D.C. OFFSET PRINTING LIMITED ν. D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), από τη Λεμεσό, μέσω του Παραλήπτη και Διαχειριστή της, Ιωάννου, Αίτηση αρ. K19/2021, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2021:34 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου Αίτηση αρ. K19/2021 ΜΕΤΑΞΥ: D.C. OFFSET PRINTING LIMITED (HE 324032), από τη Λεμεσό Αιτητών και D. COUVAS & SONS LIMITED (υπό διαχείριση), από τη Λεμεσό, μέσω του Παραλήπτη και Διαχειριστή της, xxxx Ιωάννου Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 01/09/2021 για προσωρινό διάταγμα (σε σχέση με την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 02/09/2021) Ημερομηνία: 30/11/2021 Για Αιτητές: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου μαζί με κα Στ. Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Λ. Μ. Κωστακόπουλος για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ουσιαστική διαφορά των διαδίκων σχετίζεται με την υπενοικίαση ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού - Ύψωνα (στο εξής: το «Υποστατικό»). Η κυρίως σύμβαση ενοικίασης είναι μεταξύ της Δημοκρατίας και των Καθ' ων (στο εξής: «οι Ενοικιαστές»). Οι Αιτητές στην παρούσα διαδικασία είναι οι υπενοικιαστές των Καθ' ων (στο εξής: «οι Υπενοικιαστές») και οι οποίοι καταχώρησαν την 01/09/2021 την Κυρίως Αίτηση Παραμερισμού (στο εξής: «η Αίτηση Παραμερισμού»), επικαλούμενοι, προφανώς, το άρθρο 6(β) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου (στο εξής: «ο Νόμος»), το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: « Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης. » Με την Αίτηση Παραμερισμού αξιώνεται ο παραμερισμός της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού‑Πάφου, τμήματος Λεμεσού, στην Αίτηση υπ' αρ. Ε84/20 ημερομηνίας 01/07/2021 (στο εξής: «η Απόφαση») με την οποία, οι Ενοικιαστές εξασφάλισαν διάταγμα ανάκτησης κατοχής του Υποστατικού, πλέον το ποσό των €300.000,00 έναντι οφειλόμενων ενοικίων της περιόδου 2015 - 2019, πλέον ενδιάμεσα οφέλη προς €5.000 μηνιαίως από 01/01/2020, πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. Οι Υπενοικιαστές δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της εναντίον τους Απόφασης. Η απουσία τους οφείλεται στο γεγονός ότι παρόλο που εξουσιοδότησαν τους προηγούμενους τους δικηγόρους για να καταχωρήσουν Απάντηση, οι τελευταίοι αμέλησαν να ενεργήσουν σχετικά, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση στην απουσία τους. Ανάμεσα στις 27 πυκνογραφημένες σελίδες της Αίτησης Παραμερισμού οι Υπενοικιαστές αναφέρονται εκτενώς στο ιστορικό των σχέσεων των διαδίκων, όπως οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται, με έμφαση στις οικονομικές και άλλες διαφορές των διάδικων που οδήγησαν στην εμπλοκή της Τράπεζας Κύπρου και στο διορισμό του κ. xxxx Ιωάννου ως διαχειριστή των Ενοικιαστών. Παραπέμπουν σε άλλες δικαστικές διαδικασίες μέσω των οποίων οι Υπενοικιαστές αμφισβητούν τη νομιμότητα του εν λόγω διορισμού και ισχυρίζονται ότι στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, ο ίδιος ο διαχειριστής υποστήριξε πως η επίδικη ενοικίαση είναι άκυρη και αποτέλεσμα απάτης προς καταδολίευση των πιστωτών των Ενοικιαστών, αξιώνοντας την ανάκτηση της κατοχής στη βάση εκείνου του ισχυρισμού, γεγονός που απέκρυψε στο πλαίσιο διαδικασίας στην Ε.84/20, εξαπατώντας με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο. Η σχετική επ' ακριβής διατύπωσή τους εκτίθεται στην παράγραφο 31 και έχει ως εξής: « Οι Αιτητές στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση λέγουν ότι ενώ ο κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου ενόψει των ως άνω Επιστολών ημερομηνίας 18/3/2019, 24/4/2019 και 24/5/2019 προς το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού καθώς και της ως άνω Επιστολής του ημερομηνίας 21/3/2019 προς τους Αιτητές στην παρούσα, αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 15/1/2015 ως παράνομη και άκυρη καθώς και ότι πρόκειται για προϊόν συνωμοσίας και/ή δεν συνάδει με καμία εμπορική πρακτική και με αποκλειστικό σκοπό την καταδολίευση μεταξύ άλλων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και ότι αποτελεί έκνομη ενέργεια και επιστράτευση του δικαίου για αλλότριους σκοπούς και καταχρηστικούς του δικαίου και ενόψει των ως άνω την τερματίζει δήθεν, πράγμα που οι Αιτητές δεν αποδέχονται, εν τούτοις στην Αίτηση Ε84/2020, ο κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου επικαλείται τη νομιμότητα και εγκυρότητα της για να πετύχει, εξαπατώντας το Δικαστήριο σε έξωση των Αιτητών στην παρούσα. » Επιπλέον, οι Υπενοικιαστές ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στερείται δικαιοδοσίας, ότι η απόφασή του ήταν αποτέλεσμα ουσιώδους λάθους και ότι η ενοικίαση αφορά τεμάχιο γης και όχι «ακίνητο» εν τη έννοια του Νόμου. ΙΙ. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. (α) Η επίδικη Αίτηση. Ταυτόχρονα με την Αίτηση Παραμερισμού, οι Υπενοικιαστές καταχώρησαν την επίδικη αίτηση, αξιώνοντας μονομερώς την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης. Η νομική βάση της Αίτησης στηρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ως προς τα γεγονότα, η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. xxxx Κουβά ο οποίος αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των Αιτητών και πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να αναφερθεί στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο των ισχυρισμών του, υποστηρίζει ότι: · Με βάση την Κ.Δ.Π.2019/207 «Η βιομηχανική περιοχή Ύψωνα, δεν εμπίπτει εντός των ελεγχόμενων περιοχών και συνεπώς το παρόν Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, δεν είχεν δικαιοδοσία να ακούσει την υπόθεσίν Ε84/20» προσθέτοντας ότι «το πόσον ισχυρή ή όχι μπορεί να είναι η υπόθεση των Αιτητών, στην παρούσα το Δικαστήριο εύκολα μπορεί να τη συνάγει από την Κ.Δ.Π.2019/207 που για σκοπούς ευχέρειας και μόνο, επισυνάπτω στην παρούσα, και σημειώνω ως παράρτημα Α». · Ισχυρίζεται ότι η επίδοση εκ του Νόμου προβλεπόμενη ειδοποίηση απαίτησης «είναι κακή παντελώς». · Ότι η ένορκη δήλωση που παρουσιάστηκε προς απόδειξη της υπόθεσης έπασχε και θα έπρεπε να είχε αγνοηθεί, επειδή συντάχθηκε από δικηγόρο, δίχως να δίδονται εξηγήσεις για την μη όρκιση του ίδιου κ. XXXXX Ιωάννου. · Ότι ενώ στο πλαίσιο της Αγωγής 1097/19 οι Ενοικιαστές χαρακτήριζαν την επίδικη ενοικίαση παράνομη και άκυρη, στο πλαίσιο της Ε84/20 επικαλέστηκαν τη νομιμότητα της για να εξασφάλιζαν διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Ολοκληρώνοντας, ισχυρίζεται ότι η πλευρά των Υπενοικιαστών ενήργησε δίχως καθυστέρηση για την καταχώρηση της παρούσας, ότι είναι κατεπείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, καθώς και ότι, η έκδοσή τους στοχεύει στη διατήρηση του status quo. Παράλληλα ετοιμότητα να καταβάλει οποιαδήποτε εγγύηση προς εξασφάλιση της υποχρέωσης των Υπενοικιαστών για κάλυψη οποιασδήποτε ζημιάς υποστούν οι Ενοικιαστές από την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, η μη έκδοση των οποίων θα καταστρέψει τους Ενοικιαστές. * Στις 02/09/2021, οι Υπενοικιαστές, και αφού προηγουμένως ο δικηγόρος τους επιχειρηματολόγησε για τον σκοπό αυτό προς το Δικαστήριο, εξασφάλισαν, υπό τον όρο άμεσης πληρωμής του ποσού των €100.000,00,[1] προσωρινό διάταγμα (στο εξής: «το Διάταγμα») με το οποίο η απόφαση υπέρ των Ενοικιαστών και Αιτητών στην Ε84/20 του Δ.Ε.Ε. Λεμεσού - Πάφου, Τμήμα Λεμεσού, ημερομηνίας 01/07/2021 (στο εξής: «η Απόφαση») ανεστάλη υπό όρους, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Παραμερισμού. * (β) Η Επίδικη Ένσταση. Η εξέλιξη αυτή δεν ικανοποίησε τους Ενοικιαστές οι οποίοι και αντέδρασαν με την καταχώριση στις 29/09/2021 ένστασης ως προς το ζήτημα της οριστικοποίησης του Διατάγματος. Η ένσταση βασίζεται στους ακόλουθους 14 λόγους (στο εξής «η Ένσταση»): «
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60για την έκδοση και/ή τη συνέχιση ισχύος προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Η υπό κρίση αίτηση δεν καταφάσκει το υπαρκτό του κατεπείγοντος προκειμένου για την επίκληση μονομερώς της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει το κατεπείγον ή καλό λόγο για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και/ή έχουν στρεβλώσει κατά τρόπο καταχρηστικό τα γεγονότα προκειμένου να τροχοδρομήσουν και/ή εμφανίσουν περιστάσεις που . έλκουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου μονομερώς και/ή κατεπειγόντως.
- Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» προτείνοντας και/ή προωθώντας μια επίπλαστη εκδοχή γεγονότων και/ή αποσιωπώντας έτερα γεγονότα σημαντικά της μόρφωσης του δικανικού συλλογισμού του Δικαστηρίου και/ή δεν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου πάντα τα κρίσιμα νομικά και/ή πραγματικά περιστατικά και/ή οι ενέργειες των Αιτητών διαπνέονται από κακοπιστία και/ή κακοβουλία και την χρήση των μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό.
- Η σκόπιμη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπει εις ολόκληρο τους ισχυρισμούς του ομνύοντα για τους Αιτητές ώστε η απόφαση του Δικαστηρίου κατέστη a priori ακροσφαλής.
- Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure of all material facts) που αφορούν τα περιστατικά της παρούσας και ειδικότερα γεγονότων τα οποία ήταν και/ή θα μπορούσε να ήταν εν γνώσει τους, εφόσον κατέβαλλαν εύλογη επιμέλεια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση.
- Οι Αιτητές παραπλάνησαν το σεβαστό Δικαστήριο αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ουσιαστικά γεγονότα ώστε να δώσουν λανθασμένη και/ή παραπλανητική εικόνα στο Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση των διαταγμάτων ημερομηνίας 02/09/
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν στοιχειοθετούν καλή και/ή πραγματικά υπαρκτή βάση απαίτησης (good cause of action) και/ή αξίωσης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης των εναντίον αυτών.
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση και/ή εξακολούθηση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων και/ή τα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της Αιτήσεως ώστε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ενδιάμεση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το ενδιάμεσο μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 02/09/2021 δέον ακυρωθεί.
- Οι αιτούμενες τελικές θεραπείες της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης ως και οι θεραπείες της υπό κρίσης ενδιάμεσης αίτησης προσκρούουν και/ή αντιμάχονται συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα.
- Δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή οι συναφείς ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούνται με την αναγκαία επάρκεια.
- Οι Αιτητές προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και/ή για αλλότριους και/ή αθέμιτους σκοπούς και/ή η Αίτηση είναι κακόπιστη και εμφορείται από αλλότρια ελατήρια στοχεύοντας στην άσκηση πίεσης στους Καθ' ων η Αίτηση.
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχονται αναληθείς και/ή παραπλανητικοί ισχυρισμοί και/ή το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων προκαλεί και/ή θα προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση και/ή δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία οποιοσδήποτε και/ή επικείμενος κίνδυνος ώστε να μην είναι δυνατό να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
- Το μονομερές προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 02/09/2021 εξεδόθη χωρίς δικαιοδοτική βάση, ενόψει του ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται στο Άρθρο 47 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Ν. 14/
- » Ως προς τα γεγονότα, οι Ενοικιαστές, ανάμεσα σε πολλά άλλα και μέσω ένορκης δήλωσης του δικηγόρου του κ. XXXXX Δημοσθένους,[2] αφού προηγουμένως προσδιορίζουν την ταυτότητα και την ιδιότητα των διαδίκων αναφέρονται στο ιστορικό της επίδικης διαφοράς, προβαίνοντας σε ανάλογες εισηγήσεις η ουσία των οποίων απολήγει στα εξής: · Οι Ενοικιαστές με σκοπό να αποφύγουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τραπεζικά ιδρύματα και άλλα πρόσωπα, απογύμνωσαν εαυτούς από τα περιουσιακά τους στοιχεία και το ενεργητικό τους, μεταφέροντας τις δραστηριότητες τους, παράνομα, αντικανονικά και απατηλώς στους Υπενοικιαστές. · Αν και δέχονται ότι η επίδικη Υπενοικίαση είναι αμφισβητήσιμης νομιμότητας, εντούτοις σημειώνουν ότι αυτό δεν έχει μέχρι στιγμής κριθεί παράνομο ή αντικανονικό, ούτε έχει ανακληθεί μέχρι σήμερα η θετική έγκριση που είχε ληφθεί από το Υπουργείο Ενέργειας Εμπορίου και Βιομηχανίας για τη σύναψη της συμφωνίας υπενοικίασης. · Αναφερόμενοι στο ιστορικό της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης, ισχυρίζονται πως η έκδοση του προσωρινού διατάγματος έγινε στη βάση «παραπλανητικής, ελλιπούς, ανακριβούς και αναληθούς μαρτυρίας», με ιδιαίτερη αναφορά στα περί της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων υποβάλλοντας ότι οι Υπενοικιαστές παρουσίασαν μία «επίπλαστη εκδοχή γεγονότων» προκειμένου να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν θεραπεία σε μονομερή βάση. Ειδικότερα, αναφέρουν πως ο ενόρκως δηλών για τους Υπενοικιαστές αναληθώς υποστήριξε ότι το μίσθιο βρίσκεται στη βιομηχανική περιοχή Ύψωνα, δηλαδή εκτός των ελεγχόμενων περιοχών για τους σκοπούς του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και προς τούτο παρουσιάζονται διάφορα έγγραφα και χάρτες που αποδεικνύει κατά την άποψη τους το αντίθετο. Θεωρούν πως η εν λόγω συμπεριφορά αντίκειται «της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιωδών περιστατικών και γεγονότων». · Δεν αποδέχονται ότι η επίδοση της ειδοποίησης απαίτησης είναι προβληματική ως επίσης απορρίπτει ότι η ένορκη δήλωση είναι άκυρη επειδή έχει συνταχθεί από δικηγόρο. · Ισχυρίζονται ότι οι Υπενοικιαστές δεν έχουν «ούτε ίχνος ή έστω σκιώδη υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση». · Αρνούνται ότι οι Ενοικιαστές κωλύονταν να προωθήσουν την Κυρίως Αίτηση αρ. Ε84/20 η οποία οδήγησε στην έκδοσης της προσβαλλόμενης τελικής Απόφασης. · Διατείνονται ότι η επίδικη Αίτηση στερείται του αναγκαίου δικαιοδοτικού υπόβαθρου καθότι απουσιάζει η κατάλληλη νομική βάση, ως επίσης αμφισβητούν την πλήρωση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου ως επίσης το στοιχείο του κατεπείγοντος. · Τονίζουν ότι οι Υπενοικιαστές έχουν παρασιωπήσει και/ή παραποιήσει κρίσιμα γεγονότα. · Τέλος, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να ασκηθεί προς απόρριψη της Αίτησης. (γ) Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν σχετικά εμπεριστατωμένα γραπτά κείμενα προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων στο ειδικό περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ μόνο εφόσον κρίνω σκόπιμο και επιπρόσθετα στις 03/11/2021 ανέπτυξαν εκτενώς και δια ζώσης, τις διαφορετικές τους θέσεις και εισηγήσεις, τις οποίες αν και άκουσα[3] με προσοχή, στο ειδικό περιεχόμενο αυτών θα αναφερθώ στο μέτρο που κρίνω σκόπιμο κατά την παράθεση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. ΙIΙ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (α) Η προσωρινή προστασία. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να εκδίδει διηνεκή και παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960).[4] Όπως προκύπτει από το υπό αναφορά άρθρο θα πρέπει σωρευτικά, να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Να υπάρχει σοβαρό προς εκδίκαση ζήτημα.
- Ο Αιτών το προσωρινό διάταγμα να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία.
- Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης[5] (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει συναφώς να καταδειχθεί, μικρή έστω, πλην όμως ορατή, πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού.[6] Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτών το προσωρινό διάταγμα και σε περίπτωση έγερσης από την άλλη πλευρά αντίθετων ισχυρισμών, για να το αποσείσει οφείλει να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης.[7] Στο στάδιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[8] Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, χωρίς όμως να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και αποφεύγοντας τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της κυρίως δίκης. Δεν χρειάζεται δηλαδή η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του.[9] Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται προς την αγωγή δεν αποκλείεται,[10] παρόλο που τούτο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου, είναι ανεπαρκής.[11] Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει αποφασιστεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια,[12] εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Ακόμα και αν πληρούνται οι τρείς προπαρατεθείσες θεσμικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια,[13] συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στους διαδίκους και σε τρίτα πρόσωπα, τη συμπεριφορά των διαδίκων, την καθυστέρηση και τη διαφύλαξη του «status quo ante», δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου ξεκινούσε τις ενέργειες για τις οποίες παραπονείται ο αιτών. (β) Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η προσωρινή προστασία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων προαπαιτεί καθ' ύλην αρμοδιότητα.[14] Επιπροσθέτως, έγκριση διατάγματος τέτοιου είδους θα πρέπει να μην υπερβαίνει τη δικαιοδοσία[15] του παρόντος Δικαστηρίου. Διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι αυτά που προβλέπονται στο Νόμο, ιδιαίτερα τα διηνεκή,[16] και τα απαγορευτικά που σχετίζονται με την αποτροπή αθέτησης αρνητικής συμβατικής συμπεριφοράς.[17] (γ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης γενικά. Σχετικό με το επίδικο θέμα είναι και το νομικό πλαίσιο που σχετίζεται τόσο γενικότερα με το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης όσο και με το τι ισχύει ειδικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για αναστολή μιας δικαστικής απόφασης προβλέπεται στην Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί: « An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been direct. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given. » Η Δ.35 θ.18 είναι πανομοιότυπη με την Αγγλική Δ.58 Θ.
- Η επί του δικαιώματος για αναστολή σχετική νομολογία είναι πλούσια και σαφής. Το αποφασιστικό κριτήριο για να δίδεται ή όχι αναστολή είναι η εξισορρόπηση δύο παραγόντων, δηλαδή της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης ή διαδικασίας παραμερισμού να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η καταχώρηση έφεσης, ή κατ' αναλογία, η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δεν επενεργεί προς αναστολή τέτοιας απόφασης, αλλά η διακριτική εξουσία, είτε του Εφετείου, είτε των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων ασκούνται με βάση την αρχή της διατήρησης μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επιπτώσεις στην κάθε πλευρά καθώς και τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ή της διαδικασίας παραμερισμού, εφόσον, μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει τέτοια πρόγνωση.[18] H εμβέλεια της Δ.35, θ. 18, εξετάστηκε στη Δημητρούδης v. Λουγκρίδη,
(2011)1Α Α.Α.Δ 687, όπου, με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, λέχθηκε ότι η εν λόγω διαταγή δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας. Στη Χατζηπαναγή ν. Αυξεντίου, ECLI:CY:AD:2017:A399, Πολιτική Έφεση Αρ.151/2017, ημερομηνίας 09/11/2017 λέχθηκαν τα εξής: « Μεταξύ των στοιχείων που συνυπολογίζονται κατά την εξέταση αίτησης αναστολής είναι και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος αν το δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί να χορηγήσει διάταγμα αναστολής. » (δ) Το δικαίωμα για αναστολή της δικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το δικαίωμα για να διαταχθεί η αναστολή μιας τελικής απόφασης ενυπάρχει και στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Στο άρθρο 11
(5)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, αναφέρονται τα εξής: « Το Δικαστήριον, εκδίδον απόφασιν ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (α),(β) (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ) (η), (θ), (ι), (ια) και (ιβ) του άρθρου τούτου, δύναται, τηρουμένου του όρου ότι o ενοικιαστής θα πληρώση παν ποσόν το οποίον νομίμως οφείλεται ή δυνατόν να καταστή οφειλόμενον υπ' αυτού, να αναστείλη την εκτέλεσιν της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλη την ημερομηνίαν κατοχής διά τοιαύτην περίοδον μη υπερβαίνουσαν το εν έτος, εκτός εάν οι διάδικοι άλλως ήθελαν συμφωνήσει, και υπό την επιφύλαξιν τοιούτων όρων οίους το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει καταλλήλους. » Το εν λόγω άρθρο 11
(5)ερμηνεύθηκε στην Ανδρέας Μιχαηλίδης ν Θωμάς Σάββα Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 285/2016, ημερομηνίας 22/09/2017 και στην Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. ECLI:CY:AD:2018:A302, Πολιτική Έφεση αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/
- Στη τελευταία απόφαση, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής: « ..το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εμποδίζεται, όταν υπάρχει έφεση, να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει της Δ.35,θ.
- Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).[19] Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35,θ.
- [20] Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης υποβάλλεται πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Δ.35, θ.19), η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στο άρθρο 11
(5)του Νόμου, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους, συνεπάγεται, δυνητικά, δραστικό περιορισμό της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της έφεσης. Το άρθρο 11
(5)του Νόμου είναι γεγονός περιέχει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να αναστέλλει τελική απόφαση του, όταν την εκδίδει, σε στάδιο κατά το οποίο δεν βρίσκεται στο προσκήνιο οποιαδήποτε έφεση, αναστέλλοντας το χρόνο εκτέλεσης της μέχρι και ένα έτος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων. Θεωρούμε ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα ενός καθ' ου η αίτηση, να επιδιώξει ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και να εξασφαλίσει στην κατάλληλη περίπτωση αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος έξωσης, εκκρεμούσης έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της δικαστικής απόφασης, ώστε αν αυτή πετύχει η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα. Στο λεκτικό του άρθρου 11
(5)δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αυτό και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την αναστολή της διαταγής για έξωση, η δυνατότητα για υποβολή αίτησης ενώπιον του δυνάμει της Δ.35, θ.18 παρείχετο εξ αρχής, με την καταχώρηση της έφεσης. » IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατά πόσο υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη. Πριν οτιδήποτε άλλο, αναφύεται κατά προτεραιότητα και επί μη αμφισβητούμενου πλέον πλαισίου γεγονότων η εξέταση του κατά πόσο υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη εκ μέρους των Υπενοικιαστών / Αιτητών, κατά το στάδιο της μονομερούς εξασφάλισης του προσωρινού διατάγματος. Τα σχετικά γεγονότα. Το όλο ζήτημα συσχετίζεται με τον ισχυρισμό ότι το Υποστατικό δεν βρίσκεται σε ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή δυνάμει της Κ. Δ. Π. 519/2007, αλλά στον Ύψωνα, και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει τη διαφορά των διαδίκων και κατ' επέκταση να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Η εν λόγω θέση τέθηκε στην Αίτηση, αναπτύχθηκε στην ένορκη δήλωση (ως το απόσπασμα έχει παρατεθεί ανωτέρω) και υποστηρίχθηκε με σαφήνεια κατά την ακρόαση στις 02/09/2021, διαδικασία που ολοκληρώθηκε με την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς. Μετά όμως την καταχώρηση της Ένστασης της πλευράς των Ενοικιαστών και την παρουσίαση από αυτούς αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας για το αντίθετο, η πλευρά των Υπενοικιαστών, συνειδητοποιώντας το σφάλμα στο οποίο περιέπεσε, αναθεώρησε τούτη τη θέση αποδεχόμενη πως το Υποστατικό βρίσκεται σε ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή. Απέδωσε την αρχική της αναφορά σε καλόπιστο λάθος για το οποίο μερίμνησε να ενημερώσει το Δικαστήριο ευθύς μόλις αντιλήφθηκε το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε. Η ενημέρωση αυτή έγινε τόσο στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε κατά τη διαδικασία αιτήματός της για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης που προηγήθηκε, ως επίσης και κατά την αγόρευση του δικηγόρου της κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας Αίτησης. Οι θέσεις των συνηγόρων. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο κ. Ερωτοκρίτου επιχειρηματολογώντας σχετικά, παρέπεμψε σε τρισέλιδο απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Injuctions, 5η Έκδοση, σελ. 257 - 259 ζητώντας από το Δικαστήριο να επικεντρώσει τη προσοχή του σε υποσημείωση που αναφέρεται στην υπόθεση Commercial Bank of the Near Est Plc v. A, B, C, and D [1989] 2 Lloyd' s Rep. 319 για να υποστηρίξει πως, εφόσον η πλευρά των Υπενοικιαστών αναγνώρισε και παραδέχθηκε το σφάλμα της, δεν μπορεί η αρχική της διαφορετική στάση να θεωρηθεί ότι συνιστά παράβαση της υποχρέωσης της για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί, αφού το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε αυτοτελώς στην προβαλλόμενη έλλειψη δικαιοδοσίας για να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρά μόνο ο σχετικός ισχυρισμός υπήρξε ένας εκ των πολλών άλλων λόγων οι οποίοι δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος. Από την άλλη πλευρά, ο κ. Κωστακόπουλος υποστήριξε πως δεν έχει σημασία αν η μη αποκάλυψη τούτου του γεγονότος ήταν καλόπιστη ή όχι, αλλά η ουσία του ζητήματος και η οποία είναι ότι το Δικαστήριο για να εκδώσει το μονομερές διάταγμα, βασίστηκε σε ισχυρισμό ο οποίος αποδείχθηκε αναληθής. Η θέση του Δικαστηρίου. Η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος δίχως να ακουστεί προηγουμένως η άλλη πλευρά συνιστά βασική απόκλιση προς την πιο θεμελιώδη αρχή δικαίου, ήτοι την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή την υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακούσει και τους δύο διαδίκους πριν εκδώσει την απόφασή του, ως επιτάσσει το Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος. Εκτροπή από τη φυσιολογική πορεία της δικαστικής διαδικασίας δικαιολογείται μόνο κατ' εξαίρεση και υπό την απαρέγκλιτη προϋπόθεση της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών[21] γεγονότων. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό.[22] Ο Αιτών το διάταγμα θα πρέπει να προσέλθει στο Δικαστήριο καλή τη πίστη και με καθαρά χέρια. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή διαπιστωθεί παράλειψη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος που θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης, το όλο ζήτημα εκλαμβάνεται ως προσπάθεια εξαπάτησης και το Δικαστήριο, με σκοπό τη διασφάλιση της δικαστικής ακεραιότητας και την αποτροπή τέτοιων συμπεριφορών, αρνείται πλέον να ακούσει τον διάδικο που χρησιμοποίησε τέτοιες μεθόδους, με αποτέλεσμα την εκ προοιμίου απόρριψη της αίτησης, δίχως την επί της ουσίας[23] εξέτασή της. Στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G (ανωτέρω) αναλύθηκαν οι σχετικές αρχές και μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα εξής: « Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953,
- Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. » Εν προκειμένω, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Το κατά πόσο το Υποστατικό βρίσκεται σε ελεγχόμενη από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιοχή, ως βεβαιώνεται και από τα πρακτικά της διαδικασίας στις 02/09/2021, υπήρξε κυρίαρχο θέμα συζήτησης. Τα σχετικά αποσπάσματα από τα διαμειφθέντα στις 02/09/2021 έχουν ως εξής: « Δικαστήριο: Εσάς, η εισήγηση σας, είναι ότι βρίσκεται στον Ύψωνα το συγκεκριμένο υποστατικό; Δικηγόρος Υπενοικιαστών: Εντός της περιοχής του δήμου Ύψωνα. Δικαστήριο: Διότι στην Κυρίως Αίτηση γίνεται αναφορά σε «βιομηχανική περιοχή Λεμεσού - Ύψωνα», ενώ εσείς προσδιορίζετε ότι το συγκεκριμένο υποστατικό βρίσκεται στον Ύψωνα. [...] Άρα είστε κάθετος ότι είναι στον Ύψωνα; Δικηγόρος Υπενοικιαστών: Μάλιστα και αναφέρεται στην παράγραφο 47.1 της αίτησης παραπομπής, της αίτησης παραμερισμού της δικής μας. Να μου επιτρέψετε να το διαβάσω «Το εγγεγραμμένο..περιοχών», στην αίτηση παραμερισμού την οποία σας επισυνάπτεται Παράρτημα Α. [..] Δικαστήριο: Όσον αφορά τις εγγυήσεις, τι είστε διατεθειμένοι να προσφέρετε; Δικηγόρος Υπενοικιαστών: Σε λογικά πλαίσια που θα ικανοποιήσουν και τους άλλους όταν θα έρθουν σε μεταγενέστερο στάδιο. [.] Δικαστήριο: Όσον αφορά την ισχυριζόμενη οφειλή των ενδιάμεσων ποσών για €5.000; Δικηγόρος Υπενοικιαστών: Πώς είναι δυνατό να οφείλουμε αυτό το ποσό όταν η δικαστική απόφαση είναι άδικη και υπήρχε έλλειψη δικαιοδοσίας; » Εκ των ανωτέρω, επιβεβαιώνεται ότι το Δικαστήριο, επικεντρώνοντας την προσοχή του στον υπό εξέταση ισχυρισμό και μη αρκούμενο στο περιεχόμενο της ένορκης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε για το αναφερόμενο θέμα, απευθυνόμενο στον δικηγόρο των Υπενοικιαστών, ζήτησε συγκεκριμένες διευκρινίσεις και έλαβε αντίστοιχες απαντήσεις, ακριβώς για να διασφαλίσει ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε παρανόηση ως προς το ποια ήταν ακριβώς η εισήγηση που τίθετο προς αυτό. Η εισήγηση των Υπενοικιαστών ότι το διάταγμα εν πάση περιπτώσει θα εκδιδόταν λόγω των υπόλοιπων επιχειρημάτων που εγείρονται στην Αίτηση και την αγόρευσή τους, δεν διαφοροποιεί τα προαναφερόμενα διότι, πέραν του ότι κινείται σε υποθετικό επίπεδο, παραγνωρίζει αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι ότι συνεπεία της εν λόγω παραπληροφόρησης επήλθε κατά αντικειμενικό τρόπο επίδραση επί της κρίσης του Δικαστηρίου, τόσο για την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς, όσο και για την επάρκεια του όρου που τέθηκε ως εγγύηση για την έκδοσή του, αφού το ποσό των €100.000 που καθορίστηκε είναι κατά πολύ μικρότερο[24] του εξ αποφάσεως χρέους, ενώ δεν εκδόθηκε καν διάταγμα με όρο για καταβολή ενδιάμεσων ωφελημάτων, επειδή ακριβώς το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη σχετική εισήγηση του δικηγόρου των Υπενοικιαστών. Και ότι έλαβε χώρα δεν σχετίζεται με την περίπτωση απόκρυψης ή παρασιώπησης κάποιου δεδομένου επί του οποίου ενδεχομένως θα μπορούσε να οικοδομηθεί η εισήγηση ότι δεν έγινε ορθή στάθμιση της σημαντικότητάς του εκ μέρους των Υπενοικιαστών, αλλά πρόκειται για ευθεία, και αναντίλεκτα ουσιώδη παραπλάνηση του Δικαστηρίου, αφού άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Όπως και στο σύγγραμμα Commercial Injuctions, 6η Έκδοση, σελ. 273, παρ. 9-011 «Examples of material matters», αναφέρεται: « Matters going to the jurisdiction of the court to entertain the application, or jurisdiction over the defendant in the sense of whether proceedings or the application can be served on him, are material. » Θα ήταν μάλλον άδικο να καταλογιστεί στους Υπενοικιαστές δόλια πρόθεση αφού η κοινή λογική οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σφάλμα αυτό με την επίδοση της Αίτησης θα αποκαλυπτόταν, όπως και έγινε. Παρόλα αυτά, και ως η πλούσια επί του θέματος νομολογία έχει κατά κόρον επισημάνει, η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί ουδέτερο στοιχείο ∙ είναι το αποτέλεσμα που έχει αξία. Οι Υπενοικιαστές, πριν να αποταθούν στο Δικαστήριο μονομερώς, όφειλαν να διενεργήσουν την κατάλληλη προετοιμασία. Στη συχνά αναφερόμενη Siporex Trade v. Comdel [1986] Lloyd' s L.R. Vol. 2, σελ. 437, έχουν τεθεί οι σχετικές παράμετροι που αφορούν τις υποχρεώσεις του αιτούντα το διάταγμα μονομερώς οι οποίες, ανάμεσα σε άλλα, αποκλείουν την προβολή γενικόλογων ισχυρισμών και επιβάλλουν τη διερεύνηση της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος καθώς επίσης και των γεγονότων επί των οποίων βασίζεται. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: « · The scope of the duty of disclosure of a party applying ex parte for injunctive relief is, in broad terms, agreed between the parties. · Such an applicant must show the utmost good faith and disclose his case fully and fairly. · He must, for the protection and information of the defendant, summarize his case and the evidence in support of it by an affidavit or affidavits sworn before or immediately after the application. · He must identify the crucial points for and against the application and not rely on general statements and the mere exhibiting of numerous documents. · He must investigate the nature of the cause of action asserted and the facts relied on before applying and identify any likely defences. » Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στο Commercial Injuctions, 6η Έκδοση, σελ. 265 - 268 όπου τονίζεται ότι πριν την παρουσίαση της υπόθεσής του ενώπιον του Δικαστηρίου ο αιτών το προσωρινό διάταγμα υποχρεούται να διενεργεί την ορθή προεργασία έτσι ώστε να αποκαλύπτει κάθε τι ουσιαστικό το Δικαστήριο θα μπορούσε να προσμετρήσει για την έκδοση της απόφασής του, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης για μελέτη όλων των εγγράφων που του προσκομίζουν οι μάρτυρες, έτσι ώστε να διασφαλίζει ότι το Δικαστήριο δεν πρόκειται να παραπλανηθεί. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως: « It applies not just to disclosure of facts but to absolutely anything which the judge should consider. It is part of the duty of an applicant for without notice relief to present the application fairly. [..] The duty to disclose applies to matters known to the applicant or his agents, or matters which they would have known, had they made all the inquiries which should reasonably have been made prior to the application. The case must be presented fairly, and this includes making these inquiries. The applicant has a duty to make sure as far as he can that the full story is before the court; this includes asking witnesses to produce all the relevant documents which they have, so as to ensure that the court is not misled. It has been held that even if the applicant has forgotten the matters in question, nevertheless this does not justify failure to disclose them. But it would be a relevant factor to be taken into account by the court in deciding what should be the consequences of the non-disclosure. » Κοντολογίς, δεν επιτρέπεται η επίκληση είτε ιδίου λάθους, είτε ιδίας αμέλειας, για τη διατήρηση των πλεονεκτημάτων που εξασφαλίστηκαν στην απουσία της άλλης πλευράς και μετά από, έστω άδολη, παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η Commercial Bank of the Near Est Plc στην οποία παραπέμπουν οι Υπενοικιαστές, δεν υποστηρίζει το αντίθετο. Η Commercial Bank of the Near Est Plc αποτελεί σημείο βιβλιογραφικής αναφοράς επειδή, πρωτοποριακά για την εποχή[25] της, υπέδειξε ότι το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη είναι συνεχές («continuing duty/ongoing obligation»), έτσι ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο έγκαιρα η δυνατότητα να αναθεωρήσει ή να ακυρώσει το διάταγμα στην περίπτωση που προκύψουν μεταγενέστερες της έκδοσης του διατάγματος ουσιώδεις διαφοροποιήσεις («subsequent material changes in the situation») ως προς τα γεγονότα τα οποία επέτρεψαν την έκδοση του διατάγματος. Τούτη η περίπτωση των μεταγενέστερων ουσιωδών διαφοροποιήσεων, όπως ρητώς στην ίδια τη Commercial Bank of the Near Est Plc επισημαίνεται, διακρίνεται σαφώς από την περίπτωση της παραπληροφόρησης («misinformation or incomplete information»), ως είναι η παρούσα περίπτωση. Ούτε τα επιμέρους γεγονότα της Commercial Bank of the Near Est Plc είναι σχετικά με την παρούσα διαδικασία, αφού αφορούσαν αίτηση για τροποποίηση και/ή παραμερισμό του μονομερώς διατάγματος παγοποίησης (Mareva) μέσω του οποίου δεσμεύτηκε ποσό μέχρι $325.
- Ειδικότερα, το επίδικο της θέμα σχετιζόταν με παράβαση συμφωνίας δανείου, εγγυήσεις των υπόλοιπων εναγόμενων και υποθήκη επί πλοίου. Είχαν κινηθεί παράλληλες διαδικασίες για την εκτέλεση εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας σε Αγγλία και Ελλάδα και ένας εκ των εγγυητών αποτάθηκε στο αγγλικό Δικαστήριο ζητώντας ουσιαστικά τη διαφοροποίηση του διατάγματος Mareva, επικαλούμενος τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Όμως, στην πραγματικότητα, τα γεγονότα επί των οποίων βασιζόταν το αίτημα για τροποποίηση και/ή παραμερισμό του μονομερώς διατάγματος είχαν προκύψει, ως επί το πλείστον, μετά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς και αφορούσαν διαδικασίες εκτέλεσης που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και το ουσιαστικό παράπονο ήταν ότι οι εκεί αιτητές, θα έπρεπε αυτοβούλως να επανέλθουν και να θέσουν τούτα τα μεταγενέστερα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν τέλει, και παρά τη διαπίστωση ότι όντως τα εν λόγω γεγονότα ήταν ουσιώδη, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν διαφοροποιήθηκε και καθοριστικός λόγος για αυτή την έκβαση ήταν επειδή το επίδικο ζήτημα χαρακτηρίσθηκε ως καινοφανές, με αποτέλεσμα να μη θεωρηθεί ορθό να επιρριφθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην αιτήτρια τράπεζα, αφού η μέχρι τότε σχετική πρακτική και νομολογία δεν της επέβαλλαν τέτοια υποχρέωση. Ουσιαστικά, φαίνεται ότι στην Commercial Bank of the Near Est Plc εφαρμόστηκε τρόπον τίνα η αρχή του locus poenitentiae[26] η οποία αφορά την κατ' εξαίρεση («sparingly») δυνατότητα του Δικαστηρίου, παρά τη διαπίστωση παραπλάνησης, να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία είτε προς ακύρωση και ταυτόχρονα έκδοση νέου διατάγματος, είτε προς τροποποίηση υφιστάμενου, ή ακόμα και για τη διατήρησή του. Η αρχή του locus poenitentiae σκοπό είχε να απεγκλωβίσει τα δικαστήρια από την αδιάκριτη εφαρμογή του κανόνα πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος λόγω μη αποκάλυψης, αφού η άκαμπτη προσέγγιση του θέματος μπορούσε να μετατρέψει την εν λόγω πρακτική σε εργαλείο αδικίας για διατάγματα κυρίως τύπου Mareva που συνήθως σχετίζονταν με σοβαρά οικονομικά εγκλήματα, όπου η αποδέσμευση παγοποιηθείσας περιουσίας λόγω μη δέουσας αποκάλυψης, ενδεχομένως να οδηγούσε σε ανεπανόρθωτες συνέπειες αφού στο μεσοδιάστημα και μέχρι να καταχωρηθεί νέα αίτηση υπήρχε υπαρκτός κίνδυνος να αποξενωθεί η περιουσία. Κατά συνέπεια, ούτε τα γεγονότα, ούτε οι νομικές αρχές που σχετίζονται με την Commercial Bank of the Near Est Plc ταυτίζονται καθ' οποιανδήποτε τρόπο με τα περιστατικά ή τις νομικές αρχές της παρούσας υπόθεσης και δεν μπορούν να υποστυλώσουν το αίτημα για τη διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος. Ως εκ των ανωτέρω, πάρελκει η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η αίτηση θα απορριφθεί. Το εκδοθέν διάταγμα θα ακυρωθεί. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Ένσταση επιτυγχάνει. Οι λόγοι Ένστασης υπ' αριθμό 5 και 6 έχουν έρεισμα. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 02/09/2021 ακυρώνεται. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Ενοικιαστών / Καθ' ων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.)................. Γ. Χρ. Παγιάσης Πρόεδρος Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας [1] Όρο προς τον οποίο συμμορφώθηκαν δεόντως και εγκαίρως. [2] Ο ομνύων είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον δικηγόρο που εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους των Ενοικιαστών. [3] Σημειώνεται ότι, επειδή η υπό εξέταση αίτηση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα που δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, κατ' εφαρμογή των διαλαμβανομένων στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και τους σχετικούς περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αποφάσισα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. [4] Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Άρθρο 32: (Απαγορευτικά διατάγματα και παραλήπται)
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1),δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος, και εάν τοιαύτη αγωγή έχει ήδη εγερθεί το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» [5] Δείτε: Δ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782. [6] Δείτε: Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν Χρ. Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [7] Δείτε: Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [8] Δείτε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. [9] Δείτε: P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802. [10] Δείτε: Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου Π.Ε.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 228. [11] Δείτε: Κιτρομηλίδου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165. [12] Δείτε: Κυρίσαββα κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245. [13] Δείτε: Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ 788. [14] Δείτε: Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 CLR
- [15] Δείτε: Αναφορικά με την Αίτηση των Α.Κ. Ποχτζελιάν & Υιοί (Διανομείς) Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D42, Αίτηση Αρ. 212/2014, ημερομηνίας 30.1.
- [16] Δείτε: Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 10: Διατάγματα σε διάφορους τομείς δικαίου, Β. Ενοικιοστάσιο», σελ.
- [17]Δείτε: Ακίνητα Ν. & Κ. Αγρότης Λτδ ν. Δημητρίου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 863. [18] Δείτε μεταξύ άλλων: Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Charalambous v. C. Nicolaides and A.Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737, Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, Α. Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ 797, Α. Παπά ν Ν. Α. Οικονομίδου κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ 58, Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Γιάννος Παύλου κ.ά ν Μαρούλλας Νεοφύτου Νικολάου κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 373/2016, ημερομηνίας 10.10.2017, Ευαγγελία Ντεμιάν κ.α. ν Μιχάλης Τσαγγαρίδης κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/2018, Christakis Pilides Construction Ltd ν. Philpool Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2019, ημερομηνίας 12/06/2020 και Navarino Wine Lodge Limited v. T.C.N. Holding Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 105/2020, ημερομηνίας 30/10/2020. [19] Το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει ως εξής: «Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.» [20] Η Δ. 35 θ. 18 αναφέρει: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». [21] Τι είναι «ουσιαστικό» υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στη Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598 και Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82. Συναφώς στη DB TECHNOLOGIES B.V. v. LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. E166/2019, ημερομηνίας 15/10/2020, λέχθηκαν τα εξής: «Έχουμε διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια πως η έννοια της ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης έχει τρόπω τινά παρεξηγηθεί από αρκετούς στο νομικό κόσμο. Δεν είναι νοητό ούτε ποτέ οποιαδήποτε αυθεντία έθεσε τέτοιο επαχθές βάρος στους αιτητές να ξεδιπλώνουν με κάθε λεπτομέρεια σε βαθμό σχολαστικισμού κάθε πτυχή των θέσεων των αντιδίκων τους και να την ερμηνεύουν. Δεν είναι αυτή η ορθή εφαρμογή της πιο πάνω αρχής. Αναμένεται βεβαίως πάντα οι αιτητές, επιδιώκοντας μονομερή θεραπεία, να θέσουν με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη θέματα, τόσο τα υπέρ, όσο και τα εναντίον τους, όμως δεν είναι εντός του καθήκοντος τους να μετατρέπονται σε οιονεί δικηγόρους της άλλης πλευράς για να θέσουν την εκδοχή των αντιδίκων τους, ως να ήταν η δική τους, με πλήρη ερμηνεία θέσεων και εξαντλητική ανάλυση.» [22] Δείτε: Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1(A) A.A.Δ.
- [23] Τέτοια εξέλιξη δεν δημιουργεί κώλυμα ή δεδικασμένο για την καταχώριση νέας αίτησης. Σχετικά δείτε: Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 71/11, ημερομηνίας 16/04/
- [24] Εάν το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού δεν τίθετο υπό αμφισβήτηση, οι εγγυήσεις που το Δικαστήριο θα εξέδιδε για να αναστείλει την προσβαλλόμενη απόφαση, απαρεγκλίτως θα έπρεπε να ήταν σε συμφωνία με τα διαλαμβανόμενα στο νέο άρθρο 11
(1)(α) του Νόμου, το οποίο προαπαιτεί εξόφληση των οφειλόμενων ενοικίων για να δοθεί δικαίωμα καταχώρησης Απάντησης. Οποιαδήποτε απόφαση για αναστολή τελικής απόφασης δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταστρατήγηση όσων διαλαμβάνονται στο άρθρο αυτό. [25] Πρόκειται απόφαση εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1989, δηλαδή σε περίοδο που οι αρχές που αφορούσαν τα διατάγματα τύπου Mareva και Anton Piller βρίσκονταν ακόμα υπό διαμόρφωση. Για περισσότερα ως προς την ιστορική εξέλιξη τούτων των διαταγμάτων δείτε το Σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα, Εκδ. 2016, Κεφ. 7 και 8. σελ: 200 κ.ε. [26] Στην Κύπρο η αρχή αυτή η οποία αναγνωρίστηκε στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G (ανωτέρω) με παραπομπή στη Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο