα στις 21/10/2019, ήτοι πριν να εκδοθεί η απόφαση στη Φυσεντζίδης και ως εκ τούτου, όταν αυτή είχε δώσει μαρτυρία δεν υπήρχε λόγος να μαρτυρήσει σε σχέση με το ζήτημα για το οποίο αξιώνεται η προσαγωγή της αιτούμενης μαρτυρίας καθότι το ζήτημα δεν ήταν επίδικο. Επιπλέον, επεξηγεί ότι αξιώνεται η παρουσία του αναφερόμενου κου ΧΧΧΧ Σαββίδη αντί της ίδιας της Αιτήτριας για λόγους υγείας της τελευταίας. Αναφέρει πως θα πρέπει «να δοθεί ολοκληρωμένη εικόνα» προς το Δικαστήριο ώστε αυτό να μπορεί να τοποθετηθεί στη βάση των πραγματικών γεγονότων σε σχέση με τη δικαιοδοσία του και καταλήγει λέγοντας πως η έγκριση της επίδικης αίτησης είναι αναγκαία για την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και θα επηρεαστούν τα συνταγματικά της δικαιώματα. (β) Η επίδικη Ένσταση Η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση και Ενοικιαστή, μη συμφωνώντας στην αιτούμενη θεραπεία καταχώρησε σχετική ένσταση στις 6/11/
- Εδράζει την ένστασή της μεταξύ άλλων στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33, 39, 48, 59, 64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τον σχετικό διαδικαστικό Κανονισμό του
- Όσον αφορά τους λόγους Ένστασης, αυτοί σχετίζονται με τους ακόλουθους ισχυρισμούς: · Στο ότι η επίδικη Αίτηση στερείται της αναγκαίας νομικής υπόστασης, είναι δικονομικά απαράδεκτη και καταχρηστική. · Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία προς το σκοπό αυτό. · Ότι η Αιτήτρια κωλύεται να προσαγάγει μαρτυρία μετά την επιφύλαξη της τελικής απόφασης τον Ιούνιο του
- · Πως τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβιάσει το δικαίωμα του Καθ' ου σε δίκαιη δίκη, και · στο ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας έχει παραγραφεί. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση το ίδιου του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος ανακυκλώνει και αναπαράγει τους λόγους ένστασης. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσής του, ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει πως δεν προέκυψε οποιοδήποτε γεγονός μετά την επιφύλαξη της υπόθεσης ώστε να δικαιολογείται η προσαγωγή μαρτυρίας. Το μόνο που έλαβε χώρα ήταν η ερμηνεία του Νόμου από το Ανώτατο Δικαστήριο, γεγονός που δεν δικαιολογεί την έγκριση της επίδικης αίτησης. Είναι η θέση του πως η Αιτήτρια γνώριζε, ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει αν το υποστατικό της προσφέρετο για ενοικίαση σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο μέχρι την 31/12/
- Προσθέτει δε ότι υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση, την οποία χαρακτηρίζει ως αδικαιολόγητη. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι σχετικές αγορεύσεις των διαδίκων έχουν αποσταλεί ηλεκτρονικά προς το Δικαστήριο μέχρι τις 04/12/2020 και είχα σχετικά την ευκαιρία να αναγνώσω με προσοχή τα σχετικά γραπτά κείμενα που απεστάλησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. ΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Τα σχετικά με την παρουσίαση μαρτυρίας στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων ρυθμίζονται στον Κανονισμό 4 του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, ο οποίος διαλαμβάνει τα εξής: « 4.(α) Οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίου Νόμου και οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με την κλήτευση και παρουσία μαρτύρων. Μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει σε ερώτηση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου τείνει να τον ενοχοποιήσει. Οι διάδικοι παρουσιάζουν μαρτυρία και προσάγουν αποδεικτικά στοιχεία με τη σειρά που προβλέπεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς. Μάρτυρες εξετάζονται, αντεξετάζονται και επανεξετάζονται όπως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. (β) Μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει σε ερώτηση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου τείνει να τον ενοχοποιήσει. (γ) Το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να υποβάλει ερωτήσεις σε μάρτυρες προς διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας για επίλυση της διαφοράς. Το δικαστήριο έχει επίσης δικαίωμα, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να καλέσει ή επανακαλέσει μάρτυρα προς διεκπεραίωση και συμπλήρωση της έρευνας. » Στη Αγαθοκλέους v. Χριστοδούλου
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 176, βεβαιώθηκε η ύπαρξη διακριτικής εξουσίας στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών[3] για να απαιτήσει αυτεπάγγελτα την παράσταση οποιουδήποτε προσώπου ως μάρτυρα χωρίς καν τη συγκατάθεση των διαδίκων, δυνάμει του Δικονομικού Κανόνα 5
(1)(γ) των περί Διαιτητικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1968,[4] ο οποίος είναι παρόμοιος με τον Κανονισμό 4(γ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
- Σημειώθηκε συναφώς πως σε τέτοιο ενδεχόμενο θα πρέπει να παρέχεται το δικαίωμα αντεξέτασης στους συνηγόρους των διαδίκων. Σχετικά, στη Διαταγή 38 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ρυθμίζονται τα περί της παρουσίασης μαρτυρίας κατά την ακρόαση («Evidence at Trial»). Στον πρώτο θεσμό της εν λόγω Διαταγής, αναφέρονται τα ακόλουθα: « Each witness, when his examination in chief is closed, is liable to be cross-examined by the opposite party and to be re-examined by the party calling him, and after re-examination may be questioned by the Court, and shall not be recalled or further questioned save through and by leave of the Court. » Άξιο αναφοράς είναι και το άρθρο 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα: « Εις πάσαν ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου πολιτικήν διαδικασίαν και καθ' οιονδήποτε στάδιον αυτής το δικαστήριον, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως οιουδήποτε διαδίκου, δύναται να καλέση οιονδήποτε πρόσωπον εντός της Δημοκρατίας ή των Κυριάρχων Περιοχών των Βάσεων να προσέλθη διά να δώση μαρτυρίαν ή να παρουσιάση οιονδήποτε υπό την κατοχήν αυτού έγγραφον, δύναται δε να εξετάση το τοιούτον πρόσωπον ως μάρτυρα ή ως εμπειρογνώμονα και να ζητήση παρ' αυτού να παρουσιάση οιονδήποτε υπό την κατοχήν ή την εξουσίαν αυτού έγγραφον, επιφυλασσομένων πασών των ευλόγων εξαιρέσεων. » Τα προαναφερόμενα, σε συνάρτηση με τη σχετική επί του θέματος νομολογία[5] καταδεικνύουν πως η κλήτευση ή επανακλήτευση μάρτυρα για παρουσίαση επιπρόσθετης, αντικρουστικής ή απαντητικής μαρτυρίας, εναπόκειται στη δικαστικά ασκούμενη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, με ουσιαστικό στόχο τη διαφύλαξη των συμφερόντων της δικαιοσύνης αξιολογώντας τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Για παράδειγμα, εάν η προτιθέμενη μαρτυρία θα μπορούσε να είχε παρουσιαστεί κατά την προηγηθείσα ακροαματική διαδικασία, εφόσον είχε καταβληθεί εύλογη επιμέλεια. ΙIΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ξεκινώ με τον λόγο Ένστασης του Καθ' ου που σχετίζεται με το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Αιτήτριας, τον οποίο και απορρίπτω, αφού ουδέν ζήτημα παραγραφής υφίσταται στην παρούσα υπόθεση. Τέτοιο θέμα, υπό προϋποθέσεις μπορεί αποτελέσει αντικείμενο άλλων μεταγενέστερων δικαστικών διαδικασιών. Περαιτέρω, η επίδικη αίτηση βασίζεται στο ορθό δικονομικό πλαίσιο, ήτοι στη Δ.38 θ.1, και εν πάση περιπτώσει δεν πρόκειται για περίπτωση όπου η διάταξη στην οποία στηρίζεται μια αίτηση είναι εντελώς άσχετη.[6] Συναφώς, όπως στην αίτηση επεξηγείται ο μοναδικός λόγος που αξιώνεται όπως αντί της Αιτήτριας δοθεί μαρτυρία από τον κ. Σαββίδη είναι για λόγους υγείας λόγω της προχωρημένης ηλικίας της Αιτήτριας, θέση η οποία αξιολογείται ως απόλυτα λογική υπό το φως των κινδύνων που ελλοχεύουν λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού covid -
- Εξάλλου, είναι σαφώς αντιληπτό τι ακριβώς επί της ουσίας επιδιώκεται και δεν έχει προκληθεί πασιφανής αδικία στην άλλη πλευρά λόγω οποιασδήποτε ασάφειας[7] σχετικά με την αιτούμενη θεραπεία.[8] Επιπλέον, δεν τίθεται θέμα «υπέρμετρης καθυστέρησης» στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, ούτε παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την υπόλοιπη επιχειρηματολογία που είτε εκφεύγει του πλαισίου της επίδικης αίτησης, είτε συναρτάται με την ουσία της προτιθέμενης μαρτυρίας, για ευνόητους λόγους αποφεύγω να τη σχολιάσω. Προχωρώ στην ουσία του θέματος. Πριν οτιδήποτε άλλο θεωρώ σημαντικό να παραθέσω τους σχετικούς ισχυρισμούς στα δικόγραφα των διαδίκων. Στην παράγραφο Γ1 της Κυρίως Αίτησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 12/09/2018, αναγράφονται επί λέξει τα εξής: « Η πιο πάνω κατοικία ανεγέρθηκε πριν το έτος 1999, βρίσκεται εντός του Δήμου Πάφου και ως εκ τούτου καλύπτεται από τις διατάξεις του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου. » Αυτή είναι η μοναδική σχετική αναφορά που εντοπίζεται στην Κυρίως Αίτηση, ως προς τον χρόνο συμπλήρωσης του επίδικου υποστατικού. Από την άλλη, στην τροποποιημένη Απάντηση ημ. 14/01/2019, ο Καθ' ου απαντώντας στον συγκεκριμένο ισχυρισμό, προβάλλει τα εξής: « Η αναφερόμενη κατοικία ανεγέρθηκε πριν το 1960 και επομένως η Αιτήτρια παραπλανεί το Δικαστήριο όταν ισχυρίζεται ότι ανεγέρθηκε πριν το
- » Αυτή αντίστοιχα, είναι η μοναδική σχετική τοποθέτηση στην Απάντηση του Καθ' ου η αίτηση. Από τα πιο πάνω, προκύπτει πως η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως το Υποστατικό καλύπτεται από τις Διατάξεις του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου - Ν. 23/1983 (στο εξής: «ο Νόμος) με αναφορά μόνο στο χρόνο συμπλήρωσης του Υποστατικού, δίχως να αναλύει εάν το Υποστατικό ενοικιαζόταν ή προσφερόταν προς ενοικίαση μέχρι το 2000, θέση που δεν αμφισβητείται από τον Καθ' ου, ο οποίος δεν αμφισβητεί ούτε πως το Υποστατικό εμπίπτει εντός της προσδιορισθείσας στον Νόμο έννοιας του «ακίνητου», ούτε υποστηρίζει πως το Υποστατικό δεν ενοικιαζόταν ή δεν προσφερόταν προς ενοικίαση πριν το
- Συνακόλουθα, το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με αναφορά στην έννοια του «ακινήτου» δεν αποτελούσε κατά τον χρόνο της ακρόασης αμφισβητούμενο γεγονός.[9] Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία των δικηγόρων του Καθ' ου ότι η πλευρά της Αιτήτριας όφειλε να είχε αναφερθεί σ' αυτό το ζήτημα κατά την ακρόαση, παραβλέπει τούτο το κρίσιμο δεδομένο. Όσον αφορά τη θέση των δικηγόρων του Καθ' ου πως με την Φυσεντζίδης δεν προέκυψαν νέα γεγονότα παρά μόνο ερμηνεία Νόμου, το ερώτημα που ευλόγως προκύπτει είναι γιατί τότε ο Καθ' ου δεν ήγειρε στην Απάντησή του το εν λόγω ζήτημα; Η απάντηση είναι επειδή, όπως στην ίδια την Φυσεντζίδης υποδεικνύεται, το εγειρόμενο επίδικο θέμα ήταν καινοφανές, δίχως να υπάρχει παλαιότερη δεσμευτική νομολογία που να πραγματεύεται ευθέως το ίδιο ζήτημα με αυτό που εν τέλει αποφασίστηκε. Τουναντίον, τόσο οι μέχρι τότε πρωτόδικες αποφάσεις των Δικαστηρίων Ελέγχου Ενοικιάσεων όσο και η obiter νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, παρέπεμπαν στην αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι ερμήνευαν το συγκεκριμένο άρθρο με τρόπο που η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων Ελέγχου Ενοικιάσεων συναρτώταν αποκλειστικά και μόνο με το χρόνο συμπλήρωσης του υποστατικού και τίποτα περισσότερο. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Διογένης Χριστοφόρου Λτδ ν. Giosa
(2012)1 Α.Α.Δ. 1196 όπου λέχθηκαν τα εξής:[10] « Η πολυκατοικία στην οποία βρίσκεται το ενοικιασθέν διαμέρισμα είναι μέσα σε ελεγχόμενη περιοχή και ανεγέρθη κατά το έτος 1990 επομένως ισχύει, για την περίπτωση του διαμερίσματος, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν. 23/83). » (ο τονισμός των λέξεων είναι δικός μου) Κατά συνέπεια, υπό τις περιστάσεις, θα ήταν άδικο να θεωρήσω πως η πλευρά της Αιτήτριας θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να μεριμνήσει για να παρουσιαστεί μαρτυρία που να σχετίζεται με τα αποφασισθέντα στη Φυσεντζίδης, πριν να κλείσει την υπόθεσή της και πριν καν να εκδοθεί εν λόγω απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, και έχοντας σταθμίσει τα ενώπιον μου δεδομένα, συνυπολογίζοντας πως ο ρόλος κάθε Δικαστηρίου[11] είναι να απονέμει δικαιοσύνη κατά ουσιαστικό τρόπο θέτοντας φραγμό σε οτιδήποτε πιθανόν να απολήξει είτε σε κατάχρηση[12] είτε σε ανυποληψία, είτε σε διακωμώδηση των δικαστικών διαδικασιών,[13] καταλήγω πως το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως διαπιστωθεί με τρόπο ξεκάθαρο εάν το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί των ουσιαστικών ενώπιον του ζητημάτων. Με αυτόν τον τρόπο θα αποτραπεί ο κίνδυνος για να διαιωνιστεί η αντιδικία των διαδίκων. Όσα αναφέρονται πριν θεωρώ πως επιβεβαιώνονται από τα λεχθέντα στη Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 162 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τον Κανονισμό 4(γ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 και επισημαίνοντας τη διαφορά της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων η οποία, όντας εξεταστική, αποσκοπεί στην επίλυση των αναφυόμενων διαφορών, ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση με την οποία είχε απορριφθεί αίτημα για παρουσίαση μαρτυρίας προς τη συμπλήρωση και ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων διαφέρει από την διαδικασία ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου που κατά κανόνα διέπεται από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το στοιχείο της αντιπαράθεσης που αποτελεί τον άξονα της διαδικασίας στην πολιτική δίκη δεν είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Οι όροι της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων καθιστούν υποχρέωση του δικαστηρίου την επίλυση κάθε αναφυόμενης