ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Αίτηση αρ. Ε49/2017, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2021:32 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου και Α. Γεωργίου, Π. Αγιομαμίτη Παρέδρων Αίτηση αρ. Ε49/2017 ΜΕΤΑΞΥ: xxxx ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, από το Ηνωμένο Βασίλειο Αιτητής και xxxx ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, από τη Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 29/10/2021 Για τον Αιτητή: κ. Χρ. Βεζούβιος για Ηλία Νεοκλέους και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ν. Θρασυβούλου για Νικόλα Θρασυβούλου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με την επίδικη αίτηση αξιώνεται η ανάκτηση της κατοχής ενός ισόγειου καταστήματος που βρίσκεται στον ποταμό Γερμασόγειας στην Λεμεσό, όπως αυτό περιγράφεται στην παράγραφο Α της Κυρίως Αίτησης (στο εξής: «το Υποστατικό»), συνεπεία μη εξόφλησης των οφειλόμενων ενοικίων, κατ' επίκληση του άρθρου 11
(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. (α) Η Κυρίως Αίτηση. Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 08/05/
- Ο Αιτητής προσδιορίζεται ως ο Ιδιοκτήτης του Υποστατικού (στο εξής: «ο Ιδιοκτήτης»). Το επίδικο ζήτημα απορρέει από έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 18/04/1986 η οποία έληξε το 1989 και έκτοτε ο Καθ' ου η αίτηση κατέστη θέσμιος Ενοικιαστής. Το υφιστάμενο ενοίκιο είναι €700 μηνιαίως. Το Υποστατικό χρησιμοποιείται ως κατάστημα. Αξιώνονται €17.300 ως οφειλόμενα ενοίκια μέχρι 31/05/2015 και €700 μηνιαίως από 01/10/2015 μέχρι παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής του επίδικου Υποστατικού. Γίνεται αναφορά σε προειδοποιητικές επιστολές δίχως ανταπόκριση και ότι συνεπεία της παράλειψης του Καθ' ου να συμμορφωθεί με τα πιο πάνω, ο Αιτητής δικαιούται σε ανάκτηση της κατοχής του Υποστατικού. (β) Η Απάντηση. Στην Απάντηση του ο Καθ' ου, ο οποίος στο εξής θα αναφέρεται και ως «ο Ενοικιαστής», αποδέχεται την ενοικίαση του επίδικου Υποστατικού, προσθέτοντας πως εντός αυτού ασκείται η επιχείρηση πώλησης διαφόρων τουριστικών και/ή άλλων ειδών. Αποδέχεται επίσης την παραλαβή των επιστολών πλην όμως απορρίπτει το περιεχόμενο αυτών. Ισχυρίζεται πως το επίδικο ενοικιαστήριο είναι άκυρο και ότι συνεπεία αυτού δεν δόθηκε κατάλληλη προειδοποίηση με αποτέλεσμα η ενοικίαση να παραμένει συμβατική και το παρόν Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να ακούσει την επίδικη διαφορά. Προσθέτει ότι κατά ή περί τις 06/11/2015 ο Ιδιοκτήτης καταχώρησε εναντίον του παρόμοια Αίτηση η οποία απορρίφθηκε λόγω μη τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων που τίθενται στη νέα Δ.30 και παρά το γεγονός ότι δεν είχαν εξοφληθεί τα δικηγορικά του έξοδα, ο Αιτητής προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Υποστηρίζεται ότι η πληρωμή των δικηγορικών του εξόδων αποτελούσε προαπαιτούμενο για να καταχωρηθεί η παρούσα Αίτηση και ως εκ τούτου, και παρά το γεγονός ότι περί τον Σεπτέμβριο του 2017 ο Ιδιοκτήτης κατέβαλε τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα του Ενοικιαστή, υποβάλλεται ότι ο Ιδιοκτήτης κωλύεται να προχωρήσει στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης, η οποία χαρακτηρίζεται ως «θνησιγενής και ή εξ υπαρχής άκυρη». ΙΙ. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη. Έδωσε μαρτυρία μόνο ένα άτομο εκ μέρους του Αιτητή, ενώ για τον Καθ' ου δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Επίσης, τα ακόλουθα συμφωνήθηκαν ως παραδεκτό πλαίσιο γεγονότων: «
- Ο Αιτητής κατά / ή περί την 06/11/2015 καταχώρησε εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση την αίτηση Ε140/2015, το αντικείμενο της οποίας είναι ταυτόσημο με την υπό κρίση αίτηση, πλην όμως η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο την 18/10/2016 καθώς δεν είχαν τηρηθεί τα χρονοδιαγράμματα ως αυτά προβλέπονται από την Δ.30 και συγκεκριμένα είχε παρέλθει η περίοδος των 60 ημερών (Δ.30 θ.1), με αποτέλεσμα τα έξοδα της αίτησης Ε140/2015 να επιδικαστούν εναντίον του Αιτητή και υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση .
- Ο Αιτητής, παρά το γεγονός ότι εκκρεμούσαν τα έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση ως είχαν προκύψει μετά την απόρριψη της αίτησης Ε140/2015, ο Αιτητής καταχώρησε την αίτηση Ε49/2017 στις 08/05/2017 χωρίς να καταβάλει τόσο τα έξοδα της αίτησης 140/2015 όσο και τα διπλάσια τέλη για την καταχώρηση της.
- Ο Αιτητής κατέβαλε στον Καθ' ου η Αίτηση τα έξοδα της Ε40/2015 κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του
- » Αντίγραφο της Αίτησης Ε140/15 καταχωρήθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 και το σχετικό πρακτικό απόρριψης της ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- (α) Η μαρτυρία της πλευράς του Αιτητή. Για τον Αιτητή έδωσε μαρτυρία ο κ. xxxx Χριστοφόρου ο οποίος είναι αδελφός του Αιτητή. Ο κ. Χριστοφόρου σημείωσε ότι ο αδελφός του είναι μόνιμος κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου από το 1957 και τον έχει καταστήσει ως αντιπρόσωπό του και υπεύθυνο για να διαχειρίζεται την ακίνητη του περιουσία στην Κύπρο. Παρουσίασε τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1, 2 και 3 προς απόδειξη της ιδιότητας του Αιτητή ως Ιδιοκτήτη του Υποστατικού και ακολούθως αναφέρθηκε στο επίδικο ενοικιαστήριο το οποίο και παρουσίασε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Σημείωσε ότι είναι ο ίδιος υπεύθυνος για την είσπραξη ενοικίων από τον Καθ' ου και κάθε αρχή του μήνα μετέβαινε στη Λεμεσό για το σκοπό αυτό. Αφότου εισέπραττε το ενοίκιο, υπέγραφε και εξέδιδε σχετική απόδειξη στον Καθ' ου η αίτηση. Τα δε εισπραχθέντα ποσά τα κατέθετε σε λογαριασμό του Αιτητή. Ανέφερε ότι ο Καθ' ου από τον Οκτώβριο του 2010 και για έντεκα μήνες δεν κατέβαλλε το οφειλόμενο ενοίκιο και ακολούθως αναφέρθηκε στις επιστολές που απεστάλησαν το 2015 σε σχέση με την παράλειψη του Ενοικιαστή να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά. Παρουσίασε συναφώς την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 18/5/2015 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) και την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 27/8/2015 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) μαζί με τις σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσής τους. Παρά τις πιο πάνω προειδοποιήσεις, ο Καθ' ου ούτε παρέδωσε κατοχή, ούτε πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό, με αποτέλεσμα ο αδελφός του να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Ο Ενοικιαστής συνεχίζει να κατέχει το Υποστατικό δίχως να καταβάλλει οποιαδήποτε ενοίκια «από το τέλος του 2014». Διεκδικεί το συνολικό ποσό των €62.000, το οποίο αφορά: (α) €11.000 που αναλογούν σε 11 ενοίκια προς €1.000 για την περίοδο 1/10/2010 μέχρι 31/8/2011 και επιπλέον, και (β) το ποσό των €51.000, που αντιπροσωπεύει 73 ενοίκια προς €700 μηνιαίως για την περίοδο από 01/01/2015 μέχρι και τον Φεβρουάριο του
- Πέραν των ενοικίων αξιώνει και διάταγμα για την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου Υποστατικού. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι έχει εκδώσει αποδείξεις πληρωμής που συμπεριελάμβαναν οφειλές ενοικίων του
- Του ζητήθηκε να διευκρινίσει το καθεστώς ιδιοκτησίας του Υποστατικού. Υποβλήθηκε σε αυτόν ότι η επίδικη συμφωνία ενοικίασης στην πραγματικότητα έγινε στις 29/08/1987 και όχι στις 10/04/
- Απέρριψε κατηγορηματικά σχετική υποβολή ότι δεν οφείλονται οποιαδήποτε ενοίκια. (γ) Οι Αγορεύσεις. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν και υιοθέτησαν σχετικά γραπτά κείμενα τα οποία και έχω εξετάσει με προσοχή, πλην όμως στο ειδικό περιεχόμενο αυτών θα αναφερθώ μόνο στο μέτρο που κρίνω σκόπιμο κατά το στάδιο των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. (δ) Περιορισμός / Προσδιορισμός Επίδικων Θεμάτων. Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων και λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα αλλά και τις αγορεύσεις,[1] προχωρώ ακολούθως σε σύνοψη, περιορισμό και προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Αμφισβητείται η μετατροπή της συμβατικής ενοικίασης σε θέσμια. Επίσης υποστηρίζεται ότι ο Αιτητής κωλύεται να προωθεί την παρούσα, λόγω μη έγκαιρης συμμόρφωσής του με τα διαλαμβανόμενα στη Διαταγή 30 ως προς την πληρωμή των εξόδων του Καθ' ου προηγούμενης αίτησης. Κατά τα άλλα, δεν αμφισβητείται ότι το Υποστατικό βρίσκεται εντός της ελεγχόμενης περιοχής από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Τόσο το ιδιοκτησιακό καθεστώς όσο και η ύπαρξη της ενοικιαστικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων είναι δεδομένη. Παραδεκτό είναι και το ύψος του υφιστάμενου ενοικίου, ως επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τουλάχιστον από το 2015 δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλόμενων ενοικίων. ΙΙΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, υποκείμενη στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, (Ν. 23/83) (στο εξής: «ο Νόμος»), εκπηγάζει από το άρθρο 4
(1)του Νόμου,[2] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες[3] ενοικιάσεις[4] και τους όρους αυτών,[5] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Πέραν των βασικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ανάκτηση της κατοχής και την αναπροσαρμογή ενοικίου, τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με τα θέματα που άπτονται της επιδίκασης των καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων καθώς επίσης και αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που προκαλούνται σε ελεγχόμενα υποστατικά.[6] Η έννοια της ενοικίασης και η μετατροπή της σε θέσμια. Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. Ο ορισμός του «θέσμιου ενοικιαστή» στον Νόμο έχει ως εξής: « «θέσμιος ενοικιαστής» σημαίνει ενοικιαστήν ακινήτου ο οποίος κατά την λήξιν ή τον τερματισμόν της πρώτης ενοικιάσεως, εξακολουθεί να κατέχη το ακίνητον και περιλαμβάνει πάντα θέσμιον ενοικιαστήν προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου » Η έννοια της «πρώτης ενοικίασης» ορίζεται ως: « «πρώτη ενοικίαση» σημαίνει την πρώτη ενοικίαση του ακινήτου από τον εκάστοτε ενοικιαστή και η διάρκεια της καθορίζεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο ή την προφορική συμφωνία ή ελλείψει αυτών από τον τρόπο πληρωμής » Η θέσμια ενοικίαση σχετίζεται με το μίσθιο και δεν εξαρτάται από τη σχέση ιδιοκτήτη - ενοικιαστή.[7] Παρόλο που η δημιουργία θέσμιας ενοικίασης προϋποθέτει την ύπαρξη ενοικίασης,[8] η θέσμια ενοικίαση είναι πλάσμα νόμου, δεν είναι καν σύμβαση, αλλά το προσωπικό δικαίωμα του αμετακίνητου (statutory right of irremovability).[9] Οι προϋποθέσεις του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου. Η ανάκτηση κατοχής λόγω καθυστερημένων ενοικίων προβλέπεται στο άρθρο 11
(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου το οποίο έχει ως εξής: « Ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα εκδίδεται διά την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, διά το οποίον ισχύει ο παρών Νόμος, ή διά την εκ τούτου έξωσιν θεσμίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην οιονδήποτε νομίμως οφειλόμενον ενοίκιον καθυστερείται επί είκοσι μίαν ή περισσοτέρας ημέρας μετά την επίδοσιν εγγράφου ειδοποιήσεως απαιτήσεως εις τον ενοικιαστήν και δεν υπάρξει οιαδήποτε προσφορά τούτου προ της καταχωρίσεως αιτήσεως δι' ανάκτησιν κατοχής: Νοείται ότι ενοίκιον θα θεωρήται προσφερθέν δυνάμει της παραγράφου αυτής, εάν τούτο εστάλη διά συστημένης επιστολής εις το πρόσωπον το δικαιούμενον να εισπράξη τούτο: Νοείται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δε διατάζει την ανάκτηση από τον ιδιοκτήτη της κατοχής, όταν ο ενοικιαστής πληρώσει μέσα σε περίοδο δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση σ' αυτόν της αίτησης παν ποσό το οποίο οφείλεται ή δυνατό να καταστεί οφειλόμενο από αυτόν εκτός αν ο ενοικιαστής διαρκούσης της μισθώσεως δεν καταβάλλει συστηματικά το νομίμως οφειλόμενον. » Συνεπώς, με βάση το άρθρο 11
(1)(α) του Νόμου για να εκδοθεί διάταγμα ανάκτησης κατοχής λόγω καθυστερημένων ενοικίων, σωρευτικά πρέπει να:
(1)υπάρχει καθυστέρηση στην πληρωμή του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου,
(2)αποσταλεί προς τούτο σχετική γραπτή ειδοποίηση απαίτησης,
(3)υφίσταται καθυστέρηση 21 τουλάχιστον ημερών του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου από την επίδοση της εν λόγω απαίτησης,
(4)παρέλθουν, περαιτέρω 14 μέρες[10] από την επίδοση της Αίτησης για Ανάκτηση Κατοχής. ΙV. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικές αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Έχοντας υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[11] και τα ουσιαστικά επίδικα θέματα όπως έχουν ήδη προσδιορισθεί ανωτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Α.
- Η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου μου προκάλεσε σχετικά καλή εντύπωση. Ο Μ. Α. 1 αδιαμφισβήτητα προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, δίχως να προσπαθήσει να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να αποσιωπήσει οτιδήποτε. Ειδικά κατά την αντεξέτασή του, η ευθύτητα αλλά και η διατύπωση των απαντήσεων του καταδείκνυε την απουσία οποιασδήποτε επιτήδευσης. Εξάλλου ό,τι ανέφερε ο Μ. Α. 1 παρέμεινε δίχως αντίλογο δοθέντος ότι η πλευρά του Ενοικιαστή επέλεξε να μην παρουσιάσει μαρτυρία. Με τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε την ύπαρξη της ενοικιαστικής σχέσης και τη δική του ιδιότητα ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του αδελφού του. Τα πλείστα από όσα ανέφερε υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε. Ιδίως, ως προς την εγκαθίδρυση της υφιστάμενης ενοικιαστικής σχέσης σχετικό είναι το ενοικιαστήριο έγγραφο - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 . Εξήγησε συναφώς με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο καταβάλλονταν τα οφειλόμενα ενοίκια και τη δική του συμμετοχή ως προς τον τρόπο είσπραξής τους. Πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του Μ. Α. 1 δεν ήταν δίχως κενά ή ασάφειες, τα οποία όμως, δεν συναρτώνται με την φιλαλήθεια του μάρτυρα αλλά την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας που πρόσφερε και το γεγονός ότι ο μάρτυρας μάλλον δεν φρεσκάρισε επαρκώς τη μνήμη του πριν να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία. Κάποιες από τις αδυναμίες είναι επουσιώδεις, κάποιες άλλες όμως έχουν επηρεάσει τις διεκδικήσεις του Αιτητή. Για παράδειγμα, ήταν εμφανές κατά την αντεξέτασή του, πως το θυμητικό του Μ. Α. 1 σε σχέση με την έναρξη της ενοικίασης και την αντικατάσταση του προηγούμενου ενοικιαστή ήταν εξασθενημένο, προφανώς λόγω και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τότε. Συγκεκριμένα, ο Μ. Α. 1 αποδεχόμενος σχετικές υποβολές του δικηγόρου του Ενοικιαστή συμφώνησε ότι σύμφωνα με το ίδιο το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, ο αρχικός ιδιοκτήτης στις 10/04/1986 ήταν κάποιος xxxx Καρσεράς, το όνομα του οποίου ακολούθως διαγράφηκε χειρόγραφα και στη θέση του τέθηκε, πάλι χειρόγραφα το όνομα του Καθ' ου. Κατά συνεπεία, η αρχική αναφορά του Μ. Α. 1 στη γραπτή του δήλωση ότι στις 10/04/1986 ο Αιτητής υπέγραψε με τον Καθ' ου το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 δεν είναι ακριβής και δεν γίνεται αποδεκτή.[12] Τα πραγματικά γεγονότα ως προς την έναρξη της επίδικης ενοικίασης είναι αυτά που ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, ήτοι ότι μετά την υπογραφή του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 μεταξύ του Αιτητή και του εν λόγω xxxx Καρσερά, ο τελευταίος αποχώρησε από το Υποστατικό. Η μαρτυρία του Μ. Α. 1 δεν έπεισε ούτε και όσον αφορά τα διεκδικούμενα ενοίκια της περιόδου 2010 - 2011, με ανάλογες συνέπειες ως προς τις αντίστοιχες διεκδικούμενες αξιώσεις. Και αυτό διότι, κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ευθέως ότι έχει εκδώσει αποδείξεις για την είσπραξή ενοικίων του 2011, δίχως όμως να τις παρουσιάσει και δίχως να διευκρινίσει τι ακριβώς αφορούσαν οι εν λόγω αποδείξεις. Το δε εγχείρημά του να δικαιολογήσει την έκδοση των εν λόγω αποδείξεων δυνάμει κάποιας συμφωνίας που έχει κάνει με τον Ενοικιαστή ως προς τον καταμερισμό άλλων πληρωμών, παρέμεινε ημιτελές, αφού δεν επεξήγησε τη φύση και τον τρόπο λειτουργίας της ισχυριζόμενης συμφωνίας. Το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του, έχει αυτόδηλο περιεχόμενο: « Εγώ τις αποδείξεις τις οποίες του έκοφκα συμπεριλαμβάνετουν και το 2011 μέσα για να κόψουμε τα καθυστερημένα, με την υπόσχεση ότι θα επλήρωνε διπλό ενοίκιο για να κόψει αυτόν το χρόνο τα καθυστερημένα που είχε. Που είσιε απλήρωτα. » Κατ' επέκταση, η συγκεκριμένη μαρτυρία κατατάσσεται σε παντελώς ασαφές επίπεδο και δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την επιδίκαση υπέρ του Αιτητή οποιωνδήποτε ενοικίων για το 2011, δοθέντος ακριβώς ότι υπάρχει παραδοχή για έκδοση εξοφλητικών αποδείξεων που συμπεριλαμβάνουν το
- Όπως λέχθηκε στη C&F Orologas & Sons Ltd ν Μίτας, ECLI:CY:AD:2015:A46, Πολιτική Έφεση αρ. 366/09, ημερομηνίας 30/01/2015 που εφεσείοντες ήταν οι ιδιοκτήτες: « Το βάρος απόδειξης ότι τα εν λόγω ενοίκια παραμένουν οφειλόμενα βαρύνει τους εφεσείοντες. Η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε σε συνάρτηση με τα οφειλόμενα ενοίκια είναι του ΜΑ1, η οποία κρίθηκε ως ανωτέρω. Συνακόλουθα, ορθά το Δικαστήριο δεν εξέδωσε απόφαση για το ποσό αυτό. » Τα προαναφερόμενα δεν επηρεάζουν βεβαίως την ύπαρξη οφειλόμενων ενοικίων από 01/01/2015 και εντεύθεν. Επ' αυτού του θέματος η μαρτυρία του Μ. Α. 1 ήταν σαφής και ξεκάθαρη. Δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό, θέση που ούτε καν αμφισβητήθηκε, αφού η υποβολή ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό, δίχως να υποστηρίζεται από σχετική μαρτυρία και χωρίς να υπάρχει παραδοχή εκ μέρους της πλευράς του Αιτητή, προφανώς δεν αρκεί για να διαφοροποιήσει την κατάσταση των πραγμάτων. Κατά συνέπεια, από τη μαρτυρία του Μ. Α. 1 έχει αποδειχθεί μόνο το μέρος της αξίωσης που αφορά τις οφειλές των ενοικίων από το 2015 και εντεύθεν. Η μαρτυρία του Μ. Α. 1 γίνεται αποδεκτή στην έκταση που προαναφέρεται. V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Α. Τα ουσιαστικά πραγματικά γεγονότα. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Ο Αιτητής είναι ο Ιδιοκτήτης του επίδικου Υποστατικού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, 2 και 3). Στις 10/04/1986 υπογράφηκε ενοικιαστήριο έγγραφο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) μεταξύ του Ιδιοκτήτη και κάποιου xxxx Καρσερά σε σχέση με την ενοικίαση του επίδικου Υποστατικού. Η διάρκεια της ενοικίασης ήταν για 2 έτη από 14/10/1986, με δικαίωμα στον ενοικιαστή για 2ετή επιπλέον παράταση. Το αρχικό ενοίκιο ήταν Λ.Κ.
- Ακολούθως, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 και τη μαρτυρία του Μ. Α. 1, ο προαναφερόμενος xxxx Καρσεράς μεταβίβασε την επιχείρηση που ασκούσε στο εν λόγω υποστατικό στον Καθ' ου η αίτηση και Ενοικιαστή, ο οποίος και αντικατέστησε τον προηγούμενο ενοικιαστή στην επίδικη ενοικιαστική σχέση, όπως το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται στο τέλος της πρώτης σελίδας του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4, όπου εντοπίζεται η εξής χειρόγραφη δήλωση: «Εγώ ο xxxx Καρσεράς Αρ. Ταυτ. ΧΧΧΧ, μεταβιβάζω το πιο πάνω μαχαζί στον xxxx Ξενοφώντος», δήλωση που υποδηλώνει ότι ο εν λόγω xxxx Καρσεράς, ήταν όντως ο πρώτος ενοικιαστής του Υποστατικού το
- Σημειώνεται ότι, μάρτυρες της εν λόγω δήλωσης παρουσιάζονται ο ίδιος ο Μ. Α. 1 και κάποιος xxxx Αντωνίου. Η αποχώρηση του αναφερόμενου xxxx Καρσερά έλαβε χώρα με τη συναίνεση του Αιτητή, η οποία συναίνεση προκύπτει μέσω της προσυπογραφής ως μάρτυρα του Μ. Α. 1 στην πρώτη σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- Ο δε Καθ' ου εισήλθε στο Υποστατικό στη θέση του προηγούμενου ενοικιαστή, υπογράφοντας στην 3η σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4, κάτω από τη χειρόγραφη αναφορά «ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΗΣ» υποκαθιστώντας τον αναφερόμενο xxxx Καρσερά στα απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε δυνάμει του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- Νομικώς, αυτό που έλαβε χώρα ήταν μια συμφωνία αντικατάστασης (novation)[13] του προηγούμενου ενοικιαστή στην επίδικη συμβατική σχέση (privity of contract) από τον Καθ' ου. Η αντικατάσταση του xxxx Καρσερά, με βάση όσα εξάγονται ως παραδεκτά από τα δικόγραφα (στην παράγραφο Δ.1 της Κυρίως Αίτησης γίνεται αναφορά σε «λήξαντος ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 18/04/1986» και στην παράγραφο 4
(1)της Απάντησης γίνεται αναφορά ότι το υποστατικό ενοικιάστηκε στον Καθ' ου «κατά ή περί το 1987») καθώς και από τη μαρτυρία του Μ. Α. 1, έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την έναρξη της πρώτης ενοικίασης, μάλλον περί το 1987, αλλά δεν υπάρχει σαφής[14] μαρτυρία για πότε ακριβώς έγινε αυτό. Αρκετά χρόνια αργότερα και λόγω ύπαρξης οφειλόμενων ενοικίων, ο Αιτητής μέσω των δικηγόρων του, απέστειλε στον Ενοικιαστή στις 18/05/2015 προειδοποιητική επιστολή άνευ ανταπόκρισης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Ακολούθησε στις 27/08/2015 νέα επιστολή με την οποία τερματίστηκε η ενοικίαση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) και κλήθηκε ο Ενοικιαστής να παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του Υποστατικού και να καταβάλει τα μέχρι τότε διεκδικούμενα ενοίκια ύψους €17.
- Το μηναίο ενοίκιο ανέρχεται, τουλάχιστον από το 2015, στο ποσό των €
- Παλαιότερα το ενοίκιο ήταν €1.000 μηνιαίως. Η κατοχή του Υποστατικού μέχρι σήμερα δεν έχει επιστραφεί, ούτε έχουν καταβληθεί οποιαδήποτε ενοίκια από το 2015 και εντεύθεν. Εντωμεταξύ, στις 06/11/2015 καταχωρήθηκε η Ε140/2015 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) το αντικείμενο της οποίας είναι ταυτόσημο με την υπό κρίση αίτηση («η πρώτη Αίτηση»). Η εν λόγω πρώτη Αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο την 18/10/2016 δυνάμει της Διαταγής 30, με αποτέλεσμα τα έξοδά της να επιδικαστούν εναντίον του Αιτητή και υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9). Ο Αιτητής, παρά το γεγονός ότι εκκρεμούσαν τα έξοδα υπέρ του Ενοικιαστή ως είχαν προκύψει μετά την απόρριψη της πρώτης Αίτησης, καταχώρησε στις 08/05/2017 την αίτηση Ε49/2017 («η παρούσα Αίτηση»), χωρίς να καταβάλει τόσο τα έξοδα της πρώτης Αίτησης, όσο και τα διπλάσια τέλη για την καταχώρησή της. Ο Αιτητής κατέβαλε στον Καθ' ου η Αίτηση τα έξοδα της πρώτης Αίτησης, κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2017 (Παραδεκτά γεγονότα - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). Β. Οι προβαλλόμενες Υπερασπίσεις εκ μέρους του Ενοικιαστή. Με βάση το προαναφερόμενο πλαίσιο ο δικηγόρος του Ενοικιαστή, μέσω της τελικής του γραπτής του αγόρευσης, συγκεκριμενοποιεί και περιορίζει την επιχειρηματολογία του, στις ακόλουθες τρεις εισηγήσεις:
- Ότι η παρούσα Αίτηση είναι θνησιγενής και/ή εξ υπαρχής άκυρη επειδή η εξόφληση των δικηγορικών εξόδων της προηγούμενης διαδικασίας έγινε μετά την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, κατά παράβαση των διαλαμβανομένων στη Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Αμφισβητεί την ύπαρξη θέσμιας ενοικίασης και κατ' επέκταση τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
- Αμφισβητεί ότι έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου, συναρτώντας την εισήγησή του ξανά με την αμφισβήτηση της ύπαρξης θέσμιας ενοικίασης. Δεδομένου ότι τουλάχιστον τα πρώτα δύο ζητήματα άπτονται της αποδεκτότητας της παρούσας Αίτησης και της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνω ορθό να τα εξετάσω κατά προτεραιότητα.
- Κατά πόσο η παρούσα Αίτηση είναι θνησιγενής και/ή εξ υπαρχής άκυρη επειδή η εξόφληση των δικηγορικών εξόδων της προηγούμενης διαδικασίας έγινε μετά την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Η μη τήρηση των προθεσμιών που θέτει η νέα Διαταγή 30 για την προώθηση της διαδικασίας, επιφέρει την απόρριψή της, δυνάμει του θεσμού 1(γ) της εν λόγω Διαταγής. Οι συνέπειες της απόρριψης αναγράφονται στις παραγράφους (δ) και (ε) του ίδιου θεσμού που έχουν ως εξής: « (δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο. (ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση, θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ. .................................. που απορρίφθηκε την .................................. συνεπεία των προνοιών της Δ.30 Θ 1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση. » Είναι γεγονός ότι στη νέα Διαταγή 30 δεν προβλέπεται ρητώς η συνέπεια για την περίπτωση όπου καταχωρείται νέα Αγωγή (ή Κυρίως Αίτηση), δίχως να πληρωθούν έξοδα της προηγούμενης διαδικασίας, όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση. Ο κ. Θρασυβούλου εισηγείται σχετικά πως όλη η διαδικασία «είναι θνησιγενής και/ή εξ υπαρχής άκυρη» και ο Ιδιοκτήτης εμποδίζεται να προωθεί την παρούσα διαδικασία, επειδή τα έξοδα της πρώτης Αίτησης δεν είχαν καταβληθεί πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Παρόλο που η εν λόγω εισήγηση παρέμεινε δίχως αντίλογο, καθότι η πλευρά του Αιτητή επέλεξε να μην τοποθετηθεί επί του θέματος, δεν έχει πείσει το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναπτύσσονται στη συνέχεια. Κατ' αρχάς, γενικά ομιλούντες, η φιλοσοφία και ο απώτερος σκοπός[15] της νέας Διαταγής 30 (καθώς και της νέας Διαταγής 25) δεν είναι να καταστρέψει το αγώγιμο δικαίωμα παρά μόνο να αντιμετωπίσει τις καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης με την έγκαιρη, ουσιαστική και αποτελεσματική επίλυση όλων των προδικαστικών ζητημάτων, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Επί του προκειμένου, και έχοντας βεβαίως υπόψιν τα πιο πάνω γεγονότα καθώς και τους σχετικούς κανόνες ερμηνείας,[16] στη δική μου κρίση η αναφορά στη νέα Διαταγή 30 ότι η πληρωμή εξόδων αποτελεί «προαπαιτούμενο» δεν συνεπάγεται ότι εάν η νέα διαδικασία αρχίσει δίχως την πληρωμή τους, αυτή η νέα διαδικασία καθίσταται εξ' υπαρχής άκυρη. Τέτοια δραστικότατη συνέπεια ουδόλως προβλέπεται στη Διαταγή
- Τουναντίον, η ρητή διαφορετική πρόβλεψη ότι τέτοιου είδους απόρριψη «δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής» καταδεικνύει, με περισσή σαφήνεια, ακριβώς το αντίθετο από όσα εισηγείται η πλευρά του Ενοικιαστή, η εισήγηση της οποίας αντίκειται τόσο στην αρχή της αναλογικότητας μεταξύ μέτρου και επιδιωκόμενου σκοπού, όσο και προς τον γενικότερο στόχο τούτης της δικαιοδοσίας[17] που δεν είναι άλλος από την ουσιαστική επίλυση των αναφυόμενων διαφορών απονέμοντας, με αποτελεσματικότητα δικαιοσύνη.[18] Θυμίζω πως με βάση τον Κανονισμό 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 και τη σχετική νομολογία,[19] οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλογικά και στην έκταση που συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου. Μάλιστα, με βάση τον επόμενο Κανονισμό 12(β) ακόμη και να μην υπάρξει συμμόρφωση με τους υπό αναφορά Κανονισμούς, η ακύρωση της διαδικασίας δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του ίδιου του Δικαστηρίου, η οποία στην παρούσα περίπτωση δεν θα μπορούσε να ασκηθεί προς απόρριψη της διαδικασίας, αφού τέτοια εξέλιξη δεν θα συνιστούσε απονομή δικαιοσύνης. Διευκρινίζω ασφαλώς ότι οι πιο πάνω επισημάνσεις δεν σημαίνουν ότι τέτοια παράλειψη δεν είναι δίχως συνέπειες για τον Ενάγοντα (ή ανάλογα Αιτητή). Όχι όμως της δραστικότητας που εισηγείται ο κ. Θρασυβούλου. Οι συνέπειες περιορίζονται στη γένεση του δικαιώματος για να ζητηθεί η αναστολή της εκκρεμούσας διαδικασίας (εν προκειμένω της παρούσας Αίτησης) μέχρι την αποπληρωμή των εξόδων της προγενέστερης διαδικασίας (εν προκειμένω της πρώτης Αίτησης) κατ' ανάλογο τρόπο με τα διαλαμβανόμενα στην περίπτωση παράλειψης πληρωμής εξόδων Αγωγής που είχε διακοπεί δυνάμει της Διαταγής 15, όπως στον τέταρτο της θεσμό αναφέρεται: « If any subsequent action shall he brought before payment of the costs of a discontinued action, for the same, or substantially the same, cause of action, the Court or a Judge may, if they or he think fit, order a stay of such subsequent action, until such costs shall have been paid » Η Διαταγή 15 θεσμός 4 αντιστοιχεί στην Order 26, rule 4 των αντίστοιχων αγγλικών θεσμών, η οποία και αναλύεται στη Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, Τόμος 1, σελ. 596, όπου επεξηγείται η αναφορά σε «same, or substantially the same» και αναφέρεται ότι διαδικαστικά η διαδικασία γίνεται με δια κλήσεως αίτηση στο πλαίσιο της κλήσης για οδηγίες, δυνάμει της Διαταγής
- Επιστρέφοντας στα γεγονότα της παρούσας διαδικασίας, από τη στιγμή που τα έξοδα της πρώτης Αίτησης, όχι μόνο προσφέρθηκαν αλλά ήδη εισπράχθηκαν, το ζήτημα, στην έκταση που σχετίζεται με τα δικαιώματα του Ενοικιαστή, θεωρείται λήξαν. Η εισήγηση απορρίπτεται.
- Το κατά πόσο το Δικαστήριο αυτό στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την επίδικη διαφορά. Το δεύτερο θέμα που εγείρει η πλευρά του Ενοικιαστή είναι η κατ' ισχυρισμόν ανυπαρξία θέσμιας ενοικίασης. Επιχειρείται η διασύνδεση της ύπαρξης της δικαιοδοσίας με την αδυναμία της πλευράς του Αιτητή να αποδείξει την ακριβή ημερομηνία έναρξης της επίδικης ενοικιαστικής σχέσης. Με τον προσήκοντα σεβασμό, η εν λόγω εισήγηση βασίζεται σε εσφαλμένο υπόβαθρο. Η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως πότε άρχισε η συμβατική ενοικίαση, εξετάζεται με αναφορά στον τερματισμό της πρώτης συμβατικής περιόδου, ως ρητώς διαλαμβάνεται στο ορισμό του θέσμιου ενοικιαστή στο άρθρο 2 του Νόμου. Συνεπώς, το πότε ακριβώς έλαβε χώρα η έναρξη της επίδικης ενοικίασης, δεν αποτελεί ουσιώδες ζήτημα ως προς τα πραγματικά επίδικα ζητήματα και δεν επηρεάζει τις αξιώσεις του Αιτητή. Η αναφορά στον Νόμο «κατά την λήξιν ή τον τερματισμόν της πρώτης ενοικιάσεως, εξακολουθεί να κατέχη το ακίνητον» είναι σαφέστατη και γραμματικώς ξεκάθαρη. Μέσω της πρόθεσης «κατά» που υποδηλώνεται χρονικός προσδιορισμός, καθίσταται ξεκάθαρο ότι το δικαίωμα του θέσμιου ενοικιαστή, δημιουργείται και διατηρείται, με τη λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης συμβατικής περιόδου.[20] Δηλαδή, όποτε και να έχει λάβει χώρα η έναρξη της ενοικίασης, αυτό αποτελεί στοιχείο ήσσονος σημασίας σε σχέση με το προκείμενο. Η ουσία του ζητήματος είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, η συμβατική ενοικίαση έχει ολοκληρωθεί[21] λόγω παρέλευσης της πρώτης χρονικής της διάρκειας της και ο Ενοικιαστής συνέχισε να κατέχει το Υποστατικό, γεγονός που είναι αναντίλεκτο.[22] Στη Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού (ανωτέρω) επιχειρήθηκε να διασυνδεθεί η στοιχειοθέτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων με τον χρόνο γένεσης του δικαιώματος. Η εισήγηση απορρίφθηκε. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « Λαμβάνουμε υπόψη ότι η ανάκτηση καθυστερημένων ενοικίων από θέσμιο ενοικιαστή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (βλ. Efthymiades και Petsas, πιο πάνω). Έχουμε την άποψη πως το κυρίαρχο στοιχείο το οποίο διέπει το θέμα της δικαιοδοσίας είναι η ιδιότητα ή υπόσταση του ενοικιαστή και η φύση της ενοικίασης. Εφόσον ο τελευταίος έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής η οποιαδήποτε αξίωση που εγείρεται εναντίον του, μετά που έχει αποκτήσει την ιδιότητα του θέσμιου ενοικιαστή, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο χρόνος γένεσης της αξίωσης δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο. Αν μετά τον τερματισμό της σύμβασης ενοίκιασης και την μετατροπή της ενοικίασης σε θέσμια επιχειρείτο ανάκτηση κατοχής, δυνάμει του άρθρου 16
(1)(α) του Νόμου 23/83 λόγω καθυστερημένων ενοικίων, που είχαν προκύψει στη διάρκεια της συμβατικής ενοικίασης, χωρίς αμφιβολία το αρμόδιο δικαστήριο θα ήταν το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Όπως υποδείχθηκε στην Petsas (πιο πάνω) σκοπός της σχετικής πρόνοιας ήταν η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών και επομένως το αρμόδιο για τη χορήγηση διατάγματος έξωσης δικαστήριο είναι και αρμόδιο να επιληφθεί διαφοράς για ανάκτηση καθυστερημένων ενοικίων. Υπογραμμίζουμε ότι ο κυρίαρχος παράγων είναι η ιδιότητα του ενοικιαστή και η φύση της ενοικίασης και όχι η γένεση ή η προέλευση των καθυστερημένων ενοικίων. Ούτε και το γεγονός της ιδιοκτησίας των υποστατικών μπορεί να μεταβάλει την κατάσταση. Όπως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο δικαστήριο "τα πράγματα είχαν αποκρυσταλλωθεί δια του τερματισμού και της διατήρησης της κατοχής των επίδικων καταστημάτων από τον εναγόμενο μετά τον τερματισμό". » Προσθέτω ακόμη ότι μετά την εισαγωγή[23] το 2007 του άρθρου 11
(4)στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, έχει αρθεί η υποχρέωση για παροχή προειδοποίησης ανάλογης με το είδος της ενοικιαστικής σχέσης που έχει δημιουργηθεί και όταν αποστέλλεται επιστολή δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α), επέρχεται αυτομάτως και ανεξαιρέτως ο τερματισμός κάθε είδους συμβατικής ενοικιαστικής σχέσης, περιοδικής και μη, και τυχόν συμβατική σχέση μετατρέπεται σε θέσμια.[24] Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται η επίδοση και η επάρκεια της επιστολής τερματισμού - ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Τέλος, και όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δήθεν δεν έχει αποδειχθεί η ιδιότητα του Αιτητή ως Ιδιοκτήτη του καταστήματος αρ. 3 (παράγραφος Α της Κυρίως Αίτησης), αρκούμαι να σημειώσω ότι αυτός ο ισχυρισμός όχι μόνο δεν αμφισβητείται στην Απάντηση του Ενοικιαστή αλλά έχει αρκούντος αποδειχθεί με την παρουσίαση των ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 1, 2 και
- Γ. Η αξίωση για έξωση και για καθυστερημένα ενοίκια. Η κατοχή υποστατικού δυνάμει ενοικιαστικής σχέσης δημιουργεί αντίστοιχη και αλληλένδετη υποχρέωση για καταβολή ενοικίου.[25] Το διεκδικούμενο ποσό των €11.000 που σχετίζεται με 11 ενοίκια προς €1.000 για την περίοδο 01/10/2010 μέχρι 31/08/2011, για τους λόγους που επεξηγούνται προηγουμένως, δεν έχει αποδειχθεί. Έχει όμως στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη οφειλών προς €700 μηνιαίως από 01/01/2015 και εντεύθεν, μέχρι την επιστροφή της κατοχής. Επίσης, αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός η αποστολή και παραλαβή της επιστολή ημερομηνίας 27/08/2015 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6), ήτοι της σχετικής προειδοποιητικής επιστολής, μεσώ της οποίας η πλευρά των Ιδιοκτητών δικαίως προχώρησε στον τερματισμό της επίδικης ενοικίασης δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου, οι προϋποθέσεις του οποίου ικανοποιούνται αφού: · υπάρχει καθυστέρηση στην πληρωμή του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου, · έχει αποσταλεί προς τούτο σχετική γραπτή ειδοποίηση απαίτησης, · υφίσταται καθυστέρηση 21 τουλάχιστον ημερών του νομίμως οφειλόμενου ενοικίου από την επίδοση της εν λόγω απαίτησης, και · παρήλθαν περαιτέρω 14 μέρες από την επίδοση της Αίτησης για Ανάκτηση Κατοχής δίχως να πληρωθούν τα οφειλόμενα ενοίκια. Κατά συνέπεια, η αντίθετη εισήγηση της πλευράς του Ενοικιαστή, απορρίπτεται. Δ. Αναστολή εκτέλεσης - άρθρο 11
(5)του Νόμου. Στην Απάντηση αξιώνεται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για 1 έτος, αλλά ο Ενοικιαστής επέλεξε να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει, έστω τούτη τη θέση. Η αναστολή εκτέλεσης δεν παρέχεται αυτόματα, αλλά εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται και ελέγχεται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει δεδομένα για να σταθμίσει και να αξιολογήσει το εν λόγω αίτημα και σε συνάρτηση αφενός με την αντίθετη επιθυμία του Ιδιοκτήτη για την ανάκτηση της κατοχής και αφετέρου, τη μεγάλη διάρκεια των καθυστερήσεων, ουδεμία αναστολή κρίνεται εύλογο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. VΙ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω, και με τη σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων, η Κυρίως Αίτηση επιτυγχάνει ως ανωτέρω εκτίθεται και εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: (α) Εκδίδεται Διάταγμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου Υποστατικού, όπως αυτό με λεπτομέρεια περιγράφεται στην παράγραφο Α της Κυρίως Αίτησης. (β) Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ' ου και/ή οποιοσδήποτε τυχόν αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος και/ή υπηρέτης του και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει συμφέρον ή δικαίωμα από αυτόν, εκκενώσει και παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του προαναφερόμενου υπό «α» υποστατικού. (γ) Ως χρόνος συμμόρφωσης του Καθ' ου καθορίζεται η περίοδος των 15 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος. (δ) Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου για το ποσό των €20.300 ως οφειλόμενα ενοίκια από 01/01/2015 μέχρι και 31/05/2017 (€700 Χ 29 μήνες). (ε) Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση προς €700 μηνιαίως, για ενδιάμεσα κέρδη από 1η Ιουνίου του 2017 κάθε 1η μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι παραδόσεως κενής και ελεύθερης της κατοχής του επίδικου υποστατικού. (στ) Όσα από τα πιο πάνω ποσά ενοικίων, είχαν ήδη καταστεί οφειλόμενα κατά την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Τα υπόλοιπα ποσά ενοικίων θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που το κάθε ένα εξ' αυτών καθίσταται οφειλόμενο. (ζ) Επιδικάζονται τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος (Υπ.)........... (Υπ.)........... Α. Γεωργίου Π. Αγιομαμίτης Πάρεδρος Πάρεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας Σημείωση: Δεδομένου ότι για την καταχώριση της παρούσας Αίτησης θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί διπλάσια τέλη, το σχετικό Διάταγμα να εκδοθεί μόνο εφόσον προηγουμένως καταβληθούν τα όποια απομείναντα τέλη καταχώρισης Δυνάμει της Δ.30 (ε), εάν δεν έχουν ήδη καταβληθεί. [1] Όπως λέχθηκε στη Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακης Δημοκρατιας, Αγωγή Αρ. 1/2019, ημερομηνίας 28/05/2020: «Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.» [2] Το υπό αναφορά άρθρο 4
(1)του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» [3] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα. [4] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων.» [5] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington -Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. [6]Δείτε: Petsas v. Pavlides
(1980)3 C.L.R. 158, Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590, Έλλη G. Mayes κ.α. ν. Θ. Παπαδοπούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 652, Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν. Φ. Κυπριανού κ.α.
(2001), και Π. Παρλάτα ν. Σ. Δημητρίου ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014. [7] Συναφώς Polycast v. Vourkas Fabrics
(1986)1 C.L.R. 107 και Dias United Publishing Co. Ltd. V. Chr. Hjikyriacos Estates Ltd.
(1986)1 C.L.R. 173. [8] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση του Χρ. Πετεινού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1467. [9] Δείτε: Αναφορικά με τις Αιτήσεις του Αβραάμ Δίσπυρου
(1990)1 Α.Α.Δ. 365. [10] Στη Μ. Σ. Σχίζα ν. Μ. Θεοφίλου Θεοφίλου κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2011, ημερομηνίας 03/11/2016 υποδείχθηκε σχετικά ότι η εν λόγω προθεσμία θέτει το μέγιστο όριο της προθεσμίας και δεν αποκλείει την πληρωμή πριν από την επίδοση. [11] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, Κάτσου ν. Global Capital Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/
- [12] Για την επίδραση στις αξιώσεις και τις νομικές επιπτώσεις τούτης της διαπίστωσης, θα γίνει αναφορά σε μεταγενέστερο στάδιο. [13] Για περισσότερα, δείτε άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου και Chittys on Contracts 31st Edition, Volume 1, σελ. 1515 παρ. 19-
- [14] Ο Μ. Α. 1 απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε: «μπορεί τζαι 1 τζαι 2 χρόνια μπορεί. Μπορεί.» ενώ η υποβολή ότι η εν συμφωνία έγινε στις 29/08/1987, δεν απέκτησε υπόσταση, αφού η πλευρά του Καθ' ου δεν έδωσε μαρτυρία. [15] Διότι, όπως επισημάνθηκε και στη Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων κλπ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010 ημερ. 24/02/2016, στις μέρες μας παρατηρείται επίταση «του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών». Στην Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερομηνίας 18/3/2019, λέχθηκε ότι: «η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου». (δείτε και:Χαραλάμπους ν. Γεωργίου κ.ά. ECLI:CY:AD:2018:A173, Πολιτική Έφεση αρ. 185/17, ημερομηνίας 18/04/2018) [16] Με βάση τους σχετικούς κανόνες ερμηνείας νομοθετημάτων, η ερμηνεία Νόμου δεν μπορεί να οδηγεί ούτε σε αδικία ούτε σε παράλογα αποτελέσματα. (δείτε μεταξύ άλλων: Δημοκρατίας ν. Ματθαίου
(1990)3 Α.Α.Δ. 2452, Antigoni Georighiadou v. The Attorney-General of the Republic
(1966)3 C.L.R. 612, 615. Προεξάρχουσα είναι η γραμματική ερμηνεία, δηλαδή ερμηνεία με βάση το απλό, γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων. Παρέκκλιση από τη γραμματική ερμηνεία επιτρέπεται μόνο κάτω από ορισμένες συνθήκες όπως όταν η αυστηρώς ετυμολογική έννοια θα αντίκειται στη πρόθεση, τη λειτουργικότητα ή τον δηλωμένο σκοπό του Νομοθέτη ή εάν το νόημα που θα αποδοθεί θα οδηγήσει σε παράλογο αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται η ερμηνεία να προσθέτει όρους που δεν υπάρχουν, ή να διευρύνει το νόημα του Νόμου, ιδίως όταν δεν εντοπίζονται ασαφείς ή διφορούμενες λέξεις ή έννοιες (δείτε: Καντούνας ν. IOANNIS N. PATSALIDES GENERAL ENTERPRISES LTD κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1876. Όπως λέχθηκε στη Δημοκρατία ν. Κωνσταντίνου, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 106/2012, ημερομηνίας 19/09/2018: «το βασικό κριτήριο για την ερμηνεία νομοθετήματος είναι η συνήθης σημασία των λέξεων. Δεν είναι επιτρεπτή προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο». Επίσης: Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191 και Γεωργίου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων
(1999)1 Α.Α.Δ. 384. [17] Δείτε: Άρθρα 4, 5 και 16 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, Χριστοδουλίδου ν. 10 EMKIN (CΟΝSULTING LTD κ.ά. 4.4.2019 και Μιχαλάκης Δράκος ν. Νίκου Aργυρίδη
(1989)1Ε ΑΑΔ
- [18] Δείτε: Κανονισμό 3(στ) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του
- [19] Δείτε: IRONFX GLOBAL LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε338/2016, ημερομηνίας 23/03/
- [20] Ούτε η σύναψη νέου ενοικιαστηρίου εγγράφου ακυρώνει την ύπαρξη της θέσμιας ενοικίασης, διότι πολύ απλά, όταν ο Νόμος επενεργήσει επί της συμβατικής ενοικίασης δεν μπορεί η επενέργεια αυτή να ανατραπεί μέσω νέας ιδιωτικής συμφωνίας, διότι το δικαίωμα στη θέσμια ενοικίαση παρέχεται από τον ίδιο τον Νόμο ο οποίος δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις υπέρτερης μορφής. Εξ ου και στο άρθρο 27
(1)ρητά προσδιορίζεται ότι οι όροι της συμβατικής ενοικίασης συνεχίζουν να ισχύουν και όταν η ενοικίαση καταστεί θέσμια μόνο «εφ' όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου». Ο νομοθέτης, γνωρίζοντας ότι ο ιδιοκτήτης είναι το δυνατότερο μέρος στη σύμβαση ενοικίασης και διατηρεί τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη διαμόρφωση των ενοικιαστηρίων εγγράφων που έπονται του πρώτου εγγράφου, με τη θέσπιση του υπό εξέταση ορισμού, εύστοχα έθεσε την υπό εξέταση ασφαλιστική δικλείδα για να εξασφαλίσει την προστασία που παρέχει η θέσμια ενοικίαση, ανεξαρτήτως της σύναψης οποιωνδήποτε μεταγενέστερων συμβολαίων. [21] Θυμίζω πως η παρούσα περίπτωση αφορά ενοικίαση που άρχισε περί το 1987, με μέγιστη διάρκεια, συμπεριλαμβανομένης τυχόν ανανέωσης την 13η Απριλίου
- [22] Η δε παραπομπή του Δικαστηρίου στην υπόθεση Παρλάτα αξιολογείται ως μη σχετική, αφού εκεί το ζήτημα αφορούσε συμπεράσματα Δικαστηρίου τα οποία συγκρούονταν ευθέως με κοινά παραδεκτά γεγονότα. Εδώ, με βάση τα δικόγραφα αναδεικνύεται ως μη αμφισβητούμενο ζήτημα ότι η έναρξη της επίδικης ενοικίασης είναι πέριξ του 1986 - 1987 και τούτο συνάδει με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. [23] Δυνάμει της τροποποίησης του βασικού Νόμου με τον Ν. 138(Ι) του
- [24] Δείτε: Εταιρεία Ακινήτων Ονασαγόρας Λτδ ν. Κ. Σπανούδης ECLI:CY:AD:2014:A500, Πολιτική Έφεση αρ. 255/2009, ημερομηνίας 04/07/
- [25] Σχετικά: P.P. Body Art Gym Ltd v. Shiptrans Estate Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A461, Πολιτική Έφεση αρ. 300/2012, ημερομηνίας 14/12/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο