← Κύπρος

ΑΓΑΘΗΣ ΤΑΡΑΠΟΥΛΟΥΖΗ ν. ΛΟΥΚΑ ΛΟΥΚΑΙΔΗ, Αίτηση Αρ.: Ε23/20, 15/6/2021

ΑΓΑΘΗΣ ΤΑΡΑΠΟΥΛΟΥΖΗ ν. ΛΟΥΚΑ ΛΟΥΚΑΙΔΗ, Αίτηση Αρ.: Ε23/20, 15/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2021:5 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Ε23/20 Μεταξύ: ΑΓΑΘΗΣ ΤΑΡΑΠΟΥΛΟΥΖΗ, ΑΔΤ [ ] Αιτήτριας και ΛΟΥΚΑ ΛΟΥΚΑΙΔΗ, Οδός [ ], Λευκωσία τηλ. [ ] Καθ' ου η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για τροποποίηση και προσθήκη διαδίκου 16.6.2021 Για την Αιτήτρια: κ. Αλ. Ελευθερίου για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χρ. Γκούντρας για κ. Μ. Παπαλοίζου Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως, ημερομηνίας 16.3.2021, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση εξαιτείται ως ακολούθως: «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή επιτρέπει την προσθήκη διαδίκου και/ή αναγκαίου διαδίκου/ων, ως Αιτητή υπ' αριθμό 2, ήτοι Ιάκωβο Ταραπουλούζη, και/ή ως Αιτητή υπ' αριθμό 3 τον Χριστόδουλο Ταραπουλούζη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης και/ή όλων των μετέπειτα δικογράφων με την προσθήκη διαδίκου/ων και/ή αναγκαίου διαδίκου/ων ως Αιτητή υπ' αριθμό 2, ήτοι Ιάκωβο Ταραπουλούζη, και/ή ως Αιτητή υπ' αριθμό 3 τον Χριστόδουλο Ταραπουλούζη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Γ. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή με το οποίο να τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ως ακολούθως:

  1. Με τη διαγραφή της παραγράφου Α της Κυρίως Αίτησης και αντικατάστασης της με την ακόλουθη παράγραφο: Α. Ιδιότητα Αιτητών: Οι Αιτητές υπ αρ. 2 και 3 είναι δικαιούχοι κληρονόμοι στο μισό μερίδιο που είχε η αποβιώσασα Μαρούλλα Ταραπουλουζή επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκονται 2 κατοικίες, μια εξ'αυτών και η ενοικαζόμενη κατοικία 2 υπνοδωματίων- που βρίσκεται στην οδό [ ] 9, 2363, Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία . Το υπόλοιπο μισό μερίδιο επί της ως άνω ακίνητης ιδιοκτησίας ανήκει στην Αιτήτρια υπ αρ.
  2. 'Στο εφεξής οι αναφορές επί της Αίτησης στο όνομα Αιτήτρια αναφέρονται στην Αιτήτρια υπ. αρ. 1 Οι Αιτητές υπ αρ. 2 και 3 (εφεξής και/ή «συναιτητές») συμφωνούν και δεν φέρουν ένσταση όπως η Αιτήτρια και/ή η θυγατέρα της Καμέλια-Μαρία Γρέμπλα. χρησιμοποιεί την ενοικιαζόμενη οικία για ιδιοκατοίκηση. Ο Αιτητής 2 είναι ο τέως σύζυγος της ως άνω αποβιώσασας και όπου μαζί απέκτησαν δύο τέκνα, τους Αιτητές 1 και
  3. Δια της προσθήκης της ακόλουθης φράσης στο τέλος της παραγράφου Β.1 της Κυρίως Αίτησης «και/ή της ενήλικης θυγατέρας της Καμέλια-Μαρία Γρέμπλα.»
  4. Δια της προσθήκης της ακόλουθης φράσης στο τέλος της παραγράφου Γ.2 της Κυρίως Αίτησης «κα//ή με τη συγκατάθεση των υπόλοιπων συναιτητών (και/ή εξής αναφέρεται και ως ο ενοικιαζόμενος χώρος και/ή κατοικία) και/ή τον οποίο ενοικιαζόμενο χώρο κατά τακτά χρονικά διαστήματα η Αιτήτρια 1 τον ενοίκιαζε σε άλλους ενοικιαστές αλλά κατά την περίοδο περίπου το 2014 εώς την ενοικίαση με τον Καθ' ου η Αίτηση, η Αιτήτρια διέμενε στον ενοικιαζόμενο χώρο μαζί με τότε σύμβιο της.
  5. Με τη διαγραφή της παραγράφου Ε της Κυρίως Αίτησης και αντικατάστασης της με την ακόλουθη παράγραφο: Ε. Άλλα σχετικά στοιχεία:
  6. Η Αιτήτρια αναφέρει ότι μετά την καταχώρηση της αρχικής αίτησης προέκυψαν τα καινούργια ακόλουθα γεγονότα: Α. Η ίδια από τις 24/1/2021 έπαψε να φιλοξενείται πλέον από το συγγενικό και/ή φιλικό της πρόσωπο στην οδό [ ] 10, ΤΚ 1076 Λευκωσία, διότι παρά την πολύμηνη της παρουσία δεν μπορούσε άλλο η ίδια και/ή η άλλη οικογένεια που τη φιλοξενεί να νιώθουν την Αιτήτρια και/ή στη συνέχεια και τη θυγατέρα της ως τρίτα πρόσωπο στην οικία τους για περαιτέρω διάστημα και εν καιρώ πανδημίας με ουσιώδη περιορισμό στο σπίτι, και με την εξέλιξη αυτή η Αιτήτρια και/ή στη συνέχεια μαζί με τη θυγατέρα της αναγκάστηκε έκτοτε να ενοικιάζει σε άλλη κατοικία στην οδό [ ] 15 Αγλαντζιά 2103, πληρώνοντας μηνιαίο ενοίκιο 400 ευρώ και όπου έδωσε ήδη προκαταβολή 1200 ευρώ και όπου μαζί της διαμένει και η θυγατέρα της. Η Αιτήτρια αναφέρει ότι εξακολουθεί να έχει ουσιώδες οικονομικές δυσκολίες και δεν γνωρίζει μέχρι πότε θα αντέξει να καταβάλλει ενοίκιο στο νέο ενοικιαζόμενο χώρο, ενώ ο Καθ 'ου η Αίτηση ως θέσμιος ενοικιαστής εξακολουθεί να κατέχει την ενοικιαζόμενη της κατοικία. Β. Η κόρη της Αιτήτριας έχει πλέον ενηλικιωθεί και δεν μένει μαζί με τον πατέρα της στην οδό [ ] 1 Λευκωσία και επίσης έχει ξεκινήσει τις σπουδές της στη Λευκωσία στο Πρόγραμμα Ξενοδοχειακής και Τουριστικής Διεύθυνσης στο Ανώτερο Ξενοδοχειακό Ινστιτούτο Κύπρου (ΑΞΙΚ) που αναμένεται να διαρκέσουν ως το καλοκαίρι του 2023, και η οποία δεν διαμένει σε φοιτητική εστία, καθώς χρειάζεται και επιθυμεί να διαμένει στη Λευκωσία, τόσο για σκοπούς των σπουδών της όσο και για να μένει ως επιθυμεί μαζί με την Αιτήτρια στην ενοικιαζόμενη κατοικία. Γ. Η θυγατέρα της Αιτήτριας δεν έχει άλλο τόπο στη Λευκωσία να διαμένει εκτός με την ίδια, διότι ο λόγος που έφυγε από την οικία του πατέρα της είναι λόγω ουσιωδών προβλημάτων που η ίδια ως θυγατέρα έχει μαζί του λόγω του ότι ο πατέρας της προχώρησε τα τελευταία περίπου 2 χρόνια με τη δημιουργία δικής του οικογένειας εντός της οικίας αυτής. Στην κατοικία του πατέρα της βρίσκονται τα ακόλουθα πρόσωπα: i. 2 τέκνα από το προηγούμενο γάμο της νυν συζύγου του και μητριά της κόρης της αιτήτριας, ηλικίες περίπου 10 ετών ii. Δύο τέκνα που δημιουργήθηκαν μεταξύ του πατέρα της θυγατέρας της Αιτήτριας και της νύν συζύγου μητριάς της, ηλικίες περίπου 3 ετών και το δεύτερο μωρό είναι περίπου ηλικίας 7 μηνών, ήτοι γεννήθηκε περίπου 2 μήνες πριν να αποχωρήσει η Καμέλια από την οικία του πατέρα της. iii. Η Καμέλια ήταν το πέμπτο παιδί σε αυτό το σπίτι, ώσπου και ενηλικιώθηκε και αποφάσισε να διαμένει με την Αιτήτρια μητέρα της. iν. Η θυγατέρα της Αιτήτριας δυσκολεύεται ουσιωδώς να συνεχίσει τις σπουδές της στην κατοικία του πατέρα της όπου μεγαλώνει ήδη άλλη 5 μελής οικογένεια και που με αυτή υπάρχουν προσωπικές συγκρούσεις, αφού η ίδια η Καμέλια χωρίς δική της υπαιτιότητα βρέθηκε σε μια κατάσταση κλιμακωμένης έντασης όπου έφτασε σε σημείο η μητριά της να έρθει σε διαπληκτισμό μαζί της, και όπου από αυτό το γεγονός η Καμέλια επίσης επέλεξε να μην μιλά ούτε του πατέρα της και ακριβώς γι αυτό το λόγο 2 μέρες μετά την ενηλικίωση της και από αυτό το γεγονός διαπληκτισμού αποφάσισε να ακολουθήσει την Αιτήτρια και να διαμένει μαζί της οι δύο τους. ν. Η θυγατέρα της Αιτήτριας επιθυμεί και η ίδια να διαμένει στον ενοικιαζόμενο χώρο, διότι ήταν ο τόπος που μεγάλωσε μέχρι την ηλικία περίπου των 5 ετών και όπου δίπλα είναι το σπίτι του παππού της Αιτητή
  7. Η ίδια η Καμέλια επιθυμούσε να επιστρέψει στην Αιτήτρια πριν ακόμη από την ενηλικίωση της αλλά η Αιτήτρια επέμενε όπως η Καμέλια συνεχίσει να διαμένει με τον πατέρα της μέχρι να ολοκληρώσει το σχολείο της που ήταν κοντά στην κατοικία του πατέρα της. Στον ενοικιαζόμενο χώρο υπάρχει ακόμη το δωμάτιο της Καμέλιας που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων γραφείο και το κρεβάτι της, ένα μπουφέ και διάφορα άλλα έπιπλα και 'βιτρίνα' της γιαγιάς της Καμέλιάς και όπου η Αιτήτρια μαζί με τον Καθ'ου η Αίτηση είχαν συνεννοηθεί ως να μην πειραχτεί το δωμάτιο αυτό για σκοπούς ενοικίασης. Δ. Η Αιτήτρια και η θυγατέρα της επιθυμούν να έχουν μια ευκαιρία να ενδυναμώσουν περαιτέρω την οικογενειακή τους σχέση, διότι ως πριν την ενηλικίωση του παιδιού η κόρη της διέμενε με τον πατέρα της στη βάση σχετικού διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, αλλά λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τον ίδιο αμέσως μετά που έκλεισε τα 18 της και που έπαυσε να έχει ισχύ το εν λόγω διάταγμα, επέλεξε να διαμένει με την Αιτήτρια αρχικά έστω και σαν δεύτερη φιλοξενούμενη στο σπίτι που φιλοξενείτο η ίδια η Αιτήτρια. Διευκρινίζεται ότι η κόρη της Αιτήτριας από τις 27/7/2020 και μετά το κλείσιμο των αρχικών δικογράφων της ως άνω και τίτλο αίτησης φιλοξενείτο και η ίδια στο σπίτι του οικογενειακού προσώπου που φιλοξενούσε τη μητέρα της και πλέον μετά το πέρας της φιλοξενίας η ίδια διαμένει μαζί με την μητέρα της στο νέο ενοικιαζόμενο χώρο στην οδό [ ] 15 Αγλαντζιά
  8. Η Αιτήτρια αιτείται ως οι αιτούμενες θεραπείες της αίτησης, ήτοι Β

(1)έως
(5). 5. Άδεια και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση για συνολική και/ή αντίστοιχη αναρρύθμιση των παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης, ως να συμβαδίζουν με την επισυνημμένη σκοπούμενη τροποποιημένη Κυρίως Αίτηση (με γκρίζες εμφάσεις των τροποποιήσεων) ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΙΑ στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση. Δ. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή επιτρέπει την συνέχιση της διαδικασίας. Ε. Οιανδήποτε άλλην Διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. ΣΤ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ ως παραμείνουν στο αποτέλεσμα.» Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 3, 4 και 11, ειδικότερα στ, ζ, του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/1983, στα άρθρα 2, 3(α) (β) (γ) (δ) (ε) (στ) και (ζ), 4(α), 8, 9, 12(α) (β) (γ) (β) (γ), 13(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983, (2/1983) ως αυτός έχει τροποποιηθεί, στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 44(α), 45, 46, 48, και 51 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ.1, 2, 8, 9, 10, 12Α, 13, Δ.19, Δ.20, Δ.25, Δ.48 θθ.1-13, Δ.63 θ.2, Δ.64, στα άρθρα 30 και 23 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου αυτής, στην νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Αιτήτριας, κα. Αγάθης Ταραπουλούζη. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην υπό εξέταση αίτηση και έχει τύχει νομικής συμβουλής. Στις 19.2.2021 εκδόθηκε προηγούμενη Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου σε προηγούμενη δική της αίτηση, ημερομηνίας 17.11.2020, η οποία θεωρείται παρόμοια ως προς τα αιτητικά προσθήκης διαδίκων αλλά όχι τα υπόλοιπα αιτητικά. Με την υπό εξέταση αίτηση, όχι μόνο προσφέρει συμπληρωματικά στοιχεία και δεδομένα καλόπιστου λάθους για το αίτημα προσθήκης, αλλά περαιτέρω, προσθέτει και εντελώς καινούργια αιτητικά τροποποίησης της κυρίως Αίτησης. Παρουσιάζονται νέα δεδομένα από το κλείσιμο των δικογράφων και μετά, τα οποία δεν είχε προηγουμένως την ευκαιρία να παραθέσει, αφού δεν ήταν υπαρκτά κατά την παράδοση οδηγιών στους δικηγόρους της καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Τα τελευταία αφορούν στην περαιτέρω ταλαιπωρία της. Το ζήτημα της ταλαιπωρίας είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη σε Αιτήσεις ιδιοκατοίκησης. Ως προς το ζήτημα προσθήκης διαδίκων, η Αιτήτρια λέγει ότι οι προτεινόμενοι Αιτητές 2 και 3 είναι απαραίτητο όπως προστεθούν ως αναγκαίοι διάδικοι στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Είναι δικαιούχοι ως κληρονόμοι στο μισό μερίδιο που είχε η αποβιώσασα μητέρα της επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκονται δύο κατοικίες, μια εξ' αυτών και η επίδικη κατοικία. Το άλλο μισό μερίδιο αποτελεί ιδιοκτησία της Αιτήτριας. Τα πιο πάνω πρόσωπα είναι πρώτου βαθμού συγγενείς της και οι μόνοι κληρονόμοι μαζί με την ίδια στο άλλο μισό μερίδιο της όλης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Ιάκωβος Ταραπουλούζης είναι ο πατέρας της και ο Χριστόδουλος Ταραπουλούζης ο αδελφός της. Δεν έχει ξεκινήσει διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας της Αιτήτριας, λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει στο παρόν στάδιο. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε διότι οι δικηγόροι της έχουν αντιληφθεί ότι είναι νομολογιακά καθιερωμένο σε διαδικασίες, ως η παρούσα, που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία, ότι πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, αλλιώς η όλη διαδικασία είναι θνησιγενής και άκυρη. Αν και για χρόνια ολόκληρα ανέκαθεν κατοικούσε η ίδια στην επίδικη οικία και αν και ακόμη έχει μισό μερίδιο και στις δύο ενοικιαζόμενες κατοικίες στο συγκεκριμένο ακίνητο, εν τούτοις, στους τίτλους ιδιοκτησίας δεν φαίνεται ότι η ενοικιαζόμενη κατοικία έχει διαχωριστεί καθαρά στο όνομα της Αιτήτριας. Γι' αυτό, τα ως άνω πρόσωπα ως δικαιούχοι του άλλου μισού κληρονομικού μεριδίου της αποβιώσασας μητέρας της, χρειάζεται να συνενωθούν για να μπορεί να προχωρήσει η κυρίως Αίτηση. Επιπρόσθετα, παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία και αυτεπάγγελτα να διατάξει προσθήκη διαδίκων που θα έπρεπε να προστεθούν, ώστε να μπορεί πλήρως και αποτελεσματικά να αποφασίσει επί όλων των ζητημάτων που εγείρονται στη διαδικασία. Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και θα διασφαλίσει την απονομή της δικαιοσύνης. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η προσθήκη των ως άνω προσώπων ως αναγκαίων διαδίκων, δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αναστάτωση και περιπλοκή, διότι η Αίτηση δεν έχει τροχοδρομηθεί ακόμη σε ακροαματική διαδικασία και δεν θα υπάρξει καμία καθυστέρηση στη διαδικασία που να μη μπορεί να θεραπευθεί με ανάλογη διαταγή εξόδων, εάν και εφόσον αυτό κριθεί δίκαιο. Η ενόρκως δηλούσα υποστήριξε ότι η ευχέρεια πρόσθεσης διαδίκου είναι ευρεία, με σκοπό να καταστεί αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επίδικων διαφορών μεταξύ όλων όσοι δυνατόν να επηρεάζονται. Κατά την ευρύτερη ερμηνεία, δεν απαιτείται ταυτότητα των επίδικων θεμάτων ή της μαρτυρίας, αλλά αρκεί κυρίως μαρτυρία και έρευνα στα ίδια πλαίσια, έτσι ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως επί των δικαιωμάτων όλων των μερών. Η ιδιότητα των ως άνω προσώπων μιλά από μόνη της, αφού είναι δικαιούχοι και επί του μισού κληρονομικού μεριδίου επί του ακινήτου που βρίσκεται η επίδικη κατοικία. Ως προς τη θετική συγκατάθεση τους σε συνένωση, η Αιτήτρια επισυνάπτει αντίγραφα Διοριστήριου και Βεβαίωση Συγκατάθεσης, υπογραμμένα από τους προτιθέμενους Αιτητές. Αναφορικά με το ζήτημα περαιτέρω τροποποίησης δικογράφου, η περίπτωση της εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους και δικογράφησης, συνδέεται με τα Αιτητικά A, Β, Γ
(1)και
(3)της υπό εξέταση αίτησης, αναφορικά με την παράλειψη να συμπεριληφθούν εξ' αρχής οι προτιθέμενοι Αιτητές. Αυτό προκλήθηκε διότι υπήρχε μια σύγχυση της ιδίας αναφορικά με την νομική κατάσταση που επικρατεί σε μια ακίνητη ιδιοκτησία με δύο κατοικίες, στην οποία έχει το μισό μερίδιο. Θεώρησε ότι της ανήκει απευθείας η μια εκ των δύο κατοικιών, αυτή που αυτήν εκ των πραγμάτων χρησιμοποιούσε για χρόνια, με τη συγκατάθεση των υπολοίπων συναιτητών. Με την ίδια αυτή πλάνη θεώρησε ότι ήταν επαρκώς η ιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας, διότι και το συμβόλαιο με τον Καθ' ου η Αίτηση έγινε στο δικό της όνομα. Έτσι, έδωσε ανάλογες αρχικές οδηγίες στους δικηγόρους της, όπως καταχωρήσουν την αρχική Αίτηση ιδιοκατοίκησης. Όταν στη διαδικασία ηγέρθη το ζήτημα ιδιοκτησίας, τότε προσκόμισε σχετικά πιστοποιητικά στου δικηγόρους της και της εξήγησαν την νομική πραγματικότητα. Η κα. Ταραπουλούζη δήλωσε ότι δεν υπήρχε η οποιαδήποτε σκοπιμότητα, διότι αληθώς πλανεύτηκε από τα νομικά ζητήματα που υφίστανται στην παρούσα κατάσταση. Η υπό εξέταση αίτηση της παρέχει την ευκαιρία να θέσει το ορθό υπόβαθρο γεγονότων για σκοπούς συνέχισης της διαδικασίας, χωρίς την παρουσία νομικών κωλυμάτων. Επιπρόσθετα, οι συναιτητές αποδέχονται να χρησιμοποιεί για σκοπούς ιδιοκατοίκησης την ενοικιαζόμενη οικία, τόσο η ίδια, όσο και η θυγατέρα της. Το ζήτημα νέων γεγονότων και δεδομένων, συνδέεται με τα αιτητικά Γ
(2)
(4)
(5)της υπό εξέταση αίτησης. Εξαιτείται τροποποίηση της κυρίως Αίτησης, ώστε να συνάδουν τα πραγματικά γεγονότα με τη δικογραφία για την προώθηση της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της αρχικής Αίτησης, αλλά και μετά το κλείσιμο των δικογράφων, προέκυψαν ουσιώδεις αλλαγές, οι οποίες είναι αναγκαίο να δικογραφηθούν. Δεν ήταν υπαρκτές κατά τη παράδοση οδηγιών στους δικηγόρους της για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Αυτά σχετίζονται ουσιωδώς με την επιπλέον ταλαιπωρία που υφίσταται η ίδια και η θυγατέρα της, λόγω του ότι δεν μπορεί να ασκεί κατοχή επί της επίδικης οικίας. Η Αιτήτρια παραθέτει λεπτομέρειες. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, αφού θα δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών διαφορών των διαδίκων και μόνο με την έγκριση των αιτούμενων Διαταγμάτων, θα γίνει ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση καταχωρήθηκε την 12.5.2021 και αυτή βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 22, 29, 30, 31 και 32, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν.23/1983 και στις εκάστοτε τροποποιήσεις αυτού, στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, Δ.2, Δ.3, Δ.9 και Δ.11, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, Δ.19 θθ.13-16, Δ.25 θ.1-6, Δ.27 θ.2, Δ.39 θθ.1, 2, 3, 4, 5, 10 και 11, Δ.21 θθ.8 και 10, Δ.48 θθ.1-7 και 9, Δ.64, στον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο, Κεφ. 189, άρθρα 29 και 34, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις Αρχές της Επιείκειας, την νομολογία των Δικαστηρίων, ως επίσης και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  2. Η παρούσα αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή εξ υπαρχής θνησιγενής ένεκα του ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν.23/1983), η Νομολογία και οι Κανονισμοί για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Με την παρούσα αίτηση επιχειρείται η παραπλάνηση του Δικαστηρίου δια της πλαγίας οδού, καθότι η αιτήτρια αποπειράται της διόρθωσης της ελαττωματικότητας της κυρίως αίτησης ημερ. 07/05/2020, η οποία πάσχει και/ή καθίσταται θνησιγενής εξ υπαρχής, μιας και αυτή έχει εγερθεί από ενός εκ των συνιδιοκτητών της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας και στην προκειμένη περίπτωση όπου η συνιδιοκτήτρια και μητέρα της αιτήτριας έχει αποβιώσει από το έτος 2013, δια της προσθήκης παράτυπα και/ή παράνομα των υπολοίπων κληρονόμων της αποβιώσασας, κατά παράβαση του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ.189), ο οποίος ρητώς απαγορεύει την λήψη οιουδήποτε δικαστικού μέτρου εξ ονόματος της κληρονομιάς αποθανόντος προσώπου, πλην του διορισμένου διαχειριστή της περιουσίας και/ή νομίμου προσωπικού αντιπροσώπου αυτού.
  4. Το παρόν δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αιτούμενων θεραπειών και των εν γένει προσθηκών και/ή τροποποιήσεων που επιζητούνται από την αιτήτρια.
  5. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε προς κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δια την κάλυψη κενών που προέκυψαν από προηγούμενο αίτημα της αιτήτριας ημερ. 17/11/2020, δια το οποίο εκδόθηκε απορριπτική απόφαση από το παρόν Δικαστήριο.
  6. Η αιτήτρια ενήργησε κακή την πίστη εις την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, αφού αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα και/ή υποβάλει το παρόν αίτημα χωρίς να έρχεται με «καθαρά χέρια» ενώπιον του Δικαστηρίου, επικαλούμενη από τη μία άγνοια και/ή τάχα σύγχυση ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς που υπάρχει επί του επίδικου ακινήτου, από την άλλη όμως αναγνωρίζοντας ενόρκως ότι όφειλε από τον χρόνο θανάτου της συνιδιοκτήτριας μητέρας της να είχε κινήσει από κοινού μαζί με τους υπόλοιπους κληρονόμους της αποβιώσας διαδικασία Διαχείρισης της Περιουσίας της αποθανούσας εις το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο της επαρχίας τελευταίας διαμονής της, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξε μέχρι και σήμερον, παρά την πάροδο 8 ετών από τον χρόνο θανάτου.
  7. Η αιτήτρια δε νομιμοποιείται στα αιτούμενα διατάγματα εφόσον η αίτηση υπεβλήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση, η οποία δε δικαιολογήθηκε επαρκώς και ως εκ τούτου η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που την βαρύνει προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  8. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται με κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία και/ή δεν αποκαλύπτει λόγο και/ή επαρκή και/ή βάσιμο και/ή νόμιμο και/ή εύλογο λόγο και/ή νέα ουσιώδη και σχετικά με την υπόθεση γεγονότα τα οποία να προέκυψαν πράγματι μετά την καταχώρηση της κυρίως αιτήσεως και τα οποία να αιτιολογούν ως προς το γιατί οι εν λόγω αιτούμενες προσθήκες και/ή τροποποιήσεις να γίνουν δεκτές, συναφώς να παραμένουν αδικαιολόγητες, καταχρηστικές, ατεκμηρίωτες και αβάσιμες.
  9. Τα νέα γεγονότα και/ή δεδομένα τα οποία επικαλείται η αιτήτρια, δεν είναι πραγματικά και/ή ήτο εις γνώση της αιτήτριας εξ υπαρχής της καταχώρησης της κυρίως αίτησης και/ή η αιτήτρια προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο επικαλούμενη τάχα νέα γεγονότα και/η δεδομένα, μόνο και μόνο δια να καλύψει την απαιτούμενη νομολογιακή θεώρηση του αιτήματος της.
  10. Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στα αιτούμενα διατάγματα εφόσον με την υπό εξέταση αίτηση επιχειρεί να τροποποιήσει ουσιωδώς καθ' υπόσταση και ουσία την κυρίως αίτηση ημερ. 07/05/2020 και επ' αυτού να ισάξει στοιχεία τα οποία ήταν ήδη γνωστά και/ή όφειλε να γνωρίζει, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται στην εντριβή της αιτήτριας με όμοια δικαστική διαδικασία την οποία είχε προωθήσει δια της αιτήσεως της με αρ. Ε86/2013 εναντίον πρώην ενοικιάστριας του επίδικου ακινήτου, ενώπιον μάλιστα του παρόντος Δικαστηρίου, συναφώς καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό της περί λανθασμένης αντίληψης και/ή γνώσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου.
  11. Η αιτήτρια δεν έρχεται με «καθαρά χέρια» ενώπιον του Δικαστηρίου και επικαλείται τις πρόνοιες του Ν. 23/1983 δια πρόθεση ιδιοκατοίκησης, όμως αποκρύπτοντας ότι το εν λόγω ακίνητο από ανέκαθεν το χρησιμοποιούσε προς ενοικίαση, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται και μέσα από τη δικαστική διαδικασία της αίτησης Ε86/2013, την οποία είχε κινήσει εναντίον πρώην ενοικιάστριας, όπου εμφαίνεται προδήλως ότι το επίδικο ακίνητο ήτο και παραμένει μέσο εισοδήματος δια την αιτήτρια για πάνω από μια δεκαετία και τοιαύτη πρόθεση έχει βάσει της εν λόγω πολυετούς συμπεριφοράς της να πράξει, εκδιώκοντας παράνομα τον καθ' ου η αίτηση, αφού απώτερος σκοπός της είναι η εξασφάλιση υψηλότερου ενοικίου σε σχέση με το αποδιδόμενο σήμερον από τον καθ' ου η αίτηση.
  12. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση αφού ο αιτητής έχει επενδύσει στο εν λόγω ακίνητο σεβαστό για εκείνον ποσό χρημάτων και τηρεί μέχρι και σήμερον ανελλιπώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις αποδίδοντας το συμφωνημένο ενοίκιο προς την αιτήτρια, ως θέσμιος ενοικιαστής, προκαλώντας του ως τούτου ανεπανόρθωτη ζημία.
  13. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάφορη καταπάτηση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, κ. Λουκά Λουκαΐδη. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ένεκα της άμεσης εμπλοκής του, ενώ έχει τύχει νομικής συμβουλής. Η υπό εξέταση αίτηση καθίσταται νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Είναι αντικανονική, παράτυπη και εξ' υπαρχής θνησιγενής, υπό το πρίσμα ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος 1983 (Ν.23/1983), η νομολογία και οι Κανονισμοί για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Για να δύναται η Αιτήτρια να προωθήσει τη διαδικασία, τόσο της κυρίως Αίτησης, όσο και ενδιάμεσης υπό εξέταση αίτησης, όφειλε, βάσει του άρθρου 11
(2)του Ν.23/1983, να είχε αποστείλει νόμιμη γραπτή ειδοποίηση, κάτι το οποίο επί της ουσίας δεν έπραξε, αφού η ρηθείσα επιστολή/προειδοποίηση απεστάλη από την ίδια ή και από τους δικηγόρους αυτής κατ' εντολήν μόνο της ιδίας και όχι του συνόλου των ιδιοκτητών της επίδικης ακινήτου ιδιοκτησίας, καθιστώντας την όλη διαδικασία άκυρη και/ή ακυρώσιμη, υπό του δεδομένου καταστρατήγησης των προνοιών και απαιτήσεων που θέτει ο Ν.23/1983. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι, τόσο η κυρίως Αίτηση όσο και η υπό εξέταση αίτηση, είναι αντικανονικές και δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, οι Κανονισμοί του 1983 αλλά και η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ειδικώς εν τη απουσία του απαιτούμενου νομικού υπόβαθρου. Περαιτέρω, με την υπό εξέταση αίτηση επιχειρείται η παραπλάνηση του Δικαστηρίου δια της πλαγίας οδού, καθότι η Αιτήτρια αποπειράται της διόρθωσης της ελαττωματικότητας της κυρίως Αίτησης, η οποία πάσχει και καθίσταται θνησιγενής εξ' υπαρχής, μιας και αυτή έχει εγερθεί από ενός εκ των συνιδιοκτητών της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας και στην προκειμένη περίπτωση, όπου η συνιδιοκτήτρια και μητέρα της Αιτήτριας έχει αποβιώσει από το έτος 2013, δια της προσθήκης παράτυπα και παράνομα των υπολοίπων κληρονόμων της αποβιώσασας, κατά παράβασην των άρθρων 29 και 34
(7)του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189, ο οποίος ρητώς απαγορεύει τη λήψη οιουδήποτε δικαστικού μέτρου εξ' ονόματος της κληρονομιάς αποθανόντος προσώπου, πλην του διορισμένου Διαχειριστή της περιουσίας ή νομίμου προσωπικού αντιπροσώπου αυτού. Από τη στιγμή που, κατά παραδοχήν της ιδίας της Αιτήτριας, εκείνη κατέχει το ½ του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου και το υπόλοιπο ½ ανήκε στην αποβιώσασα μητέρα της, νόμιμος απαιτών για την προώθηση της κυρίως Αίτησης θα δύναται να καταστεί μόνον η Αιτήτρια και ο Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας ή ο προσωπικός αντιπρόσωπος αυτής, συμφώνως των ρητών προνοιών της Νομοθεσίας. Κατ' επέκτασην, το Δικαστήριο δεν δύναται ή θα ήταν ανεπίτρεπτο να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα, καθότι εις περίπτωσην έγκρισης τους, τοιαύτη απόφαση θα καταστρατηγούσε τις πρόνοιες της πιο πάνω Νομοθεσίας, επιτρέποντας ως εκ τούτου τη συνέχιση μιας δικαστικής διαδικασίας δια της προσθήκης προσώπων τα οποία θα καταστούν απαιτών πρόσωπα/συν-αιτητές μετά της Αιτήτριας, χωρίς να έχουν νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα ή εν γένει το σύνολο των ιδιοκτητών να μη συμπεριλαμβάνεται στην κυρίως Αίτηση, αφού μοναδικό πρόσωπο που θα μπορούσε και απαιτείται να συμπεριληφθεί στη διαδικασία είναι ο Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσας, ή ο νόμιμος προσωπικός αντιπρόσωπος. Ο κ. Λουκαίδης υποστηρίζει ότι, η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί, μεταξύ των άλλων και κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας, αφού καταχωρήθηκε επί σκοπώ, με τρόπο και περιεχόμενο κάλυψης των κενών που παρουσιάστηκαν εις το αρχικά όμοιο αίτημα της Αιτήτριας ημερομηνίας 17.11.2020, για το οποίο έχει εκδοθεί απορριπτική Απόφαση. Η Αιτήτρια, ουσιαστικά, ενόψει των λόγων απόρριψης της αίτησης ημερομηνίας 17.11.2020 από το Δικαστήριο, υπέβαλε επί της ουσίας την παρούσα αίτηση, συμπεριλαμβάνοντας περιεχόμενο που να «καλύπτει» τα εν λόγω σημεία, όχι επειδή όντως προέκυψαν «νέα γεγονότα» μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, αλλά δόλια κατασκευασμένα κατά τοιούτον τρόπο, ώστε να ισχυρισθεί σήμερα ότι το εν λόγω αίτημα της είναι εύλογο και νομολογιακά επιτρεπτό. Η Αιτήτρια ενήργησε κακή τη πίστη στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, αφού αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα και δεν έρχεται με «καθαρά χέρια», επικαλούμενη από τη μία άγνοια και τάχα σύγχυση ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς που υπάρχει επί του επίδικου ακινήτου, από την άλλη όμως αναγνωρίζοντας ενόρκως ότι όφειλε από το χρόνο θανάτου της συνιδιοκτήτριας μητέρας της, να είχε κινήσει από κοινού μαζί με τους υπόλοιπους κληρονόμους της αποβιώσας, διαδικασία Διαχείρισης της περιουσίας της αποθανούσας, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξε μέχρι και σήμερα. Το γεγονός αυτό από μόνο του δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την ειλικρίνεια της Αιτήτριας για την προώθηση της παρούσας διαδικασίας, επικαλούμενη μάλιστα ότι ο λόγος που δεν έγινε ποτέ διαδικασία Διαχείρισης είναι συνεπεία οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει τάχα σήμερα, χωρίς πάρα ταύτα να δίδει ουδεμία εξήγηση γιατί, αν και έχουν παρέλθει τόσα χρόνια από το θάνατο της μητέρας της, ουδέποτε κινήθηκε η εν λόγω διαδικασία. Η διαδικασία που θα μπορούσε να γίνει και από την ίδια την Αιτήτρια, χωρίς τη συνδρομή δικηγόρων, άρα ανέξοδα. Η Αιτήτρια προσπαθεί να δικαιολογήσει τις παραλείψεις της και να χρησιμοποιήσει την παρούσα διαδικασία και κατ' επέκτασην το Δικαστήριο, προς εξυπηρέτηση των δικών της σκοπών. Η υπό εξέταση αίτηση υπεβλήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση, η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς και ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που τη βαρύνει προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η υπό εξέταση αίτηση δεν υποστηρίζεται με κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία και περαιτέρω, δεν αποκαλύπτει επαρκή, βάσιμο και νόμιμο ή άλλως εύλογο λόγο και νέα ουσιώδη και σχετικά με την υπόθεση γεγονότα, τα οποία να προέκυψαν πράγματι μετά την καταχώρηση της κυρίως Αιτήσεως και τα οποία να αιτιολογούν ως προς το γιατί οι εν λόγω αιτούμενες προσθήκες και τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο, συναφώς να παραμένουν αδικαιολόγητες, καταχρηστικές, ατεκμηρίωτες και αβάσιμες. Το αίτημα της Αιτήτριας αφορά ιδιοκατοίκηση και είναι ως εκ τούτου προσωπικό, ασχέτως εάν προσπαθεί να ισάξει μέσα στην εξίσωση τη θυγατέρα της. Ο κ. Λουκαίδης εισηγείται ότι, σύμφωνα με την τροποποιηθείσα Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην έγκριση τέτοιων αιτημάτων, λαμβανομένου υπόψη του σταδίου που δικονομικά βρίσκεται η κυρίως Αίτηση, έχει περιοριστεί. Το στάδιο το οποίο ασκείται, ουσιαστικά η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είναι το τρίτο στάδιο, όπου το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο να διακρίνει και να αποφασίσει εάν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, εάν όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Εκλείπουν και στις δύο αυτές περιπτώσεις, τα απαιτούμενα αυτά στοιχεία. Η Αιτήτρια είχε προωθήσει στο παρελθόν την Αίτηση αρ. Ε86/2013 εναντίον πρώην ενοικιάστριας του επίδικου ακινήτου, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό της περί λανθασμένης αντίληψης ή γνώσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου. Η Αιτήτρια επικαλείται πρόθεση ιδιοκατοίκησης, όμως αποκρύπτοντας ότι το επίδικο ανέκαθεν το χρησιμοποιούσε προς ενοικίαση, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται και μέσα από τη Δικαστική διαδικασία της Αίτησης Ε86/2013, όπου εμφαίνεται ότι το επίδικο ήταν και παραμένει μέσο εισοδήματος για την Αιτήτρια για πάνω από μια δεκαετία και απώτερος σκοπός της είναι η εξασφάλιση υψηλότερου ενοικίου σε σχέση με το αποδιδόμενο σήμερα από τον Καθ' ου η Αίτηση. Τα δεδομένα αυτά, έρχονται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Αιτήτριας στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Στην Αίτηση Ε86/2013 προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ενοικιαζόταν πριν από το έτος 2012 σε άλλα πρόσωπα, ενοικιάστηκε εκ νέου βάσει νέας σύμβασης στις 22.3.2012 και ενδεχομένως, παρέμεινε υπό ενοικίαση μέχρι τη σύναψη της σύμβασης με τον Καθ' ου η Αίτηση. Ο Καθ' ου η Αίτηση συμπεραίνει ότι η Αιτήτρια δεν λέει την αλήθεια, ισχυριζόμενη την πολυετή και συνεχή διαμονή της στο επίδικο ακίνητο. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος έχει επενδύσει στο επίδικο ακίνητο σεβαστό για τον ίδιο ποσό χρημάτων και το έχει διαμορφώσει κατάλληλα προς εξυπηρέτηση της καθημερινότητας του και έχει συνάψει σχέσεις και δεσμούς με τους γείτονες του. Ιστορικό: Δικόγραφα: Προς ολοκλήρωσην της ενώπιον του Δικαστηρίου εικόνας για σκοπούς, πάντοτε, της υπό εξέταση αίτησης, σημειώνω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρίστηκε την 7.5.2020 και μ' αυτήν η Αιτήτρια εξαιτείται ως ακολούθως: «
  1. Απόφαση και/ή διάταγμα ανάκτησης κατοχής και/ή διάταγμα έξωσης και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τον Καθ' ου η αίτηση και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους αυτού και/ή παντός άλλου προσώπου κατέχοντος την οικία όπως εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του υποστατικού και/ή του καταστήματος που ενοικιάζει η Αιτήτρια στον Καθ' ου η αίτηση στην οδό [ ] 9, 2363, Άγιος Δομέτιος, Λευκωσίας, διότι αυτό απαιτείται λογικώς λόγω ιδιοκατοίκησης και/ή ιδιόχρησης της Αιτήτριας.
  2. Ενδιάμεσα ενοίκια και/ή οφέλη εναντίον του Καθ' ου η αίτηση €300 μηνιαίως από ημερομηνία επιστολής τερματισμού ενοικίασης ημερ 25.2.2020 και/ή ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης κατοχής του αναφερόμενου υποστατικού και/ή καταστήματος στην Αιτήτρια.
  3. Έξοδα αιτήσεως, έξοδα επίδοσης πλέον 19% ΦΠΑ επί των εξόδων.
  4. Νόμιμο τόκο επί κάθε οφειλομένου ποσού από την ημερομηνία που κατέστει τούτο οφειλόμενο και/ή απαιτητό και/ή προπληρωτέο, πλέον νόμιμο τόκο επί κάθε οφειλομένου ποσού ως ενδιάμεσα ενοίκια και/ή οφέλη από ημερομηνία επιστολής τερματισμού ενοικίασης ημερ 25.2.2020 και/ή ημερομηνία παράδοσης ελεύθερης κατοχής του αναφερόμενου υποστατικού και/ή καταστήματος στην Αιτήτρια.
  5. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις.» Η Αιτήτρια ενάγει ως η ιδιοκτήτρια κατοικίας δύο υπνοδωματίων που βρίσκεται στην οδό [ ] 9, 2363, Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία. Ο Καθ' ου η Αίτηση ενάγεται ως ο θέσμιος ενοικιαστής αυτής. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρισε Απάντηση και Ανταπαίτηση την 27.5.2020, με την οποία, μεταξύ άλλων, απορρίπτει την ιδιότητα της Αιτήτριας και λέγει ότι η πραγματική ιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας είναι η μητέρα της Αιτήτριας. Ισχυρίζεται ότι η συμφωνία των μερών εξ' αρχής, ήταν να επιδιορθώσει ο ίδιος την επίδικη κατοικία ώστε να καταστεί κατοικήσιμη και η μακροχρόνια ενοικίαση. Ο Καθ' ου η Αίτηση ανταπαιτεί ποσό €3.000 για τις εργασίες που διεξήγαγε στην επίδικη οικία, αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκο και έξοδα. Η Αιτήτρια καταχώρισε Ανταπάντηση στην Απάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση, την 12.6.
  6. Διαδικασία: Καταχωρήθηκαν Κλήσεις για Οδηγίες και Παραρτήματα και από τις δύο πλευρές, δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί πλήρως. Η ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας, δεν έχει αρχίσει. Στις 19.2.2021, το Δικαστήριο εξέδωσε Ενδιάμεση Απόφαση, με την οποία απέρριψε αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 17.11.2020, υπό της Αιτητρίας, αναφορικά με την προσθήκη διαδίκου και τροποποίηση του τίτλου της κυρίως Αίτησης και των μετέπειτα δικογράφων. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί ενδιάμεσο αίτημα, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Διαταγή 9 - Αντικατάσταση / προσθήκη διαδίκου: Σχετική με την υπό εξέταση αίτηση είναι η Διαταγή 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, η υπό εξέταση αίτηση. Οι θεσμοί 2 και 10 αυτής προνοούν ως ακολούθως: "
  7. Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just." "
  8. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice." Οι αντίστοιχοι παλαιοί Αγγλικοί θεσμοί είναι οι Order 16 rule 2 και Order 16 rule 11, αντίστοιχα, οι οποίοι είναι πανομοιότυποι, πλην της απουσίας από το Order 16 rule 2 της φράσης "consenting thereto". Στο Annual Practice 1956, σελίδα 237, στις υποσημειώσεις κάτω από το Order 16 rule 2, αναφέρονται τα εξής: «Generally - Rule 11, infra must be read herewith, and so the person sought to be added or substituted must consent in writing (Tryon v. National etc. Institution, 16 Q.B.D. p. 680; ''The Duke of Buccleuch'' [1892] p. 201). See also r. 11, (n.) 'Consent of Person added.'» Στη σελίδα 238 αναφέρονται τα εξής: «'Upon such terms as may be just' - Similar words are used in r.11 and in O. 28 r.
  9. Amendment is an indulgence, and the applicant will generally have to pay the costs of and occasioned by the amendment. But in cases of adding a plaintiff, plaintiff may be ordered to bear all the costs of the action up to the time of the joinder of the added plaintiff ...» Στη σελίδα 257 στις υποσημειώσεις κάτω από το Order 16 rule 11, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Adding Plaintiffs Procedure - Consent of Person Added - The words of the Rule are explicit and the consent of the person to be joined must be in writing signed by him (The Duke of Buccleuch [1892] p. 211, Wooton v. Joel [1920] W.N. 28), the signed consent of his solicitor is insufficient (Fricker v. Van Grutten, [1986] 2 Ch. 649)". Στην υπό εξέταση αίτηση επιζητείται η προσθήκη διαδίκων ως Αιτητών 2 και
  10. Είναι απαραίτητη η γραπτή συγκατάθεση των προτεινόμενων διαδίκων, δηλαδή των κ.κ. Ιάκωβου και Χριστόδουλου Ταραπουλούζη. Κρίνεται ότι η υπογραφή υπό των προτεινόμενων Αιτητών, Τύπου Διορισμού Δικηγόρου, δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση της προσκόμισης εγγράφου με λεκτικό συγκατάθεσης. Κρίνεται ότι η Βεβαίωση Συγκατάθεσης η οποία προσκομίστηκε, αφορά στην προώθηση της υπόθεσης υπό της υφιστάμενης Αιτήτριας και στη συγκατάθεση των προτεινόμενων Αιτητών όπως προστεθούν ως συναιτητές στην υπόθεση. Κρίνω ότι υπάρχουν οι συγκαταθέσεις των προτεινόμενων Αιτητών για να καταστούν διάδικοι. Αναφορικά με την παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου των αναγκαίων διαδίκων, στην αυθεντία Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το θέμα κατά πόσον, σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, κρίνεται σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LTD. κ.ά. ν. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772, ο έντιμος Δικαστής κ. Π. Καλλής είπε, (σελ. 778): «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society
(1890)44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co.
(1895)2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. McIlwraith & Co.
(1896)2 Q.B. 464, CA, Ideal Films Ltd. v. Richards
(1927)1 KB 374, C.A., Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688).» Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι προτεινόμενοι Αιτητές 2 και 3, είναι αναγκαίοι διάδικοι και ήταν αναγκαίοι διάδικοι κατά το χρόνο καταχώρισης της κυρίως Αίτησης (βλέπετε σχετικά Bamaadan v. Esther Shipping Co. Ltd. and Another
(1983)1 C.L.R.211 και Hellenic Bank v. Kosma
(1984)1 C.L.R. 53). Είναι η κρίση μου ότι, εκ πρώτης όψεως αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και γενικώς, ως θέμα αρχής με βάση τη σχετική νομολογία, όλοι οι συνιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας, θα πρέπει να περιλαμβάνονται στον τίτλο Αγωγής ή Εναρκτήριας Αίτησης, ως αναγκαίοι διάδικοι. Οι προτεινόμενοι Αιτητές θα πρέπει να προστεθούν στον τίτλο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως Αίτησης ως αναγκαίοι διάδικοι εάν και εφόσον αυτοί είναι συνιδιοκτήτες της επίδικης κατοικίας. Διαταγή 25: Ο θεσμός 7 της Διαταγής 25, όπως τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018, προνοεί τα εξής: «7. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.» Οι θεσμοί 1, 5 και 6 της Διαταγής 25, προνοούν ως ακολούθως: «1.
(1)Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ' αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγομένος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνεται εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» «
  1. To Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» «
  2. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.» Εφόσον η Κλήση για Οδηγίες καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, η υπό εξέταση αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες του θεσμού 1
(3)της Διαταγής 25, όπου ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα. Η Αιτήτρια πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δύναται να επιτρέψει εξαίρεση, διότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης ή επειδή πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Νομολογία: Υπάρχει σωρεία νομολογίας η οποία ερμήνευσε τη Διαταγή 25 ως είχε πριν την αντικατάσταση της αρχικά το 2014 και στη συνέχεια με τις μετέπειτα τροποποιήσεις και έθεσε τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τροποποίηση δικογράφου. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από τη σωρεία των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται το θέμα της τροποποίησης δικογράφου, όπως και από Αγγλικές αυθεντίες και συγγράμματα. Αναφέρω ενδεικτικά: Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd. and Another
(1979)1 C.L.R. 542, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1E A.A.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου ν. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264, Astor Co. κ.ά. ν. Α. & G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, Στέλλα Λάμπρου v. Λάμπρου Λάμπρου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1092, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά.,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Compania Naviera Iris S.A. κ.ά.v. Andrenal Shipping Co. Ltd. κ.ά.,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1838, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation,
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543, Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393, Clarapede v. Commercial Union Association 32 W.R. 262, Steward v. North Metropolitan Tramways Company (1885 - 86) 16 Q.B. p. 556, Associated Leisure Ltd. and Others v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All ER 754, Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 128, 130, 379 και 685, Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82. Ως γενικός κανόνας, η τάση πριν το 2014, όπως φαίνεται από την νομολογία, ήταν να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη υπόθεση, ακόμα και όταν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τροποποίηση έπρεπε και πρέπει να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν είναι η υπόθεση κατάλληλη, δηλαδή εάν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, συνεκτιμούνταν και εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψην και να ζυγίζονται, οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της άλλης πλευράς, η ανάγκη διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, η ύπαρξη ή μη κακής πίστης από πλευράς του αιτούντος, η ανάγκη κάλυψης πραγματικής και σημαντικής ανάγκης του αιτούντος. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτούντα, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για τροποποίηση. Εάν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της άλλη πλευράς. Όλοι οι παράγοντες είναι σχετικοί αλλά κανένας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας από μόνος του. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι σχετικός παράγων σε αιτήσεις για τροποποίηση αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Λαμβάνονται υπόψη κάθε φορά οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα από το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση. Στη σελίδα 128, κάτω από την επικεφαλίδα 'Amendment with leave - time to amend' αναφέρονται τα ακόλουθα: «Again, at the trial, leave to amend may be granted, when to do so will not cause injustice to the other side, and on proper terms as to costs, and the adjournment of the trial, if necessary. As a rule, leave to amend at the trial will not so readily be given, especially where the necessity for such amendment was obviously apparent long before the trial and was not then asked for or where the amendment would involve a complete change in the nature of the claim or the whole character of the action, or setting up an entirely different claim from that which the defendant came to meet or the raising of an entirely new ground of defence or counterclaim, and an amendment will not be allowed at the trial which for the first time introduces a charge of fraud. Nevertheless, even where the amendment is substantial so as completely to change the plaintiff's cause of action or nature of claim, leave to amend may be given on proper terms.» Στη σελίδα 130, κάτω από την επικεφαλίδα 'Amendments not allowed', αναφέρονται τα ακόλουθα: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising 'the real question in controversy between the parties' and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.» Στο σύγγραμμα Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court has wide powers of amendment and it seems will exercise those powers to permit amendment where possible. Amendment may be allowed at any stage of the proceedings, whether before, at, or after the trial, or even after judgement or on appeal.» Ως καθαρά διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό, η νέα Διαταγή 25, στο θεσμό 1
(1),
(2)και
(3), περιλαμβάνει τρία ξεχωριστά, τόσο χρονικά όσο και διαδικαστικά, στάδια, στα οποία επιτρέπεται, με συγκεκριμένο τρόπο, η τροποποίηση δικογράφου. Είναι η κρίση μου ότι η γενικότερη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως αυτή έχει καταγραφεί στις πιο πάνω αυθεντίες, έχει περιοριστεί, με την έννοια ότι ασκείται αυστηρώς εντός των πλαισίων της Διαταγής στο κάθε ένα από τα τρία στάδια και στο βαθμό και την εμβέλεια που καθορίζει αυτή τούτη η Διαταγή 25. Οι πιο πάνω αυθεντίες εξακολουθούν να αποτελούν καθοδήγηση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εντός όμως των παραμέτρων της Διαταγής 25 ως αυτή έχει πλέον διαμορφωθεί. Το στάδιο στο οποίο ασκείται, ουσιαστικά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είναι το τρίτο στάδιο, όπου το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο να διακρίνει και να αποφασίσει εάν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή, σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, εάν όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Ιδιοκατοίκηση: Το άρθρο 11
(1)(στ) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προνοεί τα ακόλουθα: «11
(1)Ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα εκδίδεται δια την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, δια το οποίον ισχύει ο παρών Νόμος, ή δια την εκ τούτου έξωσιν θεσμίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων: (στ) Σε περίπτωση κατά την οποία το ακίνητο απαιτείται λογικά από τον ιδιοκτήτη για ιδιοκατοίκηση ή για την κατοίκηση του συζύγου, τέκνου ή εξαρτώμενου γονέα ή του συζύγου του τελευταίου, ή όταν ο ιδιοκτήτης είναι οικογενειακή εταιρεία, για ιδιοκατοίκηση μέλους της και το δικαστήριο θεωρεί λογική την έκδοση τέτοιας απόφασης ή τέτοιου διατάγματος. Νοείται ότι ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα θα εκδίδωνται δυνάμει της παραγράφου αυτής, εάν το Δικαστήριον πεισθή ότι, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων της υποθέσεως, θα επροξενείτο μεγαλυτέρα ταλαιπωρία δια της εκδόσεως του διατάγματος ή της αποφάσεως παρά δια της αρνήσεως εκδόσεως τούτου. Δια τους σκοπούς της παραγράφου αυτής ο όρος 'περιστάσεις της υποθέσεως' περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον ο ενοικιαστής είναι εκτοπισθείς ή παθών, ως οι όροι ούτοι καθορίζονται εις το Μέρος V του παρόντος Νόμου, το κατά πόσον υπάρχει διαθέσιμον έτερον ανάλογον και με λογικόν ενοίκιον μέρος στεγάσεως δια τον ενοικιαστή, και το κατά πόσον ο ιδιοκτήτης ηγόρασε το ακίνητον μετά την ημερομηνία καθ' ήν ετέθη εν ισχύι ο παρών Νόμος προς τον σκοπόν αποκτήσεως κατοχής δυνάμει των διατάξεων της παρούσης παραγράφου». Το άρθρο 11
(2)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: «11
(2)Σε όσες περιπτώσεις δεν απαιτείται από το άρθρο αυτό άλλη γραπτή προειδοποίηση για έξωση, ο ιδιοκτήτης οφείλει να επιδώσει στον ενοικιαστή γραπτή προειδοποίηση έναν τουλάχιστο μήνα προηγουμένως, χωρίς αυτό να επηρεάζει τις εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεις από της δημοσίευσης του περί Ενοικιοστασίου (Τροποποιητικός) Νόμος του 1995.» Το άρθρο 11
(2)προνοεί για την αποστολή γραπτής προειδοποίησης ενός μηνός προς τον ενοικιαστή, εκτός όπου προνοείται άλλη περίοδος από το άρθρο 11. Το δε άρθρο 29
(1)προνοεί περί της αποστολής ειδοποίησης δυνάμει του Νόμου. Τα δύο τελευταία ισχύουν για όλους τους λόγους έξωσης. Συνεπώς, για να εκδοθεί διάταγμα ανάκτησης κατοχής για ιδιοκατοίκηση, πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις σωρευτικά:
  1. Το επίδικο ακίνητο να κείται εντός ελεγχόμενης, εν τη εννοία του Νόμου, περιοχής και να έχει συμπληρωθεί πριν την 31.12.
  2. Ο Ενοικιαστής να είναι θέσμιος ενοικιαστής.
  3. Ο ιδιοκτήτης να έχει επιδώσει στον ενοικιαστή γραπτή προειδοποίηση ένα τουλάχιστο μήνα πριν τη καταχώριση της Αίτησης.
  4. Η οικία να απαιτείται λογικά προς κατοχή από τον ιδιοκτήτη.
  5. Το Δικαστήριο να κρίνει ότι η έκδοση του διατάγματος έξωσης είναι λογική.
  6. Η έκδοση του διατάγματος, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, θα προκαλέσει λιγότερη ταλαιπωρία παρά η μη έκδοση του. Κεφ. 189: Ο περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος, Κεφ. 189, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προνοεί για την περιέλευση κληρονομιάς σε περίπτωση εξ' αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής όταν δεν εκδόθηκε παραχωρητήριο (άρθρο 27), για την χορήγηση εγγράφου διαχείρισης σχετικά με κληρονομιά η οποία έχει περιέλθει σε κληρονόμους (άρθρο 28), τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι κληρονόμοι δύνανται έγκυρα να απαλλάξουν και να εναγάγουν (άρθρο 29) και ότι τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 29, για τους σκοπούς λήψης δικαστικού μέτρου δυνάμει του άρθρου 34 (αποτέλεσμα θανάτου επί ορισμένων βάσεων αγωγής), κανένα πρόσωπο δεν δύναται να αντιπροσωπεύει την κληρονομία αποθανόντος προσώπου εκτός από τον προσωπικό αντιπρόσωπο (άρθρο 34
(7)). Στην προκείμενη περίπτωση, η Αιτήτρια κατέθεσε ότι δεν έχει διοριστεί Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας της, ιδιοκτήτριας στην επίδικη κατοικία κατά ½ μερίδιο. Ευρήματα: Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε 10 μήνες μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και την καταχώριση της Απάντησης και Ανταπαίτησης. Αυτό από μόνο του δεν είναι μοιραίο για την τύχη της υπό εξέταση αίτησης. Η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Η Κλήση για Οδηγίες καταχωρίστηκε 8 μήνες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Ακολουθώντας τη σχετική νομολογία, εφαρμόζοντας τους Κανονισμούς και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, θα ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι. Οι αναγκαίοι διάδικοι είναι όμως νόμιμοι διάδικοι; Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η υπό εξέταση αίτηση πάσχει, για διάφορους λόγους. Αφενός, δεν φαίνεται πως πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς ήταν και/ή έπρεπε να ήταν γνωστό στην Αιτήτρια, ευθύς εξ' αρχής και εν πάση περιπτώσει, πριν την παροχή οδηγιών στου δικηγόρους της. Αφετέρου, δεν φαίνεται ότι πρόκειται για περίπτωση που το αίτημα αφορά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης. Γενικώς, διαφαίνεται ευκόλως από τα δικόγραφα και την ενώπιον μου μαρτυρία στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, ότι η Αιτήτρια θεωρούσε και θεώρησε ότι έχει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επίδικης οικίας και οι οδηγίες τις οποίες έδωσε στους δικηγόρους της ήταν ανάλογες. Επιπλέον, το ζήτημα της ιδιοκατοίκησης όχι μόνο από την ίδια αλλά και από την ενήλικη πλέον θυγατέρα της, προβλήθηκε για πρώτη φορά με την υπό εξέταση αίτηση και δεν δικογραφείται. Υπό τις περιστάσεις, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να δεχθεί αυτούς τους ισχυρισμούς ως δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης. Εξάλλου, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος θέτει προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρωθούν για την έκδοση Διατάγματος ανάκτησης κατοχής, εκ των οποίων, για όλες τις παραγράφους του εδαφίου
(1)του άρθρου 11, τουλάχιστον ορισμένες πρέπει να υφίστανται κατά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, όπως η αποστολή ειδοποίησης δυνάμει του Νόμου. Τα ίδια ισχύουν ασφαλώς και για την παράγραφο (στ), η οποία αφορά στην ιδιοκατοίκηση (βλέπετε σχετικά και πιο πάνω). Εκτός από την προϋπόθεση η οποία αφορά στην ιδιοκτησία, εστάλη ειδοποίηση στον ενοικιαστή εξ' ονόματος και της θυγατέρας της Αιτήτριας; Δεν υπάρχει τέτοια δικογράφηση, ούτε προτείνεται τέτοια δικογράφηση με την υπό εξέταση αίτηση. Έτι περαιτέρω, καίτοι οι προτεινόμενοι Αιτητές 1 και 2, μαζί με την Αιτήτρια, αποτελούν τους μοναδικούς κληρονόμους της αποβιωσάσης μητέρας της Αιτήτριας και ιδιοκτήτριας του ½ μεριδίου στο σύνολο της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία περιλαμβάνει την επίδικη οικία, δύνανται να ενεργήσουν αυτόνομα χωρίς το διορισμό Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης; Βλέπετε σχετικά και πιο πάνω. Έχει σταλεί ειδοποίηση στον ενοικιαστή και εκ μέρους των, ως συνιδιοκτήτες της επίδικης οικίας; Είναι ή θεωρούνται συνιδιοκτήτες της επίδικης οικίας; Εν πάση περιπτώσει, όπως έχω ήδη αναφέρει, εκ των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος δεν αφορά σε νέα δεδομένα, ούτε σε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Απόφαση: Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα στην κλίμακα έως €500.- και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.