← Κύπρος

ΚΟΥΡΟΥΚΛΙΔΗ ν. AUDIT SOLUTIONS LTD, Αίτηση Αρ. K24/2017, 11/5/2021

ΚΟΥΡΟΥΚΛΙΔΗ ν. AUDIT SOLUTIONS LTD, Αίτηση Αρ. K24/2017, 11/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2021:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση Αρ. K24/2017 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΚΟΥΡΟΥΚΛΙΔΗ, από τη Λεμεσό Αιτητή και ΧΧΧΧ AUDIT SOLUTIONS LTD, από τη Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση Αίτηση εξαίρεσης ημερομηνίας 22/02/2021 (δυνάμει της Δ.22 θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) Ημερομηνία: 11/05/2021 Για τους Αιτητές / Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση: κος Χ.Αναστασίου για Μάκης Αναστασίου & Σια Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Αιτητή στην Κυρίως Αίτηση: κος Τ. Πούλλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ (ΓΕΓΟΝΟΤΑ - ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ) Με την Κυρίως Αίτηση αξιώνονται από τους Αιτητές και Ιδιοκτήτες του επίδικου Υποστατικού (στο εξής: «οι Ιδιοκτήτες») διάφορα ποσά ως οφειλόμενα ενοίκια και ως αποζημιώσεις για ζημιές σε σχέση με παρελθούσα θέσμια ενοικίαση. Οι Καθ' ων στην Κυρίως Αίτηση και Αιτητές στην παρούσα αίτηση (στο εξής: «οι Ενοικιαστές») στην Απάντησή τους, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζονται ότι ο Ιδιοκτήτης παρέλαβε την κατοχή δίχως οποιανδήποτε επιφύλαξη και συνεπώς έχει αποποιηθεί του δικαιώματός του να αναζητεί αποζημιώσεις. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι οι όποιες ισχυριζόμενες ζημιές είναι αποτέλεσμα φυσικών φθορών και περαιτέρω επικαλούνται τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας για την υπεράσπισή τους. Επίσης, παραδέχονται ότι οφείλουν ένα μικρότερο ποσό από το διεκδικούμενο αλλά διατείνονται ότι ενώ κάλεσαν τον Ιδιοκτήτη να το παραλάβει αυτός αρνήθηκε να ενεργήσει σχετικά. Η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει. (α) Η παρούσα Αίτηση. Με την επίδικη αίτηση αξιώνεται από τους Ενοικιαστές η εξαίρεση του Προέδρου και/ή της σύνθεσης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, Τμήμα Λεμεσού, κατ' επίκληση της Διαταγής 22 θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, αξιώνονται τα πιο κάτω: « A. Εξαίρεση του Προέδρου και/ ή των παρέδρων και/ ή της σύνθεσης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, Τμήμα Δικαστηρίου Λεμεσού, από την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης. Β. Διάταγμα και/ ή άδεια του Δικαστηρίου όπως η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση ακουσθεί από άλλο Δικαστή ή σύνθεση Δικαστηρίου. Γ. Οιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ ή Διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο. Δ. Τα έξοδα της Αίτησης πλέον ΦΠΑ. » Το υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων στηρίζουν το υπό εξέταση αίτημα βασίζεται στο ότι ο δικηγόρος του Αιτητή, στις 10/12/2020 ανέφερε[1] προς το Δικαστήριο ότι οι Καθ' ων έχουν προβεί σε πληρωμή προς το Δικαστήριο (payment into court). Αν και δεν είναι καν γνωστό το ύψος της εν λόγω πληρωμής που έγινε προς το Δικαστήριο, το γεγονός ότι το Δικαστήριο έλαβε γνώση για την ύπαρξη πληρωμής αρκεί για την έγκριση του εν λόγω αιτήματος. Ειδικότερα, οι Ενοικιαστές αναφέρονται στα ακόλουθα: «

  1. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την υπό εξέταση Αίτηση έλαβαν χώρα κατά τις δικασίμους ημερομηνίας 10/12/2020 και 11/02/2021 (κατά τις οποίες η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση), όπως αυτά προκύπτουν από τα πρακτικά των εν λόγω δικασίμων που βρίσκονται εντός του φακέλου της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, όπως προσωπικά γνωρίζω, στις 10/12/2020, κατόπιν σχετικής αναφοράς από τον συνήγορο του Καθ'ου η Αίτηση, περιήλθε εις γνώση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι έγινε από τους Αιτητές πληρωμή στο Δικαστήριο (payment into Court). Παρά το ότι η αναφορά αυτή του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση έγινε ανεπίσημα και εκτός πρακτικού, το ότι έγινε αυτή η αναφορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10/12/2020, καταγράφηκε (όπως αναφέρω και πιο κάτω) στα πρακτικά της δικασίμου της 11ης Φεβρουάριου. [..]
  2. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, αληθώς πιστεύω και εξ' όσων πληροφορούμαι από τον δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τηρηθεί η ορθή διαδικασία και έχει ξεκάθαρα παραβιαστεί η δικονομική αρχή που διαλαμβάνεται στη Δ.22 Θ. 7, με αποτέλεσμα να προκύπτει ορατό το ενδεχόμενο να επηρεαστεί το Δικαστήριο και να απωλεσθεί η αντικειμενική αμεροληψία του κρίνοντας την ουσία της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, τα πιο πάνω γεγονότα θεμελιώνουν σοβαρό ενδεχόμενο παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος των Αιτητών για δίκαιη δίκη, εφόσον εξ' όσων μας πληροφορούν διατηρούν δικαιολογημένη εντύπωση αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης του Δικαστηρίου.
  3. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, αληθώς πιστεύω και εξ' όσων πληροφορούμαι από τον δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, το αίτημα που υποβάλλεται με την Αίτηση που υποστηρίζει η παρούσα Ένορκη Δήλωση μου σκοπεί στην απομάκρυνση της παραμικρής αμφιβολίας περί της παραβίασης των εχεγγύων της δίκαιης δίκης. Ενόψει των ανωτέρω, όπως επίσης και του γεγονότος ότι δεν ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία, ειλικρινά πιστεύω ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η προώθηση της παρούσας αίτησης και ως εκ τούτου η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος είναι όχι μόνο αιτιολογημένη αλλά και αναγκαία για τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. » (β) Η επίδικη Ένσταση. Ο Ιδιοκτήτης, αντιδρώντας στην υπό εξέταση Αίτηση καταχώρησε στις 25/02/2021 ένσταση η οποία επικεντρώνεται στη θέση ότι (λόγος έντασης υπ' αριθμό «β)»): « Η Δ.22 θ. 7 δεν δημιουργεί κώλυμα στη σύνθεση του Δικαστηρίου όταν υπάρχει πληροφόρηση για την ύπαρξη πληρωμής στο Δικαστήριο, αλλά ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει ή όχι την εξαίρεσή του » Στην ένορκη δήλωσή του ίδιας ημερομηνίας, ο Ιδιοκτήτης προβάλλει, ανάμεσα σε άλλα τα εξής: « 6) Από τα όσα πιο καλά γνωρίζω και πιστεύω και από τα όσα με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου, σύμφωνα με τη Νομολογία και/ή τους Κανονισμούς οι Δικαστές δεν θα πρέπει να συναινούν σε αιτήματα εξαίρεσης τους χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο, γιατί αλλιώς θα φτάναμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το Δικαστή που θα τον δικάσει. Το κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη που γνωρίζει τα γεγονότα δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης Δικαστή. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Η εφαρμογή της αρχής αυτής εξαρτάται από τα ειδικά χαρακτηριστικά και τα γεγονότα και περιστατικά κάθε διαδικασίας. 7) Από τα όσα πιο καλά γνωρίζω και πιστεύω και από τα όσα με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου, το θέμα της επιδίκασης εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πουθενά στα δικόγραφα δεν είχε αναφερθεί η πληρωμή εξόδων στο Δικαστήριο, αλλά ούτε και ο Δικηγόρος μου ανέφερε προφορικά τέτοιο θέμα στο Δικαστήριο. Το θέμα αυτό εγέρθηκε από το Δικηγόρο των Καθ'ων η Αίτηση-Αιτητών ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11/2/21 και σε καμιά άλλη προηγούμενη δικάσιμο. Για το αν θα υπάρξει στη περίπτωση αυτή εξαίρεση του Δικαστηρίου ή όχι, το θέμα αυτό ανάγεται μόνο στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα κρίνει σύμφωνα με τα περιστατικά και τα γεγονότα της κυρίως αίτησης. » (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν έχει ζητηθεί αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.[2] Οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αποστείλει ηλεκτρονικά τις αγορεύσεις τους στο Δικαστήριο. Αμφότεροι δικηγόροι παραπέμπουν σε νομολογία που αφορά τις προϋποθέσεις για την εξαίρεση δικαστή, τονίζοντας ό,τι εξυπηρετεί τη δική τους πλευρά. Ο δικηγόρος του Ενοικιαστή υποστηρίζοντας ότι «συζητήθηκε ένα γεγονός εκτός της νενομισμένης διαδικασίας» παραπέμπει στη Παπακυριακού κ.α. ν Αστυνομίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Δικαστήριο είχε δεχθεί ουσιαστικό μάρτυρα κατηγορίας εντός του ιδιαίτερου του γραφείου, για να εισηγηθεί ότι εν προκειμένω τα υπό εξέταση γεγονότα έχουν δημιουργήσει κατά αντικειμενικό τρόπο την αντίληψη ότι το Δικαστήριο δεν «τήρησε υψηλό επίπεδο αμεροληψίας». Από την άλλη πλευρά, ο δικηγόρος του Ιδιοκτήτη υποστηρίζει ότι το όλο ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ουδείς εκ των συνηγόρων με έχει παραπέμψει σε νομολογία που να πραγματεύεται επ' ακριβώς το υπό εξέταση ζήτημα. ΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Η Διαταγή 22 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφορά τη δυνατότητα και τη διαδικασία πληρωμής επί Δικαστηρίω (payment into court). Το επίδικο ζήτημα σχετίζεται με τον έβδομο θεσμό της εν λόγω Διαταγής, όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: « Except in an action to which a defence of tender before action is pleaded or in which a plea under section 23 of the Civil Wrongs Law, Cap. 9, has been filed, no statement of the fact that money has been paid into Court under the preceding Rules of this Order shall be inserted in the pleadings and no communication of that fact shall at the trial of any action be made to the Court until all questions of liability and amount of debt or damages have been decided, but the Court shall, in exercising its discretion as to costs, take into account both the fact that money has been paid into Court and the amount of such payment. » (ο τονισμός των λέξεων είναι του Δικαστηρίου) Όσον αφορά ευρύτερα τη διαδικασία, τις ιστορικές καταβολές και τη σκοπιμότητα των διαλαμβανομένων στη Διαταγή 22 για πληρωμή στο Δικαστήριο, παραπέμπω στην ανάλυση που έγινε στη Παναγιώτης Κυριάκου ν. Ανδρέα Αυγουστίνου Πιλόττου, ECLI:CY:AD:2018:A116, Πολιτική Έφεση αρ. 98/2012, ημερομηνίας 14/03/2018: « Εξετάζοντας το ζήτημα που προέκυψε, είναι γνωστό ότι η Δ.22 αφορά γενικώς τη διαδικασία πληρωμής της απαίτησης επί Δικαστηρίω σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της περαιτέρω πορείας της δίκης, ή συντόμευσης της, θέτοντας τον ενάγοντα προ των ευθυνών του σε περίπτωση που εγείρει αγωγή με το να τεθεί προ του διλήμματος κατά πόσο να δεχθεί ή όχι την πληρωμή την οποία προσφέρει ο εναγόμενος. Όπως αναφέρεται στον Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 233, ένας εναγόμενος ο οποίος δεν έχει στην ουσία υπεράσπιση, ορθά πράττει εάν πληρώσει χρήματα στο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατό σε οποιοδήποτε στάδιο μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως και πριν την έκδοση απόφασης. Το δικαίωμα αυτό θεωρείται πολύτιμο για την προστασία των εναγομένων γενικώς εφόσον στοχεύει στην πράξη να διασφαλίσει ότι ο ενάγων δεν θα συνεχίζει καταπιεστικά μια αγωγή εναντίον ενός εναγομένου, ο οποίος αποδέχεται την αξίωση και την απαίτηση του. Αυτό, διότι ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια επί των εξόδων, θα διατάξει τον ενάγοντα που επιμένει να συνεχίσει την αγωγή, αλλά στο τέλος δεν καταφέρνει να λάβει περισσότερα από το ποσό που έχει καταθέσει ο εναγόμενος, να καταβάλει όλα τα έξοδα και των δύο πλευρών που δημιουργούνται μετά την πληρωμή επί Δικαστηρίω. Ιδιαίτερα χρήσιμη αποδεικνύεται η καταβολή ενός ποσού στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο σε υποθέσεις δυστυχημάτων, όπου η αξίωση μεταφέρει απαίτηση για ειδικές ζημιές, αλλά και γενικές αποζημιώσεις, ούτως ώστε ο ζήλος ενός ενάγοντα να ανακτήσει ενδεχομένως μεγάλα ποσά αποζημιώσεων περιορίζεται από την κίνηση του εναγομένου να προσφέρει ένα ουσιαστικό ποσό στον ενάγοντα, ο οποίος ενδεχομένως δεν θα επιθυμεί να λάβει τον κίνδυνο να προχωρεί με την αγωγή και να εκτεθεί στην πληρωμή όλων των εξόδων μετά την προσφορά. Η πληρωμή επί Δικαστηρίω είναι μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμβιβασμός και, αυστηρώς ομιλούντες, δεν αποτελεί υπεράσπιση. Η πληρωμή αυτή ήταν άγνωστη στο κοινοδίκαιο και είναι εξ ολοκλήρου νομοθετικό δημιούργημα. Αρχίζοντας από το 1834, η πληρωμή επί Δικαστηρίω έγινε δεκτή σε αγωγές επί συμβάσεων, μετά, το 1843, επεκτάθηκε σε αγωγές δυσφήμισης από εφημερίδα και το 1852 επετράπη και σε ορισμένες αγωγές αστικών δικαιωμάτων. Το 1875 επετράπη η πληρωμή να κατατίθεται σε όλες τις αγωγές αναφορικά με χρέη ή αποζημιώσεις και είναι επιτρεπτή είτε ο εναγόμενος αποδέχεται, είτε αρνείται ευθύνη. Η πληρωμή επί Δικαστηρίω έχει χαρακτηριστεί από τον Devlin L.J. στην A. Martin French v. Kingswood Hill Ltd
(1961)Q.B. 96 ως «. simply an offer to dispose of the claim on terms». Με την αποδοχή του προσφερθέντος ποσού, η διαφορά επιλύεται ως να λύετο με συμβιβασμό, πλην όμως δεν δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε και υποδεικνύει αποδοχή ευθύνης. Η προσφορά μεταφέρεται στους τίτλω διαδόχους ή εκχωρητές του εναγομένου (Toprak Emerji Sanayi AS v. Sale Tilney Technology Plc
(1994)1 W.L.R. 840), ενώ θεωρείται όχι ως συμβατική διευθέτηση, αλλά ως ένα εντελώς διαδικαστικό θέμα, (Cumper v. Pothecary
(1994)2 K.B. 58). Λόγω της διαχρονικής αξίας της χρήσης της δυνατότητας προσφοράς πληρωμής στο Δικαστήριο, η όλη φιλοσοφία διατηρήθηκε στους νέους Αγγλικούς Θεσμούς με το Part 36 Offers to Settle and Payments into Court, όπου η διαδικασία επεκτάθηκε και επεξηγήθηκε περαιτέρω, ενώ ρητώς θεσμοθετήθηκε και το ζήτημα των εξόδων, (δέστε Civil Procedure, Volume 1, The White Book Service 2006 Part 36.20 και 36.21, σελ. 995-998). Ο βασικός τρόπος αντιμετώπισης του θέματος παραμένει ο ίδιος, (Factortame v. Secretary of State
(2002)EWCA Civ 22). » Ως προς τις αρχές που σχετίζονται με την εξαίρεση δικαστή, αυτές έχουν συνοψισθεί στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α. υπ' αρ. 177/18 ημερ. 16/7/
  1. Αναφέρθηκε σχετικά ότι ένας Δικαστής οφείλει κατά κανόνα να εξαιρεθεί όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος μεροληψίας ή εύλογη υποψία προς τούτο και, κυρίως, όταν έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον για την έκβαση της υπόθεσης ή στενή φιλία ή εχθρότητα με τους διαδίκους, ή για άλλους ιδιαίτερους λόγους. Τονίσθηκε συναφώς πως η αυτοεξαίρεση Δικαστή για μη σοβαρό λόγο μπορεί να θεωρηθεί παράλειψή του να εκτελέσει το δικαστικό του καθήκον και ως μη επιτρεπτή παρέμβασή του στη διαδικασία, η οποία οδηγεί τους διαδίκους να επιλέξουν το Δικαστή της υπόθεσής τους, γεγονός που παραβιάζει το απρόσωπο της δικαιοσύνης. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Οι Συνταγματικές και Νομικές αρχές που ακολουθούνται στα σύγχρονα δικαστικά συστήματα, για θέματα εξαιρέσεων Δικαστών, είναι, γενικά, οι εξής:
  2. Οι συνθήκες υπό τις οποίες ένας Δικαστής οφείλει, κατά κανόνα, να εξαιρεθεί είναι όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος μεροληψίας ή εύλογη υποψία μεροληψίας, εκ μέρους του, και αφορά κυρίως τις εξής περιπτώσεις: (α) όταν έχει άμεσον οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, (β) όταν έχει στενή φιλία ή εχθρότητα με τους διαδίκους, και (γ) για άλλους λόγους που, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, επιβάλλουν την εξαίρεσή του (Δέστε: Locabail (U.K.) Ltd v. Bayfield Properties Ltd
(2000)Q.B. 451, R. v. Gough (Robert)
(1993)A.C. 646 και Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(1990)3 ΑΑΔ, 54). 2. Αυτοεξαίρεση Δικαστή για μη σοβαρό λόγο, ο οποίος δεν συνιστά έγκυρο λόγο εξαίρεσης, μπορεί να θεωρηθεί ως παράλειψη του Δικαστή να εκτελέσει το Δικαστικό του καθήκον και ως μη επιτρεπτή παρέμβαση των διαδίκων στην επιλογή του Δικαστή της υπόθεσης τους, κατά παράβαση του κανόνα για απρόσωπο τρόπο απονομής της δικαιοσύνης (Δέστε: Re JRL ex-parte, CJL
(1986), 161 CLR 342 (Α.Δ. Αυστραλίας). Η ανάγκη διασφάλισης της υποκειμενικής και αντικειμενικής αμεροληψίας του Δικαστηρίου θα πρέπει να συμβιβάζεται με την ανάγκη για ορθή λειτουργία του Δικαστικού Συστήματος (Δέστε: Rooney v. Minister for Agriculture
(2001)2 Ι.R.L.M. 37 (Α.Δ. Ιρλανδίας). Οι αρχές περί εξαίρεσης, πέραν της πάγιας νομολογιακής αποκρυστάλλωσής τους, έχουν ενσωματωθεί στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Αναθεωρημένη ΄Εκδοση Μαΐου 2019). » Ως προς το ζήτημα της στοιχειοθέτησης της φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας, παραπέμπω στη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 125/2017 ημ. 26/04/2018, όπου με παραπομπή τόσο στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) όσο και του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποδείχθηκε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η προσωπική αμεροληψία του Δικαστή τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίον. Το σχετικό απόσπασμα είναι ως ακολούθως: « Η έλλειψη αμεροληψίας μπορεί κατ΄αρχάς να λάβει τη μορφή ύπαρξης αμέσου ή προσωπικού συμφέροντος (direct or personal interest) του δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Σε τέτοια περίπτωση δημιουργείται τεκμήριο πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας (actual bias) (Locabail (UK) Ltd v. Bayfield Properties Ltd [2000] QB 451) και η εξαίρεση του δικαστή επέρχεται αυτόματα (automatic disqualification), ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συγκεκριμένο συμφέρον προκαλεί εύλογη υπόνοια για την ύπαρξη προκατάληψης εκ μέρους του (Dimes v. Proprietor of Grand Junction Canal
(1852)3 HL Cas 759) ή ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συμφέρον που έχει είναι οικονομικής φύσεως (R. v. Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate, Ex p Pinochet Ugarte (No 2) [1999] 1 All ER 577, HL). Τούτο, εφόσον η ύπαρξη συμφέροντος του δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης αντίκειται ευθέως στη θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, nemo judex in cansa sua. Ανεξάρτητα όμως από τη, σπάνια αναφερόμενη, περίπτωση πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας, αναγνωρίζεται και η περίπτωση της «φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας» (apparent bias). Όπως διακηρύχθηκε στην υπόθεση R. v. Sussex Justices, Ex p McCarthy [1923] All ER Rep 233, από τον Lord Hewart CJ: «Justice should not only be done, but should manifestly and undoubtedly be seen to be done.» [...] Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η προσωπική αμεροληψία του δικαστή τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου (De Cubber v. Belgium
(1984)7 EHRR 236). Εάν δεν στοιχειοθετείται επί υποκειμενικής βάσης πραγματική έλλειψη αμεροληψίας, μπορεί, παρά ταύτα, να εξεταστεί πλέον, με το προαναφερθέν αντικειμενικό κριτήριο, κατά πόσον: «. quite apart from the judge's personal conduct, there are ascertainable facts which may raise doubts as to his impartiality. In this respect even appearances may be of a certain importance. What is at stake is the confidence which the courts in a democratic society must inspire in the public and above all, as far as criminal proceedings are concerned, in the accused. Accordingly, any judge in respect of whom there is a legitimate reason to fear a lack of impartiality must withdraw (see, mutatis mutandis, the De Cubber judgment previously cited, Series A no. 86, p. 14, para. 26). This implies that in deciding whether in a given case there is a legitimate reason to fear that a particular judge lacks impartiality, the standpoint of the accused is important but not decisive (see the Piersack judgment of 1 October 1982, Series A no. 53, p. 16, para. 31). What is decisive is whether this fear can be held objectively justified.» (Hauschildt v. Denmark
(1990)12 E.H.R.R. 226) Από την άλλη, η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και ιδιαίτερα ενός κατηγορουμένου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγηση παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (Barry Evangeli
(1992)1 CLR 1443, Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά, Αίτηση Αρ. 1/2015, ημερ. 23.6.2015). Κριτήριο δεν είναι η προσωπική ευαισθησία του δικαστή, αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος. Σ΄αυτά τα πλαίσια οι εικασίες και η απλή καχυποψία δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλου ν. Δημοκρατίας, ανωτ., 273-274, Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2009)1 ΑΑΔ, 761, 766, Markides v. Republic
(1984)3 CLR 304). » ΙIΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον η κοινοποίηση προς το Δικαστήριο του γεγονότος ότι οι Ενοικιαστές έχουν προβεί σε πληρωμή προς το Δικαστήριο καθιστά, άνευ ετέρου, το ίδιο το Δικαστήριο μεροληπτικό εναντίον τους και κατ' επέκταση επιβάλλει την έγκριση του αιτήματός τους. Η απάντηση είναι ξεκάθαρα αρνητική. Πρόκειται για ποικιλοτρόπως αβάσιμη εισήγηση. Διασαφηνίζω. Κατ' αρχάς, κανόνας δικαίου που να επιβάλλει την αξιούμενη εξαίρεση δικαστή, ουδόλως υφίσταται. Η πλήρης αδυναμία των δικηγόρων των Ενοικιαστών να παραπέμψουν το Δικαστήριο σε οποιανδήποτε απόφαση[3] που να επιβεβαιώνει το αίτημά τους καταδεικνύει το έωλο της επιχειρηματολογίας τους, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι η έγκριση του εν λόγω αιτήματος θα ισοδυναμούσε με παράλειψη του Δικαστηρίου αυτού να εκτελέσει το δικαστικό του καθήκον, καθώς και με ανεπίτρεπτη παρέμβασή του στη διαδικασία, δίδοντας παράλληλα δικαίωμα στους Ενοικιαστές να επιλέξουν[4] τον Δικαστή που θα τους δικάσει. Παραπέμπω στην προαναφερθείσα νομολογία που υποδεικνύει ότι η προσωπική αμεροληψία του Δικαστή τεκμαίρεται και προσθέτω πως το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται ελαφρά την καρδία. Καχυποψίες, εικασίες και πιθανολογήσεις δεν είναι βεβαίως αρκετές για να δικαιολογήσουν την εξαίρεση του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, η ερμηνεία που δίδουν στην εν λόγω Διαταγή οι δικηγόροι των Ενοικιαστών, συγκρούεται με τη λογική[5] και ανεπίτρεπτα[6] οδηγεί στο παράλογο αποτέλεσμα της δημιουργίας ενός φαύλου κύκλου μέσω του οποίου οι Ενοικιαστές θα μπορούν να προβάλλουν το ούτω καλούμενο «τεκμήριο μεροληψίας» εις βάρος κάθε επόμενου Δικαστή που θα αναλάβει την παρούσα υπόθεση, ο οποίος καθηκόντως θα μελετήσει τα πρακτικά της δημόσιας[7] διαδικασίας. Περαιτέρω, αντίκειται γενικώς τόσο προς τις σύγχρονες νομικές πραγματικότητες και αντιλήψεις,[8] όσο και ειδικώς προς τον σκοπό του περί Ενοικιοστασίου Νόμου.[9] Θυμίζω πως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται μόνο αναλογικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και στο μέτρο που συνάδουν με τον εξεταστικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα και της παρούσας δικαιοδοσίας,[10] που αποσκοπεί στην επί της ουσίας επίλυση των αναφυόμενων διαφορών. Επί της ουσίας, επιχειρείται η διαστρέβλωση των αποκρυσταλλωμένων αρχών της νομολογίας που αφορούν την εξαίρεση δικαστή δια της παραποίησης του αληθινού νοήματος της Δ.22 θ. 7 η οποία αποτελεί σχεδόν[11] πιστή αντιγραφή της Διαταγής ΧΧΙΙ, θεσμού 6 (και προηγουμένως του θεσμού 22) των παλαιοτέρων αγγλικών θεσμών (RCS). Ο πραγματικός λοιπόν σκοπός της εν λόγω δικονομικής πρόνοιας στην Αγγλία, ήταν να προστατεύσει και να μην παραπλανήσει το σώμα των ενόρκων (jury) από το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς που θα έπρεπε να αποφασιστεί, με ατελές όμως τρόπο, καθότι δεν προβλέπονται στην εν λόγω Διαταγή οποιεσδήποτε επιπτώσεις σε περίπτωση μη τήρησης όσων διαλαμβάνει. Δεν είναι τυχαίο ότι ο συγκεκριμένος θεσμός πριν 124 χρόνια στη Klamborowski v Cooke
(1897)14 TLR 88 χαρακτηρίσθηκε ως «a very foolish one» ενώ και στη Williams v Goose [1897] 1 QB 471 αντιμετωπίσθηκε σχεδόν απαξιωτικά, ως καθαρά διαδικαστικής φύσης πρόνοια. Εν πάση όμως περιπτώσει, ουδέποτε κρίθηκε ότι η πληροφόρηση του Δικαστή δημιουργεί τεκμήριο μεροληψίας εναντίον του ίδιου του Δικαστή. Αντιθέτως, στις πλείστες των σχετικών αγγλικών περιπτώσεων ο Δικαστής παρουσιάζεται να ενεργεί εν είδει θεματοφύλακας της εν λόγω πληροφόρησης, ωσότου οι ένορκοι εκδώσουν την ετυμηγορία τους. Άξια αναφοράς είναι και η Millensted v Grosvenor House (Park Lane) Ltd [1937] 1 All ER 736, στην οποία ο δικαστής εξέδωσε από έδρας απόφαση για £50 υπέρ του ενάγοντα. Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι είχε γίνει πληρωμή £20 επί Δικαστηρίω, προτού υπογράψει το επίσημο διάταγμα (drawn up order), τη διαφοροποίησε, μειώνοντας το ποσό σε £
  1. Καταχωρήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η κοινοποίηση του γεγονότος της πληρωμής επί Δικαστηρίω ούτε εμπόδιζε τον δικαστή να συνεχίσει να επιλαμβάνεται της υπόθεσης, ούτε καν απαγόρευε σε αυτόν να διαφοροποιήσει την απόφασή του μέχρι αυτή να τελειοποιηθεί μέσω της έκδοσης του επίσημου διατάγματος. Τονίστηκε συναφώς πως ο υπό εξέταση θεσμός δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, παρά μόνο εναπόκειται αποκλειστικά στο ίδιο το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας να αποφασίσει εάν η πληροφόρηση για την πληρωμή επί Δικαστηρίω έχει επιδράσει με τέτοιο τρόπο τη δικαστική κρίση ώστε να επιβάλλεται η εξαίρεση του εν λόγω δικαστή από τη συνέχιση της διαδικασίας. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Ιn my opinion, in such a case, a departure from rule would not, of itself, compel the judge to refuse to continue to hear the case, nor, if he did continue to hear it, in his discretion, would it be a ground for this court to order a new trial. The part of the rule, in my opinion, dealing with this matter, like the earlier limb, which says no mention of payment into court shall appear in the pleadings, is directory, and not compulsive; that is to say, a judge, in his discretion, when such matter was mentioned to him or the jury, if he were of opinion that the statement as to payment in could not reasonably be calculated to cause any miscarriage, would be entitled to allow the case to proceed. » Συνεπώς, ακόμη και εάν το ζήτημα κατέληγε να εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, για τους λόγους που επεξηγούνται προηγουμένως, δεν θα μπορούσε να εγκριθεί, αφού το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε πληροφόρηση εκ μέρους του δικηγόρου του Ιδιοκτήτη προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου για ότι Ενοικιαστές έχουν προβεί σε κάποια (αδιευκρίνιστου ύψους) πληρωμή επί Δικαστηρίω, ουδόλως δημιουργεί συνθήκες αντικειμενικής μεροληψίας εις βάρος τους, δεν επηρεάζει το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη και επουδενί δικαιολογεί την εξαίρεση είτε του Προέδρου του Δικαστηρίου είτε γενικότερα της σύνθεσης του Δικαστηρίου. Εν κατακλείδι, η παρούσα αίτηση είναι παντελώς αβάσιμη και θα απορριφθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος των Ενοικιαστών και Αιτητών στην παρούσα και Καθ' ων στην Κυρίως διαδικασία, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. Η Κυρίως Αίτηση ορίζεται για ακρόαση στις 27/05/2021 ώρα 11:
  2. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Αν και η λόγω δήλωση έγινε αφότου ολοκληρώθηκε το πρακτικό της συγκεκριμένης δικασίμου, εξ ου και δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από περιεχόμενο του εν λόγω πρακτικού, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τέτοια δήλωση έλαβε χώρα, ως συνάγεται και από τα πρακτικά της επόμενης διαδικασίας, ήτοι στις 11/02/
  3. [2] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [3] Ούτε βεβαίως στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς ανευρίσκεται οτιδήποτε που να συνηγορεί προς τις αιτιάσεις των Ενοικιαστών. Η δε Παπακυριακού (ανωτέρω) είναι άσχετη με το επίδικο ζήτημα. [4] Δοθέντος μάλιστα ότι στη δικαιοδοσία αυτή δεν υπάρχει πληθώρα εναλλακτικών επιλογών. [5] Ως γνωστό η λογική και το Δίκαιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Ο Αριστοτέλης περιγράφει τον Νόμο ως «λογική δίχως εμπάθεια», η δε κοινή λογική (common sense) θεωρείται «συστατικό στοιχείο της δικαστικής κρίσης», η επίκληση της οποίας «παρατηρείται οριζοντίως σε πολυειδείς εκφάνσεις του Κυπριακού ουσιαστικού, αποδεικτικού και δικονομικού δικαίου». Τέτοια είναι η σημασία της κοινής λογικής, που θεωρείται ως συστατικό στοιχείο του κοινοδικαίου. Για περισσότερα, δείτε την ολοκληρωμένη ανάλυση που γίνεται στο Σύγγραμμα «το Δίκαιο της Απόδειξης» Ηλιάδη & Σάντη, Έκδοση 2014, σελ. 5 κ.ε. «Το δίκαιο της Απόδειξης και η Κοινή Λογική». [6] Μεταξύ άλλων: Δημοκρατίας ν. Ματθαίου
(1990)3 Α.Α.Δ. 2452, Antigoni Georighiadou v. The Attorney-General of the Republic
(1966)3 C.L.R. 612,
  1. [7] Η δημοσιότητα στην απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί σημαντική συνιστώσα της δίκαιης δίκης αφού ενισχύει τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη του πολίτη προς το δικαστικό σύστημα. [8] Δείτε: Μέρος 36 των νέων προτεινόμενων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ημερομηνίας 26/11/
  2. [9] Δείτε: IRONFX GLOBAL LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε338/2016, ημερομηνίας 23 Μαρτίου
  3. [10] Δείτε: Άρθρα 4, 5 και 16 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, τους Κανονισμούς 3(στ) και 12 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983, Χριστοδουλίδου ν. 10 EMKIN (CΟΝSULTING LTD κ.ά. 4.4.2019 και Μιχαλάκης Δράκος ν. Νίκου Aργυρίδη
(1989)1Ε ΑΑΔ 162. [11] Οι διαφορές που εντοπίζονται στα δύο κείμενα σχετίζονται με την αλλαγή του "Libel Act του 1843" σε "Civil Wrongs Law, Cap. 9, Cap" και την απάλειψη στο ημεδαπό κείμενο της αναφοράς σε ενόρκους (jury). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.