← Κύπρος

VLADIMEROS IOANNOU MOTORS AGENCY LIMITED ν. ΙΑΚΩΒΙΔΗ κ.α., Αρ. Αίτησης: Ε3/2021, 30/7/2021

VLADIMEROS IOANNOU MOTORS AGENCY LIMITED ν. ΙΑΚΩΒΙΔΗ κ.α., Αρ. Αίτησης: Ε3/2021, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2021:24 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αρ. Αίτησης: Ε3/2021 Μεταξύ: VLADIMEROS IOANNOU MOTORS AGENCY LIMITED, εκ Λεμεσού Αιτητές και

  1. xxxx ΙΑΚΩΒΙΔΗ, εκ Λεμεσού
  2. xxxx ΙΑΚΩΒΙΔΗ, εκ Λεμεσού Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 30/07/2021 Για τον Αιτητές / Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 στην Κυρίως Αίτηση: κος Χ. Γ. Τσίγκης Για τους Καθ' ων / Αιτητές στην Κυρίως διαδικασία : κος Σ. Π. Τσαγκάρης για P. TSANGARIS & ASSOCIATES LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (αίτηση ημερομηνίας 06/04/2021 για να επιτραπεί η καταχώριση Απάντησης) Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 08/02/
  3. Μέσω αυτής αξιώνεται διάταγμα ανάκτησης κατοχής και καθυστερημένα ενοίκια, συνεπεία παράβασης συμφωνίας μίσθωσης του υποστατικού που περιγράφεται στην παράγραφο Α1 της αναφερόμενης Αίτησης (στο εξής: «το Υποστατικό»). (α) Η επίδικη Αίτηση. Αντί Απάντησης, στις 06/04/2021 οι Καθ' ων Αίτηση 1 και 2 (στο εξής: «οι Ενοικιαστές») καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ουσιαστικά αξιώνουν όπως τους δοθεί άδεια από το Δικαστήριο για καταχώριση Απάντησης δίχως «την επισύναψη των απαιτούμενων εξοφλητικών αποδείξεων». Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενοικιαστή αρ. 1, ο οποίος επισυνάπτει αντίγραφο της προτιθέμενης Απάντησης και υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: · Ισχυρίζεται ότι παρόλο που επιχείρησαν εμπρόθεσμα να καταχωρίσουν Απάντηση, το εν λόγω δικόγραφο δεν έγινε αποδεκτό από τη Γραμματεία. · Προβάλλει ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει δικαιοδοσία καθότι η κατοχή του Υποστατικού επιστράφηκε πριν η συμβατική ενοικίαση καταστεί θέσμια. · Δεν δόθηκε η εκ του Νόμου προβλεπόμενη προειδοποίηση πριν την καταχώριση της Κυρίως Αίτησης. Περαιτέρω, μέσω της προτιθέμενης Απάντησης, αναδεικνύεται και η θέση ότι από το 2013 ενοικιαστής είναι συγκεκριμένη εταιρεία, διευθυντής της οποίας είναι ο Καθ' ου
  4. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η κατοχή του Υποστατικού έχει ήδη επιστραφεί από τα τέλη Ιανουαρίου
  5. (β) Η Ένσταση. Οι Αιτητές ενίστανται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Μέσω της ένστασής τους ημερομηνίας 19/05/2021, εγείρουν 20 διαφορετικούς λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται στα εξής : · Ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε κατά παράβαση των προβλεπόμενων στο νέο άρθρο 11

(1)(α)(ii) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και/ή ότι οδηγεί στην καταστρατήγηση όσων σε αυτό διαλαμβάνονται, με ιδιαίτερη αναφορά στο ότι οι Ενοικιαστές δεν αρνούνται την ύπαρξη των οφειλόμενων ενοικίων. · Ότι το Δικαστήριο κέκτειται δικαιοδοσία να εξετάσει την Κυρίως Αίτηση. · Ότι η καταχώριση της παρούσας Αίτησης είναι καταχρηστική και αποσκοπούσα στο να καθυστερήσει την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης. · Ότι δεν παρουσιάζονται ικανοποιητικές αποδείξεις που να στοιχειοθετούν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των Καθ' ων, οι οποίοι εξαντλούνται σε γενικότητες. Η Ένσταση ως προς τα γεγονότα, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. xxxx Ιορδάνους, μοναδικού διευθυντή των Αιτητών, ο οποίος προβαίνει σε αναλυτική αναφορά στο ιστορικό, τον τερματισμό και στα σχετικά με την επίδικη ενοικιαστική σχέση γεγονότα. Τονίζει ότι η τελευταία πληρωμή ενοικίου έγινε στις 28/02/2020 και από τις 15/03/2020 έως και 15/02/2021 οφείλεται το ποσό των €30.800,00 ως ενοίκια, πλέον ενδιάμεσα οφέλη μέχρι σήμερα. Αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι έγινε προσπάθεια για καταχώριση Απάντησης, ως επίσης διαφωνεί ότι ενοικιαστής είναι άλλο νομικό πρόσωπο. Παρά το γεγονός ότι δέχεται ότι οι Αιτητές έχουν ανακτήσει την κατοχή του Υποστατικού και εξ ου και έχουν περιορίσει την απαίτησή τους ως προς τα ενοίκια μέχρι 15/02/2021 δίχως να αξιώνουν άλλα ενδιάμεσα ή διαφυγόντα κέρδη, υποστηρίζει πως «είναι επάναγκες» να εκδοθεί Διάταγμα έξωσης και αναγνωριστική απόφαση ότι δικαιούνται σε κενή και ελεύθερη κατοχή του Υποστατικού καθότι η επιστροφή της κατοχής έγινε «κατά πλημμελή και ανορθόδοξο τρόπο». Τέλος, υποστηρίζει την ύπαρξη της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν έχει ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.[1] Οι συνήγοροι των διαδίκων, παρουσίασαν γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των αντίθετων θέσεων τους, στο ειδικό περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ εφόσον κρίνω σκόπιμο κατά το στάδιο παράθεσης των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Η απόφαση επιφυλάχθηκε στις 09/07/2021. ΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983, (στο εξής: «ο Νόμος») αποτελεί μια από τις βασικότερες συνιστώσες της κοινωνικής νομοθεσίας της ημικατεχόμενης μας πατρίδας.[2] Δια μέσω του ελέγχου των εξώσεων και των αυξήσεων των ενοικίων, επιδιώκεται η δίκαιη εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων με την εναπόθεση ενός πέπλου εύλογης προστασίας για την κατοικία και την επαγγελματική στέγη. Ως γνωστό, η εν λόγω νομοθεσία στην υφιστάμενη της μορφή, στόχευε στο να αποτρέψει την εκμετάλλευση που μπορούσε να προκύψει από την έλλειψη διαθέσιμων επαγγελματικών και οικιστικών υποστατικών που προκλήθηκε λόγω του ολέθρου του 1974, προβλέποντας στο άρθρο 11 του Νόμου, με αυστηρά περιοριστικό τρόπο, τους λόγους για τους οποίους μπορεί να εκδοθεί διάταγμα ανάκτησης κατοχής εναντίον θέσμιου ενοικιαστή. Στους πλείστους εξ΄ αυτών, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ μέτρου και σκοπού αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο στάθμισης. Η κατάσταση όμως διαφοροποιείται όταν το ζήτημα αφορά αξίωση που βασίζεται σε μη έγκαιρη εξόφληση των καθυστερημένων ενοικίων. Το άρθρο 11
(1)α(ii) του Νόμου έχει ως εξής: « 11.—
(1)Ουδεµία απόφασις και ουδέν διάταγµα εκδίδεται διά την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήµατος, διά το οποίον ισχύει ο παρών Νόµος, ή διά την εκ τούτου έξωσιν θεσµίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων: (α)(
  1. i)Εις περίπτωσιν καθ' ην οιονδήποτε νοµίµως οφειλόµενον ενοίκιον καθυστερείται επί είκοσι µίαν ή περισσοτέρας ηµέρας µετά την επίδοσιν εγγράφου ειδοποιήσεως απαιτήσεως εις τον ενοικιαστήν και δεν υπάρξει οιαδήποτε προσφορά τούτου προ της καταχωρίσεως αιτήσεως δι' ανάκτησιν κατοχής: Νοείται ότι ενοίκιον θα θεωρήται προσφερθέν δυνάµει της παραγράφου αυτής, εάν τούτο εστάλη διά συστηµένης επιστολής εις το πρόσωπον το δικαιούµενον να εισπράξη τούτο: Νοείται περαιτέρω ότι το ∆ικαστήριο δε διατάζει την ανάκτηση από τον ιδιοκτήτη της κατοχής, όταν ο ενοικιαστής πληρώσει µέσα σε περίοδο δεκατεσσάρων ηµερών από την επίδοση σ' αυτόν της αίτησης παν ποσό το οποίο οφείλεται ή δυνατό να καταστεί οφειλόµενο από αυτόν εκτός αν ο ενοικιαστής διαρκούσης της µισθώσεως δεν καταβάλλει συστηµατικά το νοµίµως οφειλόµενον· (
  2. ii)απάντηση σε καταχωριζόµενη δυνάµει της υποπαραγράφου (
  3. i)αίτηση για ανάκτηση κατοχής γίνεται δεκτή για καταχώριση από το Γραµµατέα του ∆ικαστηρίου µόνο σε περίπτωση που η απάντηση συνοδεύεται είτε από απόδειξη του λογιστηρίου του ∆ικαστηρίου ότι έχει κατατεθεί στο ∆ικαστήριο το αναφερόµενο στην αίτηση οφειλόµενο ποσό ως καθυστερηµένα ενοίκια κατά την ηµεροµηνία καταχώρισης αυτής είτε από απόδειξη είσπραξης του ενοικίου εκδοθείσα υπό του ιδιοκτήτη ή αντιπροσώπου αυτού ή από απόδειξη κατάθεσης χρηµατοπιστωτικού ιδρύµατος προς όφελος του ιδιοκτήτη ή αντιπροσώπου αυτού: Νοείται ότι η απόφαση του Γραµµατέα για αποδοχή ή απόρριψη της καταχώρισης της απάντησης τίθεται εντός τριών
(3)εργάσιµων ηµερών ενώπιον του ∆ικαστηρίου προς τελεσίδικη έγκριση ή απόρριψη, η δε απόφαση του ∆ικαστηρίου δεν υπόκειται σε έφεση· (iii) σε περίπτωση έκδοσης διατάγµατος έξωσης µετά από αίτηση του ιδιοκτήτη ως ανωτέρω, το ∆ικαστήριο δύναται να καθορίσει το χρόνο συµµόρφωσης µε το διάταγµα έξωσης ο οποίος δεν δύναται να είναι µικρότερος των ενενήντα
(90)ηµερών. » Εκ της πιο πάνω διατύπωσης, η τροποποίηση της οποίας δυνάμει του Ν. 3(i)/2020 προσδιορίζεται με έντονο χρώμα (bold text), ευκόλως αναδεικνύεται ο απρόσωπος και επιτακτικός χαρακτήρας του υπό εξέταση άρθρου 11
(1)(α). Δεν παρέχεται η διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να σταθμίσει είτε τις προσωπικές περιστάσεις του Ενοικιαστή, είτε οποιεσδήποτε άλλες ειδικές συνθήκες, πριν την έκδοση της απόφασής του. Εφόσον δεν πληρωθούν έγκαιρα τα οφειλόμενα ενοίκια το ζήτημα τελειώνει δίχως το Δικαστήριο να έχει εξουσία να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η εν λόγω άκαμπτη διατύπωση έχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 δικαίως χαρακτηρισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ως υπερβολικά δραστική («unduly drastic»),[3] με την παραίνεση προς τη νομοθετική εξουσία για τη διενέργεια των κατάλληλων εξισορροπητικών τροποποιήσεων, δίχως όμως ανταπόκριση, αφού μετά τη μεσολάβηση τεσσάρων δεκαετιών απραξίας,[4] θεσπίστηκε ο υπό εξέταση τροποποιητικός Νόμος αρ. 3(Ι)/2020 ο οποίος, βρίσκεται ένα βήμα, ή καλύτερα ένα μεγάλο άλμα, προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πλέον, το δικαίωμα πρόσβασης του ενοικιαστή στο Δικαστήριο σε σχέση με αξίωση που αφορά καθυστερημένα ενοίκια, έχει άρρηκτα συνδεθεί με την υποχρέωσή του να ξοφλήσει το ποσό που μονομερώς, και με υπαρκτό κίνδυνο αυθαιρεσίας, καθορίζει ως «οφειλόμενο» ο ιδιοκτήτης στην αίτησή του. Αν και οι προθέσεις[5] πίσω από την εν λόγω νέα ανατρεπτική ρύθμιση είναι απόλυτα σεβαστές, ήτοι για να αντιμετωπισθούν οι συνειδητοί κακοπληρωτές και η αδικαιολόγητη διαιώνιση της εκκρεμοδικίας, η πρακτική υλοποίηση όσων πλέον προβλέπονται έχει αναδείξει την προβληματική της φύση, η οποία απορρέει από το λογικό άλμα που εμπεριέχεται στη διατύπωση «το αναφερόμενο στην αίτηση οφειλόμενο ποσό ως καθυστερημένα ενοίκια», μέσω της οποίας προκαταβάλλεται και τίθεται ως δεδομένη η ύπαρξη της οφειλής.[6] Όσον αφορά δε τα διαδικαστικά ζητήματα, η αρχική διαδικασία που λαμβάνει χώρα από τον Γραμματέα, είναι καθαρά λογιστική, και συναρτάται με τη διαπίστωση και την παρουσίαση προς το Δικαστήριο απόφασης ως προς το κατά πόσον έχουν επισυναφθεί οι κατάλληλες αποδείξεις. Προχωρώντας όμως στο επόμενο και καθοριστικό στάδιο, διαπιστώνεται πλήρης ανυπαρξία δικονομικών μηχανισμών για την επίλυση των αναφυόντων ζητημάτων σε σχέση το είδος και τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας αξιολόγησης της προτιθέμενης Απάντησης που οδηγεί στην τελεσίδικη δικαστική κρίση. Ούτε έχει προβλεφθεί οποιοσδήποτε μηχανισμός για την αναθεώρηση/έλεγχο της εν λόγω τελεσίδικης δικαστικής κρίσης για την περίπτωση αποδοχής Απάντησης συνεπεία λάθους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου,[7] με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην υφίσταται «αποσυμφόρηση» τούτου του Δικαστηρίου[8] αλλά τουναντίον να εναποτίθεται σε αυτό το βάρος και η ευθύνη για τη δημιουργία, εκ του μηδενός, μιας ad hoc προδικαστικής διαδικασίας, για τη διασφάλιση των πιο πάνω βασικών διαδικαστικών προαπαιτούμενων. Δίχως βεβαίως να παραγνωρίζεται ότι όταν διεκδικούνται καθυστερημένα ενοίκια αρκετές φορές τα πράγματα είναι απλά, ήτοι ότι όντως οφείλονται ενοίκια δίχως να υπάρχει σοβαρή υπεράσπιση, ο κανόνας δεν επιλύει και την, όχι αμελητέα, εξαίρεσή του. Και το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιφανειακά. Οι επιπτώσεις της έκδοσης διατάγματος ανάκτησης μπορεί να είναι από δραστικές έως ανεπανόρθωτες, εξ ου και η εν λόγω ενέργεια συνιστά την πιο ακραία παρέμβαση[9] («most extreme form of interference») στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας[10] και της επαγγελματικής στέγης. Το δε δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο διασφαλίζεται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Αν και δεν πρόκειται για απόλυτο δικαίωμα, αλλά δικαίωμα που υπόκειται σε εύλογους και λογικούς περιορισμούς, αυτοί δεν πρέπει να απολήγουν στην υποβάθμισή του κατά τρόπο που να καταστρέφεται η ουσία του και για τούτο το λόγο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας[11] το άρθρο 6.1. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το οποίο είναι προσόμοιο με το Άρθρο 30 παρ. 1 του δικού μας Συντάγματος) έχει αναγνωρίσει ότι στο δικαίωμα αυτό θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησής του.[12] Η αποτελεσματικότητα στοιχειοθετείται όταν παρέχεται σε κάποιον, όχι θεωρητική, αλλά πρακτική και ξεκάθαρη[13] δυνατότητα αμφισβήτησης της πράξης που επηρεάζει τα δικαιώματά του.[14] Κατά πόσον ο Καθ' ου έχει δικαίωμα να ζητήσει να καταχωρίσει Απάντηση, δίχως να συμμορφωθεί με το νέο άρθρο 11
(1)(α). Τα προαναφερόμενα δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Καθ' ου έχει το δικαίωμα να ζητήσει άδεια για καταχώριση της Απάντησής του, δίχως να συμμορφωθεί με την προϋπόθεση εξόφλησης που θέτει η νέα νομοθεσία. Η ανυπαρξία ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, αναπληρώνεται από τη σύμφυτη[15] (inherent) εξουσία του Δικαστηρίου που εκπηγάζει από τη δικαιοδοτική του λειτουργία και αποσκοπεί στην αυτοπροστασία του δικαίου. Διαφορετική θεώρηση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού θα βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση τόσο προς τον βασικό σκοπό του Δικαστηρίου αυτού, ήτοι την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης,[16] όσο και προς τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, πράγμα ανεπίτρεπτο, ως η σχετική πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ξεκάθαρα υποδεικνύει.[17] Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάρκου κ.λ.π., Πολιτική ECLI:CY:AD:2021:D272, Αίτηση αρ. 82/2021, ημερ. 24/06/2021 έχει αυτόδηλο περιεχόμενο: « Η ουσία της διαφοράς των διαδίκων εντοπίζεται στους ισχυρισμούς που προβάλλει η κάθε πλευρά ως προς το πραγματικό ύψος του ενοικίου. Ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί και να κριθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο. Η εξέτασή του όμως δεν μπορεί να λάβει χώραν χωρίς να ακουστούν επί του προκειμένου οι αντίστοιχες θέσεις των Αιτητών, καθ΄ ων η αίτηση στη διαδικασία ανάκτησης κατοχής που εκκρεμεί. Εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχεται το ζήτημα της παραβίασης βασικού κανόνα φυσικής δικαιοσύνης, ήτοι του δικαιώματος των Αιτητών να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και να αμφισβητήσουν τα γεγονότα που θέτει η αντίδικη πλευρά. Θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως παραμένουν αδιαμφισβήτητα, επιμαρτυρούν ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης ξεκάθαρης παράλειψης και/ή άρνησης καταβολής ενοικίου, ούτε και ενώπιον προβολής γενικών και αόριστων αναφορών περί εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Ο Νόμος, όπως προσφάτως τροποποιήθηκε, δεν στοχεύει στη στέρηση του δικαιώματος διεξαγωγής δίκαιης δίκης, βασική παράμετρος της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας προώθησης της υπεράσπισης και προβολής ενώπιον δικαστηρίου των ισχυρισμών που δικογραφούνται. Αυτό το οποίο διασφαλίζει είναι η αποφυγή πρόκλησης αδικαιολόγητων καθυστερήσεων και η αποστέρηση από τον ιδιοκτήτη νομίμως οφειλόμενων ενοικίων. » Συναφώς, συνάγεται ότι, παρόλο που η αποδοχή[18] της υπό καταχώριση Απάντησης δεν μπορεί να θεωρείται κεκτημένο δικαίωμα, ιδίως όταν οι αιτιάσεις εξαντλούνται σε γενικότητες, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίζει τον ατελή χαρακτήρα και τις δικονομικές αδυναμίες της υπό εξέταση διαδικασίας, ο πυρήνας της οποίας συνυφαίνεται με τη διασφάλιση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και όχι τις πιθανότητες επιτυχίας του Καθ' ου επί της ουσίας. Και εκ των πραμάτων, η εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί παρά να κινείται σε αυστηρά περιορισμένο πλαίσιο δίχως στο στάδιο αυτό να προαποφασίζονται[19] κατά ουσιαστικό τρόπο τα επίδικα θέματα, δηλαδή εκτός της νενομισμένης ακροαματικής διαδικασίας. ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Με βάση λοιπόν τα επίδικα γεγονότα και το προπαρατεθέν νομικό πλαίσιο, οι διαπιστώσεις μου είναι οι ακόλουθες. Πρώτον, δικονομικώς ομιλούντες, η αίτηση στο μέτρο που αφορά την παραχώρηση άδειας για καταχώριση Απάντησης (αιτητικό Γ) κρίνεται ότι ορθά καταχωρήθηκε, δίχως να συνιστά καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο νέο άρθρο 11
(1)(α)(ii). Η περί αντιθέτου εισήγηση της πλευράς των Ιδιοκτητών απορρίπτεται. Δεύτερον, το αιτητικό υπό «Δ» τίθεται πρόωρα, αφού ακόμα δεν έχει καταχωρηθεί η προτιθέμενη Απάντηση.[20] Τρίτον, και προχωρώντας στην αξιολόγηση των επίδικων γεγονότων, τα συμπεράσματά μου, επιγραμματικώς, είναι τα εξής: · Εν πρώτοις, και έχοντας ασφαλώς υπόψιν τη σχετική επί του θέματος νομοθεσία και νομολογία, σημειώνω ότι τα περί έλλειψης δικαιοδοσίας, τίθενται παντελώς αόριστα, δίχως τα επίδικα γεγονότα να αποκαλύπτουν σοβαρό νομικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η καταχώριση Απάντησης. Η επιχειρηματολογία επ' αυτού του ζητήματος της πλευράς των Ιδιοκτητών είναι ορθή. · Κατά τα λοιπά, αναδεικνύονται κάποια επιμέρους ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα (κυρίως ως προς τον ισχυρισμό ότι Ενοικιαστής είναι τρίτο, νομικό πρόσωπο) για τα οποία η αποδεκτότητα της προτιθέμενης Απάντησης (στη βάση του κριτηρίου του αναντίλεκτα αβάσιμου, αόριστου ή κακόπιστου) θα σχετιζόταν από τη διαπίστωση ποια πλευρά φέρει το βάρος απόδειξης στο πλαίσιο τούτης της ιδιόμορφης διαδικασίας, και η οποία, λόγω ακριβώς του ιδιάζοντος χαρακτήρα της και των συνεπειών που επιφέρει δεν μπορεί απροβλημάτιστα να ενταχθεί εντός των αποδεικτικών κανόνων που ισχύουν στο πλαίσιο μιας συνήθους ενδιάμεσης αίτησης, ως εισηγείται ο συνήγορος των Ιδιοκτητών. Εντούτοις, δεν χρειάζεται να ενδιατρίψω περαιτέρω επί του θέματος αυτού. Τούτο επειδή, η ουσία της παρούσας υπόθεσης είναι διαφορετική από τις αντικρουόμενες εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων. · Προσεγγίζοντας λοιπόν το όλο ζήτημα στην πραγματική του διάσταση, αναφύεται με βεβαιότητα ότι η παρούσα αίτηση πλέον δεν συναρτάται με το άρθρο 11 του Νόμου, η σκοπιμότητα και η επιδραστικότητα του οποίου έχει επεξηγηθεί προηγουμένως. Αποτελεί κοινό τόπο ότι η κατοχή έχει ήδη ανακτηθεί από τους Ιδιοκτήτες.[21] Ο τρόπος ανάκτησής της, ενδεχομένως να αποτελεί επιμέρους ζήτημα άλλης διαδικασίας η οποία θα σχετίζεται με αποζημιώσεις για ζημιές. Μέχρι τότε, το μοναδικό εναπομείναν ζήτημα είναι το κατά πόσον και από ποιόν οφείλονται τα αξιούμενα ενοίκια[22] και επικουρικά οι λογαριασμοί κοινής ωφελείας. Όμως, από τούδε και στο εξής επουδενί είναι «επάναγκες», ως διατείνονται οι Ιδιοκτήτες, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ανάκτησης κατοχής, τουναντίον η έκδοσή του θα είναι παντελώς άσκοπη και δίχως οποιανδήποτε νομική επίδραση στα επίδικα θέματα. Ο απώτερος σκοπός του υπό εξέταση επίδικου άρθρου 11
(1)(α)(ii) ήταν να αποκλείσει την κακόπιστη διατήρηση της κατοχής κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δίχως την καταβολή ανταλλάγματος, δοθέντος του αμφίπλευρου χαρακτήρα μιας συμφωνίας ενοικίασης και της αλληλένδετης υποχρέωσης για καταβολή ενοικίου ενόσω διατηρείται η κατοχή αυτού.[23] Εν πάση όμως περιπτώσει, η επιδίκαση δεδουλευμένων ενοικίων και μόνο ουδόλως εξαρτάται από την πλήρωση των προϋποθέσεων για την ανάκτηση της κατοχής.[24] Η προειδοποίηση που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου συναρτάται αποκλειστικά με το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την έκδοση διατάγματος ανάκτησης της κατοχής λόγω ύπαρξης καθυστερημένων ενοικίων και όχι τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση ως προς τα οφειλόμενα ενοίκια.[25] Συνακόλουθα, δεν νοείται το δικαίωμα καταχώρισης Απάντησης να αποστερείται, δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α)(ii), το οποίο, ως έχουν διαμορφωθεί τα επίδικα θέματα πραγματεύεται ζήτημα άνευ αξίας. Το γεγονός ότι υπάρχει αμφισβήτηση για το πότε επακριβώς επιστράφηκε η κατοχή (μεταξύ τέλη Ιανουαρίου - αρχές Φεβρουαρίου 2021), δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση των πραγμάτων, αφού η ανάκτηση της κατοχής του Υποστατικού αδιαμφισβήτητα έχει συντελεστεί. Κατά συνέπεια, καταλήγω πως θα ήταν αντινομικό, άδικο και ενάντια στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης να στερήσω από τους Ενοικιαστές, σε τούτο το πρώιμο στάδιο, τη δυνατότητα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Υπογραμμίζω παράλληλα, και για ακόμα μια φορά, ότι τώρα δεν χωρεί εις βάθος αξιολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων. Η αιτηθείσα άδεια εγκρίνεται. ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Κατά συνέπεια, δίδονται οδηγίες στη Γραμματέα όπως αποδεχθεί την καταχώρηση της προτιθέμενης Απάντησης των Καθ' ων 1 και 2, ήτοι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην επίδικη Αίτηση, η οποία να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν τα δικονομικά προβλεπόμενα. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Κυρίως διαδικασίας. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνεται ότι, επειδή το υπό εξέταση θέμα αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [2] Δείτε: Lamarco Ltd v. Kranos
(1987)1 CLR 336. [3] Δείτε: Katsiantonis v. Frantzeskou
(1981)1 C.L.R. 566. [4] Σε σχέση με την αναπόδραστη συνέπεια της έξωσης, λόγω μη εξόφλησης εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Μεσολάβησε και η τροποποίηση δυνάμει του Ν. 102(i)/1995, με την εισαγωγή του τελευταίου εδαφίου στην παρ. 11
(1)(α)(i). Ακόμη όμως και στη περίπτωση εξόφλησης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο Ιδιοκτήτης μπορεί να επιμένει στην αίτησή του, επικαλούμενος «συστηματική» καθυστέρηση, η απόδειξη της οποίας είναι ζήτημα στάθμισης των ιδιαίτερων γεγονότων κάθε υπόθεσης. [5] Στη σχετική Αιτιολογική Έκθεση, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 03/09/2019, Αριθμός 176, αναφέρονται τα εξής: «Σκοπός της πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ώστε να καταστούν αποτελεσματικότερες οι διαδικασίες ανάκτησης ιδιοκτησίας, σε περίπτωση που ενοικιαστές δεν ανταποκρίνονται στις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, εισάγεται νέος τύπος εξώδικης επίλυσης της διαφοράς μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή με την καθιέρωση έγγραφης απαίτησης εξόφλησης ή/και ανάκτησης ιδιοκτησίας, ώστε να αποσυμφορηθεί το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Επιπρόσθετα, προνοείται ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων θα εκδίδει διατάγματα εντός έξι μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης ενώ θα δύναται στις περιπτώσεις καταστημάτων και επαγγελματικών υποστατικών να εκδίδει διατάγματα με διαδικασία επιτάχυνσης εντός τριών μηνών, εάν ο ιδιοκτήτης οικειοθελώς αποποιηθεί της απαίτησης οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού από τον ενοικιαστή. » [6] Επιπλέον, η εν λόγω ρύθμιση αφορά καίρια νομοθετική δικονομική παρεμβολή στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας που εφαρμόζεται στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, η οποία, με βάση το άρθρο 31 του Νόμου αφορά ρητή εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ επιπροσθέτως, και ακατανοήτως, η πρωτόδικη τελική κρίση, δεν είναι εφέσιμη. [7] Η δικονομική λύση είναι η αίτηση για διαγραφή της Απάντησης μέσω της αναλογικής εφαρμογής των θεσμών πολιτικής Δικονομίας. Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση της Στυλιανού, Πολιτική αίτηση αρ. 71/2021, ημερομηνίας 26/04/
  1. [8] Ειρήσθω εν παρόδω, η διεκπεραίωση των υποθέσεων στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων σε σχέση με την πολιτική δικαιοδοσία, ανέκαθεν ήταν ουσιωδώς ολιγότερο χρονοβόρα. [9] Το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ανθρώπου και το απαραβίαστο της κατοικίας του, αποτελούν θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που συναρτώνται με την ίδια την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξ ου και διασφαλίζονται τόσο από τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος όσο και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. [10] Δείτε: Lushkin ν. Ρωσίας, Αιτήσεις αρ. 29775/14 and 29967/14, ημερ. 15/12/2020 (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). [11] Στην υπόθεση Golder v. The United Kingdom, Αίτηση αρ. 4451/70, ημερομηνίας 21/02/1975, λέχθηκαν τα εξής: «Article 6 para. 1 (art. 6-1) secures to everyone the right to have any claim relating to his civil rights and obligations brought before a court or tribunal. In this way the Article embodies the "right to a court", of which the right of access, that is the right to institute proceedings before courts in civil matters, constitutes one aspect only. To this are added the guarantees laid down by Article 6 para. 1 (art. 6-1) as regards both the organisation and composition of the court, and the conduct of the proceedings. In sum, the whole makes up the right to a fair hearing». [12] Δείτε: Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο του Δρ. Κώστα Παρασκευά, Κεφ. 8 - Πρόσβαση στο Δικαστήριο - παρ. 8.2: Δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης, σελ.
  2. [13] Δείτε: Bellet v. France Αίτηση αρ. 23805/94, ημερομηνίας 04/12/1995 και Zubac v. Croatia Αίτηση αρ. 40160/2012, ημερομηνίας 05/04/
  3. [14] Είναι δε σημαντικό να αναφερθεί πως αποτελεί υποχρέωση των εγχώριων αρμόδιων αρχών να ενεργούν με θετικό τρόπο και επιμέλεια προς εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσής τους. [15] Σχετικά: Τουβλοποιεία Παλαικύθρου ΓΙΓΑΣ Λτδ ν. Ουστά (αρ.1),
(1994)1 Α.Α.Δ. 109, Αυξεντίου ν. Σάββα,
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. [16] Δείτε: Κανονισμό 3(στ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
  2. [17] Δείτε και: Αναφορικά με την Αίτηση του Ιωάννου, Πολιτική ECLI:CY:AD:2021:D247, Αίτηση αρ. 102/2021, ημερ. 09/06/2021, Αναφορικά με την Αίτηση του Θωμά, Πολιτική ECLI:CY:AD:2021:D224, Αίτηση αρ. 94/2021, ημερομηνίας 07/06/2021, Αναφορικά με την Αίτηση της Admage Market Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2021:D203, Αίτηση αρ. 89/2021, ημερ. 24/05/2021 και Αναφορικά με την Αίτηση του Παπαδόπουλου, Πολιτική ECLI:CY:AD:2021:D103, Αίτηση αρ. 42/2021, ημερ. 22/03/
  3. [18] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση του Ιωάννου (ανωτέρω). [19] Κατ' αναλογία, δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R.
  1. [20] Δείτε: Baby Bags Nursery Ltd ν. Λουίζας Χριστοδούλου Θεοδοσίου ECLI:CY:AD:2018:A246, Πολ. Εφ. 270/16 ημ. 22/05/
  2. [21] Δείτε: παρ. 26 -29 της Γραπτής Αγόρευσης των δικηγόρων των Ιδιοκτητών και αντίστοιχα σελ. 8 της αγόρευσης του δικηγόρου των Καθ' ων. [22] Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη και το ύψος των διεκδικούμενων οφειλόμενων ενοικίων είναι στους ώμους των Ιδιοκτητών οι οποίοι και οφείλουν να στοιχειοθετήσουν την εν λόγω αξίωσή τους (δείτε: C&F Orologas & Sons Ltd ν Μίτας, ECLI:CY:AD:2015:A46, Πολιτική Έφεση αρ. 366/09, ημερομηνίας 30/01/2015). [23]Σχετικά: P.P. Body Art Gym Ltd v. Shiptrans Estate Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A461, Πολιτική Έφεση αρ. 300/2012, ημερομηνίας 14/12/
  3. [24] Δείτε: Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 261. [25] Δείτε: Ηλία ν. Τσαντίδη
(2009)1Α Α.Α.Δ 373. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.