ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ν. ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αίτηση Αρ.: Κ25/20, 5/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2021:42 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ.: Κ25/20 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, από τη Λευκωσία, [ ] Αιτητή και ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, από τη Λευκωσία, [ ] Καθ' ης η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------------- 5.2.2021 Για τον Αιτητή: κ. Τζ. Μπετίτο Για την Καθ' ης η Αίτηση: κα. Αλ. Μαρκίδου για κ.κ. Καρύδης & Καρύδης Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 29.9.2020, ο Αιτητής εξαιτείται ως ακολούθως: «Α) Όπως η εκτέλεση του Διατάγματος και/ή της απόφασης ημερ. 30/1/20 που εξεδόθη στην Ε100/2018 ανασταλεί μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου και/ή μέχρι ότου εκδικασθεί η αίτηση με αριθμό Κ25/2020 για αναθεώρηση της απόφασης. Β) Όπως η εκτέλεση του εντάλματος εκποίησης της κινητής περιουσίας του καθ' ου η αίτηση 1 το οποίο εκδόθηκε με βάση την απόφαση στην Ε100/18 του Δικαστηρίου ημερ. 30/1/2020 ανασταλεί μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου και/ή μέχρι ότου εκδικασθεί η αίτηση με αριθμό Κ25/2020 για αναθεώρηση της απόφασης. Γ) Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία την οποία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιαν υπό τας περιστάσεις. Δ) Έξοδα.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1, 2, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρο 32, στους Δικονομικούς Κανονισμούς, στους κανόνες της Επιείκειας (Equity), στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς και στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 1983 - 2001, άρθρο 6 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Χαράλαμπου Νικηφόρου, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Αιτητής στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Την 30.1.2020 εκδόθηκε Απόφαση εναντίον του στην υπόθεση αρ. Ε100/2018, με την οποία διατάσσεται όπως εκκενώσει και παραδώσει στην Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα (εν τοις εφεξής «η Καθ' ης η Αίτηση»), κενή και ελευθέρα κατοχή του καταστήματος επί της οδού Αρχιεπισκόπου Κυπριανού 47Α, Λακατάμεια, 2312, Λευκωσία (εν τοις εφεξής «το επίδικο κατάστημα») και όπως καταβάλει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα, τα κάτωθι ποσά: (α) €3.000 καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από Σεπτέμβριο 2019 έως Ιανουάριο 2020 προς €600.- μηνιαίως, εντόκως προς 3,5% από 12.9.2018 έως 31.12.2018 και 2% ετησίως από 1.1.2019 μέχρις εξοφλήσεως. (β) €600.- μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 1.2.2020 μέχρι παράδοσης της κατοχής, εντόκως προς 2% ετησίως επί εκάστου ποσού εκ €600.- από την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο μέχρις εξοφλήσεως. (γ) Έξοδα ως θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €2.000 - €10.000, πλέον €29.- έξοδα έκδοσης της απόφασης, πλέον Φ.Π.Α. Η εκτέλεση του Διατάγματος ανεστάλη αρχικά από την 30.1.2020 μέχρι και την 29.2.2020 και, νοουμένου ότι την ή μέχρι την 29.2.2020 εξοφλούντο τα ποσά των οφειλόμενων ενοικίων και του ενδιαμέσου οφέλους για το μήνα Φεβρουάριο 2020, τότε θα ανεστέλλετο περαιτέρω από μήνα σε μήνα για την υπόλοιπη περίοδο των 6 μηνών, δηλαδή έως 31.7.2020, νοουμένου ότι την πρώτη ημέρα εκάστου επομένου μηνός, αρχής γενομένης την 1.3.2020, με 7 μέρες χάρη, ο Αιτητής θα κατέβαλλε στην Καθ' ης η Αίτηση τα ενδιάμεσα οφέλη, ως ανωτέρω. Ο κ. Νικηφόρου κατέθεσε ότι η Καθ' ης η Αίτηση πρόβαλε μέσα από την αγόρευση των δικηγόρων της, τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος όφειλε την 2.12.2019, ημέρα κατά την οποία δόθηκαν οι γραπτές αγορεύσεις, τα ενοίκια για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο
- Ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι ψευδής. Υποστήριξε ότι την 2.12.2019, ημέρα κατά την οποία δόθηκαν στο Δικαστήριο οι γραπτές αγορεύσεις από τους δικηγόρους των μερών, δεν όφειλε τα ενοίκια Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2019, ενώ είχε καταβάλει και το ενοίκιο για τον Νοέμβριο 2019, στις 6.12.
- Την ίδια ημέρα κατέβαλε επίσης μέρος του ενοικίου για το μήνα Δεκέμβριο. Η πληρωμή έγινε με δύο ισόποσες δόσεις των €478.- ήτοι συνολικά το ποσό των €956.- Στις 10.1.2020 κατέβαλε το ποσό των €200.- προς εξόφληση του ενοικίου για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο
- Περαιτέρω, κατέβαλε το ποσό της εισφοράς για την Άμυνα και το ΓΕ.Σ.Υ. για λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση. Όλες οι πληρωμές έγιναν με έμβασμα από το λογαριασμό του κ. Νικηφόρου στο λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση, όλες οι πληρωμές για την εισφορά Άμυνας και ΓΕ.Σ.Υ., καταβάλλονται από τον ίδιο για λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση και το ποσό το οποίο καταβάλλει ως εισφορά, το αφαιρεί από το ποσό του ενοικίου το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €600.- Στην αγόρευση τους οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, ισχυρίστηκαν ότι ο Αιτητής όφειλε τα ενοίκια για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2019, ισχυρισμός ο οποίος συνιστά ψευδείς παραστάσεις και/ή ουσιώδες λάθος. Η αγόρευση της Καθ' ης η Αίτηση δεν είχε δοθεί εκ των προτέρων στους δικηγόρους του Αιτητή, αν και τους είχε ζητηθεί, ώστε να διαφανεί ο ισχυρισμός αυτός και να απαντηθεί. Αντίγραφο της δόθηκε την ίδια ώρα που δόθηκε στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός αυτός να μείνει αναπάντητος και να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Σημειώνω ότι ο Αιτητής παραπονείται για ψευδείς παραστάσεις ή ουσιώδες λάθος στην αγόρευση των συνηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση, όχι για ψευδείς παραστάσεις ή ουσιώδες λάθος στη μαρτυρία η οποία είχε προσφερθεί και επί της οποία εδράζεται απόφαση εκδοθείσα υπό του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος του Αιτητή, με επιστολές του ημερομηνίας 21.2.2020 και 28.2.2020, ενημέρωσε τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση ότι ο πελάτης του δεν όφειλε το ποσό των €3.000 ως καθυστερημένα ενοίκια για τους μήνες Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο 2019 και Ιανουάριο 2020, εφόσον αυτοί είχαν πληρωθεί, αλλά το ποσό που πραγματικά όφειλε, ήταν €243,31 και μπορούσε να καταβληθεί άμεσα. Στις επιστολές επισυνάφθηκαν σχετικές αποδείξεις. Περαιτέρω, στην επιστολή ημερομηνίας 28.2.2020, ο δικηγόρος του Αιτητή ενημέρωσε τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, ότι το ενοίκιο για το μήνα Φεβρουάριο 2020, είχε καταβληθεί στις 27.2.
- Ο κ. Νικηφόρου κατέθεσε ότι ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε πως οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση επέμεναν να απαιτούν ολόκληρο το ποσό των €3.000 ως η απόφαση ημερομηνίας 30.1.2020 και δεν αποδέχονταν τις αποδείξεις που τους είχαν προσκομιστεί. Επανέλαβε ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης την 30.1.2020, όφειλε μόνο το ενοίκιο για το μήνα Ιανουάριο 2020, το οποίο στη συνέχεια κατέβαλε στις 7.2.
- Στις 27.2.2020, κατέβαλε το ενδιάμεσο όφελος για το μήνα Φεβρουάριο
- Ο Αιτητής παρέθεσε αναλυτικά τις πληρωμές του, βάσει των αποδείξεων, από τις οποίες προκύπτει, όπως ισχυρίστηκε, ότι κατέβαλε απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση, το ποσό των €2.790, απευθείας στο Τμήμα Φορολογίας το ποσό των €306,69 και το ποσό των €260.- για αντικατάσταση γυψοσανίδας. Έτσι, το ποσό που πραγματικά οφείλει είναι €243,31 και δεν αρνήθηκε να το καταβάλει. Λόγω της πανδημίας, ανέστειλε τις εργασίες του κατά ή περί την 11.3.2020, μέχρι τα τέλη Μαΐου, οπότε επετράπη η επαναλειτουργία της επιχείρησης αναγνωστηρίου και/ή μελετηρίου για παιδιά, την οποία διατηρεί. Λόγω της αναστολής των εργασιών του, δεν κατέβαλε το ενοίκιο για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο, ενώ κατέβαλε το ενοίκιο για τον Ιούνιο. Παρέδωσε δε το επίδικο στην Καθ' ης η Αίτηση κατά ή περί την 29 Ιουνίου (αντιλαμβάνομαι ότι το έτος είναι λανθασμένο, ως γραμματικό λάθος). Ο Αιτητής είπε ότι πριν παραδώσει το υποστατικό, είχε συνομιλίες με την Καθ' ης η Αίτηση για να του δώσει νέα ενοικίαση του επίδικου και συμφώνησαν ως ενοίκιο το ποσό των €700.- Η Αιτήτρια του έθεσε μετά ως όρο να της αποπληρώσει το ποσό των €3.000 ως η απόφαση, ενώπιον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, οι οποίοι είναι οι γονείς του και ήταν παρόντες στις διαβουλεύσεις τους για την νέα ενοικίαση και, ενώ παραδέχθηκε ότι δεν της οφείλει τα ενοίκια από Σεπτέμβριο 2019 έως Ιανουάριο 2020, ισχυρίστηκε ότι δικαιούται να εισπράξει το ποσό αυτό επειδή είναι η απόφαση του Δικαστηρίου. Ο κ. Νικηφόρου κατέθεσε ότι την εβδομάδα πριν ορκιστεί την ένορκο δήλωση του, Δικαστικός επιδότης επικοινώνησε με τους γονείς του για να εκτελέσει ένταλμα εκποίησης της κινητής περιουσίας τους. Η Αίτηση Ε100/18 είχε απορριφθεί εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, δηλαδή των γονέων του και επιδικάστηκαν έξοδα προς όφελος τους και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα. Ο ενόρκως δηλών θεώρησε ότι αυτό ήταν καλόπιστο λάθος του Δικαστικού επιδότη. Επικοινώνησε προσωπικά με τον επιδότη, ως και ο δικηγόρος του και πληροφορήθηκαν την ύπαρξη του εντάλματος εκποίησης της κινητής του περιουσίας, για το ποσό των €3.000, ως καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από Σεπτέμβριο 2019 έως Ιανουάριο 2020, πλέον τόκο και για ποσό €600.- ως ενδιάμεσα οφέλη για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο, πλέον έξοδα €1.906, πλέον πραγματικά έξοδα. Η Καθ' ης η Αίτηση είχε προβεί σε ένορκο δήλωση για υποστήριξη της αίτησης της για εκποίηση της κινητής του περιουσίας και ορκίστηκε ψευδώς ότι οφείλει μέχρι σήμερα το ποσό των €3.
- Ο Αιτητής προτίθεται να την καταγγείλει στην Αστυνομία για ψευδή ένορκο δήλωση. Εν τω μεταξύ, η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει καταβάλει τα έξοδα των γονέων του στην Ε100/18, ως θα υπολογισθούν και ο ίδιος, οι γονείς του και ο δικηγόρος του, συμφωνούν και αποδέχονται το ποσό αυτό να συμψηφιστεί με το ποσό που πραγματικά οφείλει ο Αιτητής στην Καθ' ης η Αίτηση. Είναι η θέση του ότι υπάρχει επείγον θέμα προς εκδίκαση, έχει καλή υπόθεση και θα ήταν προς όφελος όχι μόνο δικό του, αλλά και της δικαιοσύνης, να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Εάν το αιτούμενο Διάταγμα δεν εκδοθεί άμεσα, θα εκτελεστεί το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας εναντίον του, για ποσό που δεν οφείλει. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση καταχωρίστηκε την 3.11.2020 και αυτή βασίζεται στα άρθρα 1 - 11 και 12(α) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού 1983, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 1983, άρθρα 1-7, 11, 16, 27, 29-31, 34, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.34, Δ.35, Δ.39, Δ.40, Δ.41, Δ.42Α, Δ.43, Δ.43Α, Δ.48 θθ.1-3, 4-7, 8 και 9, Δ.54, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 29, 31, 32 και 47, την νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή η νομική της βάση είναι ανεπαρκής για να αιτιολογήσει την αιτούμενη θεραπεία χωρίς πιθανότητα επιτυχίας και/ή δεν έχει οποιοδήποτε νομικό και πραγματικό υπόβαθρο και έρεισμα.
- Η Αίτηση αντιβαίνει των προνοιών Δ.48 ΘΘ.1 και 2
(1), το λεκτικό της Αίτησης είναι γενικό και/ή ασαφές και/ή δεν εκθέτει καθαρά την φύση της παράκλησης και/ή του διατάγματος που ζητείται εφόσον ο Αιτητής στο αιτητικό Α. της Αίτησης αναφέρεται γενικά σε «αναστολή της εκτέλεσης του Διατάγματος και/ή της απόφασης ημερ. 30/01/2020 που εξεδόθη στην αίτηση υπ' αριθμό Ε100/2018..» χωρίς καθορισμό σε ποιο μέρος της εν λόγω απόφασης αιτείται την αναστολή.
- Η διαδικασία στην αίτηση υπ' αριθμό Ε100/2018 διεξήχθη νομότυπα και ακολουθήθηκε η κανονική διαδικασία με βάση τον Νόμο και τους Θεσμούς. Το Διάταγμα και/ή η απόφαση ημερομηνία 30/01/2020 (η «Απόφαση») εκδόθηκε νομότυπα, είναι τελεσίδικη (conclusive), εκδόθηκε στην παρουσία του Αιτητή και ακολουθήθηκε η κανονική διαδικασία με βάση το Νόμο και τους Θεσμούς. Συγκεκριμένα καταχωρήθηκε από τον Αιτητή Απάντηση, Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων (δια της οποίας δεν αποκάλυψε οποιαδήποτε έγγραφα), Απαντητικό Τύπος 20 Παραδοχής Γεγονότων και Ένορκη Μαρτυρία.
- Έχει αποφασισθεί τελειωτικά η ουσία της επίδικης διαφοράς στην αίτηση υπ' αρ. Ε100/2018 και η Απόφαση περιλαμβάνει εύρημα μετά από ολοκληρωμένη παρουσίαση μαρτυρίας έκαστης πλευράς, και δεν μπορεί εκ των υστέρων ο Αιτητής να αμφισβητεί τέτοιο εύρημα ως προς τα οφειλόμενα ενοίκια.
- Η Καθ' ης η Αίτηση έχει αποκαλύψει στην αίτηση υπ' αριθμό Ε100/2018 όλα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία ήταν συναφή με τα επίδικα θέματα και μάλιστα με πλήρη αποκάλυψη εγγράφων και καταχώρηση τεκμηρίων στην προσαχθείσα μαρτυρία της και η όλη διαδικασία μέχρι την έκδοση της Απόφασης αλλά και κατά την έκδοση του Εντάλματος Εκποίησης Κινητής Περιουσίας αργότερα ήταν η πρέπουσα και όπως προβλέπεται στους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς. Το ζήτημα της καταβολής κάθε ποσού από τον Αιτητή ως προς τα μηνιαία ενοίκια δεν έχει αποκρυβεί από την Καθ' ης η Αίτηση και αυτό είναι φανερό από την ανάγνωση της Ένορκης Μαρτυρίας της ημερομηνίας 09/05/2019 στην αίτηση υπ' αρ. Ε100/2018 όπως και από την Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 12/03/2020 και τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 15/05/2020 που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση Εντάλματος Εκποίησης Κινητής Περιουσίας ημερομηνίας 12/03/
- Η απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση αφορούσε μεταξύ άλλων τα καθυστερημένα υπόλοιπα οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από 01/03/2018 μέχρι και 01/07/2019 καθώς και το ποσό των €800,00 ως νομίμως οφειλόμενα καθυστερημένα μηνιαία ενοίκια και/ή διαφυγόντα κέρδη μέχρι της υπό της Αιτήτριας ανάκτησης κενής και ελεύθερης κατοχής του επίδικου καταστήματος. Στις Γραπτές Αγορεύσεις των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση νομίμως παρατέθηκε ότι οφείλονται οι μήνες Σεπτέμβριος, Οκτώβριος και Νοέμβριος του
- Δεν έχει αποδειχθεί από τον Αιτητή ότι δεν όφειλε ή δεν οφείλει καθυστερημένα υπόλοιπα οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2019 τόσο κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης Απόφασης, όσο και κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης ενώ δεν δικαιολογείται η αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση της Απόφασης, καθότι τα καθυστερημένα οφειλόμενα ενοίκια και/ή διαφυγόντα κέρδη που αποτελούσαν τη νομική της βάση για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2019 παραμένουν μέχρι σήμερα οφειλόμενα.
- Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας και της κυρίως αίτησης και η συμπεριφορά του Αιτητή ισοδυναμεί με περιφρόνηση του Δικαστηρίου και της Δικαιοσύνης.
- Η παρούσα Αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).
- Δεν προβάλλονται και δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε ουσιαστικοί λόγοι που να δικαιολογούν αναθεώρηση της Απόφασης στην αίτηση υπ' αριθμό Ε100/2018 ούτε και το παρόν Δικαστήριο μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του.
- Εάν τα προσωρινά διατάγματα γίνουν απόλυτα, η Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και θα αποστερηθεί χωρίς ουσιαστικό λόγο, τους καρπούς της εν τέλει επιτυχίας της που απορρέουν από την έκδοση της Απόφασης χωρίς μάλιστα ουδεμία αιτιολογία ως προς την εκ των υστέρων παρουσίαση ισχυριζόμενων εξοφλήσεων και αποπληρωμών και/ή οποιοδήποτε άλλο επαρκή λόγο που να αιτιολογεί την παραμονή σε ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης και/ή οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων και/ή της υπό κρίση Αίτησης θα προκαλέσει στην Καθ' ης η Αίτηση ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά την οποία όπως προκύπτει από την μέχρι σήμερα συμπεριφορά του Αιτητή δεν θα ανακτήσει.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση ή συνέχιση ισχύος του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 5/20/2020 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και αναστολή εκτέλεσης του εκδοθέντος Εντάλματος Εκποίησης της κινητής περιουσία το οποίο εκδόθηκε με βάση την Απόφαση και ιδίως: α) Ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία επί της κυρίως Αιτήσεως. Περαιτέρω η κυρίως Αίτηση είναι αντικανονική και/ή ελλιπής και/ή φέρει λανθασμένο τύπο και/ή εγείρεται κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 (2/1983) και του άρθρου 6 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 δια το λόγο ότι δεν ακολουθήθηκαν τα όσα προνοεί ο σχετικός κανονισμός για τον Τύπο 2, δεν περιλαμβάνονται λεπτομέρειες σε σχέση με την αναθεώρηση και/ή ακύρωση του Διατάγματος και/ή δεν διευκρινίζεται και/ή καθορίζεται ο λόγος για τον οποίο επιδιώκεται η αιτούμενη αναθεώρηση και/ή ακύρωση. β) Δεν συντρέχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί με σχετική και ικανοποιητική μαρτυρία η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν συνεχίσει να ισχύει το προσωρινό Διάταγμα. γ) Ο Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή απέκρυψε και/ή προσπάθησε εκ των υστέρων εντέχνως και ανεπιτυχώς να διαφοροποιήσει, γεγονότα στην προσπάθεια του μονομερούς εξασφάλισης του προσωρινού Διατάγματος. δ) Ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι δεν όφειλε ή δεν οφείλει καθυστερημένα ενοίκια είτε κατά την έκδοση της Απόφασης είτε κατά την καταχώρηση της κυρίως Αιτήσεως του για αναθεώρηση της Απόφασης ημερομηνίας. 16/09/2020 είτε κατά την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης ημερομηνίας 29/09/2020 ώστε να δικαιολογείται η αναθεώρηση της Απόφασης στην αίτηση υπ' αριθμό Ε100/2018, η νομική βάση της οποίας ήταν τα καθυστερημένα ενοίκια και/ή διαφυγόντα κέρδη για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2019 τα οποία παραμένουν οφειλόμενα μέχρι σήμερα. ε) Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση του αιτήματος αναθεώρησης της Απόφασης. Ο Αιτητής όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο
- και
- της Ένστασης θεωρεί ότι από τις 2/12/2019 δεν οφείλει το ενοίκιο για το μήνα Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο
- Η μακρά αυτή καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και της κυρίως Αίτησης παρέμεινε πλήρως αναιτιολόγητη.
- Η ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την Αίτηση δεν αποκαλύπτει ούτε και εξειδικεύει τα ερείσματα στα οποία εντοπίζεται η καλή βάση και/ή οι πιθανότητες επιτυχίας της κυρίως Αίτησης αναθεώρησης υπ' αριθμό Κ25/
- Η Καθ' ης η Αίτηση αιτείται την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 05/10/2020 και την απόρριψη της Αίτησης ημερομηνίας 29/09/2020 με έξοδα υπέρ της, αρνείται τα αιτούμενα διατάγματα Α) και Β) της αίτησης ημερομηνίας 29/09/2020 και αρνείται και απορρίπτει τις παραγράφους 3 έως 25 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την εν λόγω Αίτηση.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της κας. Ολυμπίας Παπαναστασίου, από τη Λευκωσία. Η κα. Παπαναστασίου λέγει ότι είναι η Καθ' ης η Αίτηση και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Διαφωνεί και απορρίπτει πλήρως το περιεχόμενο της υπό εξέταση αίτησης και της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή που τη συνοδεύει. Η Απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης υπ' αρ. Ε100/2018, στις 30.1.
- Εκδόθηκε νομότυπα, είναι τελεσίδικη, εκδόθηκε στην παρουσία του Αιτητή και ακολουθήθηκε η κανονική διαδικασία με βάση τον Νόμο και τους Θεσμούς. Καταχωρήθηκε από τον Αιτητή Απάντηση, Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων στην οποία δεν αποκάλυψε οποιαδήποτε έγγραφα, Απαντητικός Τύπος 20 Παραδοχής Γεγονότων και Ένορκη Μαρτυρία. Η Απόφαση περιλαμβάνει εύρημα μετά από ολοκληρωμένη παρουσίαση μαρτυρίας εκάστης πλευράς και δεν μπορεί εκ των υστέρων ο Αιτητής να αμφισβητεί τέτοιο εύρημα ως προς τα οφειλόμενα ενοίκια. Η Καθ' ης η Αίτηση επαναλαμβάνει, ουσιαστικά, τους λόγους ένστασης. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η καταχρηστική και παραπλανητική συμπεριφορά του Αιτητή, φαίνεται από το γεγονός ότι, ενώ στην παράγραφο 3 ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο 2019, στην παράγραφο 5 ισχυρίζεται ότι δεν όφειλε το ενοίκιο για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο
- Οι δε Γραπτές Αγορεύσεις δεν ανέφεραν κάτι το οποίο ο Αιτητής δεν γνώριζε. Ο Αιτητής γνώριζε την οφειλή και ήταν αντιληπτή απ' αυτόν στα πλαίσια της ανταλλαγής προτάσεων και εξωδικαστηριακής διαπραγμάτευσης πριν την έκδοση της Απόφασης, μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών. Σ' αυτό το σημείο, η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε αναφορές σε αλληλογραφία, όπου φαίνεται ότι υπάρχουν λανθασμένες αναφορές σε ημερομηνίες, όπως «14.11.2020» και 15.11.2020», ενώ η αλληλογραφία, όπως φαίνεται σε προηγούμενη και επόμενη παράγραφο, ήταν του έτους
- Η κα. Παπαναστασίου ισχυρίζεται ότι τα ενοίκια τα οποία αφορούσαν την νομική βάση της Αίτησης Ε100/2018, δηλαδή τα ενοίκια των μηνών Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2019, παραμένουν μέχρι σήμερα οφειλόμενα. Παραθέτει δε στοιχεία που προκύπτουν και από τα Τεκμήρια που συνοδεύουν τη μαρτυρία της στην Ε100/2018, όπως αναφέρει, αλλά και στοιχεία που αφορούν σε χρόνο μετά την επιφύλαξη της Απόφασης του Δικαστηρίου στην Ε100/2018, δηλαδή πληρωμές που έγιναν μετά την 2.12.2019 (ημερομηνία κατάθεσης των Γραπτών Αγορεύσεων, όπως φαίνεται από την Απόφαση Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση και από την ένορκο δήλωση του Αιτητή). Η Καθ' ης η Αίτηση αναφέρεται σε πληρωμή ποσού €956.- στις 6.12.2019 και €200.- στις 10.1.
- Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι, εκ παραδρομής, δεν αφαιρέθηκε το ποσό της πληρωμής που έγινε την 7.2.2020, από το συνολικό ποσό των €3.000, το οποίο αναφέρεται ότι οφείλεται στην αίτηση για έκδοση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας. Η Καθ' ης η Αίτηση λέγει επίσης στην ένορκο δήλωση της, ότι ο Αιτητής δεν της κατέβαλε ούτε το ήμισυ των εξόδων χαρτοσήμανσης του ενοικιαστηρίου εγγράφου, ως η διαταγή του Δικαστηρίου. Τέλος, σημειώνω ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν απαντά ή αναφέρεται στον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα δικηγορικά έξοδα τα οποία οφείλονται υπ' αυτής στους γονείς του, δυνάμει της Απόφασης της 30.1.
- Ιστορικό: Προσωρινό Διάταγμα: Την 5.10.2020, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά Διατάγματα ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) της υπό εξέταση αίτησης, με την προσθήκη στην παράγραφο (Α) ότι η αναστολή αφορά στο χρηματικό μέρος της Απόφασης και υπό τον όρο της υπογραφής εγγύησης από πλευράς του Αιτητή, ύψους €1.
- Δικόγραφα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, καταχωρίστηκε την 16.9.2020 και μ' αυτήν ο Αιτητής εξαιτείται αναθεώρησης και/ή ακύρωσης της Απόφασης - Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.1.2020 για την καταβολή του ποσού των €3.000 καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από Σεπτέμβριο 2019 έως Ιανουάριο 2020, προς €600.- μηνιαίως, εντόκως προς 3,5% ετησίως από 12.9.2018 έως 31.12.2018 και 2% ετησίως από 1.1.2019 μέχρις εξοφλήσεως, λόγω ουσιώδους λάθους. Ο Αιτητής δικογραφεί ότι εκ παραδρομής οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση ανέφεραν στην αγόρευση τους το ενοίκιο των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2019 και/ή ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ψευδείς παραστάσεις και/ή ουσιώδες λάθος. Κατά την ημερομηνία έκδοσης της Απόφασης την 30.1.12020, ο Αιτητής όφειλε μόνο το ενοίκιο για το μήνα Ιανουάριο 2020, το οποίο κατέβαλε την 7.2.
- Ως εκ των ανωτέρω αναφορών, φαίνεται ότι, εκ πρώτης όψεως, ο ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση, ο οποίος αποτελεί και λόγο ένστασης στην υπό εξέταση αίτηση, ότι ο Αιτητής στην κυρίως Αίτηση του δεν διευκρινίζει και/ή καθορίζει το λόγο για τον οποίο επιδιώκεται η αιτούμενη αναθεώρηση και/ή ακύρωση, δεν ευσταθεί. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε Απάντηση την 29.10.2020, με την οποία, μεταξύ άλλων, εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Αίτηση είναι αντικανονική και ελλιπής και/ή φέρει λανθασμένο τύπο και/ή εγείρεται κατά παράβασην του Κανονισμού 7 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983 και του άρθρου 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 1983, για το λόγο ότι δεν ακολουθήθηκαν τα όσα προνοεί ο σχετικός Κανονισμός για τον Τύπο 2, δεν περιλαμβάνονται λεπτομέρειες σε σχέση με την αναθεώρηση και/ή ακύρωση του Διατάγματος και δεν διευκρινίζεται και/ή καθορίζεται ο λόγος για τον οποίο επιδιώκεται η αιτούμενη αναθεώρηση και/ή ακύρωση. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει αποφασιστεί τελειωτικά η ουσία της επίδικης διαφοράς στην Αίτηση Ε100/2018 και η Απόφαση περιλαμβάνει εύρημα μετά από ολοκληρωμένη παρουσίαση μαρτυρίας εκάστης πλευράς και δεν μπορεί εκ των υστέρων ο Αιτητής να αμφισβητεί τέτοιο εύρημα ως προς τα οφειλόμενα ενοίκια. Δικογραφεί επίσης ότι μέχρι σήμερα, ο Αιτητής δεν κατέβαλε το ποσό των €2.400 που αντιστοιχεί στους μήνες Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο 2019, για τους οποίους διατάχθηκε να καταβάλει ως η Απόφαση και προσπαθεί εκ των υστέρων, εντέχνως και ανεπιτυχώς, να διαφοροποιήσει γεγονότα, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τη μη συμμόρφωση του με την εν λόγω Απόφαση. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση, ότι από το ιστορικό των πληρωμών του Αιτητή, είναι εμφανής η καταχρηστική συμπεριφορά του, δια της οποίας η Καθ' ης η Αίτηση με μεγάλη δυσκολία προσπάθησε να καταλήξει στο ποια ενοίκια ανταποκρινόταν η κάθε πληρωμή του Αιτητή και σε ποιους μήνες και εν τέλει, ποια ενοίκια οφείλονταν. Διαδικασία: Δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες και το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαιδεύτους συνήγορους σε αγορεύσεις στις 7.12.
- Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Πραγματικά Γεγονότα για σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης: Λαμβάνοντας υπόψη ότι σε αιτήσεις της φύσεως της υπό εξέταση αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος (Δ.48 θ.4
(2)), και λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς, αρνήσεις και παραδοχές που περιλαμβάνονται στη γραπτή μαρτυρία ενώπιον μου, καθώς και ποιοι από τους ισχυρισμούς παρέμειναν αναντίλεκτοι, βρίσκω, ότι, για σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης μόνον: Στις 30.1.2020, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε Απόφαση στα πλαίσια της Αίτησης υπ' αρ. 100/2018, όπου Αιτήτρια ήταν η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και Καθ' ου η Αίτηση ήταν ο Αιτητής στην παρούσα, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, για χρηματικά ποσά και Διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Η Απόφαση εκδόθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, στα πλαίσια υπόθεσης Ταχείας Εκδίκασης, δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Απόφαση αφορά στην καταβολή των πιο κάτω ποσών και περιλάμβανε αναστολή εκτέλεσης: «(α) €3.000 που αφορά καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από Σεπτέμβριο 2019 έως Ιανουάριο 2020, προς €600.- μηνιαίως, πλέον νόμιμο τόκο. (β) €600.- μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 1.2.2020 μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής, πλέον νόμιμο τόκο επί εκάστου ποσού εκ €600.- από την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο μέχρι πλήρους εξόφλησης. (γ) Έξοδα ως θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €2.000 - €10.000.» Η Αιτήτρια - Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση, προχώρησε με την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής εναντίον της κινητής περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση - Αιτητή στην παρούσα Αίτηση. Ο Αιτητής καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση την 16.9.2020, με την οποία ζητεί την αναθεώρηση της Απόφασης ημερομηνίας 30.1.2020 για την καταβολή του ποσού των €3.000 ως καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2019 - Ιανουαρίου 2020, λόγω ουσιώδους λάθους. Την 29.9.2020 καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση αναστολής εκτέλεσης της Απόφασης και του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας του Αιτητή στην παρούσα. Η κατοχή του επίδικου υποστατικού παραδόθηκε τον Ιούνιο
- Από τα όσα αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως της που συνοδεύει την ένσταση, αφενός μεν εξάγεται το συμπέρασμα ότι μέχρι 10.1.2020, δηλαδή πριν την έκδοση της Απόφασης την 30.1.2020, ο Αιτητής εξόφλησε μέχρι και μέρος του ενοικίου του μηνός Σεπτεμβρίου 2019 (€200.-), ότι μεταγενέστερες πληρωμές του Αιτητή πιστώθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση για τα ενοίκια Ιανουαρίου - Μαρτίου 2020 και ότι, από το ποσό της Απόφασης, ο Αιτητής εξακολουθεί να οφείλει €2.400 (και όχι €3.000), ως υπόλοιπο καθυστερημένων ενοικίων για τους μήνες Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο
- Αφετέρου δε, δεν αφαιρέθηκε η πληρωμή της 7.2.2020 από το συνολικό ποσό των €3.000, το οποίο αναφέρεται ότι οφείλεται στην αίτηση για έκδοση του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας. Από τα πιο πάνω, αντιλαμβάνομαι ότι, εκ πρώτης όψεως, η Καθ' ης η Αίτηση φαίνεται ότι επέλεξε να πιστώσει πληρωμές του Αιτητή το Φεβρουάριο και Μάρτιο 2020 για και να θεωρήσει εξοφληθέντα, τα ενδιάμεσα οφέλη των μηνών Ιανουαρίου έως Μαρτίου 2020, αντί να τις πιστώσει έναντι των οφειλομένων ενοικίων των μηνών Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου
- Εάν τα ποσά αυτά (€578χ3) πιστώνονταν στους μήνες Σεπτέμβριο - Δεκέμβριο 2019 και εφόσον εκ του ποσού του ενοικίου του μηνός Σεπτεμβρίου 2019, είχε, ως φαίνεται, καταβληθεί ήδη ποσό €200.-, τα ποσά των ενοικίων των μηνών Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2019 θα θεωρούνταν εξοφληθέντα, καθώς και μέρος του ενοικίου του μηνός Ιανουαρίου
- Θα παρέμεναν έτσι οφειλόμενα το υπόλοιπο του ενοικίου του μηνός Ιανουαρίου 2020 και τα ενδιάμεσα οφέλη των μηνών Φεβρουαρίου - Ιουνίου 2020 (οπότε παραδόθηκε η κατοχή του επίδικου υποστατικού). Όμως, το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας εκδόθηκε, όπως φαίνεται στην ένορκο δήλωση του Αιτητή και δεν αμφισβητήθηκε, σχετικά με το ποσό των €3.000 ως καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από Σεπτέμβριο 2019 έως Ιανουάριο 2020, πλέον τόκο και για τα ενδιάμεση οφέλη των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2020, πλέον έξοδα. Εάν τα ενοίκια Σεπτεμβρίου 2019 - Ιανουαρίου 2020, έχουν πληρωθεί, παραμένουν εισπρακτέα με το εκδοθέν ένταλμα, τα ενοίκια Απριλίου και Μαΐου 2020 και τα έξοδα. Το ποσό το οποίο δηλώθηκε στο ένταλμα (€3.000), ούτως ή άλλως πρέπει να διαφοροποιηθεί και εάν παραμένουν μόνο τα ενοίκια των δύο μηνών, το ένταλμα πρέπει να διαφοροποιηθεί συνολικώς. Τέτοια διαφοροποίηση εκφεύγει της ουσίας αλλά και της διαδικασίας της υπό εξέταση αίτησης και, εκ πρώτης όψεως, της κυρίως Αίτησης. Νομική και δικονομική πτυχή: Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί: Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, δυνάμει του Κανονισμού 12(α)[1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συμφυείς εξουσίες: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The court's power to stay proceedings should not be confused with its power to stay the execution of a final judgement or order. The court has an inherent jurisdiction to control its own proceedings so as to prevent an abuse of process, and accordingly to stay proceedings which are frivolous, vexatious or harassing, or which are manifestly groundless or in which there is clearly no cause of action in law or equity, or where the justice of the case so requires. The court does not, however, have an inherent jurisdiction over all judgements or orders which it has made under which it can stay execution in all cases. On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgement or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself.» Τα πιο πάνω συνάδουν με τη διαπίστωση στην οποία προβαίνω και στη συνέχεια, ότι δηλαδή η αναστολή μέτρων εκτέλεσης δεν δύναται να καταλήγει στη μετατροπή του Δικαστηρίου σε Εφετείο του εαυτού του. Εντάλματα εκτέλεσης: Εντάλματα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων εκδίδονται από τα αρμόδια Πρωτοκολλητεία των διαφόρων Δικαστηρίων, ανάλογα με την περίπτωση (βλέπετε σχετικά το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 420). Η μόνη περίπτωση μετά την έκδοση απόφασης κατά την οποία το Δικαστήριο ασχολείται με την εκτέλεση της απόφασης δια της έκδοσης εντάλματος, είναι στην περίπτωση που οι Κανονισμοί προνοούν την παροχή άδειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του εντάλματος, όπως στην περίπτωση ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής (βλέπετε Halsbury's ως ανωτέρω και Δ.43Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Το Δικαστήριο δύναται να τροποποιήσει ένταλμα σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Βλέπετε Halsbury's Laws of England, (ως ανωτέρω), παράγραφος 425: "If there is a defect or error in any writ, indorsement or return the court may allow it to be amended upon such terms as may be just. As a general rule an amendment should be allowed if it can be made without injustice. Leave will be given to amend the writ even after levy when it has been issued for too small or too large a sum, or when the date in the writ does not correspond with the date of the judgement. The indorsement will be amended when the wrong amount is inserted, or interest is omitted either on the judgement debt or costs." [δική μου υπογράμμιση] Από τη στιγμή που η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε ένα ένταλμα και επί της οποίας αυτό εδράζεται, είναι σε ισχύ, είμαι της άποψης ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία ακύρωσης του εντάλματος ή αναστολής εκτέλεσης αυτού. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, παράγραφος 451, η οποία αφορά και την άσκηση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου (πιο πάνω). Υπάρχει η δικαιοδοσία διόρθωσης του, όπου δικαιολογείται από τα γεγονότα, στα πλαίσια του ορθού δικονομικού μέτρου. Προϋποθέσεις και νομολογία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων: Εξέταση κυρίως Αίτησης - άρθρα 32 και 6: Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 [2] του περί Δικαστηρίων Νόμου. Για να οριστικοποιηθούν τα προσωρινά Διατάγματα πρέπει να ικανοποιηθώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και ότι, εκτός αν οριστικοποιηθούν τα Διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται από το αποδεικτικό υλικό του Αιτητή. Τα δύο κριτήρια είναι αλληλένδετα όμως το πρώτο εξετάζεται σε σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης και το δεύτερο συσχετίζει τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται κατά το τέλος της υπόθεσης, θεωρείται ότι έχει επιτύχει να ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο. Άρθρα 6 και 15 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου: Η κυρίως Αίτηση με τον ως άνω αριθμό και τίτλο, υπέχει θέση Αγωγής έναντι της υπό εξέταση αίτησης. O περί Ενοικιοστασίου Νόμος, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προνοεί ρητά τις περιπτώσεις στις οποίες δυνατόν να ακυρωθεί, αναθεωρηθεί ή τροποποιηθεί προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιες συνέπειες ή δικαιώματα απορρέουν από την ακύρωση, ή αναθεώρηση. Σχετικά είναι τα άρθρα 6 [3] και 15 [4]. Κάτω από το άρθρο 6, ένας δύναται να ζητήσει ακύρωση απόφασης όπου η θέση του εμπίπτει σε τουλάχιστον ένα από τα εδάφια και δεν έχει ακόμα απωλέσει κατοχή και κάτω από το άρθρο 15, δύναται να ζητήσει αποζημιώσεις όπου καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου και έχει απωλέσει κατοχή (βλέπετε σχετικά Μιχαηλίδου v. Μακρίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 679). Αυτά ισχύουν στην περίπτωση που ζητείται η ακύρωση Διατάγματος ανάκτησης κατοχής. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενοικιαστής έχει μεν απωλέσει την κατοχή του επίδικου, αλλά δεν ζητείται η ακύρωση του Διατάγματος ανάκτησης κατοχής. Ζητείται η ακύρωση και ο παραμερισμός μέρος του χρηματικού μέρους της Απόφασης. Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 6. Τόσο η υπό εξέταση αίτηση, όσο και η ένσταση, βασίζονται στο άρθρο 6 και όχι στο άρθρο 15 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Τονίζω σ' αυτό το στάδιο, ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του. Η αναστολή μέτρων εκτέλεσης δεν πρέπει να καταλήγει στη μετατροπή του Δικαστηρίου σε Εφετείο του εαυτού του για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του και/ή την εξέταση ισχυρισμών που έπρεπε να είχαν εγερθεί ως υπεράσπιση (βλέπετε σχετικά σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 451, πιο πάνω). Ο σκοπός του άρθρου 6 είναι η αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου από το ίδιο το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αποδεικνύονται τα όσα αναφέρονται σ' ένα τουλάχιστον από τα εδάφια του άρθρου. Τίποτε απ' αυτά δεν συνεπάγεται τον έλεγχο του κατά πόσον το Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τον Νόμο, ορθά έκρινε τη μαρτυρία, οι προϋποθέσεις του Νόμου πληρούνταν και ελήφθησαν υπόψη όλα όσα έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Όλα αυτά εμπίπτουν στη δικαιοδοσία Εφετείου και όχι του ιδίου του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Έρεισμα για τη ρηθείσα θέση βρίσκω στην ίδια την νομοθεσία και στις αυθεντίες Kennedy Hotels Ltd. v. Georghiou
(1982)2 J.S.C. 173 και Savvides v. Boscovits
(1965)1 C.L.R.
- Για σκοπούς ευκολότερης κατανόησης, σημειώνω ότι τα άρθρα 6 και 15 του Νόμου 23/83 απαντώνται, με παρόμοιο ή πανομοιότυπο λεκτικό, στο Rent (Control) Law, Cap. 86, ως άρθρα 14 και 21, στο Rent Control (Business Premises) Law 1961, Νόμος 17/61, ως άρθρα 5 και 13 και στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1975, Ν. 36/75, άρθρα 5 και 19, αντίστοιχα. Με τη δεύτερη αυθεντία πιο πάνω, κατέστη ξεκάθαρο ότι, κάτω από το άρθρο 5 του Νόμου 17/61, η εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου ουδόλως επηρεάζει τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι περιπτώσεις στις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να αναθεωρήσει ή παραμερίσει δική του απόφαση, δεν αποτελούν λόγους Έφεσης. Με την κυρίως Αίτηση, ο Αιτητής επικεντρώνεται ουσιαστικά, σ' ένα λόγο, που αντιστοιχεί στο εδάφιο (β) του άρθρου 6, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «
- Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τα ακολούθους περιπτώσεις: (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή η απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους.» Σημειώνω σ' αυτό το στάδιο, ότι ο ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση περί ελλιπούς Αιτήσεως και/ή λανθασμένου Τύπου, για σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης κρίνεται ότι δεν ευσταθεί, εφόσον εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση ακολουθεί τον Τύπο 2 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ο οποίος είναι ο ενδεδειγμένος Τύπος για Αιτήσεις αυτής της φύσεως. Ο Αιτητής ζητεί αναθεώρηση της Απόφασης σχετικά με ένα εκ των ποσών που επιδικάστηκαν υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα. Το Δικαστήριο αποφάσισε στην Ε100/2018 ποια ποσά οφείλονται στην Καθ' ης η Αίτηση. Το Δικαστήριο δεν θα λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Εάν έγιναν πληρωμές πριν την έκδοση της Απόφασης της 30.1.2020, είναι θέμα μαρτυρίας που έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ενδεδειγμένο τρόπο στην Ε100/
- Εάν έγιναν πληρωμές μετά την έκδοση της Απόφασης της 30.1.2020, αυτές δεν αποτελούν λόγο αναθεώρησης της Απόφασης, αλλά αφορούν αυτή τούτη τη διαδικασία εκτέλεσης της. Είναι η κρίση μου ότι, εκ πρώτης όψεως, η κυρίως Αίτηση δεν εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία και ότι δεν υπάρχει καλή πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Προϋποθέσεις επιφύλαξης άρθρου 32: Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπετε Karydas Taxi Co. Ltd. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321). Έχω λάβει υπόψη τόσο την καθαρή γλώσσα της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)[5], όσο και την νομολογία που την ερμηνεύει, καθώς και σχετικές Αγγλικές αυθεντίες (βλέπετε Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Attorney General & Another v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Acropol Shipping Co. Ltd. and Others v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Hadjikyriacos & Co. v. United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd.
(1975)1 All E.R. 504, Fellowes and Another v. Fisher
(1975)2 All E.R. 829, Jonitexo v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Cyprus Sulphur κ.ά. ν. Παραρλάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040 και 1051, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201), Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169, Χρ. Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd.,
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1361, Papapetrou Bros Ltd. v. Παπαπέτρου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 741, Polyford Holdings Ltd. κ.ά. v. Rosestage Enterprises Ltd.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1042). Έχω ήδη αποφανθεί επί των δύο πρώτων προϋποθέσεων (βλέπετε πιο πάνω). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, παραπέμπω στην αυθεντία Κ. Κυρισάββα κ.α. v. Κύζη,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι (στη σελίδα 1253): «Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρης απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 231)». Οι αναντίλεκτες θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση ήταν ουσιαστικές αναφορικά με τη μη οριστικοποίηση αλλά την ακύρωση των προσωρινών Διαταγμάτων. Εάν έγιναν πληρωμές και πιστώθηκαν συγκεκριμένοι μήνες, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει οφειλή, δηλαδή δεν οφείλεται αυτός ο μήνας αλλά οφείλεται ο άλλος, αυτός δεν είναι λόγος ακύρωσης της Απόφασης του Δικαστηρίου. «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του» (βλέπετε T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, στη σελίδα 1809). Κρίνω ότι αν δεν οριστικοποιηθούν τα προσωρινά Διατάγματα, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Κρίνω ότι δεν είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιηθούν τα μονομερώς εκδοθέντα προσωρινά Διατάγματα και ότι το ισοζύγιο του βολικού (balance of convenience) γέρνει υπέρ της διατήρησης της κατάστασης (status quo) ως είχε μετά την έκδοση της Απόφασης στην Ε100/18. Το ισοζύγιο του βολικού κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, στοιχεία (βλέπετε σχετικά Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Καθυστέρηση: Η απόφαση στην Ε100/2018 εκδόθηκε την 30.1.
- Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Αναθεώρησης αυτής, καθώς και η υπό εξέταση αίτηση, καταχωρίστηκαν το Σεπτέμβριο
- Είναι η κρίση μου ότι η καθυστέρηση οκτώ μηνών μέχρι την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης, την επηρεάζει αρνητικά. Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κ. Δ. Χατζηχαμπής, στην αυθεντία Χριστοδούλου v. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, είπε στη σελίδα 1481: «Το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν επομένως ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία.» Στην αυθεντία Τσιαντής v. Hellenic Bank (Investments) Ltd.
(2001)1(Γ) 2029, με αναφορά στην Bacardi & Co Ltd. v. Vinco Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι: «κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης.» (σελίδα 2040). Η πιθανότητα επιτυχίας της κυρίως Αίτησης έχει ήδη εξεταστεί. Όσον αφορά την Καθ' ης η Αίτηση, είναι σε διαδικασία εκτέλεσης της υπέρ της εκδοθείσας Απόφασης, για την είσπραξη του λαβείν της. Στην αυθεντία Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.,
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, ο έντιμος Δικαστής κ. Φρ. Νικολαϊδης είπε (στη σελίδα 287): «η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελίδα 223).» Είναι η κρίση μου ότι αυτό ισχύει στην παρούσα υπόθεση και υπάρχει βάση για την επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση. Από την ίδια τη μαρτυρία του Αιτητή, φαίνεται ότι αποτάθηκε στο Δικαστήριο για παραμερισμό της Απόφασης, όταν λήφθηκαν εναντίον του μέτρα εκτέλεσης αυτής. Απόφαση: Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Τα προσωρινά Διατάγματα ημερομηνίας 5.10.2020, ακυρώνονται. Τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της απόφασης στην Αίτηση Ε100/18, ήτοι €2.000 - €10.000. (Υπ.) .............. Λ. Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «12 (α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμού αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [2] «32
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστατικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» [3] 6. Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή δια της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. [4] 15. Εάν μετά την υπό του ιδιοκτήτου λήψιν αποφάσεως ή διατάγματος διά κατοχήν ή έξωσιν, δυνάμει του παρόντος Μέρους, το Δικαστήριον θεωρήση ότι η απόφασις ή το διάταγμα ελήφθη δια ψευδών παραστάσεων ή δια της αποκρύψεως ουσιαστικών γεγονότων, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη τον ιδιοκτήτην να πληρώση εις τον προηγούμενον ενοικιαστήν τοιούτο ποσόν οίον φαίνεται ότι είναι επαρκές ως αποζημίωσις δια ζημίαν ή απώλειαν ην υπέστη ο ενοικιαστής συνεπεία της αποφάσεως ή του διατάγματος. [5] 32
(1)«Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστατικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο