ΑΓΑΘΗΣ ΤΑΡΑΠΟΥΛΟΥΖΗ ν. ΛΟΥΚΑ ΛΟΥΚΑΙΔΗ, Αίτηση Αρ.: Ε23/20, 19/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2021:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Ε23/20 Μεταξύ: ΑΓΑΘΗΣ ΤΑΡΑΠΟΥΛΟΥΖΗ Αιτήτριας και ΛΟΥΚΑ ΛΟΥΚΑΙΔΗ Καθ' ου η Αίτηση ---------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για προσθήκη διαδίκου 19.2.2021 Για την Αιτήτρια: κ. Αλ. Ελευθερίου για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα. Χρ. Ματθαίου Ενδιάμεση Απόφαση Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 17.11.2020, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση εξαιτείται ως ακολούθως: «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή επιτρέπει την προσθήκη διαδίκου και/ή αναγκαίου διαδίκου/ων, ως Αιτητή υπ' αριθμό 2, ήτοι Ιάκωβο Ταραπουλούζη, και/ή ως Αιτητή υπ' αριθμό 3 τον Χριστόδουλο Ταραπουλούζη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης και/ή όλων των μετέπειτα δικογράφων με την προσθήκη διαδίκου/ων και/ή αναγκαίου διαδίκου/ων ως Αιτητή υπ' αριθμό 2, ήτοι Ιάκωβο Ταραπουλούζη, και/ή ως Αιτητή υπ' αριθμό 3 τον Χριστόδουλο Ταραπουλούζη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Γ. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει και/ή επιτρέπει την συνέχιση της διαδικασίας. Δ. Οιανδήποτε άλλην Διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. Ε. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ ως παραμείνουν στο αποτέλεσμα.» Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν.23/83, άρθρα 2, 3, 4 και 11, ειδικότερα (στ), (ζ), στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, άρθρα 2, 3(α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ) και (ζ), 4(α), 8, 9 και 12(α), (β), (γ), 13(β), στον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο, Κεφ. 195, άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 44(α), 45, 46, 48, και 51, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ.1, 2, 8, 9, 10, 12Α, 13, Δ.19, Δ.20, Δ.25, Δ.48 θθ.1-13, Δ.63 θ.2, Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 30 και 23, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Άρθρο 6 και άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου αυτής, στην Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας. Αγάθης Ταραπουλούζη. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι είναι η Αιτήτρια στην ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Είναι απαραίτητο όπως οι Ιάκωβος Ταραπουλούζης και Χριστόδουλος Ταραπουλούζης, προστεθούν ως αναγκαίοι διάδικοι στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Είναι δικαιούχοι ως κληρονόμοι, στο μισό μερίδιο που είχε η αποβιώσασα μητέρα της, επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκονται δύο κατοικίες, μια εξ' αυτών είναι η ενοικιαζόμενη κατοικία που αφορά στην υπόθεση. Το άλλο μισό μερίδιο αποτελεί ιδιοκτησία της ενόρκως δηλούσας. Τα πιο πάνω πρόσωπα είναι πρώτου βαθμού συγγενείς της και οι μόνοι κληρονόμοι μαζί με την ίδια, στο άλλο μισό μερίδιο της όλης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Ιάκωβος Ταραπουλούζης είναι ο πατέρας της ενόρκως δηλούσας και ο Χριστόδουλος Ταραπουλούζης ο αδελφός της. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι δεν έχει ξεκινήσει διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας της, λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει στο παρόν στάδιο. Η υπό εξέταση αίτηση έχει καταχωρηθεί διότι οι δικηγόροι της έχουν αντιληφθεί ότι είναι νομολογιακά καθιερωμένο σε διαδικασίες, ως η παρούσα, που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία, πως πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, αλλιώς η όλη διαδικασία θα είναι θνησιγενής και άκυρη. Αν και για χρόνια ολόκληρα ανέκαθεν κατοικούσε στην εν λόγω ενοικιαζόμενη οικία και αν και ακόμη έχει μισό μερίδιο και στις δύο ενοικιαζόμενες κατοικίες πάνω στο συγκεκριμένο ακίνητο, εντούτοις στους τίτλους ιδιοκτησίας δεν φαίνεται ότι η ενοικιαζόμενη κατοικία έχει διαχωριστεί καθαρά στο όνομα της ιδίας. Γι' αυτό τα ως άνω πρόσωπα, ως δικαιούχοι του άλλου μισού κληρονομικού μεριδίου της αποβιώσασας μητέρας της, χρειάζεται να συνενωθούν για να μπορεί να προχωρήσει η κυρίως Αίτηση. Τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι παρέχεται το Δικαστήριο έχει εξουσία και αυτεπάγγελτα να διατάξει την προσθήκη διαδίκων που θα έπρεπε να προστεθούν, ώστε να μπορεί πλήρως και αποτελεσματικά να αποφασίσει επί όλων των ζητημάτων που εγείρονται στη διαδικασία. Με την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των διαδίκων και θα υπάρξει απονομή της δικαιοσύνης. Είναι η θέση της κας. Ταραπουλούζη ότι η προσθήκη των ως άνω προσώπων ως αναγκαίοι διάδικοι, δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αναστάτωση και περιπλοκή διότι η Αίτηση δεν έχει τροχοδρομηθεί ακόμη σε ακροαματική διαδικασία και δεν θα υπάρξει καμία καθυστέρηση στη διαδικασία που να μη μπορεί να θεραπευθεί με ανάλογη διαταγή εξόδων, εάν και εφόσον αυτό κριθεί δίκαιο. Η ευχέρεια προσθήκης διαδίκου είναι ευρεία, με σκοπό να καταστεί αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επίδικων διαφορών μεταξύ όλων όσοι δυνατόν να επηρεάζονται. Η ιδιότητα των ως άνω προσώπων μιλά από μόνη της, αφού είναι δικαιούχοι μαζί με την ίδια και επί του μισού κληρονομικού μεριδίου επί του ακινήτου που βρίσκεται η ενοικιαζόμενη κατοικία. Η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει Τύπους Διορισμού Δικηγόροι από τους προτιθέμενους Αιτητές, ως προς τη θετική συγκατάθεση τους σε συνένωση και Βεβαίωση από τους ιδίου, ότι δεν φέρουν ένσταση στην προώθηση της κυρίως Αίτησης. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση καταχωρήθηκε 8.12.2020 και αυτή στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 θθ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 και Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9 ως τροποποιήθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, άρθρο 2 & 3, Δ.9, Δ.25, θθ.1, 2, 3, 4 και 5, Δ.48, θθ.1, 2, 4 και 9, Δ.64, στους περί Ενοικιοστασίου Νόμους 1983-1995, στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές τις Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και νομολογία των Δικαστηρίων. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι πολλαπλή, καθ' ότι, αφ' ενός επιδιώκεται η τροποποίηση του τίτλου της αίτησης, εφ' ετέρου την τροποποίηση όλων των δικογράφων που έπονται της αίτησης και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.
- Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι παράτυπη καθ' ότι δεν στηρίζεται επί των ορθών Διαδικαστικών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας κατά παράβαση της Δ.
- Η Αιτήτρια κωλύεται (estopped) από του να αξιώνει την προσθήκη (substitute) Αιτητών, εν τη απουσία οποιασδήποτε εξήγησης προς τούτο με βάση την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της καθώς οι Αιτητές που επιθυμούν να προστεθούν δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι της παρούσας αίτησης, αφού δεν υπέγραψαν το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο ούτε και την επιπρόσθετη συμφωνία των διαδίκων.
- Η Αιτήτρια παραδέχεται από το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την ως άνω Αίτηση τους ότι γνώριζε τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα και ειδικότερα τους διάδικους και ως εκ τούτου δεν δικαιούται από του να αξιώνει αντικατάσταση και/ή προσθήκη και άλλων Αιτητών σε μεταγενέστερο στάδιο επικαλούμενοι λάθος, παράλειψη ή απροσεξία ή νομική συμβουλή των Δικηγόρων της.
- Η Ένορκος Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας είναι αόριστη και χωρίς δικαιολογημένο λόγο που να ζητά την αιτούμενη θεραπεία αφού αναφέρει διαζευκτικούς ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να απουσιάζει η απαιτούμενη βεβαιότητα στην ποιότητα του μαρτυρικού υλικού.
- Η Ενόρκως Δηλούσα δεν αναφέρει την πηγή της εξουσιοδότησης της, δεν είχε κατά την σύναψη του ενοικιαστηρίου εγγράφου και της επιπρόσθετης συμφωνίας εξουσιοδότηση από τους υπόλοιπους προτιθέμενους διαδίκους συνεπώς δεν νομιμοποιείται να αξιώνει την προσθήκη των διαδίκων τούτων στην παρούσα υπόθεση.
- Οι Αιτούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν αδικία και βλάβη στον Καθ' ου η Αίτηση και θα επηρεαστούν δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα του (vested rights).
- Η Αίτηση της Αιτήτριας υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα χωρίς να δίδονται οποιοιδήποτε λόγοι που να αιτιολογούν την υπέρμετρη καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας και δει μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες και την αποκάλυψη ουσιωδών εγγράφων στο Δικαστήριο.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Λούκα Λουκαϊδη. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Καθ' ου η Αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική γνώση. Απορρίπτει την υπό εξέταση αίτηση και την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει. Ο κ. Λουκαϊδης ισχυρίζεται ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει την πηγή της εξουσιοδότησης της για την κατάρτιση του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.10.2017, αλλά ούτε και την εξουσιοδότησή της στην υπογραφή της επιπρόσθετης συμφωνίας μεταξύ τους, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ενοικιαστηρίου εγγράφου, αφού η μητέρα της απεβίωσε την 31.12.2013, πράγμα που γνώριζε κατά το χρόνο υπογραφής των συμφωνιών και δόλια αποκρύπτει από το Δικαστήριο, όπως το απέκρυψε και από τον ίδιο, με αποτέλεσμα να παραμένει αδιευκρίνιστο από πού έλαβε την εξουσιοδότηση για να προβεί στην παρούσα δήλωση της αλλά και πως γνωρίζει και πόσο καλά, τα γεγονότα που ενόρκως καταθέτει. Με τον τρόπο που η ενόρκως δηλούσα αναφέρει τα γεγονότα, δεν γίνεται αντιληπτή η θέση της, αν δηλαδή πρόκειται περί λάθους, απροσεξίας, παράλειψης, όλα τα πιο πάνω ή μέρος αυτών. Απουσιάζει η απαιτούμενη βεβαιότητα στην ποιότητα του μαρτυρικού υλικού που επισυνάπτεται, η οποία εν πάση περιπτώσει, έχει γίνει σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο από την καταχώριση της παρούσας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να καταλάβει τι πραγματικά συνέβη. Ο κ. Λουκαϊδης υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια επιδιώκει δύο θεραπείες με την ίδια αίτηση, οι οποίες δεν έχουν σχέση μεταξύ τους και δεν νομιμοποιείται στην αξίωση αυτή. Η μητέρα της απεβίωσε το 2013, εντούτοις η ίδια δεν έχει προχωρήσει σε οποιαδήποτε αίτηση διαχείρισης μέχρι και σήμερα, με αποτέλεσμα τα γεγονότα ως αναφέρονται να μην μπορούν να αποτελέσουν ικανοποιητική μαρτυρία για την πορεία της παρούσας υπόθεσης. Η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία, δεδομένης της παραδοχής της Αιτήτριας περί της άμεσης προσθήκης διαδίκων σ' αυτό το στάδιο και εκ των υστέρων, θα ήταν να αποσύρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, αφού δεν δύναται να θεραπευθεί εκ των υστέρων η λανθασμένη αναγραφή του ονόματος των Αιτητών στον τίτλο της Αίτησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν αδικία και βλάβη στον ίδιο και θα επηρεαστούν δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα του, καθ' ότι έχει παρουσιάσει ήδη την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του στο σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και στους Αιτητές, οι οποίοι σήμερα και μετά την καταχώρηση της, κρίνουν ότι λανθασμένα καταχώρησαν την παρούσα εναντίον του. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι, ουσιαστικά, επιδιώκουν να υπερκεράσουν την υπεράσπιση του, στερώντας του το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Επιπλέον, η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα, χωρίς να δίδονται οποιοιδήποτε λόγοι που να αιτιολογούν την υπέρμετρη καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας. Οι Αιτητές ουσιαστικά επέδειξαν σοβαρής μορφής αμέλεια μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας, καθ' ότι αν και είχαν κάθε σχετική πληροφορία στην κατοχή τους προ της καταχώρησης της, αλλά και κάθε ευκαιρία προς τούτο, δεν επέδειξαν το απαιτούμενο ενδιαφέρον και προσοχή για την ορθή καταχώρηση της ως άνω αίτησής τους. Περαιτέρω, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά και δεν προβάλλεται οποιαδήποτε εξήγηση που να δικαιολογεί με οποιοδήποτε τρόπο την καθυστέρηση που μεσολάβησε μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας. Η καταχώρηση Αίτησης εναντίον οποιουδήποτε, αναγκάζοντας τον να αποταθεί σε δικηγόρο, να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης και Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και η ανησυχία για την πορεία μιας Αίτησης, στην οποία στην πραγματικότητα δεν ευθύνεται, προκαλεί ταλαιπωρία, οικονομική και ψυχολογική, σε αντίθεση με τα όσα λέει η Αιτήτρια. Είναι άδικο και απαράδεκτο να ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι με την υπό εξέταση αίτηση, θα ενωθούν «οι ορθοί» διάδικοι, αφού από την μία παραδέχεται ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τους προτιθέμενους διαδίκους και από την άλλη λέει ότι είναι οι «ορθοί διάδικοι». Ο ενόρκως δηλών καλεί την Αιτήτρια να προσέλθει στο Δικαστήριο «με καθαρά χέρια» και να αποκαλύψει τους λόγους που κατά τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ τους, δεν επιθυμούσε την προσθήκη όλων των αναγκαίων κληρονόμων σ' αυτή. Υποστηρίζει ότι, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, απορρίψει την υπό εξέταση αίτηση, εκδικητική, απαράδεκτη και αρκετά καθυστερημένη, με έξοδα. Ιστορικό: Δικόγραφα: Προς ολοκλήρωσην της ενώπιον του Δικαστηρίου εικόνας για σκοπούς, πάντοτε, της υπό εξέταση αίτησης, σημειώνω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρίστηκε την 7.5.2020 και μ' αυτήν η Αιτήτρια εξαιτείται ως ακολούθως: «
- Απόφαση και/ή διάταγμα ανάκτησης κατοχής και/ή διάταγμα έξωσης και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τον Καθ' ου η αίτηση και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους αυτού και/ή παντός άλλου προσώπου κατέχοντος την οικία όπως εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του υποστατικού και/ή του καταστήματος που ενοικιάζει η Αιτήτρια στον Καθ' ου η αίτηση στην οδό [ ] 9, [ ], Άγιος Δομέτιος, Λευκωσίας, διότι αυτό απαιτείται λογικώς λόγω ιδιοκατοίκησης και/ή ιδιόχρησης της Αιτήτριας.
- Ενδιάμεσα ενοίκια και/ή οφέλη εναντίον του Καθ' ου η αίτηση €300 μηνιαίως από ημερομηνία επιστολής τερματισμού ενοικίασης ημερ 25.2.2020 και/ή ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης κατοχής του αναφερόμενου υποστατικού και/ή καταστήματος στην Αιτήτρια.
- Έξοδα αιτήσεως, έξοδα επίδοσης πλέον 19% ΦΠΑ επί των εξόδων.
- Νόμιμο τόκο επί κάθε οφειλομένου ποσού από την ημερομηνία που κατέστει τούτο οφειλόμενο και/ή απαιτητό και/ή προπληρωτέο, πλέον νόμιμο τόκο επί κάθε οφειλομένου ποσού ως ενδιάμεσα ενοίκια και/ή οφέλη από ημερομηνία επιστολής τερματισμού ενοικίασης ημερ 25.2.2020 και/ή ημερομηνία παράδοσης ελεύθερης κατοχής του αναφερόμενου υποστατικού και/ή καταστήματος στην Αιτήτρια.
- Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις.» Η Αιτήτρια ενάγει ως η ιδιοκτήτρια κατοικίας δύο υπνοδωματίων που βρίσκεται στην οδό [ ] 9, [ ], Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία. Ο Καθ' ου η Αίτηση ενάγεται ως ο θέσμιος ενοικιαστής αυτής. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρισε Απάντηση και Ανταπαίτηση την 27.5.2020, με την οποία, μεταξύ άλλων, απορρίπτει την ιδιότητα της Αιτήτριας και λέγει ότι η πραγματική ιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας είναι η μητέρα της Αιτήτριας. Ισχυρίζεται ότι η συμφωνία των μερών εξ' αρχής, ήταν να επιδιορθώσει ο ίδιος την επίδικη κατοικία ώστε να καταστεί κατοικήσιμη και η μακροχρόνια ενοικίαση. Ο Καθ' ου η Αίτηση ανταπαιτεί ποσό €3.000 για τις εργασίες που διεξήγαγε στην επίδικη οικία, αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίες, τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκο και έξοδα. Η Αιτήτρια καταχώρισε Ανταπάντηση στην Απάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση, την 12.6.
- Διαδικασία: Καταχωρήθηκαν Κλήσεις για Οδηγίες και Παραρτήματα και από τις δύο πλευρές, δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί πλήρως. Η ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας, δεν έχει αρχίσει. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί ενδιάμεσο αίτημα, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Νομική πτυχή: Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Διαταγή 9 - Αντικατάσταση / προσθήκη διαδίκου: Σχετική με την υπό εξέταση αίτηση είναι η Διαταγή 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, η υπό εξέταση αίτηση. Οι θεσμοί 2 και 10 αυτής προνοούν ως ακολούθως: "
- Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just." "
- No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice." Οι αντίστοιχοι παλαιοί Αγγλικοί θεσμοί είναι οι Order 16 rule 2 και Order 16 rule 11, αντίστοιχα, οι οποίοι είναι πανομοιότυποι, πλην της απουσίας από το Order 16 rule 2 της φράσης "consenting thereto". Στο Annual Practice 1956, σελίδα 237, στις υποσημειώσεις κάτω από το Order 16 rule 2, αναφέρονται τα εξής: «Generally - Rule 11, infra must be read herewith, and so the person sought to be added or substituted must consent in writing (Tryon v. National etc. Institution, 16 Q.B.D. p. 680; ''The Duke of Buccleuch'' [1892] p. 201). See also r. 11, (n.) 'Consent of Person added.'» Στη σελίδα 238 αναφέρονται τα εξής: «'Upon such terms as may be just' - Similar words are used in r.11 and in O. 28 r.
- Amendment is an indulgence, and the applicant will generally have to pay the costs of and occasioned by the amendment. But in cases of adding a plaintiff, plaintiff may be ordered to bear all the costs of the action up to the time of the joinder of the added plaintiff ...» Στη σελίδα 257 στις υποσημειώσεις κάτω από το Order 16 rule 11, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Adding Plaintiffs Procedure - Consent of Person Added - The words of the Rule are explicit and the consent of the person to be joined must be in writing signed by him (The Duke of Buccleuch [1892] p. 211, Wooton v. Joel [1920] W.N. 28), the signed consent of his solicitor is insufficient (Fricker v. Van Grutten, [1986] 2 Ch. 649)". Στην υπό εξέταση αίτηση επιζητείται η προσθήκη διαδίκου ως Αιτητών 2 και
- Είναι απαραίτητη η γραπτή συγκατάθεση των προτεινόμενων διαδίκων, δηλαδή των κ.κ. Ιάκωβου και Χριστόδουλου Ταραπουλούζη. Τέτοια συγκατάθεση δεν επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Κρίνεται ότι η υπογραφή υπό των προτεινόμενων Αιτητών, Τύπου Διορισμού Δικηγόρου, δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση της προσκόμισης εγγράφου με λεκτικό συγκατάθεσης. Κρίνεται επίσης ότι η Βεβαίωση η οποία προσκομίστηκε, αφορά στην προώθηση της υπόθεσης υπό της υφιστάμενης Αιτήτριας και όχι στην προσθήκη των προτεινόμενων Αιτητών ως διαδίκων. Κρίνω ότι δεν υπάρχουν οι συγκαταθέσεις των προτεινόμενων Αιτητών για να καταστούν διάδικοι. Αναφορικά με την παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου των αναγκαίων διαδίκων, στην αυθεντία Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το θέμα κατά πόσον, σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, κρίνεται σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LTD. κ.ά. ν. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772, ο έντιμος Δικαστής κ. Π. Καλλής είπε, (σελ. 778): «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society
(1890)44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co.
(1895)2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. McIlwraith & Co.
(1896)2 Q.B. 464, CA, Ideal Films Ltd. v. Richards
(1927)1 KB 374, C.A., Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688).» Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι προτεινόμενοι Αιτητές 2 και 3, είναι αναγκαίοι διάδικοι και ήταν αναγκαίοι διάδικοι κατά το χρόνο καταχώρισης της κυρίως Αίτησης (βλέπετε σχετικά Bamaadan v. Esther Shipping Co. Ltd. and Another
(1983)1 C.L.R.211 και Hellenic Bank v. Kosma
(1984)1 C.L.R. 53). Είναι η κρίση μου ότι, εκ πρώτης όψεως αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και γενικώς, ως θέμα αρχής με βάση τη σχετική νομολογία, όλοι οι συνιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας, θα πρέπει να περιλαμβάνονται στον τίτλο Αγωγής ή Εναρκτήριας Αίτησης, ως αναγκαίοι διάδικοι και συνεπώς, οι προτεινόμενοι Αιτητές θα πρέπει να προστεθούν στον τίτλο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως Αίτησης ως αναγκαίοι διάδικοι. Αναφορικά με το κώλυμα που επισημάνθηκε πιο πάνω, δηλαδή της απουσίας της συγκατάθεσης των προτεινόμενων διαδίκων, υπό το φως της αυθεντίας Cyproman Services Ltd. v. Martin John Coward, Πολιτική Έφεση αρ. 140/12, απόφαση ημερομηνίας 4.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A162 [2], το Δικαστήριο δύναται να εγκρίνει το αίτημα και να εκδώσει σχετικό Διάταγμα εφόσον ικανοποιείται για την ανάγκη προσθήκης των προτεινόμενων Αιτητών 2 και 3, υπό τον όρο ότι θα κατατεθούν η απαιτούμενες συγκαταθέσεις εντός ευλόγου χρόνου που θα προσδιορισθεί από το Δικαστήριο. Διαταγή 25: Ο θεσμός 7 της Διαταγής 25, όπως τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018, προνοεί τα εξής: «7. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.» Οι θεσμοί 1, 5 και 6 της Διαταγής 25, προνοούν ως ακολούθως: «1.
(1)Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ' αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγομένος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνεται εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» «
- To Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» «
- Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.» Εφόσον η Κλήση για Οδηγίες καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, η υπό εξέταση αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες του θεσμού 1
(3)της Διαταγής 25, όπου ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα. Η Αιτήτρια πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δύναται να επιτρέψει εξαίρεση, διότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης ή επειδή πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Νομολογία: Υπάρχει σωρεία νομολογίας η οποία ερμήνευσε τη Διαταγή 25 ως είχε πριν την αντικατάσταση της αρχικά το 2014 και στη συνέχεια με τις μετέπειτα τροποποιήσεις και έθεσε τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τροποποίηση δικογράφου. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από τη σωρεία των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται το θέμα της τροποποίησης δικογράφου, όπως και από Αγγλικές αυθεντίες και συγγράμματα. Αναφέρω ενδεικτικά: Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd. and Another
(1979)1 C.L.R. 542, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1E A.A.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου ν. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264, Astor Co. κ.ά. ν. Α. & G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, Στέλλα Λάμπρου v. Λάμπρου Λάμπρου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1092, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά.,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Compania Naviera Iris S.A. κ.ά.v. Andrenal Shipping Co. Ltd. κ.ά.,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1838, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation,
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543, Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393, Clarapede v. Commercial Union Association 32 W.R. 262, Steward v. North Metropolitan Tramways Company (1885 - 86) 16 Q.B. p. 556, Associated Leisure Ltd. and Others v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All ER 754, Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 128, 130, 379 και 685, Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82. Ως γενικός κανόνας, η τάση πριν το 2014, όπως φαίνεται από την νομολογία, ήταν να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη υπόθεση, ακόμα και όταν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τροποποίηση έπρεπε και πρέπει να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν είναι η υπόθεση κατάλληλη, δηλαδή εάν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, συνεκτιμούνταν και εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψην και να ζυγίζονται, οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της άλλης πλευράς, η ανάγκη διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, η ύπαρξη ή μη κακής πίστης από πλευράς του αιτούντος, η ανάγκη κάλυψης πραγματικής και σημαντικής ανάγκης του αιτούντος. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτούντα, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για τροποποίηση. Εάν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της άλλη πλευράς. Όλοι οι παράγοντες είναι σχετικοί αλλά κανένας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας από μόνος του. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι σχετικός παράγων σε αιτήσεις για τροποποίηση αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Λαμβάνονται υπόψη κάθε φορά οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα από το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση. Στη σελίδα 128, κάτω από την επικεφαλίδα 'Amendment with leave - time to amend' αναφέρονται τα ακόλουθα: «Again, at the trial, leave to amend may be granted, when to do so will not cause injustice to the other side, and on proper terms as to costs, and the adjournment of the trial, if necessary. As a rule, leave to amend at the trial will not so readily be given, especially where the necessity for such amendment was obviously apparent long before the trial and was not then asked for or where the amendment would involve a complete change in the nature of the claim or the whole character of the action, or setting up an entirely different claim from that which the defendant came to meet or the raising of an entirely new ground of defence or counterclaim, and an amendment will not be allowed at the trial which for the first time introduces a charge of fraud. Nevertheless, even where the amendment is substantial so as completely to change the plaintiff's cause of action or nature of claim, leave to amend may be given on proper terms.» Στη σελίδα 130, κάτω από την επικεφαλίδα 'Amendments not allowed', αναφέρονται τα ακόλουθα: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising 'the real question in controversy between the parties' and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.» Στο σύγγραμμα Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court has wide powers of amendment and it seems will exercise those powers to permit amendment where possible. Amendment may be allowed at any stage of the proceedings, whether before, at, or after the trial, or even after judgement or on appeal.» Ως καθαρά διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό, η νέα Διαταγή 25, στο θεσμό 1
(1),
(2)και
(3), περιλαμβάνει τρία ξεχωριστά, τόσο χρονικά όσο και διαδικαστικά, στάδια, στα οποία επιτρέπεται, με συγκεκριμένο τρόπο, η τροποποίηση δικογράφου. Είναι η κρίση μου ότι η γενικότερη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως αυτή έχει καταγραφεί στις πιο πάνω αυθεντίες, έχει περιοριστεί, με την έννοια ότι ασκείται αυστηρώς εντός των πλαισίων της Διαταγής στο κάθε ένα από τα τρία στάδια και στο βαθμό και την εμβέλεια που καθορίζει αυτή τούτη η Διαταγή
- Οι πιο πάνω αυθεντίες εξακολουθούν να αποτελούν καθοδήγηση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εντός όμως των παραμέτρων της Διαταγής 25 ως αυτή έχει πλέον διαμορφωθεί. Το στάδιο στο οποίο ασκείται, ουσιαστικά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είναι το τρίτο στάδιο, όπου το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο να διακρίνει και να αποφασίσει εάν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή, σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, εάν όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Ευρήματα: Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε 6 μήνες μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και την καταχώριση της Απάντησης και Ανταπαίτησης. Αυτό από μόνο του δεν είναι μοιραίο για την τύχη της υπό εξέταση αίτησης. Η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Η Κλήση για Οδηγίες καταχωρίστηκε 4 μήνες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Ακολουθώντας τη σχετική νομολογία, εφαρμόζοντας τους Κανονισμούς και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δύναται να επιτραπεί με βάση την νομολογία και ότι μ' αυτήν θα ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι. Όμως, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η υπό εξέταση αίτηση πάσχει, για δύο λόγους. Αφενός, ενόψει και του ότι δεν φαίνεται πως πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, η Αιτήτρια θα έπρεπε να δείξει ότι το αίτημα της αφορά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης. Η Αιτήτρια δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά καλόπιστου λάθους στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Αφετέρου, η υπό εξέταση αίτηση δεν περιλαμβάνει αίτημα τροποποίησης του σώματος της κυρίως Αίτησης, ώστε να περιληφθεί δικογράφηση που αφορά στους προτεινόμενους Αιτητές. Δεν υπάρχει αίτημα όπως η πληροφόρηση η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και αφορά στη σχέση των προτεινόμενων Αιτητών με τα επίδικα θέματα και τους υφιστάμενους διαδίκους, προστεθεί δια τροποποιήσεως στο σώμα της κυρίως Αίτησης. Έτσι, ουσιαστικά δεν προτείνεται τροποποίηση ώστε να γίνεται αναφορά στο αγώγιμο δικαίωμα των προτεινόμενων Αιτητών 2 και
- Η υπό εξέταση αίτηση αναφέρεται και αιτείται, μόνο στην τροποποίηση του τίτλου της κυρίως Αίτησης. Απόφαση: Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα στην κλίμακα έως €500.- και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «Γενικά ομιλούντες, η μη προσθήκη αναγκαίου διαδίκου δεν αποβαίνει μοιραία για την αξίωση, όπως αναδεικνύει η ίδια υπό αναφορά δικονομική πρόνοια, Δ.9, θ.10, και το Δικαστήριο μπορεί να επιλύσει την επίδικη διαφορά στο βαθμό που αφορά στα δικαιώματα και συμφέρονται των μερών που ευρίσκονται ήδη ενώπιον του. Παρέχεται δε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης ή ακόμα και αυτόβουλα να προβεί στη συνένωση προσώπου ως διαδίκου εφόσον η παρουσία του κρίνεται αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του (Μαυρογένη v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2) κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034, Perihan v. Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (αρ.1)
(2007)1 Α.Α.Δ.1213). Η εν λόγω δικονομική πρόνοια δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εισαγωγή προσώπου ως ενάγοντα τη «νόμιμη εξουσιοδότηση» του, όπως θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ό,τι ρητά απαιτείται είναι η συγκατάθεση του (consent). Όπου, το Δικαστήριο ικανοποιείται, στα πλαίσια εκδίκασης μία υπόθεσης, για την ανάγκη προσθήκης ενός προσώπου ως ενάγοντα, δεν πρέπει να αρνείται την έκδοση σχετικού διατάγματος απλά και μόνο επειδή δεν παρουσιάζεται η συγκατάθεση του αναγκαίου διάδικου κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά θα πρέπει να επιτρέπεται η προσθήκη υπό τον όρο ότι θα κατατεθεί η απαιτούμενη συγκατάθεση, παρέχοντας προς τούτο εύλογο χρόνο, (βλ. Wootton v. Joel 36 T.L.R. 193, Jackson Machines Ltd. v. Michaluk, 1921 CanLII 175 (SK CA)).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο