BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) ν. PORTGATE PROPERTIES LIMITED, Αίτηση Αρ. Κ35/2020, 11/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2021:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Κ35/2020 Μεταξύ׃ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ), από τη Λευκωσία Αιτητών και PORTGATE PROPERTIES LIMITED, από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 11/09/2020 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 11/01/2021 Για τους Αιτητές: κος Γ. Μίτλετον για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων 1 και 2: κα Κ. Χιταρίδου για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την Κυρίως Αίτηση ημερ. 11/09/2020, αξιώνεται ο παραμερισμός της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού‑Πάφου, τμήματος Λεμεσού, στην Αίτηση υπ' αρ. Κ*9/2020,[1] που εκδόθηκε στις 27/09/2020 (στο εξής: η «τελική Απόφαση»), εναντίον των εκεί Καθ' ων και Αιτητών στην παρούσα Αίτηση (στο εξής: οι «Ενοικιαστές»), με την οποία επιδικάστηκαν υπέρ των Καθ' ων στην παρούσα Αίτηση και Αιτητών στην Κ*9/2020 (στο εξής: οι «Ιδιοκτήτες») τα ποσά των €39.484,20 και €14.250,00 έναντι «αποζημιώσεων» και για «απώλεια μισθωμάτων τριών μηνών» πλέον τόκοι και εκτιμητικά και δικηγορικά έξοδα, σχετικά με παρελθούσα θέσμια ενοικίαση ενός υποστατικού που βρίσκεται στη XXXXX στη Λεμεσό, όπως αυτό ειδικά προσδιορίζεται στην παρ. Α2 της Κυρίως Αίτησης (στο εξής: το «Υποστατικό»). Η Κυρίως Αίτηση παραμερισμού βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα «ψευδών παραστάσεων» των Ιδιοκτητών, και «ουσιωδών λαθών» του Δικαστηρίου τα οποία δικαιολογούν τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος. Προφανώς, η ουσιαστική βάση της εν λόγω αίτησης παραμερισμού είναι το άρθρο 6(β) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου (στο εξής: «ο Νόμος»), το οποίο έχει ως εξής: « Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. » ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ - ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ (α) Η επίδικη Αίτηση. Ταυτόχρονα, με την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης, καταχωρήθηκε και η επίδικη μονομερής αίτηση μέσω της οποίας ζητείται όπως: « Α. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα του του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή (stay) της ισχύος και/ή εκτέλεσης της Απόφασης και/ή Διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Κ*9/2020 στις 29.7.2020 και συντάχθηκε την 30.7.2020 και επανασυντάχθηκε την 7.8.2020 μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 6.8.2020 μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αίτησης. Β. Εναλλακτικά με το (Α) ανωτέρω, ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να εμποδίζει τους Καθ'ων η Αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή δικηγόρους τους και/ή οιονδήποτε πρόσωπο έλκει εξ αυτών δικαιώματα από το να λάβουν οποιονδήποτε μέτρο εκτέλεσης δυνάμει της Απόφασης και/ή Διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Κ*9/2020 στις 29.7.2020 και συντάχθηκε την 30.7.2020 και επανασυντάχθηκε την 7.8.2020 μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 6.8.2020 μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αίτησης. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ. » Η αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της κας ΧΧΧΧΧ Στυλιανού η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενοικιαστές. Στη μακροσκελή ένορκη μαρτυρία της προβαίνει σε αναλυτική αναφορά στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης όπως η πλευρά των πελατών της το αντιλαμβάνεται, ως επίσης και στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία με τους δικηγόρους των Ιδιοκτητών. Παράλληλα, αναφέρεται στις ανακοινώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχουν εκδοθεί συνεπεία της πανδημίας που αφορούν στην αναστολή εκδίκασης των υποθέσεων, καθώς επίσης και στους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς που έχουν προκύψει συνεπεία της ανακοίνωσης αυτής και της πανδημίας. Γίνεται ειδική αναφορά στο γεγονός ότι η διαφορά των διαδίκων αρχικά υπήρξε αντικείμενο αίτησης που καταχωρήθηκε στο Τμήμα Πάφου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου και εν συνεχεία η εκεί διαδικασία μεταφέρθηκε στο αρμόδιο τμήμα Λεμεσού, υποστηρίζοντας πως ο τρόπος με τον οποίον παραπέμφθηκε υπήρξε δικονομικά εσφαλμένος. Πέραν τούτου, αναφέρεται σε ζητήματα τα οποία χαρακτηρίζει ως «ουσιώδη λάθη του Δικαστηρίου», τα οποία αφορούν τη σύνθεση του Δικαστηρίου, την τήρηση κατάλληλων πρακτικών, τον ισχυρισμό ότι έγινε αποδεχτή μαρτυρία η οποία δεν ήταν έγκυρη. Επιπρόσθετα διατείνεται ότι έχει εμφιλοχωρήσει στη μαρτυρία επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υλικό το οποίο είναι αποτέλεσμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου και/ή ψευδών παραστάσεων των Ιδιοκτητών προς το Δικαστήριο. Περαιτέρω, αμφισβητεί τη διαδικασία που έλαβε χώρα για διόρθωση της προσβαλλόμενης απόφασης και μέμφεται τους δικηγόρους των Ιδιοκτητών ότι συνέβαλαν με τη συμπεριφορά τους στο να παραπλανηθούν οι δικηγόροι των Ενοικιαστών για την πορεία της διαδικασίας. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις «εξαιρετικές και ιδιάζουσες» περιστάσεις οι οποίες συνέβαλαν στην παράλειψη των δικηγόρων των Ενοικιαστών να καταχωρήσουν Απάντηση στην Κυρίως Αίτηση, αναφέροντας τα εξής: « Σημειώνω ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες η Αιτήτρια παρέλειψε να καταχωρήσει Απάντηση στην Κυρίως Αίτηση ήταν εξαιρετικές και ιδιάζουσες για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στο δικαστικό σύστημα συνεπεία της πανδημίας του Κορωνιού ήταν πρωτοφανής: Αναστάλθηκαν προθεσμίες, εκδίδονταν αλλεπάλληλες ανακοινώσεις από όλα τα Δικαστήρια της Κύπρου σε σχέση με ημερομηνίες εμφάνισης υποθέσεων ενώπιον Δικαστηρίων όλων των βαθμιδών και όλων των δικαιοδοσιών. Επίσης, επικρατούσε σύγχυση ως προς το κατά πόσο υπήρχε ή δεν υπήρχε δικαίωμα καταχώρησης αιτήσεων ή ένορκων δηλώσεων ή δικογράφων και γενικά επικρατούσε αβεβαιότητα και μπέρδεμα. Δεν επιτρέπονταν κατά διαστήματα οι επισκέψεις δικηγόρων ή δικηγορικών υπαλλήλων στο χώρο του Δικαστηρίου για έρευνα φακέλων ή άλλες ενέργειες, και κάθε πρόσωπο είχε περιορισμένη ικανότητα μετακίνησης, πόσο μάλλον μεταξύ διαφορετικών επαρχιών. (β) Λόγω της κατάστασης που επικρατούσε ανά το παγκόσμιο, τόσο το προσωπικό όσο και οι δικηγόροι και το προσωπικό του Γραφείου Πολυβίου, εργάζονταν από το σπίτι, με τεχνικές και πρακτικές δυσκολίες ενόψει του ότι το κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης υποθέσεων δεν ήταν προσβάσιμο σε όλο το προσωπικό. (γ) Εγώ, ως η δικηγόρος που ανέλαβα το χειρισμό της υπόθεσης εκ μέρους της Αιτήτριας μετά την αποχώρηση της κας Τταουξή με άδεια τοκετού, ανέλαβα το χειρισμό της υπόθεσης σε μια πολύ ανάστατη περίοδο, κατά την έναρξη του lockdown. Επίσης, η ανάθεση της υπόθεσης έγινε σε συνθήκες πρακτικά πολύ δύσκολες. Ο φάκελος της υπόθεσης βρισκόταν στο γραφείο της κας Τταουξή στο Γραφείο Πολυβίου, η ίδια βρισκόταν ετοιμόγεννη στη Λάρνακα και εγώ βρισκόμουν στο σπίτι μου στη Λευκωσία με περιορισμένο δικαίωμα μετακίνησης. (δ) Είχε ήδη προηγηθεί σύγχυση σε σχέση με την παρούσα διαδικασία ενόψει του ότι η Πρώτη Κυρίως Αίτηση είχε καταχωρηθεί αρχικά στην Πάφο με αριθμό 7/2019, παρά το ότι αυτή αναφέρει ότι καταχωρήθηκε και εκκρεμούσε στη Λεμεσό. Επίσης, φαίνεται ότι, παρά το ότι αναφέρθηκε στις 27.1.2020 ότι «διακόπηκε», αυτή παραπέμφθηκε στη Λεμεσό με άλλο αριθμό Κ*9/2020 μαζί με μια εκκρεμή αίτηση για απόφαση η οποία όμως προχρονολογείτο της επίδοσης της Κυρίως Αίτησης στην Αιτήτρια. » Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι: « [.] η Αίτηση για Απόφαση καταχωρήθηκε μόλις λίγες μέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας καταχώρισης Απάντησης από μέρους της Αιτήτριας. Η αναστολή των προθεσμιών έληξε στις 5.6.2020, και η προθεσμία καταχώρισης Απάντησης συνεπώς έληξε στις 19.6.2020, ημέρα Παρασκευή. Η Αίτηση για Απόφαση καταχωρήθηκε μόλις 5 εργάσιμες μέρες μετά, στις 29.6.2020, ημέρα Δευτέρα και ορίστηκε στις 15.7.
- » Επιπροσθέτως, προβάλλει πως οι Ενοικιαστές έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ότι υπήρξε παρασιώπηση εκ μέρους των Ιδιοκτητών ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, ότι σε περίπτωση εκτέλεσης θα θιχθεί η φήμη των Ενοικιαστών και πως η διαδικασία θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης Παραμερισμού. (β) Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα. Το Δικαστήριο, αφού προηγουμένως άκουσε τους συνήγορους των Ενοικιαστών ενέκρινε μερικώς την επίδικη αίτηση, διατάσσοντας την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τον όρο υπογραφής εγγύησης ύψους €30.000,00 και αντικατάστασή της εντός 20 ημερών με πληρωμή προς το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η ακριβής διατύπωση του εκδοθέντος διατάγματος έχει ως εξής: « .Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναστολή (stay) της ισχύος και/ή εκτέλεσης της Απόφασης και/ή Διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Κ*9/2020 στις 29.07.2020 και ουντάχθηκε την 30.07.2020 και επανασυντάχθηκε την 07.08.2020 μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 06.08.2020, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αίτησης. Το πιο πάνω διάταγμα τελεί υπό τον όρο ότι οι Αιτητές θα υπογράψουν εγγύηση ύψους €30.000,00 για αποζημίωση των Καθ' ων η αίτηση για ενδεχόμενες ζημιές, βλάβες ή δαπάνες από την χωρίς εύλογη αιτία έκδοσης του διατάγματος και η εν λόγω εγγύηση εντός των επόμενων 20 ημερών, να αντικατασταθεί με πληρωμή στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω όρος θα ισχύει μέχρι και 30 μέρες από την έκδοση τελικής απόφασης στην Αίτηση Παραμερισμού Κ35/2020 ημ. 11.09.2020, ή όπως άλλως πως ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. Μη τήρηση του όρου αυτού, θα συνεπάγεται την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος αναδρομικά, από την ημερομηνία της παραβίασης του. » Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Ενοικιαστές συμμορφώθηκαν πλήρως με τον πιο πάνω όρο που τέθηκε για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. (γ) Η Ένσταση. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν συμφώνησαν για την εκ συμφώνου αναστολή του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης Παραμερισμού. Η σχετική ένσταση που καταχώρησαν βασίζεται στους ακόλουθους 13 λόγους: «
- Η Αίτηση είναι εξόφθαλμα ανυπόστατη και αυθαίρετη, πραγματικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική και δε δικαιολογεί τη νομική θεραπεία που επιδιώκουν οι Αιτητές.
- Η διαδικασία έκδοσης απόφασης στην Αίτηση Κ*9/20 διεξήχθη νομότυπα και ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται τους Περί Ενοικιοστασίου Νόμους, τους Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς.
- Η επίδοση της Αίτησης Κ*9/20 ήταν νομότυπη και κατ' επέκταση και η Απόφαση ημερ.29/07/20 ήταν νομότυπη λόγω παράλειψης καταχώρησης Απάντησης.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση αποκάλυψαν στην Κ*9/20 όλα τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία ήταν συναφή με όλα τα επίδικα θέματα και η όλη διαδικασία μέχρι και την έκδοση της Απόφασης ημερ.29/07/20 αλλά και αργότερα, ήταν η πρέπουσα και όπως προβλέπεται στους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς.
- Στην Αίτηση δεν προβάλλονται και δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε ουσιαστικοί λόγοι που να δικαιολογούν αναθεώρηση και/ή παραμερισμό της εκδοθείσας Απόφασης ημερ.29/07/20 στην Αίτηση Κ*9/20, ούτε και το παρόν Δικαστήριο μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο του εαυτού του.
- Οι Αιτητές απέτυχαν να εξηγήσουν γιατί παρέλειψαν να καταχωρήσουν απάντηση στην Κ*9/20 και η διαγωγή και/ή συμπεριφορά των Αιτητών συνιστούν ασύγγνωστη αδιαφορία σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και/ή των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση και οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή τεκμήρια και/ή στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν το αντίθετο.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση ή συνέχιση ισχύος του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 14/09/20 για αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης που εκδόθηκε στις 29/07/20 στην Κ*9/20 και ιδίως: α) Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι Αιτητές σε θεραπεία για την Κυρίως Αίτηση. β) Δεν συντρέχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί με σχετική και/ή ικανοποιητική μαρτυρία η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν συνεχίσει να ισχύει το προσωρινό Διάταγμα. γ) Οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή απέκρυψαν και/ή προσπάθησαν εντέχνως και ανεπιτυχώς να διαφοροποιήσουν, γεγονότα στην προσπάθεια τους, μονομερούς εξασφάλισης του προσωρινού Διατάγματος χωρίς να αποδείξουν το κατεπείγον της αίτησης τους.
- Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει έστω και στο ελάχιστο ότι είχαν αποκαταστήσει τις ζημιές στο Κατάστημα και ότι δεν όφειλαν αποζημιώσεις.
- Η Ε/Δ της δικηγόρου κας. ΧΧΧΧ Στυλιανού που συνοδεύει την αίτηση για αναστολή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και δεν πρέπει να της δοθεί βαρύτητα και/ή δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Οι παρακάτω λόγοι ένστασης προβάλλονται χωρίς βλάβη των λόγων ένστασης 1- 9 παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά.
- Δεν θα υποστούν καμία ζημιά οι Αιτητές αν δεν παραμείνει σε ισχύ το Διάταγμα αναστολής.
- Σε περίπτωση που παραμείνει σε ισχύ το Διάταγμα αναστολής οι Καθ' ων η Αίτηση θα έχουν ως συνέπεια την προσβολή του δικαιώματος των Καθ' ων για εκδίκαση της υπόθεσής τους εντός ευλόγου χρόνου, θα προσβληθεί η αρχή της τελεσιδικίας και η εκτελεστότητα της απόφασης.
- Οι Αιτητές δεν είναι φερέγγυοι.
- Η αίτηση έγινε χωρίς καλή πίστη και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή είναι αδικαιολόγητη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή απαράδεκτη καθότι αυτό που ουσιαστικά επιζητείται και/ή επιδιώκεται είναι η άρση και/ή εξάλειψη και/ή ακύρωση των συνεπειών της αμέλειας και/ή παράλειψης και/ή αδιαφορίας των Αιτητών να προωθήσουν την υπόθεση τους. » Η ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του κου ΧΧΧΧ Μικρού από τη Λεμεσό ο οποίος είναι διοικητικός σύμβουλος των Καθ' ων και ιδιοκτητών του επίδικου Υποστατικού σε σχέση με το οποίο οι Ιδιοκτήτες έχουν εξασφαλίσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Αναφέρεται και αυτός στο ιστορικό της διαφοράς μέσω της δικής του οπτικής γωνίας και επισυνάπτει διάφορα έγγραφα προς στοιχειοθέτηση της δικής του θέσεις. Ανάμεσα σε άλλα, επισυνάπτει το επίδικο ενοικιαστήριο ημερ. 13/02/1996 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β στην Ένσταση) και υποστηρίζει πως οι Ενοικιαστές είχαν υποχρέωση να επιστρέψουν το Υποστατικό «στην ίδια καλή κατάσταση που το παρέλαβαν». Εντούτοις, το επέστρεψαν «σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή που το είχαν παραλάβει και χωρίς την πληρωμή οποιασδήποτε αποζημίωσης». Ισχυρίζεται ότι αφότου η υπόθεση, που αρχικώς καταχωρήθηκε στο Τμήμα Πάφου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Τμήμα Λεμεσού, οι δικηγόροι των Ενοικιαστών αρνήθηκαν να καταχωρήσουν Απάντηση και απαίτησαν να τους επιδοθεί εκ νέου η ίδια αίτηση με διαφορετικό αριθμό, όπως και έγινε στις 17/03/
- Ισχυρίζεται πως η όλη διαδικασία διεξήχθη νομότυπα, σημειώνοντας, ανάμεσα σε άλλα, τα εξής: «
- Στις 29/06/2020, κατόπιν οδηγιών μου, οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση (Αιτητές στην Κ*9/20) καταχώρησαν νέα αίτηση για απόφαση, αφού ήδη είχαν περάσει 23 ημέρες από την λήξει της αναστολή των προθεσμιών και οι Αιτητές (Καθ' ων στην Κ*9/20) δεν καταχώρησαν απάντηση και ούτε επικοινώνησαν για να ζητήσουν περαιτέρω χρόνο. [..]
- Οι Αιτητές (Καθ' ων στην Κ*9/20) δεν επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την πορεία της υπόθεσής τους μέχρι την επίδοση της Απόφασης. [.]
- Οι Αιτητές δεν εξήγησαν γιατί παρέλειψαν να καταχωρήσουν απάντηση στην Κ*9/20 και η διαγωγή και η συμπεριφορά τους συνιστούν αδιαφορία της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. » Σημειώνει συναφώς πως η Αίτηση για απόφαση ημ. 29/06/2020 ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 15/07/2020 οπότε και επιφυλάχθηκε απόφαση η οποία δόθηκε στις 29/07/2020, δηλαδή μετά την πάροδο σχεδόν τεσσάρων μηνών από την επίδοση της Κ9/
- Υποδεικνύει πως οι αντίδικοι τους δεν απέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την πορεία της υπόθεσης τους, παρά μόνο όταν στις 20/08/2020 τους επιδόθηκε η εκδοθείσα απόφαση μαζί με επιστολή για απαίτηση χρέους. Υποστηρίζει πως οι Ιδιοκτήτες είχαν αποκαλύψει όλα τα πραγματικά επίδικα γεγονότα και δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να δικαιολογούν την αναθεώρηση ή τον παραμερισμό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε υφίσταται οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση από τους Ενοικιαστές. Περαιτέρω, αμφισβητεί τις νομικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για στοιχειοθέτηση της αιτηθείσας προσωρινής θεραπείας και της αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και του κατ' ισχυρισμό κατεπείγοντα χαρακτήρα για τη μονομερή έκδοση του διατάγματος και αξιώνει την απόρριψη της παρούσας αίτησης και την ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 11/09/
- (δ) Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Πέραν των πιο πάνω, κατόπιν σχετικής άδειας καταχωρήθηκαν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις από τους διαδίκους, οι οποίες αφορούν το ζήτημα της φερεγγυότητας ενός εκάστου. Με δύο λόγια, η κάθε πλευρά επισυνάπτει στοιχεία για να αποδείξει τη δική της φερεγγυότητα και ταυτόχρονα αμφισβητεί τη φερεγγυότητα του αντιδίκου της. Στο ειδικό περιεχόμενο των υπό αναφορά ενόρκων δηλώσεων θα αναφερθώ μόνο εφόσον κρίνω σκόπιμο. (ε) Η ακροαματική διαδικασία. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν και απέστειλαν και ηλεκτρονικά τις αγορεύσεις τους στις 12/11/2020, ημερομηνία που επιφυλάχθηκε και η απόφαση του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η προσωρινή προστασία. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει διηνεκή και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960).[2] Όπως προκύπτει από το υπό αναφορά άρθρο θα πρέπει σωρευτικά, να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Να υπάρχει σοβαρό προς εκδίκαση ζήτημα.
- Ο Αιτών το προσωρινό διάταγμα να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία.
- Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης[3] (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει συναφώς να καταδειχθεί, μικρή έστω, πλην όμως ορατή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού.[4] Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτών το προσωρινό διάταγμα και σε περίπτωση έγερσης από την άλλη πλευρά αντίθετων ισχυρισμών, για να το αποσείσει οφείλει να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης.[5] Στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[6] Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, χωρίς όμως να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και αποφεύγοντας τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της κυρίως δίκης. Δεν χρειάζεται δηλαδή η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του.[7] Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται προς την αγωγή δεν αποκλείεται,[8] παρόλο που τούτο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου, είναι ανεπαρκής.[9] Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει αποφασιστεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[10] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Ακόμα και αν πληρούνται οι τρείς προπαρατεθείσες θεσμικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια,[11] συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στους διαδίκους και σε τρίτα πρόσωπα, τη συμπεριφορά των διαδίκων, την καθυστέρηση και τη διαφύλαξη του «status quo ante», δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου ξεκινούσε τις ενέργειες για τις οποίες παραπονείται ο αιτών. (β) Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων προαπαιτεί καθ' ύλην αρμοδιότητα.[12] Επιπροσθέτως, έγκριση διατάγματος τέτοιου είδους θα πρέπει να μην υπερβαίνει τη δικαιοδοσία[13] του παρόντος Δικαστηρίου. Διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι αυτά που προβλέπονται στο Νόμο, ιδιαίτερα τα διηνεκή,[14] και τα απαγορευτικά που σχετίζονται με την αποτροπή αθέτησης αρνητικής συμβατικής συμπεριφοράς.[15] (γ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης γενικά. Σχετικό με το επίδικο θέμα είναι και το νομικό πλαίσιο που σχετίζεται τόσο γενικότερα με το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης όσο και με το τι ισχύει ειδικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για αναστολή μιας δικαστικής απόφασης προβλέπεται στην Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί: « An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been direct. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given. » Η Δ.35 θ.18 είναι πανομοιότυπη με την Αγγλική Δ.58 Θ.
- Η επί του δικαιώματος για αναστολή σχετική νομολογία είναι πλούσια και σαφής. Το αποφασιστικό κριτήριο για να δίδεται ή όχι αναστολή είναι η εξισορρόπηση δύο παραγόντων, δηλαδή της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης ή διαδικασίας παραμερισμού να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η καταχώρηση έφεσης, ή κατ' αναλογία, η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δεν επενεργεί προς αναστολή τέτοιας απόφασης, αλλά η διακριτική εξουσία, είτε του Εφετείου, είτε των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων ασκούνται με βάση την αρχή της διατήρησης μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επιπτώσεις στην κάθε πλευρά καθώς και τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ή της διαδικασίας παραμερισμού, εφόσον, μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει τέτοια πρόγνωση.[16] H εμβέλεια της Δ.35, θ. 18, εξετάστηκε στη Δημητρούδης v. Λουγκρίδη,
(2011)1Α Α.Α.Δ 687, όπου, με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, λέχθηκε ότι η εν λόγω διαταγή δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας. Στη Χατζηπαναγή ν. Αυξεντίου, ECLI:CY:AD:2017:A399, Πολιτική Έφεση Αρ.151/2017, ημερομηνίας 09/11/2017 λέχθηκαν τα εξής: « Μεταξύ των στοιχείων που συνυπολογίζονται κατά την εξέταση αίτησης αναστολής είναι και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος αν το δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί να χορηγήσει διάταγμα αναστολής. » (δ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για να διαταχθεί η αναστολή μιας τελικής απόφασης ενυπάρχει και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Στο άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, αναφέρονται τα εξής: « Το Δικαστήριον, εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (α),(β) (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ) (η), (θ), (ι), (ια) και (ιβ) του άρθρου τούτου, δύναται, τηρουμένου του όρου ότι o ενοικιαστής θα πληρώση παν ποσόν το οποίον νομίμως οφείλεται ή δυνατόν να καταστή οφειλόμενον υπ' αυτού, να αναστείλη την εκτέλεσιν της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλη την ημερομηνίαν κατοχής διά τοιαύτην περίοδον μη υπερβαίνουσαν το εν έτος, εκτός εάν οι διάδικοι άλλως ήθελαν συμφωνήσει, και υπό την επιφύλαξιν τοιούτων όρων οίους το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει καταλλήλους. » Το εν λόγω άρθρο 11
(5)ερμηνεύθηκε στην Ανδρέας Μιχαηλίδης ν Θωμάς Σάββα Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, ημερομηνίας 22/09/2017 και στην Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. ECLI:CY:AD:2018:A302, Πολιτική Έφεση αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/
- Στη τελευταία απόφαση, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: « ..το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εμποδίζεται, όταν υπάρχει έφεση, να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει της Δ.35,θ.
- Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).[17] Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35,θ.
- [18] Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Πριν οτιδήποτε άλλο, οφείλω να σημειώσω πως οτιδήποτε ακολουθεί, σχετίζεται αποκλειστικά με τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας αίτησης και τίποτα από ότι παρακάτω εκτίθεται προκαταβάλλει το αποτέλεσμα της κυρίως διαδικασίας. Αναπόφευκτα όμως, σταθμίζοντας τις εκατέρων θέσεις, θα προκύψουν κάποια συμπεράσματα προς αιτιολόγηση της καταληκτικής μου κρίσης. Α. Καθορισμός του επίδικου ζητήματος. Τα αιτητικά της επίδικης αίτησης έχουν παρατεθεί αυτούσια προηγουμένως. Υπενθυμίζω πως αξιώνεται «η αναστολή (stay) της ισχύος και/ή εκτέλεσης της Απόφασης» και μόνο «εναλλακτικά» «απαγορευτικό» διάταγμα εναντίον των Ιδιοκτητών, και ότι, κατά την προηγηθείσα μονομερή διαδικασία το Δικαστήριο ενέκρινε υπό όρους μόνο το πρώτο διάταγμα. Συνεπώς, το επίδικο ζήτημα αφορά αποκλειστικά τη συνέχιση ή όχι της ισχύς του συγκεκριμένου διατάγματος για αναστολή εκτέλεσης της τελικής Απόφασης στην Αίτηση υπ' αρ. Κ*9/2020, και ως εκ τούτου σε αυτό το στάδιο δεν θα με απασχολήσει η διαζευκτική θεραπεία για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος εναντίον των Ιδιοκτητών. Εξάλλου, τα δύο αιτητικά αποσκοπούν και απολήγουν στο ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα. Β. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
(1)Κατά πόσο πληρούται 1η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Με βάση τα πιο πάνω και το ενώπιον μου υλικό, διαπιστώνω ότι η προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση πληρούται, υπό την έννοια ότι η παρούσα Αίτηση, σε συνάρτηση με τα όσα δικογραφούνται στην Κυρίως Αίτηση, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση, δίχως να θεωρείται εκ πρώτης όψεως επιπόλαιη ή ενοχλητική,[19] δηλαδή, αποκαλύπτεται «αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα» (δείτε: Κωνσταντίνου ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση αρ. 10/2020, ημερομηνίας 15/10/2020). Συγκεκριμένα, οι θέσεις που δικογραφούνται στην παράγραφο Γ της Κυρίως Αίτησης, ως προς τις κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις των Αιτητών (παρ. Γ
(1)) και ουσιωδών λαθών (παρ. Γ
(2)) του Δικαστηρίου ούτε εξαντλούνται σε γενικότητες, ούτε εδράζονται σε υπόβαθρο που θα μπορούσε εκ προοιμίου να θεωρηθεί ότι στερείται σοβαρότητας.
(2)Κατά πόσο πληρούται η 2η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Η πλήρωση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, έχει την έννοια ότι αντικειμενικά κρινόμενη η υπόθεση των Αιτητών, αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση (arguable case), δηλαδή, έστω μικρή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Απαιτούνται μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος,[20] δίχως το Δικαστήριο να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[21] Αν και η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των Ενοικιαστών έχει πολυδιάστατη στόχευση, η ουσία του πράγματος είναι τα επίδικα γεγονότα και η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που έχει παρουσιαστεί (δείτε: Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204). Εν προκειμένω, δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της επίδικης αίτησης ως προς τα κατ' ισχυρισμό σφάλματα στη διαδικασία παραπομπής της υπόθεσης από το Τμήμα Πάφου στο Τμήμα Λεμεσού του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου. Το άρθρο 64Α
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (και όχι το άρθρο 64 στο οποίο έχω παραπεμφθεί), έχει αυτόδηλο περιεχόμενο. Εξάλλου, αφότου αναριθμήθηκε η επίδικη αίτηση, όπως αναριθμήθηκε επιδόθηκε εκ νέου δεόντως στους Ενοικιαστές στις 17/03/2020 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 στην Αίτηση), όπως οι ίδιοι είχαν απαιτήσει (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 στην Αίτηση). Αμέσως μετά τη νέα επίδοσή της, εάν δεν ίσχυε η αναστολή των προθεσμιών λόγω της πανδημίας, θα άρχιζε για τους Ενοικιαστές η ανατρεπτική προθεσμία των 14 ημερών για καταχώρηση Απάντησης. Λόγω όμως των περιορισμών συνεπεία της πανδημίας στις 24/03/2020 οι δικηγόροι των Ενοικιαστών ενημέρωσαν τους δικηγόρους των Ιδιοκτητών ότι «Απάντηση στην Αίτηση θα καταχωρηθεί μόλις αρθούν τα έκτακτα μέτρα που έχουν ληφθεί από την Κυβέρνηση αναφορικά με την πανδημία του Κορωνοϊού» (δείτε: ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 στην Αίτηση). Η αναστολή των προθεσμιών έληξε στις 05/06/2020, εντούτοις οι Ενοικιαστές δεν καταχώρησαν, ως όφειλαν, Απάντηση. Τούτη η παράλειψη αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία για ό,τι έχει ακολουθήσει μέχρι σήμερα, αφού ενεργοποιήθηκε η δυνατότητα των Ιδιοκτητών να προχωρήσουν στην έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης Απάντησης, όπως και έπραξαν. Η σχετική, δίχως ειδοποίηση, αίτηση για απόφαση καταχωρήθηκε στις 29/06/2020 και ορίστηκε στις 15/07/
- Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 29/07/2020 και επανασυντάχθηκε στις 07/08/
- Οι δικηγόροι των Ιδιοκτητών δεν είχαν δικονομική υποχρέωση να επιδώσουν την αίτηση για απόφαση, ούτε καθήκον να ενημερώσουν τους αντιδίκους τους για τις ενέργειες που λάμβαναν για εξασφάλιση απόφασης μονομερώς. Συνεπώς, στο μέτρο που η επίδικη αίτηση επιχειρεί να αποδώσει την ευθύνη για την παράλειψη των Ενοικιαστών σε μεμπτή συμπεριφορά των Ιδιοκτητών ή των δικηγόρων τους, δεν αποκαλύπτει σοβαρές ενδείξεις επιτυχίας. Ούτε οι ισχυρισμοί που αμφισβητούν την εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης που έγινε προς υποστήριξη της αίτησης για απόφαση, έχουν έρεισμα αφού δεν πρόκειται για ένορκη δήλωση που κατά τον χρόνο υπογραφής της αφορούσε ανύπαρκτη διαδικασία, δηλαδή να είχε υπογραφθεί πριν την καταχώρηση του σχετικού με αυτήν εναρκτήριου εγγράφου,[22] αλλά αφορά ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία. Η παραπομπή των δικηγόρων των Ιδιοκτητών στην S.A. Constantinou Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 A.A.D. 754 είναι ορθή. Μήτε τα όσα προβάλλονται ως προς το ζήτημα των ισχυριζόμενων «ουσιωδών λαθών» του Δικαστηρίου, αναφορικά με τα τηρηθέντα πρακτικά και τους ισχυρισμούς περί της απουσίας παρέδρων κατά την επανασύνταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνονται ικανοποιητικά. Οι εν λόγω εισηγήσεις απορρίπτονται ως αόριστες. Τα σχετικά πρακτικά δεν έχουν παρουσιαστεί. Εξ ακοής μαρτυρία σε σχέση με το περιεχόμενο αυτών ασφαλώς δεν αρκεί, ούτε αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να αναζητήσει στο φάκελο, και μάλιστα άλλης δικαστικής διαδικασίας, οποιαδήποτε έγγραφα για να στοιχειοθετήσει τον εν λόγω ισχυρισμό των Ενοικιαστών (δείτε: Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd
(2003)1B A.A.Δ. 808 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Γ & Κ Βιονευρολογική Λτδ κ.α.
(2011)1Α ΑΑΔ 234). Κατά συνέπεια, εκτός εάν καταδειχθούν επαρκείς ενδείξεις ότι η απόφαση ενδεχομένως είναι απόρροια «ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης» των Ιδιοκτητών,[23] η παρούσα περίπτωση θα καταταχθεί εντός της κατηγορίας των περιπτώσεων όπου εκ των υστέρων επιχειρείται να δικαιολογηθεί η κατά τεκμήριο αδικαιολόγητη παράλειψη εμφάνισης και καταχώρησης Απάντησης κατά τον προσήκοντα τρόπο με αναπόδραστη συνέπεια την απόρριψή της, ως επιβάλλεται και από τον συνοπτικό χαρακτήρα της δικαιοδοσίας αυτής και την περιφρούρηση του θεμελιώδους δικαιώματος για δικαστική κρίση εντός εύλογου χρόνου. Ως προς τούτο το ζήτημα, σημειώνω κατ' αρχάς πως η παρούσα διαδικασία για αναστολή, ως επίσης και η κυρίως διαδικασία παραμερισμού δεν προσφέρονται για να ελέγχει η ορθότητα της δικαστικής κρίσης με την οποία κρίθηκε ως ικανοποιητική η αποδεικτική αξία της προσφερθείσας μαρτυρίας και επί της οποίας το Δικαστήριο βασίστηκε για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.[24] Το δικαιοδοτικό πλαίσιο της διαδικασίας παραμερισμού δυνάμει του Άρθρου 6 του Νόμου (επί της οποίας βασίζεται το αίτημα για αναστολή) σχετίζεται αυστηρά με τη στοιχειοθέτηση ενδείξεων περί της ύπαρξης των ισχυριζόμενων περί «απάτης» και/ή «ψευδών παραστάσεων». Στη Lawford Ltd κ.ά. v. Χ"Γαβριήλ κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 818 υποδείχθηκε πως η απλή προβολή ισχυρισμών περί δόλου και ψευδών παραστάσεων[25] δεν είναι αρκετή προς στοιχειοθέτηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32. Συναφώς, στη Δ.Χ. κ.α. ν. Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση αρ. 6/20, ημερομηνίας 25/06/2020 λέχθηκαν τα εξής: « Η ύπαρξη "σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση" προϋποθέτει ακόμη και δικογραφικά, δηλαδή, στη βάση του υλικού που τίθεται με την αίτηση, "σοβαρό" θέμα και όχι απλώς την ύπαρξη μιας νομικής δυνατότητας. » Εν προκειμένω, οι Ενοικιαστές εισηγούνται πως οι Ιδιοκτήτες δεν αποκάλυψαν πως οι Ενοικιαστές «προέβησαν οι ίδιοι σε όλες τις απαραίτητες και/ή δέουσες επιδιορθώσεις» (δείτε: παρ. Γ
(1)
(2)της Κυρίως Αίτησης και παρ. 66(β) ένορκης δήλωσης της κας Στυλιανού, καθώς και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24), ενώ, οι Ιδιοκτήτες αρνούνται ότι έγιναν «οποιεσδήποτε και/ή οι δέουσες» εργασίες (παρ. Γ4 της Απάντησης), και ότι, οι Ενοικιαστές «γενικά παρέδωσαν το κατάστημα με σημαντικές ζημιές και σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή που το είχαν παραλάβει» (παρ. 9 της ένορκης δήλωσης του κ. Μικρού). Αξιολογώντας λοιπόν τα προαναφερόμενα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένης της διατύπωσης της ένορκης δήλωσης που είχε παρουσιαστεί προς απόδειξη της υπόθεσης των Ιδιοκτητών (δείτε: ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20 στην Αίτηση) και δίχως βεβαίως να προαποφασίζεται το παραμικρό, καταλήγω πως δεν μπορώ εκ των προτέρων να αποκλείσω τούτη την υπερασπιστική γραμμή των Ενοικιαστών, επειδή οι ισχυρισμοί τους δεν εξαντλούνται σε γενικότητες αλλά στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία επισυνάπτονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24 δηλαδή σε φωτογραφίες (πέραν των πενήντα) και αποδείξεις πληρωμής για εκτέλεση εργασιών (πέραν των €6.000). Το κατά πόσο οι εν λόγω εργασίες ήταν οι «δέουσες» σε σχέση με τα συμβατικά προβλεπόμενα (δείτε: όρο 5 του ενοικιαστηρίου εγγράφου - ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β στην Ένσταση) δεν είναι θέμα που αφορά το πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Συνεπώς, ως προς τούτο το θέμα η 2η προϋπόθεση πληρούται. 3. Κατά πόσο πληρούται η 3η προϋπόθεση για προσωρινό διάταγμα. Όπως επεξηγείται στη σχετική νομολογία, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[26] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την αυστηρή έννοια της υλικής ζημιάς. Όπως όμως σημειώθηκε στη Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11/09/2019: « το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. » Εν προκειμένω, οι δικηγόροι των Ιδιοκτητών υποστηρίζουν ότι η ζημιά αποτιμάται σε χρήμα. Από την άλλη, οι δικηγόροι των Ενοικιαστών διαφωνούν και αντιτείνουν επιπρόσθετα το ότι η εκτέλεση της απόφασης θα αποτελέσει επαγγελματικό πλήγμα και θα επηρεάσει τη φήμη και το καλό όνομα των πελατών τους, οι οποίοι αποτελούν την πρώτη τράπεζα στην ημεδαπή. Συναφώς, επικαλούνται τις υποθέσεις Parico, Κυρίσαββα (ανωτέρω) καθώς και τη Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, όπου λέχθηκαν τα εξής: « η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. » Σταθμίζοντας τους εκατέρων ισχυρισμούς, έχω κατά νου πως η προσβαλλόμενη απόφαση εξασφαλίστηκε εν μέσω των γνωστών σε όλους μέτρων που λήφθηκαν για την πρόληψη και την παρεμπόδιση της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού Covid-19, ήτοι σε μια περίοδο που όχι μόνο τα δικαστήρια αλλά και ολόκληρη η κοινωνία προσπαθούσε, και εξακολουθεί να προσπαθεί, να λειτουργήσει υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης και με άγνωστο ορίζοντα επιστροφής στην κανονικότητα. Μέχρι τότε, οτιδήποτε εθεωρείτο δεδομένο υπό φυσιολογικές συνθήκες πρέπει να αντικρίζεται στη βάση των σημερινών πραγματικοτήτων και των συνέπειων της πανδημίας, η οποία, πέραν του υγειονομικού ολέθρου, προκαλεί ανυπολόγιστες και διαστρωματικές οικονομικές επιπτώσεις. Τα αμέσως πιο πάνω έχουν τεθεί επειδή η βεβαίωση που έχουν παρουσιάσει οι Ιδιοκτήτες προς απόδειξη της φερεγγυότητάς τους (δείτε: Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μικρού ημερ. 15/10/2020) αφορά μόνο τη τήρηση των υποχρεώσεων τους προς την τράπεζα των Ενοικιαστών μέχρι τις 11/04/2019 δίχως να πραγματεύεται την υφιστάμενη φερεγγυότητά τους. Ούτε έχω ενώπιον μου οτιδήποτε στέρεο το οποίο να μου δημιουργεί την πεποίθηση ότι στην περίπτωση επιτυχίας της κυρίως διαδικασίας παραμερισμού θα υπάρξει πλήρης αποκατάσταση των Ενοικιαστών. Πέραν όμως αυτού, συμφωνώ με αυτούς πως το θέμα δεν είναι μονοδιάστατο. Η όποια επίδραση στην εμπορική τους εύνοια και φήμη[27] λόγω της λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον τους, δεν αποτελεί ούτε αμελητέο στοιχείο, ούτε σχετίζεται με βλάβη που ευκόλως προσδιορίζεται. Για τη σημασία της εμπορικής εύνοιας και της φήμης νομικών προσώπων ως προστατευόμενο συμφέρον, δείτε την T.A.S Ophthalmos Laser Center Ltd κ.α. ν. Π. Φ. κ.α. ECLI:CY:AD:2019:D402, Πολιτική Έφεση αρ. 283/2012, ημερομηνίας 27/09/
- Κατά συνέπεια, καταλήγω πως εκτός εάν παραταθεί η αναστολή εκτέλεσης της τελικής απόφασης θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ Ενοικιαστών. Ως προς το γενικότερο ζήτημα που συναρτάται με την αναλογικότητα των επιδιωκόμενων διαταγμάτων προς το σκοπό που επιδιώκεται επί της κυρίως Αίτησης, σημειώνω τα ακόλουθα. Υπό τις περιστάσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας, υπό το φως και του όρου που τέθηκε προς όφελος των Ιδιοκτητών, κλίνει σαφώς υπέρ των Ενοικιαστών. Το δικαίωμα ακρόασης τους υπερισχύει του δικαιώματος των Ιδιοκτητών για την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η διατήρηση της αναστολής μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα διασφαλίσει την προϋπόθεση για απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης, δίχως την πρόκληση αδικίας σε οποιονδήποτε εκ των διαδίκων.
- Το κατεπείγον, σε συνάρτηση με την υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Δεδομένου ότι το διάταγμα έχει εκδοθεί μονομερώς, θα πρέπει επίσης να εξεταστεί κατά πόσο στοιχειοθετείτο η προϋπόθεση του κατεπείγοντος, ως δικαιοδοτικός όρος για την έκδοσή του, σε συνάρτηση με την υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ξεκινώντας αντίστροφα, η αποκάλυψη εκ μέρους των Ενοικιαστών κρίνεται πλήρης και ειλικρινής, δίχως να εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα διαφοροποιούσε την κρίση μου κατά τον κρίσιμο χρόνο της μονομερούς έκδοσής του. Για τις σχετικές με το θέμα της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης αρχές, δείτε την πρόσφατη απόφαση DB TECHNOLOGIES B.V. v. LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. E166/2019, ημερομηνίας 15/10/2020, όπου λέχθηκαν τα εξής: « Έχουμε διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια πως η έννοια της ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης έχει τρόπω τινά παρεξηγηθεί από αρκετούς στο νομικό κόσμο. Δεν είναι νοητό ούτε ποτέ οποιαδήποτε αυθεντία έθεσε τέτοιο επαχθές βάρος στους αιτητές να ξεδιπλώνουν με κάθε λεπτομέρεια σε βαθμό σχολαστικισμού κάθε πτυχή των θέσεων των αντιδίκων τους και να την ερμηνεύουν. Δεν είναι αυτή η ορθή εφαρμογή της πιο πάνω αρχής. Αναμένεται βεβαίως πάντα οι αιτητές, επιδιώκοντας μονομερή θεραπεία, να θέσουν με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη θέματα, τόσο τα υπέρ, όσο και τα εναντίον τους, όμως δεν είναι εντός του καθήκοντος τους να μετατρέπονται σε οιονεί δικηγόρους της άλλης πλευράς για να θέσουν την εκδοχή των αντιδίκων τους, ως να ήταν η δική τους, με πλήρη ερμηνεία θέσεων και εξαντλητική ανάλυση. » Όσον αφορά δε το στοιχείο του κατεπείγοντος, κατ' αρχάς παραπέμπω στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/02/2015 όπου λέχθηκαν τα εξής: « Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. » Εν πάση περιπτώσει, επί του προκειμένου η κρίσιμη ημερομηνία είναι η 24η Αυγούστου 2020, (δείτε: Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 (B) A.A.Δ. 1263 και Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475) όταν οι Ενοικιαστές έλαβαν γνώση για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 21 στην Αίτηση). Έκτοτε, ως συνάγεται από την ενώπιον μου μαρτυρία, ενήργησαν με τη δέουσα σπουδή και δίχως καθυστέρηση για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους, αφού προηγουμένως η προσπάθεια τους να συμφωνήσουν με τους δικηγόρους των Ιδιοκτητών για να μην προχωρήσουν σε λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον τους έπεσε στο κενό, αφού η απάντηση που έλαβαν ήταν ότι «οι οδηγίες των πελάτων μας είναι να προχωρήσουμε κανονικά με μέτρα εκτέλεσης». Η σχετική ανταλλαγείσα δικηγορική αλληλογραφία που επισυνάπτεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 στην Αίτηση, καταδεικνύει του λόγου το αληθές.[28] Συνεπώς, η παρούσα περίπτωση δεν εντάσσεται εντός της κατηγορίας των υποθέσεων όπου το κατεπείγον του θέματος απορρέει αποκλειστικά από την παράλειψη του αιτούντα να αξιώσει έγκαιρα την προσωρινή του προστασία (δείτε: Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε176/2019, ημερομηνίας 10/12/2019). Ως εκ των ανωτέρω, δεν διαπιστώνω οτιδήποτε που να δικαιολογεί την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Όσα προαναφέρονται θεωρώ πως απαντούν στους περισσότερους λόγους Ένστασης, δίχως να χρειάζεται να επαναλάβω εαυτόν. Προσθέτω μόνο επιγραμματικά ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ορθή και πως η πληρωμή προς το Δικαστήριο του ποσού των €30.000 από τους Ενοικιαστές, δυνάμει του σχετικού όρου που έχει τεθεί δείχνει στην πράξη ότι οι Ενοικιαστές είναι φερέγγυοι για να καλύψουν το εξ' αποφάσεως χρέος, ούτε έχω διαπιστώσει πως έχει επιδειχθεί από αυτούς είτε «ασύγγνωστη αδιαφορία σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας» είτε κακοπιστία, είτε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ολοκληρώνοντας, δεν έχω παραβλέψει ότι η Αίτηση, πέραν της δικονομικής βάσης που σχετίζεται με την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, έχει δικονομικά επενδυθεί και με τις διατάξεις που αφορούν την αναστολή της εκτέλεσης τελικής απόφασης, και ότι, οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων αναφέρονται εκτεταμένα σε δικονομία και νομολογία που άπτεται και τούτου του ζητήματος. Όχι αδίκως, αφού η διασύνδεση των δύο ζητημάτων είναι εμφανής καθότι το ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι η αναστολή της τελικής απόφασης, ζήτημα το οποίο νομικά συναρτάται[29] με την εξισορρόπηση της φυσιολογικής προσδοκίας των Ιδιοκτητών να εκτελέσουν την τελική Απόφαση και της ανάγκης των Ενοικιαστών να διασφαλίσουν ότι η ενδεχόμενη επιτυχία τους επί της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης Παραμερισμού δεν θα μείνει δίχως αντίκρισμα. Όπως όμως και να ιδωθεί το επίδικο ζήτημα στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγούμαστε, αφού ακόμα και εάν εφάρμοζα τις αρχές που αφορούν την αναστολή της διαδικασίας, δηλαδή εξισορροπώντας τα δικαιώματα των διαδίκων καθώς και τις επιπτώσεις που θα προκύψουν σε κάθε περίπτωση, θα ασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ των Ενοικιαστών με τους ίδιους όρους, αφού, στη βάση των γεγονότων που έχω ανωτέρω παραθέσει, θα θεωρούσα ότι υφίσταται απτός κίνδυνος, με την εκτέλεση της απόφασης στην Αίτηση Κ*9/2020, η Κυρίως διαδικασία στην παρούσα υπόθεση να καταστεί άνευ αντικειμένου. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Ένσταση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα αναστολής ημερομηνίας 14/09/2020 οριστικοποιείται και παραμένει σε ισχύ υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τέθηκαν κατά τη μονομερή έκδοσή του μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης ή μέχρι την έκδοση άλλης νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, παρά την επιτυχία της αίτησης, θεωρώ ορθότερο όπως παραμείνουν στην πορεία και να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Κυρίως Αίτησης Παραμερισμού. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Στο εξής, όπου γίνεται αναφορά είτε σε «Κ*9/2020» είτε σε «Κ9/2020», θα πρόκειται για την ίδια υπόθεση. Ομοίως, η αναφορά είτε σε Κ*35/2020» είτε σε «Κ35/2020», αφορά την ίδια υπόθεση. [2] Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Άρθρο 32: (Απαγορευτικά διατάγματα και παραλήπται)
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1),δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος, και εάν τοιαύτη αγωγή έχει ήδη εγερθεί το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» [3] Δείτε: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782. [4] Δείτε: Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν Χρ. Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [5] Δείτε: Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [6] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [7] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802. [8] Δείτε: Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου Π.Ε.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 228. [9] Δείτε: Κιτρομηλίδου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165. [10] Δείτε: Κυρίσαββα κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245. [11] Δείτε: Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ 788. [12] Δείτε: Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 CLR
- [13] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D42, Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.
- [14] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 10: Διατάγματα σε διάφορους τομείς δικαίου, Β. Ενοικιοστάσιο», σελ.
- [15]Δείτε: Ακίνητα Ν. & Κ. Αγρότης Λτδ ν. Δημητρίου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 863. [16] Δείτε μεταξύ άλλων: Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Charalambous v. C. Nicolaides and A.Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737, Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, Α. Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ 797, Α. Παπά ν Ν. Α. Οικονομίδου κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ 58, Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Γιάννος Παύλου κ.ά ν Μαρούλλας Νεοφύτου Νικολάου κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 373/2016, ημερομηνίας 10.10.2017, Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/2018, Christakis Pilides Construction Ltd ν. Philpool Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2019, ημερομηνίας 12/06/2020 και Navarino Wine Lodge Limited v. T.C.N. Holding Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 105/2020, ημερομηνίας 30/10/2020. [17] Το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει ως εξής: «Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.» [18] Η Δ. 35 θ. 18 αναφέρει: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». [19] Δείτε: American Cyanamid Co v. Ethicon [1975] 1 ALL ER 504 HL και Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R.
- [20] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω). [21] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler (ανωτέρω) και HADJISOLOMOU BROS CONSTRUCTIONS LTD και A & N CHINA HOUSE RESTAURANTS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 296/2013, ημερομηνίας 22/10/
- [22] Δείτε: Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201 και Ίβρου ν. Μαυροκωνσταντή, Πολιτική Έφεση αρ. Ε126/2013, ημερομηνίας 01/02/2017 [23] Σημειώνω πως, οι δικηγόροι των Ενοικιαστών αν και παραπέμπουν στις συνθήκες της πανδημίας και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους συνεπεία τούτης της πρωτοφανούς κατάστασης, δεν επικαλούνται, τουλάχιστον ευθέως, την προϋπόθεση του άρθρου 6(δ) του Νόμου, ήτοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε εν τη απουσία των πελατών τους, απουσία η οποία «δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους». [24] Καθώς κάτι τέτοιο, θα συνιστούσε υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αφού ανεπίτρεπτα θα το καθιστούσε ως εφετείο του εαυτού του. Δείτε: Αναφορικά με τον Λοϊζίδη κλπ, επί της Πολιτικής Αίτησης αρ. 32/2019, ημερομηνίας 17/4/2019. [25] Για την έννοια των οποίων παραπέμπω στα άρθρα 17 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ. 149. [26] Κυρίσαββα (ανωτέρω). [27]Γενικότερα, για την έννοια της «φήμης» (reputation) δείτε την Plato Films Ltd v. Speidel [1961] 1 ALL E.R. 876 όπου ο δικαστής Denning περιεκτικά ανέφερε «A man's 'character', it is sometimes said, is what he in fact is, whereas his 'reputation' is what other people think he is». Επίσης, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπακυριακού
(2012)1 Α.Α.Δ. 774 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715. [28] Στις 15/09/2020, οι δικηγόροι των Ιδιοκτητών, με σκοπό τη συμμόρφωσή τους προς το επίδικο διάταγμα ημερ. 11/09/2020, απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Δικαστήριο, ζητώντας, σε σχέση με την Κ*9/2020, όπως ανασταλεί η «διαδικασία για εκτέλεση του εντάλματος κινητών ημερ. 04/09/2020, με αρ. 095852». [29] Ως επεξηγείται στη νομολογία που έχω ανωτέρω παραθέσει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο