← Κύπρος

ΛΕΥΤΕΡΗΣ Α. ΜΗΛΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. W.R. VINCI SPA LTD κ.α., Αίτηση Αρ. E11/2018, 28/4/2020

ΛΕΥΤΕΡΗΣ Α. ΜΗΛΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. W.R. VINCI SPA LTD κ.α., Αίτηση Αρ. E11/2018, 28/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELAR:2020:10 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. E11/2018 Μεταξύ׃ ΛΕΥΤΕΡΗΣ Α. ΜΗΛΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λάρνακας και

  1. W.R. VINCI SPA LTD, εκ Λάρνακας
  2. ΧΧΧΧ REGER, εκ Λάρνακας Αίτηση για τροποποίηση της Απάντησης ημερομηνίας 29/08/2019 Ημερομηνία: 28/04/2020 Για τους Αιτητές / Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση: κα Παρούτη για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων 1 και 2 / Αιτητές στην παρούσα αίτηση: κα Τσαλακού για Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 11/04/2018 και με αυτήν επιδιώκεται η ανάκτηση της κατοχής ενιαίου χώρου 8 καταστημάτων (τα οποία στο εξής θα αναφέρονται ως το «Υποστατικό») καθώς και απόφαση λόγω ισχυριζόμενων οφειλόμενων ενοικίων από τον Ιανουάριο του
  3. Γίνεται συναφώς αναφορά, μεταξύ άλλων, σε τερματισθείσα δυνάμει επιστολής ημερομηνίας 16/03/2018 ενοικίαση, η οποία απορρέει από γραπτή συμφωνία πενταετούς διάρκειας ημερομηνίας 13/09/2016 μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων 1 και με την εγγύηση του Καθ' ου
  4. Το υφιστάμενο ενοίκιο ανέρχεται στα €1.
  5. Στην κοινή Απάντηση και Ανταπαίτησή τους, οι Καθ' ων 1 και 2, μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός είναι αδικαιολόγητος και ότι ουδέποτε αρνήθηκαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ενοίκιο. Ισχυρίζονται ότι τα καταστήματα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα σε σχέση με την ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση, τα οποία προβλήματα όφειλαν να αποκαταστήσουν οι Αιτητές, αλλά δεν ενήργησαν σχετικά. Προσθέτουν πως οι ίδιοι κατέβαλαν πέραν των €100.000 για να καταστήσουν λειτουργικό τον όλο χώρο. Παρόλα αυτά, αφότου ανέλαβαν τη κατοχή, διαπίστωσαν πρόβλημα ως προς την επάρκεια της ηλεκτροδότησης το οποίο καθιστούσε αξιοποιήσιμα μόνο τα 3/8 του όλου χώρου με αποτέλεσμα οι Καθ' ων να υπόκεινται σε ζημιές πέριξ των €8.000 μηνιαίως ως απώλειες εισοδήματος, τις οποίες και Ανταπαιτούν. Προσθέτουν πως το Υποστατικό αντιμετωπίζει και πρόβλημα υγρασίας. Στην Απάντηση στην Απάντηση και Απάντηση Ανταπαίτηση των Αιτητών απορρίπτονται όλοι οι ισχυρισμοί των Καθ' ων και υποστηρίζεται πως ενοικιάσθηκε ενιαίος χώρος αφού προηγουμένως ελέγχθηκε από τους Καθ' ων 1 οι οποίοι έκριναν πως μπορούσαν να ασκήσουν τις δραστηριότητές τους σε αυτόν. Η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο όπου έχουν συμπληρωθεί τα προδικαστικά ζητήματα που σχετίζονται με τη σχετική Κλήση για Οδηγίες, δυνάμει της νέας Διαταγής
  6. ΙΙ. ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (α) Η Αίτηση. Στις 28/09/2019, καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων 1 και 2 (οι οποίοι για σκοπούς εύκολης αναφοράς θα προσδιορίζονται ως «Ενοικιαστές») η παρούσα αίτηση τροποποίησης με την οποία αξιώνεται η τροποποίηση της Απάντησης και Ανταπαίτησής τους αυτολεξεί, ως εξής: « Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση του τίτλου της υπόθεσης ως ακολούθως: ΛΕΥΤΕΡΗΣ Α. ΜΗΛΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ από την XXXXX Λάρνακα, XXXXX Complex 5, Δρόμος Λάρνακας - Δεκέλειας Αιτητής -και-
  7. W.R.VINCI SPA LTD από την Λάρνακα, οδός XXXXX 8, Διαμ.102
  8. ΧΧΧΧ REGER, από την Λάρνακα οδός XXXXX 8, Διαμ.102 Καθ' ων η αίτηση
  9. W.R.VINCI SPA LTD από την Λάρνακα, οδός XXXXX 8, Διαμ.102
  10. ΧΧΧΧ REGER, από την Λάρνακα οδός XXXXX 8, Διαμ.102 Εξ' ανταπαιτήσεως αιτητές -και-
  11. ΛΕΥΤΕΡΗΣ Α. ΜΗΛΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ από την XXXXX Λάρνακα, XXXXX Complex 5, Δρόμος Λάρνακας - Δεκέλειας
  12. Δήμος Λάρνακας Εξ' ανταπαιτήσεως καθ' ων η αίτηση Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Απάντησης και Ανταπαίτησης των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ημερομηνίας 26/4/2018 ως ακολούθως: (α) Μετά από την παράγραφο 7 στο μέρος το οποίο φέρει τίτλο 'Απάντηση' να προστεθεί η εξής παράγραφος η οποία θα απαριθμείται ως παράγραφος 8: «Ήταν εξ' υπακοούμενος όρος της συμφωνίας ότι η αιτήτρια θα παράδιδε το υποστατικό το οποίο να έχει άδεια οικοδομής, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, πιστοποιητικό καταλληλόλητας από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, Πιστοποιητικό Καταλληλόλητας από το Υγειονομείο και γενικά να παραδώσει οικοδομή η οποία να είναι ασφαλείς και ακίνδυνοι για τους κατόχους, χρήστες και περαστικούς.» (β) Μετά την νέα παράγραφο 8 στο μέρος το οποίο φέρει τίτλο 'Απάντηση' να προστεθεί η νέα παράγραφος 9, με το ακόλουθο περιεχόμενο: « Περί τις 4/7/2019 επιδόθηκε στο καθ' ου η αίτηση 2 ποινική υπόθεση με αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος και προσωρινό διάταγμα με αριθμό υπόθεσης 5918/2019 με την οποία ο καθ' ου η αίτηση 2 κατηγορείται, μεταξύ άλλων, ότι κατέχει υποστατικό το οποίο δεν έχει άδεια οικοδομής, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, πιστοποιητικό καταλληλόλητας από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, Πιστοποιητικό Καταλληλόλητας από το Υγειονομείο και το οποίο είναι επικίνδυνο στη βάση του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96» (γ) Μετά την νέα παράγραφος 9 στο μέρος το οποίο φέρει τίτλο 'Απάντηση' να προστεθεί η νέα παράγραφος 10 με το ακόλουθο περιεχόμενο: « Η αιτητρία - ιδιοκτήτρια του υποστατικού ενοικίασε το εν λόγω υποστατικό γνωρίζοντας ότι το εν λόγω υποστατικό δεν πληρούσε τις προδιαγραφές που ορίζει η νομοθεσία για επαγγελματική στέγαση. Η ενέργεια της αιτητρίας αποτελεί ψευδής παράσταση και απάτη και ως αποτέλεσμα η σύμβαση ενοικίασης είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη.» (δ) Μετά από την παράγραφο 9 στο μέρος το οποίο φέρει τίτλο 'Ανταπαίτηση' να προστεθεί η εξής παράγραφος η οποία θα απαριθμείται ως παράγραφος 10: « Ο καθ' ου η αίτηση 2 επαναλαμβάνει τις παραγράφους 8, 9 και 10 που περιέχονται στο μέρος το οποίο φέρει τίτλο 'Απάντηση' και δηλώνει ότι στην εν λόγω ποινική υπόθεση είναι μοναδικός κατηγορούμενος. Η αιτήτρια μαζί με τον Δήμο Λάρνακας - εξ' ανταπαιτήσεως καθ' ου η αίτηση 2, συνωμότησαν για την καταχώρηση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης για να ασκηθεί πίεση στους καθ' ων η αίτηση να εγκαταλείψουν το υποστατικό. (ε) Μετά την νέα παράγραφο 10 στο μέρος το οποίο φέρει τίτλο 'Ανταπαίτηση' προστίθεται παράγραφος 11 με το εξής περιεχόμενο: «Ένεκα της εν λόγω συνομωσίας ο καθ' ου η αίτηση 2 αναγκάστηκε να διορίσει δικηγόρο να τον αντιπροσωπεύσει και ως αποτέλεσμα έχει επιβαρυνθεί με σοβαρά δικηγορικά έξοδα και επιπρόσθετα αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να καταδικαστεί και να του επιβληθούν σοβαρές χρηματικές ποινές.» (ζ) Μετά την νέα παράγραφο 11 να αλλάξει αριθμό η προηγούμενη παράγραφος 10 και να φέρει τον αριθμό 12 και να τροποποιηθεί μετά την και συμπεριλαμβανομένης της υποπαραγράφο ε) με τον ακόλουθο τρόπο: « Ε) Γενικές αποζημιώσεις εναντίων των εξ' ανταπαιτήσεως καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για αστική συνομωσία Στ) Γενικές αποζημιώσεις εναντίον του εξ' ανταπαιτήσεως καθ' ου η αίτηση 2 παράβαση θέσμιου καθήκοντος Η) Γενικές αποζημιώσεις εναντίων των εξ' ανταπαιτήσεως καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για δόλο και απάτη.» Θ) Νόμιμο Τόκο Ι) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» » Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στις «Δ.21 Θ.8,9 Δ.25 Θ.1, 2, 3, 4 και 5, στη Δ.48 Θ.1, 2, 3 και 9» των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου». Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η υπό αναφορά αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ίδιου του Καθ' ου
  13. Η ουσία όσων αναφέρει, εντοπίζεται στις παραγράφους 4 με 6 της ένορκης δήλωσής του: «
  14. Στις 4/7/2019 μου επιδόθηκε διάταγμα από ποινικό Δικαστήριο με το οποίο με διέτασσε να σταματήσω οποιαδήποτε επαγγελματική χρήση στο υποστατικό επειδή δεν είναι ασφαλές και κατάλληλο και επειδή δεν πληροί προδιαγραφές και δεν έχει συγκεκριμένες άδειες. Επισυνάπτω ως Τεκ.2 το εν λόγω διάταγμα από το Δικαστήριο και ως Τεκ. 3 την αίτηση στην οποία βασίστηκε το εν λόγω διάταγμα και ως Τεκ. 4 το κατηγορητίριο της ποινικής υπόθεσης που αντιμετωπίζω και η οποία μου επιδόθηκε την ίδια μέρα.
  15. Έδωσα οδηγίες στους δικηγόρους μου να καταχωρήσουν ένσταση στην εν λόγω αίτηση στη βάση διάφορων νομικών λόγων και κυρίως στη βάση του ότι δεν είμαι ούτε ο ιδιοκτήτης ούτε ο ενοικιαστής του ακινήτου. Επισυνάπτω ως Τεκ. 5 την εν λόγω ένσταση.
  16. Οι δικηγόροι μου με συμβούλευσαν ότι είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστο να κατηγορούμ[αι] εγώ προσωπικά και όχι ο ιδιοκτήτης ή ο ενοικιαστής του υποστατικού ιδιαίτερα επειδή το κύριο πρόβλημα στο υποστατικό είναι δομικής και στατικής φύσης και ζητήματα που αφορούν άδειες οικοδομής και πολεοδομικές άδειες που βαραίνουν τον ιδιοκτήτη και είναι δική του ευθύνη να διεκπεραιώσει. Εγώ ζήτησα από τον ιδιοκτήτη, γραπτώς και μέσω δικηγόρου, να συμμορφωθεί με όλους τους κανονισμούς και να διορθώσει τα υπόλοιπα προβλήματα που ήταν εις γνώση μου. Παρ' όλα αυτά ουδέποτε ανταποκρίθηκε και διόρθωσε τα προβλήματα και η μόνη πρόθεση του ήταν να βρει τρόπο να τερματίσει την σύμβαση ενοικίασης χωρίς κανένα καλό λόγο. Ο λόγος του υποτιθέμενου τερματισμού είναι πλέον ξεκάθαρος σε εμένα. Ο ιδιοκτήτης δεν είναι σε θέση ή δεν είναι πρόθυμος να διορθώσει το ακίνητο για να είναι κατάλληλο για την χρήση για την οποία συμφωνήθηκε στη σύμβαση ενοικίασης. Θεωρώ ότι δεν θα έπρεπε να είχε υπογράψει την εν λόγω σύμβαση χωρίς πρώτα να βεβαιωθεί ότι το υποστατικό ήταν κατάλληλο για την χρήση για την οποία προοριζόταν. » (β) Η Ένσταση. Οι Αιτητές και Καθ' ων στην παρούσα αίτηση (οι οποίοι εφ' εξής θα προσδιορίζονται ως οι «Ιδιοκτήτες») ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και προς τούτο καταχώρησαν σχετική Ένσταση ημερομηνίας 21/11/2019 προβάλλοντας τους ακόλουθους 11 λόγους Ένστασης: «
  17. Η υπό εξέταση αίτηση και ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αντίθετη με την νομολογία.
  18. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση υποβάλλεται με κακή πίστη και προς κατάχρηση της διαδικασίας και/ή με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή με σκοπό την κωλυσιεργία στην εκδίκαση της υπόθεσης και/ή κατά παράβαση των σχετικών προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμός του 1983 (2/1983) και/ή της νομολογίας.
  19. Τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στους Καθ' ων η αίτηση, η οποία δεν δύναται να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων.
  20. Δεν έχουν τεθεί τέτοιοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ούτε δόθηκε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  21. Η έκταση και το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων αφορούν ισχυριζόμενα από τον Αιτητή στοιχεία που ήταν ανέκαθεν σε γνώση του και δεν αφορά στοιχεία που περιήλθαν εις γνώση του κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης.
  22. Η νομική βάση η οποία στηρίζει την υπό εξέταση Αίτηση είναι εσφαλμένη και/ή δεν θέτει το απαιτούμενο υπόβαθρο για προώθηση των αιτημάτων των Καθ'ων η Αίτηση Αιτητών.
  23. Η αιτούμενη τροποποίηση της Απάντησης και Ανταπαίτησης δεν είναι αναγκαία αφού οι περισσότεροι ισχυρισμοί οι οποίοι περιλαμβάνονται σε αυτή έχουν ήδη παρατεθεί στην Απάντηση και Ανταπαίτηση ημερομηνίας 26/4/
  24. Για εκείνους τους ισχυρισμούς που δεν περιλαμβάνονται στην Απάντηση και Ανταπαίτηση, ουδεμία εξήγηση δίδεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση η οποία να δικαιολογεί την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης.
  25. Η προσθήκη του Δήμου Λάρνακος ως διάδικος στην διαδικασία και η τροποποίηση της Απάντησης και Ανταπαίτησης πρέπει να αποκλειστεί για το λόγο ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αξίωσης της Αιτήτριας/Καθ'ης η Αίτηση εναντίον των Καθ'ων η Αίτηση και της νέας αξίωσης που επιθυμούν να προβάλουν οι τελευταίοι στην Ανταπαίτηση τους.
  26. Το παρόν ένδικον μέσο της υπό τον ως άνω αριθμό και τιτλό Αίτησης και Ανταπαίτησης δεν είναι το κατάλληλο για προώθηση της αξίωσης των Καθ'ων η Αίτηση/Αιτητές ως προβάλλεται στην υπό εξέταση Αίτηση καθώς και στην Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει.
  27. Τυχόν έγκριση των αιτουμένων δικαιωμάτων θα συνιστά παράβαση του θεμελιώδους δικαιώματος της Αιτήτριας/Καθ'ης η Αίτηση για διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου.
  28. Το Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας στην εκδίκαση των ζητημάτων που προτίθενται να εγείρουν οι Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητές. » Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του γραμματέα των Αιτητών στην Κυρίως Αίτηση, ο οποίος αιτείται την απόρριψη της Αίτησης υποστηρίζοντας πως οι Καθ' ων με την επίδικη αίτηση επιδιώκουν την περιπλοκή της διαδικασίας και να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα, αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, τα εξής, στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης: «
  29. Το υποστατικό ενοικιάστηκε με σκοπό να χρησιμοποιείται από την Αιτήτρια 1 ως Spa και καφετέρια μόνο. Σύμφωνα με τους όρους του Ενοικιαστηρίου εγγράφου (όρος 2.1), συμφωνήθηκε όπως η διάρκεια ενοικίασης είναι για συνολικά 5 χρόνια. Συγκεκριμένα η συμφωνία ξεκινούσε από 13/09/2016 και έληγε στις 12/09/
  30. Άξιο αναφοράς είναι ότι η Αιτήτρια 1 και ο Καθ΄ων η Αίτηση/Αιτητής 2 (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Αιτητής 2») προέβησαν σε αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του ενοικιασθέντος υποστατικού χωρίς την συγκατάθεση της Καθ'ης η Αίτηση κατά παράβαση των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Περαιτέρω, εξ όσων έχω πληροφορηθεί, η Αιτήτρια 1 και ο εγγυητής και διευθυντής της Αιτητής 2 δεν προέβησαν στα αναγκαία διαβήματα για λήψη των απαραίτητων αδειών για τις εργασίες στις οποίες ασκούσαν στο υποστατικό ενώ οι δομικές τροποποιήσεις στις οποίες προέβησαν στον χώρο ήταν παράνομες. Τα προαναφερθέντα αποδεικνύονται από την Αίτηση του Δήμου Λάρνακας (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση) καθώς και από το εκδοθέν διάταγμα αναστολής της λειτουργίας του υποστατικού από την Αιτήτρια 1 ημερομηνίας 24/06/2019 που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην Ποινική Υπόθεση υπ'αριθμόν 5218/19 (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση). Ακόμη, ως διαφαίνεται στα Τεκμήρια της Ένορκης Δήλωσης η οποία συνοδεύει την Αίτηση του Δήμου Λάρνακας (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση) φανερώνονται φωτογραφίες τηλεοράσεων οι οποίες βρίσκονται στο υποστατικό και προβάλλουν κατά τον χρόνο λήψης των φωτογραφιών πορνογραφικό υλικό. Ως εκ τούτου και σε συνδυασμό με πληροφορίες που λαμβάνω από περίοικους είναι άξιο απορίας κατά πόσο το υποστατικό χρησιμοποιείται από τους Αιτητές 1 και 2 ως οίκος ανοχής φυσικά παράνομα και χωρίς να το γνωρίζει η Καθ' ης η Αίτηση. » (γ) Η ακροαματική διαδικασία. Οι αγορεύσεις έλαβαν χώρα στις 13/02/2020, οπότε το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Είχα σχετικά την ευκαιρία να αναγνώσω τα γραπτά κείμενα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και να αντιπαραβάλω την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Στη αγόρευσή τους, οι δικηγόροι των Ενοικιαστών, μεταξύ άλλων, υποστηρίζουν πως η παρούσα περίπτωση αφορά τη 2η εξαίρεση της νέας Δ.25, δηλαδή αφορά «νεοφανή γεγονότα που τώρα περιήλθαν εις γνώση των αιτητών . που δεν μπορούσε να γνωρίζει ο αιτητής εκ των προτέρων» και ο οποίος «βρέθηκε εξ απήνης κατηγορούμενος σε ποινικές υποθέσεις για άδειες που δεν εξασφάλισε ο ιδιοκτήτης». Όσον αφορά δε ειδικά την αξίωση για προσθήκη του Δήμου Λάρνακας στη διαδικασία, αυτό απαιτείται, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση, για να ριχθεί «φως στο σκοτάδι που επικρατεί στην όλη υπόθεση αφού θα δοθεί η δυνατότητα να λάβει γνώση το Δικαστήριο το όλο ιστορικό της υπόθεσης και θα αποκρυσταλλώσει τα όσα ισχυρίζεται και απαιτεί με την ανταπαίτηση του ο αιτητής». Από την άλλη, οι δικηγόροι των Ιδιοκτητών, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζονται ότι η επίδικη αίτηση μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας παραπέμποντας στην κωλυσιεργία που κατ' αυτούς έχουν επιδείξει οι Ενοικιαστές στη μέχρι σήμερα προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, θεωρούν ως «καθοριστικής σημασίας» το γεγονός ότι οι Ενοικιαστές «δεν προβάλλουν καμία επαρκή αιτιολογία», γιατί δεν συμπεριέλαβαν στην Απάντηση και Ανταπαίτησή τους, τους «εντελώς ανυπόστατους ισχυρισμούς περί εξυπακουόμενων όρων της Συμφωνίας Μίσθωσης». Όσον αφορά την πρόθεση των Ενοικιαστών για εισαγωγή του Δήμου Λάρνακας στη διαδικασία, εισηγούνται πως πρόκειται για πρόσωπο παντελώς ξένο στην επίδικη διαφορά. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η δυνατότητα τροποποίησης με βάση τη νέα Διαταγή
  31. Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος τροποποίησης βασίζεται στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς 9 και 12 σε συνδυασμό με την Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας. Πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η τροποποίηση δικογράφου ήταν ζήτημα που ενέπιπτε κυρίως στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι δε καλά γνώστες επί του θέματος αρχές[1] έδειχναν ότι οι τροποποιήσεις κατά κανόνα επιτρέπονταν, εκτός όπου διαπιστωνόταν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κακοπιστία, ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Πλέον, με την υφιστάμενη διατύπωση της Δ.25, το δικαίωμα για τροποποίηση έχει διαβαθμίσεις με σημαντικότερη αυτή που καθορίζεται στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, όπου ορίζεται ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή εφόσον προκύπτουν νεοφανή γεγονότα. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής:[2] «

(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεµία τροποποίηση επιτρέπεται µε εξαίρεση το εκ παραδροµής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδοµένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. » Με τη νέα τάξη πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί μετά την τροποποίηση της Διαταγής 25, ουσιαστικές τροποποιήσεις δικογράφων μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες δεν είναι πλέον επιτρεπτές.[3] Οι αναφορές στη νέα Διαταγή 25 τόσο σε «καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας» όσο και «σε περιπτώσεις που έχουν προκύψει νέα δεδοµένα µη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλµατος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης» αφορούν επιφυλάξεις δηλαδή εξαιρέσεις από τον βασικό κανόνα. Με βάση τους κανόνες ως προς την ερμηνεία των επιφυλάξεων/εξαιρέσεων (provisos),[4] οι εν λόγω εξαιρέσεις υπόκεινται στη βασική διάταξη, δεν την επεκτείνουν, ούτε δημιουργούν αυτοτελή κανόνα δικαίου που να οδηγεί στην ακύρωση του ουσιαστικού και σαφούς κανόνα που θέτει η εν λόγω Διαταγή, ότι δηλαδή, μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες, «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται» και συνεπώς η παλαιότερη επί του θέματος νομολογία θα πρέπει να εξετάζεται υπό το φως αυτής της νέας διατύπωσης της Διαταγής
  1. (β) Η Διαταγή 9 - η δυνατότητα διαφοροποίησης των διαδίκων. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι και η Διαταγή 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία αφορά τους διαδίκους (Parties) σε μια δικαστική διαδικασία. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στους θεσμούς 2[5] και 10[6] της εν λόγω Διαταγής, που, με βάση αυτούς, προκύπτει ότι η μη συνένωση αναγκαίου διαδίκου δεν καταστρέφει το αγώγιμο δικαίωμα,[7] αλλά αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο με κατάλληλη Διαταγή, είτε κατόπιν αίτησης, είτε αυτεπαγγέλτως. Με βάση τη σχετική με τη Διαταγή 9 Νομολογία, κυρίαρχο στοιχείο αξιολόγησης στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για να αποφασισθεί το θέμα διαφοροποίησης των υφιστάμενων διαδίκων, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο επιτυγχάνεται με τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Στην έννοια του συμφέροντος της Δικαιοσύνης εντάσσεται η επιθυμία ότι όλες οι διαφορές των διαδίκων που αναφέρονται στα επίδικα θέματα να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία.[8] ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη αίτηση δεν πραγματεύεται «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας». Οι Ενοικιαστές επικαλούνται τη δεύτερη εξαίρεση επί της οποίας μπορεί να υποστυλωθεί αίτημα για τροποποίηση σε τούτο το προχωρημένο στάδιο με βάση τα διαλαμβανόμενα στη νέα Δ.25 θ.1 παρ. 3, δηλαδή σε γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό εντάσσονται εντός της κατηγορίας των «νέων δεδομένων µη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών» για καταχώρηση της Απάντησης. Εντούτοις, στη δική μου κρίση δεν ταξινομούνται ως τέτοια. Διασαφηνίζω. «Υπαρκτό» είναι αυτό που υπάρχει, που έχει υπόσταση, που αποτελεί στοιχείο της πραγματικότητας.[9] Η εν λόγω έννοια στη νέα Δ.25 αναφέρεται σε νέα δεδομένα, μη «υπαρκτά» κατά την καταχώρηση της Δικογραφίας και όχι δεδομένα υπαρκτά αλλά, είτε, άγνωστα στον αιτούντα την τροποποίηση είτε, δεδομένα που ή για λόγους αμέλειας ή άγνοιας, δεν δικογραφήθηκαν δεόντως. Tο ουσιαστικό που επιχειρείται να εισαχθεί με την υπό κρίση αίτηση είναι ότι η πλευρά των Ιδιοκτητών είχε αναλάβει ρητή και/ή εξυπακουόμενη υποχρέωση ότι το Υποστατικό καλύπτεται από «άδεια οικοδομής, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, πιστοποιητικό καταλληλόλητας από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, Πιστοποιητικό Καταλληλόλητας από το Υγειονομείο». Όμως, αυτή η ισχυριζόμενη υποχρέωση δεν αποτελεί γεγονός που δεν υπήρχε κατά τον χρόνο καταχώρησης της Απάντησης και Ανταπαίτησης των Ενοικιαστών και δεν μπορούσε να είχε ήδη δικογραφηθεί. Η έκδοση του διατάγματος αναστολής εργασιών στις 24/06/2019 στο πλαίσιο της Υπόθεσης αρ. 5918/2019 δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση της περίπτωσης και δεν αιτιολογεί άνευ ετέρου το επίδικο αίτημα τροποποίησης. Δεν αρκεί η επέλευση του μεταγενέστερου γεγονότος, απαιτείται σαφής διασύνδεση με τα επίδικα θέματα. Εν προκειμένω, τέτοια σύνδεση απουσιάζει αφού η Απάντηση και Ανταπαίτηση των Ενοικιαστών έχει σαφή διαφορετική κατεύθυνση. Αυτό που στην πραγματικότητα ευσχήμως επιχειρείται, είναι, κατ' επίκληση του διατάγματος αναστολής εργασιών ημερομηνίας 24/06/2019, η εισαγωγή νέας υπερασπιστικής γραμμής η οποία όμως κινείται ξεκάθαρα εκτός της αρχικής δικογράφησης και κατ' επέκταση εκτός του πλαισίου της νέας Δ.
  2. Αλλά ακόμα και εάν προσπερνούσα τον σκόπελο της νέας Δ.25, δεν θα είχα πεισθεί για το βάσιμο και το αιτιολογημένο του αιτήματος. Τούτο επειδή, δεν επεξηγείται από τους Ενοικιαστές τι ακριβώς οι ίδιοι έπραξαν πριν και κατά την υπογραφή του επίδικου ενοικιαστηρίου ημερομηνίας 13/09/2016, ώστε να καταδειχθεί η δική τους καλοπιστία. Τουναντίον, ο ενόρκως δηλών για τους Ενοικιαστές επισυνάπτει[10] άλλη δική του ένορκη δήλωση που καταχώρησε στην Υπόθεση αρ. 5918/2019 η ανάγνωση της οποίας αποκαλύπτει πως ο ίδιος από τον Σεπτέμβριο του 2016 απευθύνθηκε προσωπικά στον Δήμο Λάρνακας για να πληροφορηθεί για όλες τις άδειες που απαιτούνται για τη λειτουργία της προτιθέμενης επιχείρησης που θα ασκείτο στο Υποστατικό και πως του αναφέρθηκε προφορικά ότι «για περαιτέρω άδειες χρειαζ[όταν] την υπογραφή του ιδιοκτήτη». Η Απάντηση και Ανταπαίτηση στην παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε 1½ χρόνο αργότερα, ήτοι στις 26/04/2018 δίχως να δίδεται οποιαδήποτε επεξήγηση για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των Ενοικιαστών στο μεσοδιάστημα. Πέραν των προαναφερόμενων, σημειώνω ακόμη ότι δεν δίδονται οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες γεγονότων για την κατ' ισχυρισμό εις βάρος των Ενοικιαστών «απάτη» και «ψευδείς παραστάσεις» καθώς και για τη «συνομωσία» μεταξύ Ιδιοκτητών και Δήμου Λάρνακας και για την παράβαση του «θέσμιου καθήκοντος» του τελευταίου, με αποτέλεσμα να διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη λυσιτέλεια και πρακτική χρησιμότητα της επίδικης αίτησης,[11] αφού η παραπομπή απλά στο αποτέλεσμα, δηλαδή στο διάταγμα στην Υπόθεση αρ. 5918/2019 δεν είναι δικονομικά επαρκής.[12] Μη βάσιμο κρίνεται και το αίτημα για προσθήκη του Δήμου Λάρνακας στη διαδικασία. Κατ' αρχάς, η επίδικη αίτηση δεν στηρίζεται καν στη Διαταγή 9, η οποία παρέχει το δικονομικό υπόβαθρο για διαφοροποίηση των διαδίκων και μόνο εξ' αυτού είναι έκθετη σε απόρριψη.[13] Πέραν αυτού, συμφωνώ με τις θέσεις των δικηγόρων των Ιδιοκτητών, ότι δηλαδή ο Δήμος Λάρνακας είναι παντελώς ξένος προς τα ουσιαστικά επίδικα θέματα και ότι η συμπερίληψη του στη παρούσα διαδικασία θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα, προκαλώντας αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Σημειώνω πως η ολοκλήρωση της αναγκαίας έρευνας το συντομότερο δυνατό είναι το πρωταρχικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του παρόντος Δικαστηρίου.[14] Κυρίως όμως, η εισαγωγή του Δήμου Λάρνακας δεν μπορεί να επιτραπεί διότι το όποιο αγώγιμο δικαίωμα των Ενοικιαστών εναντίον του Δήμου βρίσκεται παντελώς εκτός του πλαισίου της παρούσας δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι ένα εξειδικευμένο Δικαστήριο με δικαιοδοσία που υπόκειται αυστηρά στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ως αυτή εκπηγάζει από το άρθρο 4
(1),[15] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες ενοικιάσεις[16] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή.[17] Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων αναλαμβάνει δικαιοδοσία εφόσον το υπό εξέταση ζήτημα σχετίζεται με τους όρους της θέσμιας ενοικίασης και όχι με αστικά αδικήματα ακόμα και εάν αυτά αφορούν παράνομη επέμβαση επί ακινήτου.[18] Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει θέματα που σχετίζονται με τα παράπονα των Ενοικιαστών εναντίον του Δήμου Λάρνακας για τα κατ' ισχυρισμόν αστικά αδικήματα που προσδιορίζονται στο προτιθέμενο αιτητικό ως «αστική συνομωσία», ως «παράβαση θέσμιου καθήκοντος», και ως «δόλο[ς] και απάτη» και πρακτικά παραπέμπουν στο αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Ως εκ των ανωτέρω, η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Οι λόγοι ένστασης υπ' αριθμό 5, 6, 7, 8, 10 και 11 έχουν έρεισμα. Η Αίτηση θα απορριφθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ τούτου, η Ένσταση επιτυγχάνει, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Αιτητών στην Κυρίως Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. Η Κυρίως Αίτηση ορίζεται για ακρόαση στις 30/06/2020 και ώρα 10:00. Η ημερομηνία 19/05/2020 ακυρώνεται. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές. [2] Επίσης, με βάση τη Δ.25 θ. 5 «το Δικαστήριο µπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και µε τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωµα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται µε σκοπό τον καθορισµό του πραγµατικού ζητήµατος ή επίδικου θέµατος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Όσον αφορά δε τα γραφικά λάθη σε δικόγραφα, με βάση τη Δ.25 θ. 6, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης. Διευκρινίζεται συναφώς στη Δ.25 θ. 7 ότι «οι διατάξεις της Δ.25 εφαρµόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαµβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα». [3] Ο απώτερος σκοπός τόσο της νέας Διαταγής 25 όσο και της νέας Διαταγής 30 είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διότι, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών». Δείτε και Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». [4] Για τους κανόνες ερμηνείας επιφυλάξεων, δείτε: Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ 883. [5] Δ. 9, Θεσμός 2: «Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just.» [6] Δ. 9, Θεσμός 10: «No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» [7] Δείτε: Πέτσα κ.α. ν. Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ. 701. [8] Δείτε: Kallice Holding Ltd -v- MTR Metals (Overseas) Ltd
(1996)1A Α.Α.Δ.
  1. [9] Δείτε: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Μπαμπινιώτη, 4η έκδοση, σελ.
  2. [10] Δείτε το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης που επισυνάπτεται ως τελευταίο έγγραφο στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 στην παρούσα Αίτηση. [11] Όπως αναφέρεται στη σελίδα 627 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής του 1958 (Annual Practice): «The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durhman 21 Q. B. D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q.B. p. 774; Bevan v. Barnett, 13 T. L. R. 310)». [12] Δείτε Διαταγή 19 θ. 3 καθώς και Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145 και Μ.Σ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 378/2009 και 386/2009,ημερομηνίας 10/07/2015. [13] Σύμφωνα με τη νομολογία, αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται μια αίτηση είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη (Δείτε σχετικά Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α
(2007)1Α Α.Α.Δ 393). Η δε παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης και όχι θεραπεύσιμη παρατυπία που μπορεί να θεραπευθεί είτε με βάση τον Κανονισμό 12(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού, είτε, με βάση τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Δείτε σχετικά, Bank For Foreign Trade of Russian Federation «VNESHTORGBANK», ν. ICC CHEMICALS (UK) LTD
(1999)1Γ Α.Α.Δ 172 και 1. ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΑΡ. 1)
(2012)1Α Α.Α.Δ 643). [14] Δείτε: Μιχαλάκης Δ. Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1 ΑΑΔ 162, A.C.T. Textiles ν. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89. [15] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [16] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: ««ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων·» [17] Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590, Έλλη G. Mayes κ.α. ν. Θ. Παπαδοπούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 652. Επιπροσθέτως, με βάση τους σχετικούς ορισμούς στο άρθρο 2 του Νόμου, για να εμπίπτει ένα ακίνητο εντός της παρούσης δικαιοδοσίας, θα πρέπει αυτό έχει συμπληρωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999 και να εμπίπτει εντός των ορίων των «ελεγχόμενων περιοχών». [18] Δείτε: Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571 και Κυθραιώτης κ.ά. v. Άθου Μιχαηλίδη Milington-Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.