διαφοράς "μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος". Για την επίτευξη του στόχου αυτού το άρθρο 5 του Νόμου καθορίζει ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου θα είναι συνοπτική και θα διεξάγεται χωρίς δέσμευση από τους κανόνες της απόδειξης. Και οι δικονομικοί θεσμοί που ρυθμίζουν την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι κατ' εξοχή προσαρμοσμένοι στο εξεταστικό σύστημα της δίκης. Ο Κ. 4(γ) προβλέπει ότι: "Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να υποβάλλει ερωτήσεις σε μάρτυρες προς διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας για επίλυση της διαφοράς. Το δικαστήριο έχει επίσης δικαίωμα για επίλυση της διαφοράς. Το δικαστήριο έχει επίσης δικαίωμα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να καλέσει ή επανακαλέσει μάρτυρα προς διευκόλυνση και συμπλήρωση της έρευνας". Ο ερευνητικός χαρακτήρας της διαδικασίας έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση A.C.T. Textiles n. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89. Ο εξεταστικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας μεταβάλλει τα κριτήρια βάσει των οποίων ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να επιτρέψει απόκλιση από την προκαθορισμένη πορεία της δίκης. Η ολοκλήρωση της έρευνας το συντομότερο είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Συνεπώς η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου βασίστηκε σε εσφαλμένα κριτήρια. Η αποδοχή του αιτήματος για την συμπλήρωση της μαρτυρίας θα ολοκλήρωνε την έρευνα. Ούτε υπήρχε ορατός κίνδυνος δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων του ενοικιαστή. Από την αρχή θέση των ιδιοκτητών ήταν ότι υπήρχε άδεια σε ισχύ. Και βεβαίως θα τους παρείχετο κάθε ευκαιρία να προσθέσουν την νέα μαρτυρία. Ο αποκλεισμός της μαρτυρίας οδήγησε στο τέλος στην απόρριψη της αίτησης χωρίς ουσιαστική εξέταση της διαφοράς προς το σκοπό επίλυσής της όπως καθορίζει το άρθρο 4 του Νόμου. Και βάσει των διατάξεων της Πολιτικής Δικονομίας θα δικαιολογείτο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικο δικαστηρίου υπέρ των εφεσειόντων λαμβανομένης υπόψη της φύσης της μαρτυρίας που θα εδίδετο και της διορθώσεως ενός λάθους και της παροχής ευκαιρίας στους εφεσείοντες να πληρώσουν το κενό που δημιουργήθηκε. Συνεπώς συνέτρεχαν οι ειδικοί λόγοι που καθορίζει η νομολογία για την επανακλήτευση μάρτυρα στο στάδιο των αγορεύσεων. (Βλ. Kaya Djafer v. Rayker Kaya, 4 C.L.R. 63, The Electricity Authority of Cyprus v. Kipparis, 24 C.L.R. 126 και Savoullas v. Louca
(1979)1 C.L.R. 336). » Τα προαναφερόμενα απαντούν και στην εισήγηση των δικηγόρων του Καθ' ου ότι το Δικαστήριο «δεν έχει διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα προσαγωγής μαρτυρίας μετά την επιφύλαξη της απόφασής του» και ότι τυχόν «επανάνοιγμα της υπόθεσης» θα επηρεάσει τα δικαιώματα του Καθ' ου, αφού το υπό εξέταση ζήτημα έχει στοχευμένο και συγκεκριμένο περιεχόμενο και επουδενί απολήγει στην παροχή δεύτερης ευκαιρίας στην Αιτήτρια ν' αναπτύξει την υπόθεσή της, παρά μόνο να δώσει στο ίδιο το Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της δικαιοδοσίας του στη βάση των λεχθέντων στη Φυσεντζίδης. Σημειώνω επίσης πως το επανάνοιγμα της υπόθεσης έχει ήδη γίνει αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο στις 17/09/2020 και συνεπώς η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία δεν αποτελεί καν τον κατάλληλο χώρο για αμφισβήτηση της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 17/09/
- ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα Αίτηση, με τη σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων, επιτυγχάνει. Η Ένσταση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια για προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας εκ μέρους της Αιτήτριας για τον περιορισμένο σκοπό που εκτίθεται στην επίδικη Αίτηση, ήτοι προς διασαφήνιση και υποστήριξη της γενικής αναφοράς στην Αίτηση ότι το υποστατικό «καλύπτεται από τις Διατάξεις του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου» και ειδικότερα, εάν αυτό ενοικιαζόταν ή προσφερόταν για ενοικίαση πριν το έτος
- Η κυρίως εξέταση του κ. ΧΧΧΧ Σαββίδη να γίνει υπό μορφή γραπτής δήλωσης και τυχόν προτιθέμενα τεκμήρια να επισυναφθούν σ' αυτήν. Ακριβές και πλήρες αντίγραφο της εν λόγω Γραπτής Δήλωσης καθώς και των προτιθέμενων τεκμηρίων να κοινοποιηθεί στους δικηγόρους του Καθ' ου η Αίτηση, μέχρι τις 10/12/2020 ώρα 13:00, έτσι ώστε οι τελευταίοι να είναι έτοιμοι για να αντεξετάσουν την ημέρα και την ώρα της ακρόασης. Πριν ολοκληρώσω, αν και δεν υπάρχει εκ μέρους του Καθ' ου αντίστοιχο αίτημα, κρίνω ορθό υπό τις περιστάσεις, στην περίπτωση που ο ίδιος ο Καθ' ου επιθυμεί να δώσει μαρτυρία για το συγκεκριμένο και μόνο ζήτημα, να του δώσω αυτεπάγγελτα τη δυνατότητα αυτή, υπό τον όρο ότι ο Καθ' ου θα ασκήσει τούτο το δικαίωμα εντός της προθεσμίας που τίθεται πιο κάτω. Εφόσον λοιπόν ο Καθ' ου επιθυμεί να ενεργήσει σχετικά, να ετοιμαστεί για λογαριασμό του σχετική αντίστοιχη γραπτή δήλωση, η οποία, μαζί με τα όποια τυχόν προτιθέμενα τεκμήρια, να κοινοποιηθεί στους δικηγόρους της Αιτήτριας μέχρι τις 14/12/2020 ώρα 13:00 και ο Καθ' ου να είναι παρών για τυχόν αντεξέτασή του στις 15/12/2020 ώρα 9:30, οπόταν η παρούσα υπόθεση ορίζεται για ακρόαση για τον περιορισμένο σκοπό που έχει περιγραφεί προηγουμένως. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, με βάση τις σχετικές επί του θέματος αρχές[14] και την ευρεία διακριτική εξουσία που έχει το παρόν Δικαστήριο ως προς τούτο το ζήτημα, κρίνω πως είναι ορθότερο, παρά την επιτυχία της αίτησης, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης αυτής, όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Κυρίως διαδικασίας. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.)................. (Υπ.)............... Στ. Χατζηχαλάμπους Α. Ισαΐας Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Η επίδικη Αίτηση αρχικώς είχε καταχωρηθεί, στο Τμήμα Λεμεσού του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου και έφερε τον αριθμό Ε117/
- Στις 20/06/2016, κατόπιν σχετικού αιτήματος των δικηγόρων της Αιτήτριας, συμφωνούντος των δικηγόρων του Καθ' ου, η διαδικασία ενώπιον του τμήματος Λεμεσού του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου διακόπηκε και παραπέμφθηκε, δυνάμει του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου στο Τμήμα Πάφου του ίδιου Δικαστηρίου. [2] Τουμάζου ν. S. P. S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α. Α. Δ 700. [3] Όπου η διαδικασία έχει εξεταστικό χαρακτήρα, όπως και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. [4] Ο Κανόνας 5
(1)(γ) των περί Διαιτητικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1968, έχει ως εξής: «(γ) να απαίτηση την παράστασιν οιουδήποτε προσώπου (περιλαμβανομένου και τινος των διαδίκων) ως μάρτυρος ή να απαίτηση την προσαγωγήν οιουδήποτε εγγράφου αφορώντος εις το επίδικον θέμα· επί τούτω το Διαιτητικών Δικαστήριον δύναται να διορίσει πραγματογνώμονα και να εξουσιοδότηση τούτον προς διενέργειαν των αναγκαίων προς γνωμοδότησιν ερευνών.» [5] Δείτε: The Electricity Authority of Cyprus v. Kipparis, Πολιτική Έφεση αρ. 4293, ημερομηνίας 20/11/1959, Savoullas v. Loucas
(1979)1 C.L.R.336, Μιχαλάκης Κ. Δράκος & Σία Λτδ ν. Αργυρίδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.162), Παπακόκκινου και Άλλων ν. Δήμου Πάφου (Αρ.1)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.634 και Α.Η.Κ. ν. Κανναβά
(2000)1(Α) Α.Α.Δ.425. [6] Δείτε: Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α
(2007)1Α Α.Α.Δ
- [7] Δείτε: C.M.A. Holdings v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd, ECLI:CY:AD:2018:A559, Πολιτική Έφεση αρ.265/14, ημερομηνίας 21/12/
- [8] Παραπέμπω και στην ειδική πρόνοια του κανονισμού 12(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 όπου αναφέρεται πως: «η μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς δεν συνεπάγεται την ακύρωση της διαδικασίας εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει τούτο». [9] Βεβαίως, εντελώς διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα εάν ο Καθ' ου στο δικό του δικόγραφο είχε εγείρει ρητώς και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό πως το Δικαστήριο αυτό στερείται δικαιοδοσίας επειδή το υποστατικό δεν προσφερόταν προς ενοικίαση ή δεν ενοικιαζόταν πριν το
- [10] Άξιες αναφοράς είναι επίσης και οι υποθέσεις Apex Ltd v. Argyridou
(1989)1 C.L.R. 265, Dasaki Entertainment Co Ltd ν. Ιερού Ναού Πανάγιας Χρυσελεούσης Στροβόλου κλπ
(2009)1Α Α.Α.Δ 162 και Ανδρέου v. Κλοκάρη, ECLI:CY:AD:2018:A555, Πολ. Έφεση αρ. 138/2013, ημερομηνίας 21/12/2018 οι οποίες σχετίζονταν με την ερμηνεία του όρου «ακίνητον» στο άρθρο 2 του Νόμου 23/83, δίχως να προκύπτει από το περιεχόμενο αυτών των υποθέσεων η δικαιοδοτική προϋπόθεση που έχει τεθεί με τη Φυσεντζίδης. Όπως επίσης προκύπτει από τις υποθέσεις Maximos Court Ltd ν 1. Χρ. Πιερή κ.α.
(2001)1Β Α.Α.Δ 875 και Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 261 τόσο ο πρώην όσο και ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου υπάγονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, δίχως ξανά σε αυτές τις υποθέσεις να τεθεί η προϋπόθεση της Φυσεντζίδης. [11] Πόσο μάλλον όταν η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού είναι εξεταστικού χαρακτήρα, μη δεσμευόμενη από τους κανόνες απόδειξης και αποσκοπούσα στην επί της ουσίας σύντομη και οριστική επίλυση των αναφυόμενων διαφορών των διαδίκων. [12] Μεταξύ άλλων δείτε: Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Εμπεδοκλής (αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ.
- [13] Δείτε: Μαρία Ξενοφώντος ν. Taker Sayed Rajab ECLI:CY:AD:2014:A892, Πολιτική Έφεση αρ. 169/2010 ημερομηνίας 26/11/
- [14] Με βάση τον κανονισμό 13(β) του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμού του 1983, αλλά και τη νομολογία (πχ: Katsiantonis ν. Fragkeskou
(1981)1 CLR 566 και Βασιλείου ν. Ευθυμίου ECLI:CY:AD:2019:A279, Πολ. Έφεση αρ. 336/2013 ημερ. 05/07/2019) το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει ευρύτατη διακριτική εξουσία ως προς την επιδίκαση εξόδων, νοουμένου βεβαίως ότι αυτή η εξουσία ασκείται δικαστικά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο